C.E. HEALTH & BEAUTY CARE LTD ν. Σκεύος Χατζηαποστόλου κ.α., Υπόθεση: 1837/16, 23/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση: 1837/16 Μεταξύ: C.E. HEALTH & BEAUTY CARE LTD, HE 189764 Παραπονούμενη -ν-
- Σκεύος Χατζηαποστόλου, εκ Λευκωσίας
- Χριστιάνα Αθανασίου, εκ Λευκωσίας Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2018 Για Παραπονούμενο: κος Μ. Νεοκλέους. Για Κατηγορούμενους 1και 2: κος Α. Γιαλελής. Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την 1η, 2η και 3η κατηγορία δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, για την έκδοση τριών επιταγών με αριθμό 95193834 για το ποσό των €18.000.- (1η κατηγορία), την επιταγή με αριθμό 95193836 για το ποσό των €32.000 (2η κατηγορία) και την επιταγή με αριθμό 95193837 για το ποσό των €21.000.- (3η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι επιταγές εκδοθήκαν κατά ή περί τον Νοέμβριο 2014 και δεν πληρώθηκαν με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποποιήθηκε - η υπογραφή του εκδότη διαφέρει από το δείγμα». Η 2η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την 4η, 5η και 6η κατηγορία δυνάμει των άρθρων 297, 298, 299 και 300 του Ποινικού Κώδικα για την εξασφάλιση εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών, η 2η κατηγορούμενη με ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη υποκίνησε την παραπονούμενη να αποδεχθεί αξιόγραφο και/ή τις επιταγές οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω και οι οποίες γνώριζε ότι δεν θα μπορούσαν να εξαργυρωθούν. Με την 7η, 8η και 9η κατηγορία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κοινές κατηγορίες δυνάμει των άρθρων 297,298, 300 και 372 του Ποινικού Κώδικα για συνομωσία προς διάπραξη αδικήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών οι κατηγορούμενοι συνωμότησαν μεταξύ τους ώστε να πείσουν την παραπονούμενη να αποδεχθούν τις πιο πάνω επιταγές τονίζοντας στην παραπονούμενη ότι αυτές ήταν καλές προς εξαργύρωση ενώ γνώριζαν ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν και κατάφεραν να πείσουν την παραπονούμενη με ψευδείς παραστάσεις να τους δώσει εμπορεύματα και αντικείμενα για την αξία έκαστης επιταγής. Μετά το πέρας της μαρτυρίας από πλευράς παραπονούμενης, υποβλήθηκε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αυτοί θα πρέπει να αθωωθούν. Οι αρχές οι οποίες καθορίζουν τον τρόπο άσκησης της κρίσης του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο έχουν ανακεφαλαιωθεί στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Η διαχρονική θέση της νομολογίας αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως κρίση, είναι η ακόλουθη: «Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητικού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Δέστε μεταξύ άλλων: (
- a)Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045 (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1 (
- c)Ellis v. Jones[1973] 2 All E.R. 893 (
- d)R. V. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061 (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr. App. R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.» (Δέστε Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133).» Είναι σημαντικό δε να τονιστεί ότι η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441), ούτε και δικαιολογείται η κλήση ενός κατηγορούμενου σε απολογία όταν ουσιαστικά κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να συμπληρώσει τα κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ακολούθως θα αναφερθώ συνοπτικά στην μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από πλευράς παραπονούμενης. Πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο διευθυντής της παραπονούμενης, Λέλλος Ιορδάνους (ΜΚ1). Γνωρίζει όπως είπε τους κατηγορούμενους από την εμπορική σχέση που είχαν από το
