← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Muhmd Deep Hakeah κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23214/15, 29/3/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Muhmd Deep Hakeah κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23214/15, 29/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23214/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον

  1. Muhmd Deep Hakeah
  2. Γιώργος Αντωνίου
  3. Ousama Boustani Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 29/3/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Σύλβια Αδάμου Για τον κατηγορούμενο 2: κα Μαρίνα Λαβίθια Για τον κατηγορούμενο 3: κος Μιχάλης Κονής Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της συμπλοκής, κατά παράβαση του άρθρου 89 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 5ην Μαρτίου 2010 στον Ποταμό Γερμασόγειας της Επαρχίας Λεμεσού, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Παναγιώτη Τσαγγάρη, συμμετείχαν σε συμπλοκή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Όλο το μαρτυρικό υλικό κατατέθηκε εκ συμφώνου, αποδεχόμενες όλες οι πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου τους και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και που συνίστατο στα συνολικά 16 τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένων των τριών ιατρικών πιστοποιητικών, ήτοι ένα για τον κάθε ένα κατηγορούμενο, τις καταθέσεις των κατηγορουμένων και λοιπές άλλες τυπικές καταθέσεις, όπως π.χ. διερμηνέα και αστυνομικών που έλαβαν καταθέσεις και κατηγόρησαν τους κατηγορούμενους. Συνεπώς δεν διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία με προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας και η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αγόρευσαν επί αυτού του σημείου, αντικρούοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αυτήν την εισήγηση. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ακολούθως επεξηγήθηκαν σε αυτούς τα δικαιώματα τους και επέλεξαν όλοι οι κατηγορούμενοι όπως παραμείνουν σιωπηλοί και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Στις αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κάλεσαν το Δικαστήριο όπως αθωώσει τους κατηγορούμενους, επικεντρώνοντας την επιχειρηματολογία τους στο ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι η ύπαρξη του δημοσίου χώρου, καθώς επίσης ότι δεν είναι δυνατή η καταδίκη ενός κατηγορουμένου με μόνη την κατάθεση ενός άλλου κατηγορουμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομοθετική διάταξη που διέπει την επίδικη κατηγορία, είναι αυτή του άρθρου 89 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος συμμετέχει συμπλοκής σε δημόσιο χώρο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου>>. Από το λεκτικό του άρθρου 89 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής: — Ότι επεσυνέβη συμπλοκή. — Ότι ο κατηγορούμενος και άλλο ή άλλα πρόσωπα συμμετείχαν στην συμπλοκή. — Ότι η συμπλοκή έλαβε χώρα σε δημόσιο μέρος. Στην υπόθεση Ιωάννης Μαραγκός - ν - Αστυνομίας 1994 2 Α.Α.Δ. σελ. 251 , αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: <<Ο πρωτόδικος δικαστής εξέτασε τη νομική φύση της αυτοάμυνας, προτού προχωρήσει στα τελικά συμπεράσματα του. Σε αυτό εστιάστηκε η πρώτη επίκριση του δικηγόρου του εφεσείοντα για λανθασμένη καθοδήγηση, με αφορμή την παρατήρηση του δικαστηρίου ότι η άμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η θέση αυτή όμως είναι ορθή. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος κατηγορουμένου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Στην R. v. Wheeler [1967] 3 All E.R. 829, 830 έχει σχετικά λεχθεί ότι: "Where a Judge does slip into the error or quasi-error of referring to such explanations as defences, it is particularly important that he should use language which suffices to make it clear to the jury that they are not defences in respect of which any onus rests on the accused, but are matters which the prosecution must disprove as an essential part of the prosecution case before a verdict of guilty is justified." Για το ίδιο ζήτημα μπορεί να γίνει χρήσιμη παραπομπή στην Lobell [1957] 1 Q.B.D.
