← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΝΝΑΡΗ, Αρ. Υπόθεσης: 16156/17, 13/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΝΝΑΡΗ, Αρ. Υπόθεσης: 16156/17, 13/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16156/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΝΝΑΡΗ Κατηγορούμενος -------------------------- Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ντ. Χατζηκωνσταντίνου Για Κατηγορούμενο: κ. Λ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στα ακόλουθα αδικήματα:

  1. Της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους. Συγκεκριμένα ότι στις 5/3/2017 στον παρακαμπτήριο δρόμο Πολεμιδιών στην Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής DAF 345 χωρίς ασφάλεια. (1η κατηγορία).
  2. Της χρήσης μη εγγεγραμμένου οχήματος, ήτοι ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως η 1η κατηγορία οδηγούσε το ίδιο όχημα και του οποίου η εγγραφή ακυρώθηκε λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας για 3 συνεχή έτη. (2η κατηγορία).
  3. Της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως οι λοιπές κατηγορίες και για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας (3η κατηγορία).
  4. Της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης η διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και συγκεκριμένα ότι στις 05/03/2017 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής DAF 345 στον παρακαμπτήριο δρόμο Πολεμιδιών στην Λεμεσό ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο αποστερήθηκε της ικανότητας να κατέχει η να λαμβάνει άδεια οδηγήσεως μηχανοκίνητου οχήματος στις 105/02/2017 για την περίοδο από 05/02/2017 μέχρι 09/04/2017 μετά από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπόθεση με αρ. 12382/16 σε χρόνο που ίσχυε το πιο πάνω διάταγμα. (4η κατηγορία). Ως προανέφερα ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή σε όλα τα αδικήματα. Τα γεγονότα ως αυτά έχουν τεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Την 05/03/2017 και περί ώρα 09:00 ο Μ1, διενεργούσε έλεγχο τροχαίας στον παρακαμπτήριο δρόμο Πολεμιδιών στην Λεμεσό όπου ανέκοψε για έλεγχο στο όχημα με αρ. εγγραφής DAF 345 το οποίο και κινείτο με ανατολική κατεύθυνση. Από έλεγχο διαπίστωσε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και οδηγός είναι ο κατηγορούμενος και από περαιτέρω έλεγχο διαπιστώθηκαν τα υπόλοιπα αδικήματα. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο απάντησε «Εντάξει». Σήμερα η άδεια οδήγησης του κατηγορούμενου βαρύνεται με 3 βαθμούς ποινής ενώ βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη και συγκεκριμένα αυτή που αφορά τις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας. Στην ποινική υπόθεση 12383/16 στις 2/2/2017 επιβλήθηκε ποινή δια της οποίας ο κατηγορούμενος στερήθηκε της ικανότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδηγού για περίοδο 10 συνεχόμενων Κυριακών από τις 5/2/2017 μέχρι και τις 9/4/
  5. Ειδικότερα αντιμετώπισε στην πιο πάνω υπόθεση τις κατηγορίες της αμελούς οδήγησης με πρόστιμο €400= πλέον 3 βαθμούς ποινής, της ανασφάλιστης οδήγησης με πρόστιμο €200= πλέον την στέρηση της άδειας οδηγού ως ανωτέρω και της οδήγησης χωρίς άδεια κυκλοφορίας με πρόστιμο €
  6. Ο κατηγορούμενος μέσω του συνηγόρου του δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι παραδέχεται και αποδέχεται τα γεγονότα που αναφέρθηκαν σε σχέση με την 4η κατηγορία. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του και αφού υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε προς όφελος του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι ο τελευταίος παραδέχεται και απολογείται για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ζητησε δε ο συνήγορος από το Δικαστήριο παρά την σοβαρότητα του αδικήματος της 4ης κατηγορίας να εξατομικεύσει την ποινή που θα επιβάλει στον κατηγορούμενο. Ανάφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος κατευθυνόταν με την μητέρα του στο σπίτι της αδελφής του η οποία τους τηλεφώνησε καθότι ένιωσε αδιαθεσία. Στην διαδρομή η μητέρα του που οδηγούσε ένιωσε ίλιγγο με αποτέλεσμα να δώσει το αυτοκίνητο στον κατηγορούμενο. Ανακόπηκε για έλεγχο και προέκυψαν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Κάλεσε επιπλέον ο συνήγορος να ληφθεί υπόψη η ψυχολογική του κατάσταση κατά τον χρόνο διάπραξης όπως επίσης και η ηλικία του. Με αναφορά σε συγγράμματα και νομολογία κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος είναι νεαρός παραβάτης και η ποινή φυλάκισης θα πρέπει να είναι η ύστατη λύση. Κάλεσε δε το Δικαστήριο όπως σε μια τέτοια περίπτωση αναστείλει την ποινή φυλάκισης. Με αναφορά στην αναγκαιότητα της άδειας οδηγού ο συνήγορος παρουσίασε επαγγελματική άδεια οδηγού που κατέχει ο κατηγορούμενος και βεβαίωση για την εργασία του εισηγούμενος ότι μια τέτοια ποινή θα οδηγούσε τον ίδιο σε απώλεια της εργασίας του. Με αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας αναφέρω ότι ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 24 ετών άγαμος και ιδιωτικός υπάλληλος. Διαμένει με την οικογένεια του σε ενοικιαζόμενη οικία μαζί και με 2 από τα αδέλφια του ενώ ο ίδιος είναι ο 3ος από τα 4 παιδιά της οικογένειας. Λαμβάνει από την εργασία του ποσό εκ €920= από τα οποία συνεισφέρει και στον πατέρα του για να συντηρεί το φορτηγό που διατηρεί για την εργασία του. Η μητέρα του είναι οικοκυρά και ο πατέρας του εργάζεται ως οδηγός με πολύ χαμηλά εισοδήματα. Ο κατηγορούμενος ολοκλήρωσε την Α' Τεχνική Σχολή Λεμεσού στον κλάδο μηχανικών αυτοκινήτων και υπηρέτησε κανονικά την θητεία του στην εθνική φρουρά. Από το 2013 που απολύθηκε και παρά το νεαρό της ηλικίας του εργάζεται ανελλιπώς για να συντηρεί την οικογένεια του η οποία αντιμετωπίζει σοβαρά βιοποριστικά προβλήματα. Δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας. Αναμφίβολα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά και ιδωμένη στο σύνολο της η όλη οδική συμπεριφορά που επέδειξε είναι άκρως απαράδεκτη, αντικοινωνική και εγωιστική. Εκτός του ότι του είχε αποστερηθεί η ικανότητα του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης και παράκουσε το διάταγμα αυτό του Δικαστηρίου, συνάμα διέπραξε και σωρεία άλλων αδικημάτων επίσης, ιδιαίτερα σοβαρών όπως η ανασφάλιστη οδήγηση σε συνάρτηση με τις συνέπειες που μια τέτοια οδήγηση δύναται να έχει. Σοβαρότερη από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αναμφίβολα η 4η κατηγορία η οποία αφορά ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου και των άρθρων 53 και 54, ενώ είχε αποστερηθεί στον Κατηγορούμενο σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η ικανότητα του να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 10 Κυριακών απο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Σύμφωνα με το άρθρο 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 109(Ι)/2012: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα

(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης ενώ η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Συγκεκριμένα στην απόφαση Λοΐζου ανωτέρω αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Περαιτέρω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 τονίστηκε εκ νέου η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για τον επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Σημειώνω και παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι το αδίκημα της 4ης κατηγορίας εισήχθη με τον τροποποιητικό νόμο 109
(1)/ 2012 στον Νόμο Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως. Μέχρι την εισαγωγή του εν λόγω άρθρου 19Α οι παραβάτες διαταγμάτων στέρησης κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης αντιμετώπιζαν την κατηγορία του γενικού άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την ανυπακοή σε οιοδήποτε διάταγμα, διαταγή ή ένταλμα Δικαστηρίου και κατατάσσεται ως πλημμέλημα ενώ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια εκτός αν υπάρχει ειδικότερη πρόνοια. Με αναφορά στα διατάγματα στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης ο Νομοθέτης εισήγαγε το άρθρο 19Α ανωτέρω το οποίο επιφέρει μεγαλύτερη ποινή ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι 4 έτη η χρηματική ποινή ύψους €6.834=. Η εισαγωγή της πρόνοιας αυτής αντικατοπτρίζει και την ιδιαίτερη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος. Η παρακοή του συγκεκριμένου διατάγματος πέραν της σοβαρότητας ενόψει των πιο πάνω αρχών της νομολογίας με αναφορά στην ανάγκη σεβασμού των δικαστικών αποφάσεων εμπεριέχει και σοβαρότητα που άπτεται των συνεπειών ενδεχόμενης οδήγησης με στερημένη άδεια σε τρίτα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο. . Σε σχέση με την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης (1η κατηγορία) αναφέρω ότι το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, ενέχει σοβαρότητα και παραπέμπω στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου ότι από τις ενέργειες και οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα ενώ από την παραβατική του συμπεριφορά ελλείπουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες που να άπτονται της οδήγησης όπως για παράδειγμα η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή η επικίνδυνη οδήγηση. Οφείλω όμως να φέρω σε προσοχή του κατηγορούμενου ότι το αδίκημα το οποίο έχει διαπράξει σε σχέση με την 4η κατηγορία είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Εναπόκειται μάλιστα στον κατηγορούμενο να θέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην της στερηθεί η άδεια οδήγησης. Στην παρούσα περίπτωση μάλιστα οι πρόνοιες του Νόμου είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(6)[i] του Περί Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000, σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα για ανασφάλιστη οδήγηση η στέρηση, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. μεταξύ άλλων, Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300,304). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος βαρύνεται και μια προηγούμενη καταδίκη στην οποία καταδικάστηκε για αδικήματα όμοιας φύσης. Να σημειωθεί όμως, ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη κατηγορηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Ο Κατηγορούμενος με την όλη συμπεριφορά του επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη Δικαστικού διατάγματος. Στις 07/03/2017 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανικανότητας που του είχε επιβληθεί επέδειξε αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και την μη ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου αλλά επίσης και της ακύρωση της εγγραφής του οχήματος του λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας για περίοδο 3 συνεχών ετών. Αυτή η οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και αντικοινωνική. Ανυπακοή σε τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα. Λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί, την παραδοχή του κατηγορούμενου η οποία ήταν άμεση αλλά και την ύπαρξη μόνο 3 βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Σημειώνω επίσης ότι λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που έχει παρέλθει και συγκεκριμένα το ένα περίπου έτος και εντός του οποίου ουδέν άλλο αδίκημα φαίνεται να έχει διαπραχθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ο οποίος κάτω από τις πολύ δύσκολές οικονομικές συνθήκες της οικογένειας του από πολύ νεαρή ηλικία και άμεσα μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων εργάζεται ανελλιπώς συμβάλλοντας στα οικονομικά της οικογένειας του. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Συμφωνώ με τον συνήγορο ότι το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη και σύμφωνα και με την νομολογία. Το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη αποτελεί παράμετρο, που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην επιμέτρηση της ποινής. Σε άτομα νεαρής ηλικίας πρέπει να δίδεται έμφαση στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία (βλ. Sentencing in Cyprus, σελ. 88). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Andrew John Yeates κ. α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 320, είναι γενική αρχή δικαίου, ότι, η ποινή φυλάκισης, αποτελεί ύστατο μέτρο τιμωρίας. Αρχή που, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αποκτά, ακόμη μεγαλύτερη σημασία, στις περιπτώσεις νεαρών παραβατών, όπου, γενικά, ενδείκνυται, απροθυμία φυλάκισης τους, εφόσον, εναλλακτικοί τρόποι τιμωρίας, κρίνονται επαρκείς. Από την άλλη, το Δικαστήριο, δεν θα αποφύγει την επιβολή ποινής φυλάκισης σε ένα νεαρό παραβάτη, εάν αυτό παρουσιάζεται ως η μόνη, υπό τις περιστάσεις, λύση. Παράγοντες, καθοριστικοί αυτής της επιλογής, είναι, ως υποστηρίζεται και από την νομολογία μεταξύ άλλων, αν ο κατηγορούμενος, βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, αν παρέλειψε να ανταποκριθεί σε άλλες μεθόδους ή προσπάθειες αναμόρφωσης του και τυχόν, βάσει των περιστατικών της υπόθεσης, επαίσχυντη συμπεριφορά του έναντι άλλου ή άλλων προσώπων που θυματοποιήθηκαν από την συμπεριφορά. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες σαφέστατα θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος αυτής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όσο δύσκολες και αν είναι δύνανται να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το αδίκημα της 4ης κατηγορίας είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής δεν έχει εξουδετερωθεί με την πάροδο του χρόνου αλλά ούτε και από τις αντικειμενικά δύσκολες προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου ούτε και το νεαρό της ηλικίας του. Τούτων δεδομένων, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και εξασκώντας τη μέγιστη επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου επιβάλλω σε αυτήν τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην τρίτη κατηγορία καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής είναι απόρροια των γεγονότων της 2ης κατηγορίας. Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης όλων των κατηγοριών να συντρέχουν. Με αναφορά και σε σχέση με την 4η κατηγορία λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των όσων αναφέρθηκαν και των όσων παρουσιάστηκαν σε σχέση με την αναγκαιότητα κατοχής άδειας οδηγού. Ο ευπαιδευτος συνήγορος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται ως διανομέας οδηγός. Προς τούτο παρουσιάστηκε ένορκη δήλωση του διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας αυτού και η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Ενόψει του περιεχομένου αυτής και αποδεχόμενη το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας για την ανάγκη του κατηγορούμενου να εργάζεται τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή δια της οποίας στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για 6 συνεχόμενα Σαββατοκύριακα αρχής γενομένης την 17/03/2018 μέχρι και την 14/4/2018. Η ποινή θα ξεκινά από τις 00:00 του Σαββάτου και θα λήγει την Δευτέρα την 00:00 πρωινή. Θα εξετάσω τώρα κατά πόσο δύναται το Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[ii] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβανομένων όλων υπόψη, ενόψει της φύσεως των αδικημάτων, της ηλικίας του κατηγορούμενου αλλά και των οικονομικών και προσωπικών του συνθηκών, θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
  4. Ο κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο και δικαιούται μιας δεύτερης ευκαιρίας αναμόρφωσης.
  5. Είναι σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας πρόσωπο το οποίο εργάζεται ανελλιπώς από το 2013 και συνεισφέρει οικονομικά στις πολύ δύσκολες συνθήκες της οικογένειας του.
  6. Παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες, απολογήθηκε και έκτοτε δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα.
  7. Δεν είχε κίνητρο να παραβεί του όρους τους όρους του διατάγματος ως αναφέρθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν οι λόγοι που αναγκάστηκε να οδηγήσει.
  8. Πέραν της καταδίκης που αφορά η 4η κατηγορία δεν βαρύνεται με άλλες καταδίκες ενώ στον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα δεν επέδειξε παραβατική συμπεριφορά. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο σε σχέση με όλες τις κατηγορίες θα πρέπει να ανασταλούν και ως εκ τούτου αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Traffic / Final Αναφορά: Παρακοή διατάγματος στέρησης κ.α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.