- Η παραπονούμενη ασχολείται με το εμπόριο δερμοκαλλυντικών τα οποία τοποθετεί σε φαρμακεία και ένα από τα φαρμακεία ήταν του 1ου κατηγορούμενου. Ακολούθως ανέπτυξαν και φιλικές σχέσεις και μετά το 2010 ξεκίνησαν τα προβλήματα. Ο 1ος κατηγορούμενος ζητούσε πίστωση συνεχώς μέχρι το 2014 και όταν του ζητήθηκαν τα χρήματα η 2η κατηγορούμενη τον διαβεβαίωνε ότι θα γίνει η πληρωμή και να μην ανησυχεί. Το 2014 η παραπονούμενη έλαβε τις επιταγές (Τεκμήρια 1-3) για το εν λόγω χρέος και στη συνέχεια πληρώθηκε κάποιο ποσό έναντι των επιταγών. Τα Τεκμήρια 1-3, παραληφθήκαν από τον παραπονούμενο στην παρουσία της συζύγου του Άντρη Ανδρέου και τις οποίες υπέγραψε ο 1ος κατηγορούμενος. Η μια επιταγή όπως είπε είναι «χειρογράφος» και οι άλλες δυο έκανε μονογραφή. Τις παράδωσε στον ίδιο όπως είπε ο 1ος κατηγορούμενος στο φαρμακείο του. Τις επιταγές όπως είπε αρχικά τις είχε κρατήσει λόγω των υποσχέσεων των κατηγορούμενων να ξοφλήσουν. Πλήρωναν κάποια ποσά αλλά στην πορεία σταμάτησαν. Ακολούθως κατέθεσε τις επιταγές και έμαθε ότι ο 1ος κατηγορούμενος είναι στο ΚΑΠ και ενημέρωσε τους κατηγορούμενους για το γεγονός αυτό. Καταχώρησε όπως είπε την παρούσα υπόθεση το 2016 ενώ έλαβε τις επιταγές το 2014 λόγω φιλικών σχέσεων και υποσχέσεων από τους κατηγορούμενους ότι θα εξοφλούσαν. Αντεξεταζόμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 τιμολόγιο το οποίο ανέφερε αρχικά ότι αφορούσε την πώληση προϊόντων για τα οποία εκδοθήκαν οι επιταγές. Ακολούθως ανέφερε ότι το Τεκμήριο 4 δεν είναι το τιμολόγιο που αφορά την παρούσα υπόθεση και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το τιμολόγιο για την πώληση προϊόντων από το 2006 εις το οποίο φαίνεται το όνομα του 1ου κατηγορούμενου. Ερωτήθηκε πόσες οικονομικές διαφορές έχει με τους κατηγορούμενους και ανέφερε ότι ο «άνθρωπος» έχει ακόμα μια υπόθεση στην Αστυνομία ποινική για ψευδή πλαστά έγγραφα Κτηματολογίου και η διαφορά αυτή εκκρεμεί με τη σύζυγο του και κάποιο αστυνομικό οι οποίοι αγόρασαν ένα χωράφι από τον 1ο κατηγορούμενο. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο κλητηρίου εντάλματος της Αγωγής 1093/15 του Ε.Δ. Λεμεσού, μεταξύ της συζύγου του και των κατηγορουμένων, η οποία όπως είπε αφορούσε το ποσό των €90.000.- και €70.000.-. Στην εν λόγω Αγωγή εκδόθηκε απόφαση ημερ. 7.4.15 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 για το ποσό των €90.000.- Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Ανδρέας Καραγιάννης τραπεζικός υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα. Αναφορικά με τον λογαριασμό από τον οποίο κατ' ισχυρισμό εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι αυτός ανήκει στον 1ο κατηγορούμενο και ο λογαριασμός αυτός παγοποιήθηκε στις 3.6.2010, λόγω ανεπαρκών διαθεσίμων υπολοίπων για να πληρωθούν οι επιταγές. Ο 1ος κατηγορούμενος ενημερώθηκε σχετικά με το γεγονός αυτό μέσω επιστολής η οποία στέλλεται από την Κεντρική Τράπεζα και την Ελληνική Τράπεζα. Εξήγησε ότι από την στιγμή όπου ένας λογαριασμός καταχωρείται στο ΚΑΠ δεν μπορεί ο εκδότης να εκδίδει επιταγές. Του υποδείχθηκαν οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-
- Για την επιταγή Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι εκ πρώτης φαίνεται να είναι μια επιταγή. Δεν μπορούσε να πει από ποιον εκδόθηκε, διότι με βάση το δείγμα που έχει στην κατοχή της η τράπεζα δεν σχετίζεται με το δείγμα υπογραφής που φέρει η επιταγή. Ιδιοκτήτης της επιταγής ήταν ο 1ος κατηγορούμενος. Εξήγησε ότι δεν πληρώθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από το 2010 και λόγω του ότι η υπογραφή διαφέρει από το δείγμα που είχε η τράπεζα στην κατοχή της. Τα ίδια ισχύουν όπως είπε και για την επιταγή Τεκμήριο