  4. Ο πρωτόδικος δικαστής, μετά τη διατύπωση των ευρημάτων του, συζήτησε σύντομα και το θέμα των ορίων της νόμιμης άμυνας. Συναφώς είπε, πως το ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσον η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος ήταν λογική. Μεταξύ αυτών είναι και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εκκαλούμενη απόφαση παραπέμπει στις υποθέσεις: Miliotis v. The Police

(1971)2 C.L.R.292, Maifoshis v. The Police
(1978)2 C.L.R. 9, R. v. Julien [1969] 2 All E.R. 856, Palmer v. R. [1971] 55 Cr. App. R. 223, R. v.Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192. Ομολογουμένως, δε διαφωνεί κανείς ότι η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Η αναφορά του δικαστή στην Palmer και Shannon, ανωτέρω, και τη διανοητική κατάσταση του αμυνομένου, δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στη σχετική παρατήρηση του Λόρδου Morris στην Palmer, στη σελ. 242, ότι λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική στάση του αμυνομένου: "If a jury thought that in a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and instinctively thought was necessary that would be most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken. A jury will be told that the defence of self-defence, where the evidence makes its raising possible, will only fail if the prosecution show beyond doubt that what the accused did was not by way of self-defence.">> Επίσης σε κατοπινό στάδιο της απόφασης, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: << Έχουμε υπόψη, καταλήγοντας στην αθωωτική απόφαση, ότι το αδίκημα της συμπλοκής είναι δυνατό να διαπραχθεί από ένα μόνο πρόσωπο. Το λόγο εξηγεί η Taylor v. D.P.P. [1973] A.C. 964: "... ... one person fighting unlawfully could properly be convicted of an affray, since of two persons fighting one might be participating lawfully and the other unlawfully, and if one was participating unlawfully it was not necessary to inquire whether other participants were acting lawfully or unlawfully.">> Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, αναφέρεται ότι κατηγορία για συμπλοκή πρέπει γίνεται μόνο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζεται σοβαρά η δημόσια τάξη και ότι είναι κακή πρακτική να χρησιμοποιείται το αδίκημα της συμπλοκής σε καθαρές περιπτώσεις επίθεσης. Παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από την παρ 11-38 του συγγράμματος στην σελ. 509: « Prosecutions for affray should be instituted only where the incident gives rise to serious disturbance to public order (Law Commission Report No. 123, para. 3.38, referred to in Davison [1992] Crim LR 31); it is thoroughly bad practice to charge what are straightforward assaults as public order offences (Connor (13 March 2000 unreported)).» Στην υπόθεση Taylor (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης ότι δεν είναι αναγκαίο στην συμπλοκή να υπάρχει αμοιβαιότητα στα κτυπήματα. Η χρήση βίας μπορεί να προέρχεται μόνο από την μια πλευρά ενώ η άλλη μπορεί είτε να αμύνεται νόμιμα είτε να αποφεύγει απλά τα κτυπήματα. Όπως λέχθηκε από τον Lord Hailsham στις σελίδες 110 και 112 της απόφασης: « a person is not to be acquitted of affray simply because his victim acts lawfully, as for instance by retreating, or simply warding off the blows aimed at him by the accused. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Thus, in the first place, the word 'fight' needs to be interpreted so as to show that it is not necessary to prove a reciprocity of blows. Without attempting an alternative definition, it must include at least any unlawful participation in a violent breach of the peace where the requisite element of terror is achieved. The typical affray is, of course, a mêlée between many participants in which many blows are given and received by the participants. But the violence can be all on one side, and the unlawful character of the violence can be limited to one participant in the mêlée.» Στην υπόθεση Smith