- Για την επιταγή Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι εκ πρώτης φαίνεται να είναι πρωτότυπη και η υπογραφή να συμπίπτει με το δείγμα υπογραφής που έχει η τράπεζα. Αυτή επιστράφηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και είχε ήδη παγοποιηθεί - ΚΑΠ. Η εν λόγω επιταγή όπως είπε είναι φωτοτυπία. Ερωτήθηκε κατά πόσο εκδόθηκε αληθινή επιταγή με τον ίδιο αριθμό και ο μάρτυρας απάντησε ότι η τράπεζα μέσω ερευνών που έκανε βρήκε ακόμα μια επιταγή με τον ίδιο αριθμό επιταγής και αριθμό λογαριασμού αλλά με διαφορετικό ποσό. Αντίγραφο επιταγής με αριθμό 95193837 για το ποσό των €2.500.- κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η επιταγή Τεκμήριο 3 όπως είπε επιστράφηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει. Τελευταίος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο γραφολόγος Μάριος Μαρκίδης (ΜΚ3). Ετοίμασε έκθεση για την παρούσα υπόθεση ημερ. 5.3.18 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αναφορικά με τις μονογραφές οι οποίες φαίνονται εις τα Τεκμήρια 1 και 2 ανέφερε ότι αυτές έχουν την ίδια μορφή και εμφάνιση και κατέληξε ότι είναι γνήσιες μονογραφές του ιδίου προσώπου. Δεν προχώρησε στην σύγκριση αυτών με τα δείγματα μονογραφής του 1ου κατηγορούμενου λόγω του ότι τα δείγματα μονογραφών που είχε για τον 1ο κατηγορούμενο δεν ήταν ανύποπτου χρόνου ούτε και πλησιόχρονα με τις αμφισβητούμενες μονογραφές. Με αυτά τα δεδομένα όπως είπε δεν θα οδηγείτο σε ασφαλές συμπέρασμα. Εν σχέση με την επιταγή Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι αυτή είναι εξ ολοκλήρου πλαστή. Συγκρίνοντας την υπογραφή του Τεκμήριου 3 με τα δείγματα υπογραφής του 1ου κατηγορούμενου, κατέληξε ότι η υπογραφή επί της επιταγής Τεκμήριο 3 είναι γνήσια υπογραφή του 1ου κατηγορούμενου. Καταγράφει επίσης στην έκθεση του ότι η γραφή συμπλήρωση ΕΥΡΩ και ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ και ποσό αριθμητικά στα Τεκμήρια 1,2 και 3, συμπληρώθηκαν από τον 1ο κατηγορούμενο. Η γραφή/συμπλήρωση στα Τεκμήρια 1,2 και 3 στη θέση ΠΛΗΡΩΣΤΕ έγινε από το ίδιο άγνωστο πρόσωπο. Κατέληξε επίσης ότι το Τεκμήριο 3 είναι αποτέλεσμα έγχρωμης αναπαραγωγής τύπου lazer και όχι εκτύπωση offset όπως έπρεπε να είναι. Κατά τη γνώμη του πριν την συμπλήρωση του αρχικού πρωτότυπου εντύπου της επιταγής με αριθμό 95193837 έγινε έγχρωμη αναπαραγωγή η οποία στη συνέχεια συμπληρώθηκε, υπογράφηκε και παρουσιάστηκε στην τράπεζα. Για τους πιο πάνω λόγους κατέληξε ότι το Τεκμήριο 3 είναι εξολοκλήρου πλαστό Αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων λόγω απουσίας των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Για την 2η κατηγορούμενη αναφέρθηκε επίσης ότι ενόψει της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί δεν φαίνεται να σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την διάπραξη των αδικημάτων. Αναφορικά με τον 1ο κατηγορούμενο ανέφερε ο κος Γιαλελής ότι δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία εφόσον κάτι τέτοιο θα έχει ουσιαστικά ως αποτέλεσμα να καλύψει ατέλειες στην μαρτυρία της παραπονούμενης εφόσον δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ποιος υπέγραψε τις επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 και εις ότι αφορά την επιταγή Τεκμήριο 3 σύμφωνα με τη μαρτυρία είναι πλαστή όπου κάτι τέτοιο συνιστά άλλο αδίκημα. Δεν μπορεί όπως είπε η επιταγή να είναι ταυτόχρονα πλαστή και ακάλυπτη. Θέση της πλευράς της παραπονούμενης αποτέλεσε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να κληθούν σε απολογία, αναφερόμενος συγκεκριμένα εις το ότι έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με την υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον 1ο κατηγορούμενο. Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο αφορά την 1η, 2η και 3η κατηγορία, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Στην υπόθεση Χ' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ 62 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής απαιτείται, εκτός άλλων, και απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης τέτοιας επιταγής. Κατά το άρθρο 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, η συναλλαγματική υπογράφεται "από το πρόσωπο που τη δίδει" ενώ σύμφωνα με το άρθρο 73 του ιδίου νόμου η επιταγή είναι συναλλαγματική.» Σύμφωνα με τον ΜΚ1, οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-3 δοθήκαν στον ίδιο από τον 1ο κατηγορούμενο στο φαρμακείο του τελευταίου. Σύμφωνα με την μαρτυρία γραφολόγου τον οποίο παρουσίασε η πλευρά της παραπονούμενης για τους λόγους που ανέφερε, δεν εξετάστηκε κατά πόσο οι μονογραφές που φέρουν τα Τεκμήρια 1 και 2 ανήκουν στον 1ο κατηγορούμενο. Πέραν τούτου σύμφωνα με τον τραπεζικό υπάλληλο οι υπογραφές επί των Τεκμηρίων 1 και 2 δεν συνάδουν με το δείγμα υπογραφής που έχει η τράπεζα στην κατοχή της αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν οι μονογραφές τέθηκαν από τον 1ο κατηγορούμενο. Σύμφωνα επίσης με τον ΜΚ1, οι επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 έχουν μονογραφηθεί, χωρίς να αναφέρει ότι αυτές είχαν υπογραφεί. Όπως είναι γνωστό για να είναι έγκυρη μια επιταγή θα πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη και όχι την μονογραφή του, όπου στην προκειμένη περίπτωση επί τη βάση της μαρτυρίας που παρουσίασε η παραπονούμενη (ΜΚ2) δεν συνάδει με το δείγμα που έχει στην κατοχή της η τράπεζα. Συνεπώς δεν έχει τεθεί τέτοια μαρτυρία η οποία ακόμα και στο στάδιο αυτό θα μπορούσε να αποδείξει στο ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο ότι ο 1ος κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 που αφορούν την 1η και 2η κατηγορία. Συνεπώς για τις κατηγορίες αυτές δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επιταγών που τις αφορούν. Εις ότι αφορά την 3η κατηγορία σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 η επιταγή Τεκμήριο 3, είναι πλαστή. Όπως επίσης ανέφερε ο ΜΚ3 το έντυπο αυτό είναι αποτέλεσμα έγχρωμης αναπαραγωγής τύπου lazer και όχι εκτύπωση τύπου offset όπως έπρεπε να είναι, καταλήγοντας ότι το Τεκμήριο 3 είναι εξολοκλήρου πλαστό έντυπο, όπως φαίνεται να συμφωνεί και η πλευρά της παραπονούμενης εφόσον ο ΜΚ2 ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει εάν εκδόθηκε αληθινή επιταγή με τον αριθμό του Τεκμηρίου 3. Σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 φαίνεται ότι η υπογραφή εκδότη ανήκει στον 1ο κατηγορούμενο και ο λόγος μη πληρωμής της αποτέλεσε ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Σύμφωνα επομένως με την μαρτυρία που παρουσίασε η παραπονούμενη δηλαδή των ΜΚ2 και ΜΚ3, και χωρίς αυτή να αξιολογείται στο στάδιο αυτό, το Τεκμήριο 3, κατά την πλευρά του παραπονούμενου είναι ένα πλαστό έγγραφο. Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα αφορά ειδικά και συγκεκριμένα την έκδοση επιταγής και όχι την έκδοση οποιουδήποτε άλλου εγγράφου ακόμα και αν αυτό προσομοιάζει με επιταγή. Η επιταγή μάλιστα θα πρέπει να φέρει όλα τα στοιχεία μιας νόμιμα εκδοθείσας επιταγής. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και εις τον βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, δεν έχει αποδειχθεί ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί μια επιταγή η οποία μάλιστα εκδόθηκε από βιβλιάριο επιταγών ή άλλο επίσημο και νόμιμο τρόπο από τράπεζα για να μπορεί να συνιστά επιταγή κατά τρόπο που να εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Συνεπώς δεν μπορεί η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι το Τεκμήριο 3, το οποίο κατά τον ίδιο υπογράφηκε και παραδόθηκε από τον 1ο κατηγορούμενο, να αποτελέσει μαρτυρία που θα μπορούσε να στηρίξει την 3η κατηγορία η οποία στηρίζεται εις το άρθρο 305Α
(1), χωρίς να αποκλείεται το εν λόγω τεκμήριο να αποτελέσει αντικείμενο διαφορετικής κατηγορίας, εφόσον θέση των ΜΚ2 και ΜΚ3 αποτελεί ότι το Τεκμήριο 3 είναι πλαστό. Συνεπώς με την μαρτυρία την οποία παρουσίασε η πλευρά της παραπονούμενης, την οποία δεν αξιολογώ, δεν έχει στοιχειοθετηθεί εις τον απαιτούμενο βαθμό για το στάδιο αυτό ότι το Τεκμήριο 3 συνιστά επιταγή και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην 3η κατηγορία. Εις ότι αφορά την 4η, 5η και 6η κατηγορία τις οποίες αντιμετωπίζει η 2η κατηγορούμενη τα άρθρα 297, 298, 299 και 300 του Ποινικού Κώδικα προβλέπουν τα ακόλουθα: «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Εξασφάλιση εκτέλεσης αξιογράφου με ψευδείς παραστάσεις
- Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Απάτη
- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Τα συστατικά στοιχεία των πιο πάνω αδικημάτων προκύπτουν από το ίδιο το λεκτικό τους, χωρίς να κρίνεται αναγκαίο να τα επαναλάβω. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 4,5 και 6 αποδίδεται στην 2η κατηγορούμενη ότι αυτή με ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη υποκίνησε την παραπονούμενη να αποδεχθεί τις επίδικες επιταγές ενώ γνώριζε ότι αυτές δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν. Εις τον βαθμό που επιτρέπεται εις το στάδιο αυτό, εξετάζοντας τη μαρτυρία στην όψη της, παρατηρώ ότι ελλείπει παντελώς μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να καταδείξει έστω και στο ελάχιστο επίπεδο που απαιτείται στο στάδιο αυτό ότι η 2η κατηγορούμενη προέβηκε στις ενέργειες που της καταλογίζονται με το κατηγορητήριο. Ο ΜΚ1 ανέφερε κατ' αρχάς ότι παρέλαβε τα Τεκμήρια 1,2 και 3 από τον 1ο κατηγορούμενο από το φαρμακείο του, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην 2η κατηγορούμενη. Η μόνη αναφορά του ΜΚ1 στην 2η κατηγορούμενη έγινε εν σχέση με κάποιες συναντήσεις που είχαν στο κινέζικο το οποίο διατηρούσε, όπου αυτή του υποσχόταν ότι θα πληρώσουν. Πέραν τούτου, δεν τέθηκε μαρτυρία από τον ΜΚ1 ότι η 2η κατηγορούμενη προέβηκε σε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και πόσο μάλλον με σκοπό την καταδολίευση, όπως απαιτείται για την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που προβλέπονται από τα άρθρα 298 και
- Ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά εις το ότι αυτή απέκτησε οτιδήποτε μετά από δόλιο τέχνασμα ή επινόημα όπως απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος που προβλέπεται από τα άρθρο
- Και εδώ επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1 τα Τεκμήρια 1,2 και 3 παραδόθηκαν στον ίδιο από τον 1ο κατηγορούμενο, χωρίς καν να αναφερθεί ότι αυτό έγινε με υποκίνηση της 2ης κατηγορούμενης ή στην παρουσία της. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με τον ΜΚ1 τα Τεκμήρια 1-3 δοθήκαν για εξόφληση εμπορευμάτων τα οποία κατ' ισχυρισμό πώλησε στο φαρμακείο το οποίο διατηρούσε ο 1ος κατηγορούμενος χωρίς να αναφερθεί από τον ΜΚ1, ποιο είναι το αντικείμενο δυνάμενο να κλαπεί, το οποίο απέκτησε η 2η κατηγορούμενη από την παραπονούμενη, ως αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων των άρθρων 298 και 300 του Ποινικού Κώδικα. Εις ότι αφορά το άρθρο 299 και 300 του Ποινικού Κώδικα απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος συνιστά η υποκίνηση από μέρους του κατηγορούμενου. Δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε από πλευράς ΜΚ1 ότι η 2η κατηγορούμενη τον υποκίνησε και με ποιο τρόπο να αποδεχθεί τα Τεκμήρια 1-
- Η μοναδική αναφορά στο πρόσωπο της 2ης κατηγορούμενης για κάποιες υποσχέσεις της να πληρωθούν κάποια ποσά σε συναντήσεις που είχαν σε κάποιο κινέζικο εστιατόριο, οι οποίες δεν έχουν συνδεθεί καν με την παράδοση των Τεκμηρίων 1,2 και 3, εκθεμελιώνει παντελώς την όποια βάση γεγονότων η οποία θα μπορούσε ακόμα και στο στάδιο αυτό να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η 2η κατηγορούμενη με τις κατηγορίες 4,5 και