(1997)1 Cr. App. R. 14, η συμπλοκή περιγράφεται από τον Λόρδο Bingham ως ακολούθως: « It typically involves a group of people who may well be shouting, struggling, threatening, waving weapons, throwing objects, exchanging and threatening blows and so on. Again, typically it involves a continuous course of conduct, the criminal character of which depends on the general nature and effect of the conduct as a whole and not on particular incidents and events which may take place in the course of it. Where reliance is placed on such a continuous course of conduct, it is not necessary for the Crown to identify and prove particular incidents. » Επίσης στην υπόθεση R. v. Davidson
(1992)Crim. L. R. 31, αποφασίστηκε ότι το επίπεδο της συμπεριφοράς καθορίζεται από ένα υποθετικό πρόσωπο λογικής αυστηρότητας το οποίο θα μπορούσε να ήταν, αλλά δεν είναι απαραίτητα, στη σκηνή. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να είναι κάποιος άλλος εκτός από το θύμα, όπως λέχθηκε στις υποθέσεις R. v. Sanchez
(1996)Crim. L. R. 572 και R. v. Thind
(1999)Crim. L. R. 842. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει ακόμα η υπόθεση R. v. Plavecz
(2002)Crim. L. R. 837, στην οποία λέχθηκε ότι κοινή επίθεση εναντίον συγκεκριμένου προσώπου, χωρίς βία ή απειλή βίας προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει σε ένα υποθετικό πρόσωπο λογικής αυστηρότητας φόβο για την ασφάλεια του. Ως προς την έννοια του δημόσιου μέρους, το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: "δημόσια" αναφορικά με πράξεις που έχουν διενεργηθεί, σημαίνει είτε- (α) ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ορατές από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται ή όχι σε δημόσιο χώρο είτε (β) ότι αυτές διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο "δημόσιος χώρος" ή "δημόσιο υποστατικό" περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Κατ΄ αρχήν, υπάρχει πράγματι η αρχή, ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου, δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή ενός συγκατηγορουμένου και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Eνδεικτικά και όχι περιοριστικά, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση Γεώργιος Νεάρχου - ν - Αστυνομίας, 1996 2 ΑΑΔ σελ. 38 και στην πρόσφατη απόφαση Άθως Χαραλάμπους κ.α. - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 96/2016 ημερομηνίας 28/11/
  1. Από την άλλην όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από την στιγμή που και οι δύο πλευρές έχουν καταθέσει εκ συμφώνου τις καταθέσεις των κατηγορουμένων, αποδεχόμενες μάλιστα και την αλήθεια του περιεχομένου τους, καθιστώνατας το περιεχόμενο τους παραδεκτό γεγονός, το οποίο μάλιστα εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, δεν δύναται να αγνοηθεί το περιεχόμενο των καταθέσεων και το Δικαστήριο καθηκόντως θα πρέπει να τις αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο μέσα από το περιεχόμενο των καταθέσεων έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Συνεπώς, η πιο πάνω νομική αρχή ως προς την αποδεκτότητα κατάθεσης συγκατηγορουμένου δεν εφαρμόζεται, διότι ακριβώς δεν έχουν τεθεί οι καταθέσεις στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας, αλλά αποτελούν παραδεκτό γεγονός, διότι οι καταθέσεις κατατέθηκαν ως έγγραφα για την αλήθεια του περιεχομένου τους (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης των κ.κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, έκδοση 2014 σελ. 391). Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει το περιεχόμενο των εν λόγω καταθέσεων, ήτοι τα τεκμήρια 11, 13 και 15, που είναι οι αντίστοιχες καταθέσεις των κατηγορουμένων 1, 2 και
  2. Το όλο πραγματικό κοινό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης, όπως πηγάζει από τις καταθέσεις των κατηγορουμένων, είναι το ακόλουθο: Ο πρώτος κατηγορούμενος στην κατάθεση, αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, αναφέρει ότι η εμπλοκή του στο συμβάν, συνίστατο στο ότι έσπρωξε τον δεύτερο κατηγορούμενο πίσω για να μην τσακώνεται με τον αδερφό του, ο οποίος δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Εμπλέκοντας τους κατηγορούμενους 2 και 3, ανέφερε ότι τσακώνονταν με τον αδελφό του και κάποιον με το όνομα Ayman, ο οποίος επίσης δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι κατηγορούμενοι 2 και 3 κρατούσαν σίδερα στα χέρια. Ως προς το δημόσιο μέρος, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αναφέρει οτιδήποτε, αλλά φαίνεται μέσα από την κατάθεση του ότι του επιστήθηκε η προσοχή από τον αστυφύλακα ότι διενεργούσε υπόθεση επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εις βάρος των κατηγορουμένων 2 και 3 και ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε την πιο πάνω εκδοχή. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως προς το δημόσιο μέρος, ανέφερε ότι το συμβάν έγινε έξω από το εργαστήριο του, το οποίο είναι στην ίδια οδό με την οδό που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Εκεί βρισκόταν με τον τρίτο κατηγορούμενο, όπου και δέχθηκαν επίθεση έξω από το εργαστήρι του από τέσσερα άτομα, ο δε δεύτερος δέχθηκε τα κτυπήματα τα οποία και περιέγραψε, καθώς επίσης δέχθηκε και απειλές και ακολούθως τα πιο πάνω άτομα κτύπησαν τον τρίτο κατηγορούμενο, περιγράφοντας επίσης και τα αντικείμενα με τα οποία δέχθηκαν τις επιθέσεις. Ο τρίτος κατηγορούμενος, αναφέρει αρχικά ότι εξιστόρισε στον δεύτερο κατηγορούμενο ένα περιστατικό που δεν έχει σχέση με συμπλοκή. Καθώς οι κατηγορούμενοι 2 και 3 βρίσκονταν σε ανοικτό χώρο έξω από το γραφείο, ήρθε ο Ayman μόνος του και συζυτούσε με τον δεύτερο κατηγορούμενο σε έντονο ύφος και τότε ο δεύτερος κατηγοορούμενος έδωσε ένα χαστούκι στο πρόσωπο του Ayman. Ακολούθως ο Ayman βγήκε έξω και μίλησε στο κινητό του τηλέφωνο και χωρίς να περάσουν δύο λεπτά, ήρθε ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με άλλα δύο άτομα και μαζί με τον Ayman, ο οποίος ήταν έξω ακόμα στον δρόμο, επιτέθηκαν στους κατηγορούμενους 2 και 3 με τα χέρια και τα πόδια τους, με ξύλα και σίδερα σε όλο τους το σώμα. Ο ίδιος αναφέρει ότι δεν κτύπησε κανέναν από τους τέσσερις, παρά μόνο προσπαθησε να αμυνθεί και να προστατέψει τον εαυτό του. Η εισήγηση που τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο του δημόσιου χώρου, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι μέσα από το περιεχόμενο των καταθέσεων, το όλο συμβάν έγινε σε ανοικτό χώρο, έξω από το εργαστήριο του δεύτερου κατηγορουμένου, το οποίο βρίσκεται στην οδό Παναγιώτη Τσαγγάρη στον ποταμό Γερμασόγειας στην Λεμεσό. Όμως, μέσα από το περιεχόμενο των καταθέσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να υπάγονται στα συστατικά στοιχεία της συμπλοκής και της ερμηνείας που δόθηκε μέσα από το νομολογιακό πλαίσιο ως αυτό έχει εκτεθεί ανωτέρω. Ο λόγος είναι προφανής. Ο κάθε κατηγορούμενος δίνει μια ξεχωριστή εκδοχή, η οποία είναι εν πολλοίς εκ διαμέτρου αντίθετη με την εκδοχή του άλλου κατηγορούμενου και αυτό παρατηρείται κυρίως μεταξύ της κατάθεσης του πρώτου κατηγορουμένου από την μια και των κατηγορουμένων 2 και 3 από την άλλη και η κάθε πλευρά τοποθετεί τον εαυτό της ως το θύμα της επίθεσης, προβάλλοντας μάλιστα ο τρίτος κατηγορούμενος ζήτημα άμυνας. Ο μεν πρώτος εμπλέκει τους κατηγορούμενος 2 και 3 ότι τσακώνονταν με τον αδερφό του και τον Ayman, κρατώντας σίδερα στα χέρια και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προστάτεψε τον εαυτό του, ο δεύτερος κατηγορούμενος τοποθετεί τον εαυτό του ως θύμα επίθεσης που δέχθηκε μαζί με τον τρίτο κατηγορούμενο, ο δε τρίτος κατηγορούμενος, όχι μόνο τοποθετεί τον εαυτό του ως θύμα επίθεσης, προβάλλει επίσης ζήτημα άμυνας. Συνεπώς το Δικαστήριο, από την στιγμή που τέθηκε εκ συμφώνου όλο το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό, δεν δύναται να αποδεκτεί μέρος και να απορρίψει άλλο και συνεπώς, από την στιγμή που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές, δεν έχει ενώπιον του ένα κοινό και στέρεο υπόβαθρο έτσι ώστε να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το πως εξελίχθηκε το όλο συμβάν και να κρίνει ότι υπήρχε μια καθαρή συμπλοκή μεταξύ των κατηγορουμένων. Αυτό που έχει το Δικαστήριο ενώπιον του, είναι διαφορετικές εκδοχές από τρεις κατηγορούμενους, οι οποίοι προβάλλουν την θέση ότι ήταν θύματα επίθεσης και μόνο, αν και οι εκδοχές των κατηγορουμένων 2 και 3 έχουν κάποιες ομοιότητες. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ο τρίτος εγείρει και ζήτημα άμυνας. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι κακή πρακτική η κατηγορούσα αρχή να καταχωρεί κατηγορίες σε καθαρές υποθέσεις επιθέσεων και ως προς το ζήτημα της άμυνας, αυτό τέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, που αποκλείει την ποινική ευθύνη σε κατηγορία συμπλοκής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσονται από την κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συμπλοκή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.