- Ενόψει των πιο πάνω και με δεδομένη την έλλειψη μαρτυρίας που θα μπορούσε να συνδέσει την 2η κατηγορούμενη με τα αδικήματα της 4ης, 5ης και 6ης κατηγορίας, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 2ης κατηγορούμενης στις πιο πάνω κατηγορίες. Με την 7η, 8η και 9η κατηγορία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες για συνομωσία προς διάπραξη αδικήματος και συγκεκριμένα ότι αυτοί συνωμότησαν μεταξύ τους ώστε να πείσουν την παραπονούμενη ή αντιπροσώπους της να αποδεχθούν τις επίδικες επιταγές τονίζοντας στην παραπονούμενη ότι αυτές ήταν καλές προς εξαργύρωση και κατάφεραν με ψευδείς δηλώσεις ή παραστάσεις να δώσει η παραπονούμενη στους κατηγορούμενους εμπορεύματα και αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ποτέ σκοπό να πληρώσουν. Τα άρθρα 297, 298 και 300 του Ποινικού Κώδικα έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Το άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκαν τα εξής: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα απαραίτητη προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος είναι η σύναψη συμφωνίας για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Απλή γνώση ή ακόμα συζήτηση του σχεδίου δεν είναι από μόνη της αρκετή για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της συνωμοσίας. (Βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 19η έκδοση, παρ. 448-449 και Mulcany v. R.
(1868)L.R. 306). Στην προκείμενη περίπτωση, ουδεμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει, στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, πως οι κατηγορούμενοι συνήψαν συμφωνία για να διαπράξουν ουσιαστικά το αδίκημα της απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, εφόσον σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων ήταν η παράδοση των προϊόντων στους κατηγορούμενους. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι μεταξύ τους είναι σύζυγοι και η 2η κατηγορούμενη κατά τον ΜΚ1 υποσχόταν την εξόφληση της παραπονούμενης για εμπορεύματα τα οποία πωληθήκαν ήδη στον 1ο κατηγορούμενο, δεν είναι αρκετό για να διαπιστωθεί στον απαιτούμενο βαθμό σε αυτό το στάδιο ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν μεταξύ τους για να διαπράξουν πλημμέλημα. (βλ. Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ, βλ. ανωτέρω). Οι κατηγορίες αυτές δεν στοιχειοθετούνται ούτε στο ελάχιστο επίπεδο που απαιτείται στο στάδιο αυτό και για ακόμα ένα λόγο. Στις λεπτομέρειες αδικημάτων αποδίδεται στους κατηγορούμενους ότι με ψευδείς δηλώσεις ή παραστάσεις, που αφορούσαν την πληρωμή των Τεκμηρίων 1-3 κατάφεραν να πείσουν την παραπονούμενη να τους δώσει εμπορεύματα και αντικείμενα για την αξία έκαστου Τεκμηρίου 1-
- Η μαρτυρία όμως του ΜΚ1 δεν υποστηρίζει τις λεπτομέρειες αυτές. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 αυτός παρέδιδε εμπορεύματα στον 1ο κατηγορούμενο στο φαρμακείο του από το 2006 και για τα εμπορεύματα αυτά εξέδωσε τιμολόγιο (Τεκμήριο 5) το 2014, χωρίς να αναφερθεί από τον ΜΚ1 ότι κατόπιν παραλαβής των Τεκμηρίων 1-3 παρέδωσε ή πώλησε οποιαδήποτε εμπορεύματα και αντικείμενα στους κατηγορούμενους, όπου και πάλι σύμφωνα με τον ΜΚ1 εμπορεύματα πωλούσε στον 1ο κατηγορούμενο μόνο. Συνεπώς η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το συστατικό στοιχείο της σύναψης συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων για την εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις ούτε και η μαρτυρία η οποία τέθηκε από τον ΜΚ1 υποστηρίζει τις λεπτομέρειες των ενεργειών των κατηγορουμένων που τους αποδίδονται με τις κατηγορίες 6,7 και 8, με αποτέλεσμα να μην έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στις κατηγορίες 6,7 και
- Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια για το ζήτημα των εξόδων και ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον της παραπονούμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο