Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Τιμολέοντα Θεμιστοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 1330/16, 14/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:6 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1330/16 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Τιμολέοντα Θεμιστοκλέους Κατηγορoύμενου - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 14.03.2018 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης και κ. Ζ. Συμεού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Μ. Ιωάννου (κα Ε. Ιωάννου για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, ήτοι ότι στις 14.10.2015, στην Παραμύθα της επαρχίας Λεμεσού, επέφερε το θάνατο του Οδυσσέα Θεμιστοκλέους. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης, στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε η πιο πάνω κατηγορία με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος επέφερε το θάνατο στο θύμα πυροβολώντας τον με πυροβόλο όπλο, ΔΟΚΟ, στην παρουσία του Αλέξανδρου Θεμιστοκλέους. Τόσο ο θάνατος όσο και ο τρόπος που ο δράστης επέφερε το θάνατο του Οδυσσέα Θεμιστοκλέους τη συγκεκριμένη ημέρα, δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα ήταν η εμπλοκή του κατηγορούμενου στο υπό κρίση αδίκημα. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι ήταν ο δράστης του στυγερού εγκλήματος και πρόβαλε διάφορες εκδοχές σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Λεπτομερή αναφορά στις πιο πάνω εκδοχές θα γίνει μεταγενέστερα. Στο στάδιο αυτό, περιοριζόμαστε να αναφερθούμε στην τελευταία εκδοχή που πρόβαλε στο τέλος της αγόρευσης του, μέσω του συνηγόρου του, ήτοι ότι κατά τον επίδικο χρόνο άκουσε φασαρία και βγήκε έξω για να δει τι συνέβαινε. Τότε ο Αλέξανδρος τον κτύπησε και στη συνέχεια έφυγε. Στη σκηνή ήταν και δύο άλλοι φίλοι του Αλέξανδρου. Για τα όσα συνέβησαν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά «ξύπνησε και ηύρε τις αισθήσεις του στο Μέλαθρο Αγωνιστών». Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και δεν έχει αμφισβητηθεί, ως επίσης τα παραδεχτά γεγονότα που δηλώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα πιο κάτω. Ο Οδυσσέας Θεμιστοκλέους απεβίωσε την 14.10.2015 λόγω εσωτερικής αιμορραγίας που προκλήθηκε από πυροβόλο όπλο. Το συμβάν έλαβε χώρα νωρίς το απόγευμα της ημέρας εκείνης, η ακριβής ώρα παραμένει άγνωστη στο Δικαστήριο, ήταν όμως κάποια ώρα μεταξύ 14:00 και 14:
(2008)2 ΑΑΔ 706).» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Θα προχωρήσουμε αμέσως μετά στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους δεν θα περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε ενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά όπου κρίνεται αναγκαίο θα συσχετιστεί, θα αντιπαραβληθεί και θα διερευνηθεί με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων[6]. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι κρίνουμε αχρείαστο να επεκταθούμε σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν. Ως αναφέραμε και πιο πάνω, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα εξετάσουμε παράλληλα κάποιες από τις θέσεις που προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση που θεωρούμε ότι είναι αλληλένδετες με το θέμα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει σήμερα. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας[7]. Προτού προβούμε στην αξιολόγηση των μαρτύρων, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι ο Α/Αστ. 1917 Α. Αλεξάνδρου, Μ.Κ.11, ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους, Μ.Κ.12, ο γενετιστής Μάριος Καριόλου, Μ.Κ.20, η χημικός Μαρία Αυξεντίου, Μ.Κ.22, οι γιατροί Μαρίνα Πολυκάρπου, Μ.Κ.26, Ελπίδα Χριστοδούλου, Μ.Κ.27, Παναγιώτης Λουκαΐδης, Μ.Κ.28, Μάρω Κωνσταντή, Μ.Κ.30, Πανίκος Χριστοδούλου, Μ.Κ.35, ο οπλουργός Έκτωρ Πιερίδης, Μ.Υ.3 και ο ιατροδικαστής Μάριος Ματσάκης, Μ.Υ.5, κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες. Η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε έχοντας υπόψη τη νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι τα προσόντα των πιο πάνω προσώπων αναφορικά με τα θέματα για τα οποία κλήθηκαν να καταθέσουν, δεν έχουν αμφισβητηθεί, στοιχείο που σε συνάρτηση με την εμπειρία, εκπαίδευση και κατάρτιση τους, αποδεχόμαστε ότι τους κατατάσσουν στην κατηγορία των μαρτύρων εμπειρογνωμόνων. Αξιολόγηση των θέσεων που προέβαλε έκαστος των εμπειρογνωμόνων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία των αστυνομικών, Αστ. 266 Άγγελου Περικλέους, Μ.Κ.1, Ε/Αστ. 7065 Ι. Αριστείδου, Μ.Κ.2, Λοχία 1302 Α. Χρίστου, Μ.Κ.3, Αστ.4328 Α. Φυλακτού, Μ.Κ.4, Α/Αστ. 333 Ε. Νικολάου, Μ.Κ.5, Α/Λοχία 2492 Σ. Περικλέους, Μ.Κ.6, Αστ. 1945 Δ. Κλεοβούλου, Μ.Κ.7, Αστ. 2180 Θ. Θεοδοσίου, Μ.Κ.8, Αστ. 2854 Κλείτου Σωκράτους, Μ.Κ.10, Αστ. 3567 Χ. Νικολάου, Μ.Κ.13, Αστ. 1680 Δ. Δημητρίου, Μ.Κ.14, Α/Αστ. 2762 Μ. Πιττάλη, Μ.Κ.15, Α/Αστ. 2283 Δ. Αργυρού, Μ.Κ.16, Αστ. 2532 Α. Παναγίδης, Μ.Κ.17 και Λοχία 532 Θάνου Χαραλάμπους, Μ.Κ.18, παρατηρούμε ότι αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο. Η μαρτυρία τους, που στην ουσία ήταν τυπική, γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Δραττόμεθα της ευκαιρίας να επισημάνουμε ότι η μαρτυρία όλων των πιο πάνω προσώπων θα μπορούσε να γίνει παραδεκτά γεγονότα και να μην αναλώνετο τόσος πολύτιμος δικαστικός χρόνος για μαρτυρία η οποία τελικά δεν αμφισβητήθηκε. Ο Αστ. 3075 Αλέξανδρος Κωνσταντίνου, Μ.Κ.9, ήταν το πρόσωπο που διενήργησε δειγματοληψία υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου από τον κατηγορούμενο, ενώ αυτός βρισκόταν διασωληνωμένος στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η μαρτυρία του δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί, η αντεξέταση του είχε ως επίκεντρο τη νομιμότητα αυτής του της ενέργειας, ήτοι να λάβει δείγματα από άτομο που δεν ήταν σε θέση να δώσει τη συγκατάθεσή του. Αναφορά στο θέμα αυτό θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Υπ/μος Γ. Κουλουντής, Μ.Κ.19, ήταν ο υπεύθυνος της ανακριτικής ομάδας για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε επί μακρώ για πολλά θέματα, δόθηκε όμως ιδιαίτερη βαρύτητα από την Υπεράσπιση σε συγκεκριμένα θέματα, ήτοι πού καθόταν ο Αλέξανδρος λίγο πριν το συμβάν, κατά πόσο η σορός του θύματος μετακινήθηκε ενώ ήταν στη σκηνή, από ένα σημείο σε άλλο και κατά πόσο το όπλο που βρέθηκε στη σκηνή, ήτοι το ΔΟΚΟ, Τεκμήριο 7, συνδεόταν με τον πυροβολισμό που επέφερε το θάνατο στο νεαρό θύμα. Ο Μ.Κ.19 ήταν απόλυτος ότι με βάση τη μαρτυρία που είχε συλλέξει η Αστυνομία, η σορός δεν μετακινήθηκε ενώ βρισκόταν στη σκηνή και ότι το ΔΟΚΟ, Τεκμήριο 7, είχε συνδεθεί επιστημονικά με τον πυροβολισμό του θύματος. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας που να υποστηρίζει τη θέση της Υπεράσπισης ότι η σορός του θύματος μετακινήθηκε. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, προκύπτει ότι ο πυροβολισμός επέφερε μεγάλο πλήγμα στο θύμα, στον χώρο της κοιλίας, που είχε ως αποτέλεσμα να εξέλθει της κοιλίας μέρος των εντερικών ελίκων. Από τις φωτογραφίες δε Τεκμήριο 42, όπου απεικονίζεται το θύμα μετά τον πυροβολισμό, φαίνεται ότι υπήρχε αίμα στο σημείο που ανευρέθηκε. Ένας, λογικά θα ανέμενε ότι εάν το θύμα μετακινείτο θα υπήρχαν στη σκηνή σημεία συρσίματος από αίμα. Σε σχέση με το ΔΟΚΟ, Τεκμήριο 7, κατέθεσαν ο Α/Αστ. 1917 Α. Αλεξάνδρου, Μ.Κ.11 και ο Έκτορας Πιερίδης, Μ.Υ.
- Ο Μ.Κ.11 εκπαιδεύτηκε στα Ελληνικά Εργαστήρια Πυροβόλων Όπλων και στο Ολλανδικό Εργαστήριο που ασχολείτο με το ίδιο αντικείμενο. Εργαζόταν στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, στο Εγκληματικό Εργαστήριο από το
- Με βάση τα προσόντα και την πείρα του, δεχόμαστε ότι ήταν ειδικός για την αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών καθώς επίσης και για ταύτιση ιχνών εργαλείων. Ειδικός σε θέματα όπλων ήταν και ο Έκτωρ Πιερίδης, Μ.Υ.
- Υπενθυμίζουμε ότι ο μάρτυρας ήταν πτυχιούχος οπλουργός, επάγγελμα που άσκησε για 37 περίπου χρόνια. Αμφότεροι οι μάρτυρες μας έκαναν καλή εντύπωση, η μαρτυρία τους ήταν θετική και τεκμηριωμένη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι τόσο το Τεκμήριο 7 όσο και το κοντάκι του πιο πάνω όπλου, Τεκμήριο 8 και κάποια άλλα τεμάχια ξύλου, Τεκμήριο 9, που αποτελούσαν μέρος του επίδικου όπλου, βρέθηκαν στη σκηνή δίπλα από τη σορό του θύματος. Με βάση δε τη μαρτυρία του Α/Αστ. 1917 Α. Αλεξάνδρου, Μ.Κ.11 και του Έκτωρα Πιερίδη, Μ.Υ.3, που δεν έχει αμφισβητηθεί, οι κάλυκες που εντοπίσθηκαν στις δύο κάννες του πιο πάνω όπλου διαμετρήματος 12, είχαν πυροβοληθεί από το συγκεκριμένο όπλο. Πέραν τούτου, με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.11, το πιστονάκι που αφαιρέθηκε από το τραύμα του νεκρού, Τεκμήριο 5, προέρχεται από φυσίγγιο κυνηγετικού όπλου, διαμετρήματος
- Η μαρτυρία του Μ.Κ.11 επί του συγκεκριμένου θέματος δεν έχει αμφισβητηθεί. Από τη μαρτυρία δε και των δύο πιο πάνω προσώπων, προκύπτει ότι εάν κάποιος έριχνε το κυνηγετικό όπλο, Τεκμήριο 7, με δύναμη στο έδαφος, σε τσιμεντένια επιφάνεια, υπήρχε πιθανότητα το κοντάκι του όπλου να σπάσει. Η πιθανότητα δε είναι μεγαλύτερη όταν το κοντάκι δεν είναι καλά εφαρμοσμένο ή αν φέρει έστω και κάποιο μικρό ράγισμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι άγνωστο ποιά ήταν η κατάσταση του συγκεκριμένου όπλου, Τεκμηρίου 7, κατά τον επίδικο χρόνο. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την κατάσταση του όπλου ήταν του οπλουργού Έκτωρα Πιερίδη, Μ.Υ.3 που συντηρούσε το συγκεκριμένο όπλο στο παρελθόν. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας πότε ήταν η τελευταία φορά που το συντήρησε και αν λάβουμε υπόψη ότι ο μάρτυρας σταμάτησε την εργασία του πριν τέσσερα χρόνια, καταλήγουμε ότι η τελευταία φορά που είδε το ΔΟΚΟ, Τεκμήριο 7, ήταν πριν δύο ή περισσότερα χρόνια από το επίδικο συμβάν, έχοντας υπόψη ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώραν δύο χρόνια πριν κληθεί να δώσει μαρτυρία. Ο Νικόλας Χαραλάμπους, Μ.Κ.12, ήταν ο ιατροδικαστής που εξέτασε το θύμα, τον κατηγορούμενο και τον Αλέξανδρο. Τα πορίσματα του, στην έκταση που αφορούν το θύμα, τον Οδυσσέα Θεμιστοκλέους, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η θέση του ότι το θύμα πυροβολήθηκε εξ επαφής βρίσκει σύμφωνο και τον ιατροδικαστή Μάριο Ματσάκη, Μ.Υ.5, που κάλεσε η ίδια η Υπεράσπιση. Αμφισβητήθηκε έντονα η θέση του ότι τα τραύματα που έφερε ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί και από μόνο ένα χτύπημα. Η πιο πάνω θέση όμως υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του ιατροδικαστή Μάριου Ματσάκη, Μ.Υ.5, ο οποίος αποδέχθηκε ότι χτύπημα σε ένα σημείο της κεφαλής μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό και στην άλλη πλευρά. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.12 ότι το τραύμα στο δεξί χέρι του Αλέξανδρου Θεμιστοκλέους ήταν εκχυμώσεις και όχι έγκαυμα, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι αχρείαστα, κατά την άποψη μας, δόθηκε τόση σημασία στην εν λόγω μαρτυρία. Ο Αλέξανδρος επανειλημμένα είπε ότι προτού καταφέρει να αποσπάσει το όπλο από τον πατέρα του, προηγήθηκε «πάλη». Είπε επίσης ότι όταν τελικά το απέσπασε χτύπησε τον πατέρα του δυνατά στο κεφάλι με το όπλο και στη συνέχεια έριξε το όπλο με δύναμη στο έδαφος. Είναι, κατά την άποψη μας, ήσσονος σημασίας πώς προκλήθηκε το συγκεκριμένο τραύμα κατά πόσο ήταν από την επαφή του με την κάννη ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία κατά την πάλη. Ο δρ. Μάριος Ματσάκης, Μ.Υ.5, εξέφρασε και άποψη σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα και αφορούσαν τον πυροβολισμό του Οδυσσέα. Ήταν η θέση του, ως αναφέραμε και πιο πάνω, ότι «το τραγικό αυτό συμβάν ήταν αποτέλεσμα ίσως ενός ατυχήματος, ερίφθη ο πυροβολισμός και ακολούθως χτυπήθηκε ο Τιμολέοντας». Τη θέση του ότι ερίφθη ο πυροβολισμός και ακολούθως χτυπήθηκε ο Τιμολέοντας, ήτοι ο κατηγορούμενος, την αποδεχόμαστε καθότι συνάδει και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η εισήγηση του όμως ότι το συμβάν ήταν αποτέλεσμα ίσως ενός ατυχήματος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Υπενθυμίζουμε ότι ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει την ορθότητα της πιο πάνω εισήγησης του. Επισημαίνουμε δε ότι η εισήγηση του αυτή δεν υποστηρίζεται καν από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει όταν εκθέταμε τη μαρτυρία του τελευταίου, αυτός αρνήθηκε ότι την ημέρα εκείνη είχε δει τον Οδυσσέα και υποστήριξε ότι μόλις εξήλθε του υπνοδωματίου του, δέχθηκε χτύπημα από τον Αλέξανδρο, θέση την οποία βέβαια στη συνέχεια διαφοροποίησε ως αναλύουμε εκτενώς πιο πάνω. Δεν υποστηρίζεται επίσης από τους ισχυρισμούς που ο κατηγορούμενος πρόβαλε στη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία. Η μαρτυρία της Μαρίας Αυξεντίου, Μ.Κ.22, ήταν θετική και στηριζόταν σε επιστημονικά στοιχεία. Η μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο, με τρόπο κατανοητό, πώς γίνεται η ανίχνευση εκρηκτικής ύλης, πώς εξετάζονται τα σωματίδια που απομονώνονται και γιατί η ανίχνευση συγκεκριμένων συστατικών στα σωματίδια είναι απόδειξη ότι το άτομο ή το αντικείμενο στο οποίο επικάθισαν τα υπολείμματα εκρηκτικής ύλης, βρισκόταν στη σκηνή κατά το χρόνο εκπυρσοκρότησης του πυροβόλου όπλου. Η επιστημονική της μαρτυρία η οποία γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ήταν θετική και εμπεριστατωμένη, δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Αποτελεί πόρισμα της Μ.Κ.22, ότι ανιχνεύθηκαν σωματίδια που αποτελούνταν από μόλυβδο, αντιμόνιο και βάριο στα ρούχα του κατηγορούμενου και σωματίδια με δύο εκ των πιο πάνω συστατικών στοιχείων στα ρούχα του Αλέξανδρου Θεμιστοκλέους. Επισημαίνουμε όμως ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η παρουσία του κατηγορούμενου και του Αλέξανδρου στη σκηνή κατά το χρόνο εκπυρσοκρότησης του όπλου. Αντίθετα, μία από τις υποβολές που τέθηκε στον Αλέξανδρο ήταν ότι έγινε κάποια «συμπλοκή», «ανάμειξη» των τριών τους, του κατηγορούμενου, του Οδυσσέα και του ιδίου και «πάνω στη φασαρία που έγινε πυροβόλησε αυτό το όπλο από ατύχημα». Ουδείς αμφισβήτησε ότι ο δεύτερος πυροβολισμός έλαβε χώραν στην παρουσία των δύο πιο πάνω προσώπων. Πέραν τούτου, αποτελεί κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι ο κατηγορούμενος μετά το τραγικό συμβάν κείτετο πάνω στη σορό του άτυχου Οδυσσέα. Υπενθυμίζουμε ότι στα ρούχα του Οδυσσέα εντοπίσθηκαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου και ότι με βάση τη μαρτυρία της Μ.Κ.22, υπολείμματα εκπυρσοκρότησης πυροβόλου όπλου μπορούν να εντοπισθούν και σε περίπτωση που το άτομο ή το αντικείμενο έλθει σε επαφή με αντικείμενο ή άλλο πρόσωπο το οποίο είχε τέτοια υπολείμματα. Ενόψει τούτου, κρίνουμε άσκοπο να ενδιατρίψουμε και να εξετάσουμε τη θέση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι η λήψη δειγμάτων από τον κατηγορούμενο ενώ αυτός ήταν διασωληνωμένος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ήταν παράνομη. Εφόσον η ύπαρξη υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου στα ρούχα, στο κεφάλι και στα χέρια του κατηγορούμενου δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής οποιαδήποτε ενασχόληση μας με το θέμα αυτό θα είχε εντελώς ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Ο δρ. Μάριος Α. Καριόλου, Μ.Κ.20, είναι επιστήμονας άρτια καταρτισμένος και με πολυετή πείρα στον τομέα της γενετικής με εξειδίκευση στην εξέταση Αστυνομικών Τεκμηρίων. Ο μάρτυρας εξήγησε με αναλυτικό τρόπο, αλλά παράλληλα απλό και κατανοητό, τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για την εξέταση των επιδίκων Τεκμηρίων και στη συνέχεια αναφέρθηκε στα ευρήματα του. Αντεξετάστηκε επί μακρώ και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με τρόπο επιστημονικό, χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Ο μάρτυρας μας έκανε πολύ καλή εντύπωση, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα τα οποία δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε. Η εμπλοκή της Μαριλένας Χατζηβασιλείου, Μ.Κ.21, στην υπό κρίση υπόθεση ήταν εντελώς τυπική. Η μάρτυρας εργαζόταν στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής και στα πλαίσια των καθηκόντων της παρέλαβε από την Αστυνομία τα Τεκμήρια που εξετάστηκαν για εντοπισμό γενετικού υλικού. Τυπική ήταν και η μαρτυρία της Έλενας Κυριάκου, Μ.Κ.33, Τεχνολόγου Ακτινολόγου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και της νοσηλεύτριας Άννας Χριστοφόρου, Μ.Κ.
- Η μαρτυρία τους η οποία στην οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Αποδεχόμαστε επίσης τη μαρτυρία των ιατρών Μαρίνας Πολυκάρπου, Μ.Κ.26, Ελπίδας Χριστοδούλου, Μ.Κ.27, Παναγιώτη Λουκαΐδη, Μ.Κ.28 και Πανίκου Χριστοδούλου, Μ.Κ.35, που εξέτασαν τον κατηγορούμενο κατά το ιατροσυμβούλιο και της γιατρού Μάρως Κωνσταντή, Μ.Κ.30, που περιέθαλψε τον κατηγορούμενο όταν αυτός μεταφέρθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Η μαρτυρία τους η οποία ήταν θετική, είχε συνοχή και δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο από την Υπεράσπιση, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Ανδρέα Ιωσηφίδη, Μ.Κ.34, κουνιάδου του κατηγορούμενου και του Πανίκου Κωνσταντίνου, Μ.Υ.
- Υπενθυμίζουμε ότι αμφότεροι αναφέρθηκαν στις ενέργειες του κατηγορούμενου να διευθετήσει όπως ο γιος του Οδυσσέας υποβληθεί σε κάποια επέμβαση. Θετική εντύπωση μας έκανε και ο δημοσιογράφος Κώστας Κωνσταντίνου, Μ.Υ.
- Ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και δεν δίστασε να αναγνωρίσει ότι πιθανό τα όσα κατέγραψε στο δημοσίευμα του να μην ήταν αυτά που του είχε πει κατά λέξη ο Αλέξανδρος. Ο Γιώργος Κοντίδης, Μ.Υ.2, ήταν ο αρχιτέκτονας που κλήθηκε να καταθέσει σε σχέση με την ορατότητα που μπορούσε να έχει κάποιος που βρισκόταν στο εσωτερικό της οικίας και καθόταν στον καναπέ προς την αυλή και συγκεκριμένα στο σημείο Χ1 που είναι σημειωμένο επί του Τεκμηρίου
- Η απάντηση του ήταν αρχικά αρνητική. Κατά την αντεξέταση του όμως διαφάνηκε ότι η μαρτυρία του δεν στηριζόταν επί θετικών στοιχείων. Δεν γνώριζε πού ακριβώς βρισκόταν ο συγκεκριμένος καναπές κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι την ημέρα του εγκλήματος. Συμφώνησε με την Κατηγορούσα Αρχή ότι σημείωσε τον καναπέ στο σχέδιο του, Τεκμήριο 74, στο σημείο που «ο ίδιος θεωρούσε ότι θα έπρεπε να ήταν ο καναπές». Στη συνέχεια είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Ε. Εάν σας πω κύριε μάρτυς, ότι ο καναπές δεν μπορούσε να ήταν σε αυτόν τον χώρο επειδή υπάρχει πόρτα, τι θα μου πείτε; Α. Δεν μπορώ να πω τίποτε, δεν έχω υπόψη μου μέσα τον εσωτερικό χώρο. Απλώς είπαμε με βάση το σχέδιο της άδειας οικοδομής .» Παρενθετικά επισημαίνουμε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία πως η επίδικη οικία κτίσθηκε με βάση το σχέδιο της οικοδομής, επί του οποίου βασίσθηκε ο μάρτυρας για να ετοιμάσει το δικό του σχέδιο. Ο ίδιος δε παραδέχθηκε ότι το αρχιτεκτονικό σχέδιο της άδειας οικοδομής, δεν απεικόνιζε την επί τόπου κατάσταση. Πέραν τούτου, παραδέχθηκε ότι είναι κατά προσέγγιση που τοποθέτησε την πόρτα στο σχέδιο του, ότι δεν γνώριζε τις διαστάσεις των ηλεκτρικών ειδών που υπήρχαν στην οικία ενώ στο τέλος παραδέχθηκε ότι κατά πόσο κάποιος που καθόταν στον καναπέ μπορούσε να δει προς τα έξω, εξαρτιόταν σε ποιο σημείο του καναπέ καθόταν, πώς ήταν η στάση του σώματος του και η κλίση της κεφαλής του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο αρχικός ισχυρισμός ότι εκείνος που καθόταν στον καναπέ, στο εσωτερικό της οικίας, δεν είχε ορατότητα προς τα έξω, στο σημείο Χ1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέραμε και πιο πάνω, προέβαλε διάφορες εκδοχές ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη ημέρα ενώ σε πολλές περιπτώσεις επικαλείτο απώλεια μνήμης. Απώλεια μνήμης επικαλέσθηκε και στη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο
- Ρωτήθηκε πού έμενε την 14.10.2015 και δήλωσε χαρακτηριστικά «Δεν θυμούμαι τίποτε, ήμουν κτυπημένος», ενώ στη συνέχεια όταν ανακρίνετο για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη ημέρα και για το περίστροφο και τις σφαίρες που εντοπίσθηκαν στο δωμάτιο του, αρνείτο να απαντήσει ως ήταν βέβαια δικαίωμα του και παράπεμπε στο «δικηγόρο» του. Έλεγε χαρακτηριστικά «Να σου τα πει ο δικηγόρος που τα ξέρει», ή «Ούλλα έχει τα ο δικηγόρος, να σου τα πει», ή «Να σου πει ο δικηγόρος, δεν θυμάμαι». Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο δικηγόρος του που, σύμφωνα με τις προηγούμενες απαντήσεις του, γνώριζε όλα τα γεγονότα και μπορούσε να κατατοπίσει την Αστυνομία σχετικά, απάντησε ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν, θα διόριζαν δικηγόρο τα αδέλφια του. Ερωτηθείς κατά πόσο είχε πυροβολήσει τον Οδυσσέα και στη συνέχεια ο Αλέξανδρος πήρε το όπλο και έγινε ο δεύτερος πυροβολισμός στον αέρα, αυτός απάντησε «Έτσι πράμα εν είδα ήμουν φιρμένος». Ρωτήθηκε τότε πώς φίρτηκε και είπε αρχικά ότι χτυπήθηκε από τον Αλέξανδρο, μετά πρόσθεσε ότι δέχθηκε χτυπήματα και από ένα άλλο πρόσωπο. Είπε ότι στη σκηνή βρισκόντουσαν ακόμη δύο πρόσωπα που κρατούσαν τα όπλα του και ένας εξ αυτών «τού εφάκκα πάνω στην κκελέ». Όταν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις ποιος ή ποιοι τελικά τον χτύπησαν, αυτός επικαλέστηκε πάλι απώλεια μνήμης και ισχυρίσθηκε ότι τα όσα είπε, τα είχε ακούσει από τρίτους. Είπε χαρακτηριστικά «Δεν θυμούμαι έτσι άκουσα, ποτζιή τζιαι ποδά, γι' αυτό δεν θέλω να πω τίποτε άλλο και να πει ο δικηγόρος». Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε αρχικά ότι άκουσε κάποιον να φωνάζει «Τιμολέων, Τιμολέων, Τιμολέων» και μετά «ε παπά, ε παπά», βγήκε στην αυλή χρησιμοποιώντας την εξωτερική πόρτα του δωματίου του, είδε τον Αλέξανδρο από τη «μέση και πάνω» και αμέσως μετά δέχθηκε χτύπημα από τον Αλέξανδρο στο κεφάλι, χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι άλλο. Μετά από το χτύπημα δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο. Στη συνέχεια διαφοροποίησε την πιο πάνω εκδοχή και ισχυρίσθηκε ότι δεν είδε τον Αλέξανδρο να τον χτυπά αλλά είδε τον Αλέξανδρο από πάνω του ενώ αυτός βρισκόταν στο έδαφος. Διαφοροποίησε και την εκδοχή που είχε δώσει στη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία αναφορικά με την παρουσία δύο προσώπων στην αυλή που κρατούσαν τα όπλα του και ισχυρίσθηκε ότι δεν είδε οποιοδήποτε όπλο προτού χτυπηθεί. Αργότερα τροποποίησε εκ νέου την τελευταία του εκδοχή, ότι είχε δει μόνο τον Αλέξανδρο και επανήλθε στην αρχική εκδοχή που πρόβαλε κατά τη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία και ισχυρίσθηκε ότι στη σκηνή ήταν ακόμη δύο πρόσωπα που βρισκόντουσαν δίπλα από τον Αλέξανδρο, τους είδε αμέσως μετά το χτύπημα. Στη συνέχεια διαφοροποίησε και πάλι τις προηγούμενες εκδοχές του και ισχυρίσθηκε ότι μόλις εξήλθε του δωματίου του είδε τον Αλέξανδρο μαζί με δύο άλλα πρόσωπα που «ήταν κουμπημένα στον τοίχο» και κρατούσαν κυνηγετικά όπλα. Αυτό έγινε πριν δεχθεί το χτύπημα από τον Αλέξανδρο. Στη συνέχεια τον πλησίασε ο Αλέξανδρος και τον χτύπησε στο κεφάλι. Από το χτύπημα έχασε τις αισθήσεις του και δεν μπορούσε να θυμηθεί ο,τιδήποτε άλλο. Παρενθετικά επισημαίνουμε ότι η Υπεράσπιση όχι μόνο δεν αντεξέτασε τους μάρτυρες κατηγορίας που ήταν στη σκηνή, ήτοι τον Αλέξανδρο και την Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24, για την παρουσία τρίτων προσώπων στη σκηνή, αλλά δεν αμφισβητήθηκε καν η δήλωση της τελευταίας που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση της ότι κατά τον επίδικο χρόνο κανένα τρίτο πρόσωπο, πέραν του κατηγορούμενου και των δύο αδελφιών, του Αλέξανδρου και του Οδυσσέα, βρισκόταν στη σκηνή ή ότι επισκέφθηκε την οικία τους την ημέρα εκείνη. Πέραν τούτου κανένας εκ των δύο αντεξετάσθηκε για τις φωνές που κατ' ισχυρισμό ξύπνησαν τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος ανέφερε επίσης κατά την προφορική του μαρτυρία ότι εκείνη την ημέρα δεν είδε καθόλου τον Οδυσσέα. Διαπιστώνουμε ότι οι πιο πάνω εκδοχές, συγκεκριμένα καμία εκ των πιο πάνω εναλλακτικών εκδοχών του κατηγορούμενου υποβλήθηκε στον Αλέξανδρο. Οι εκδοχές αυτές δεν συνάδουν με τις θέσεις που υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση στον Αλέξανδρο. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Οδυσσέας ήταν παρών στη σκηνή, κάτι που ως αναφέρουμε και αμέσως πιο πάνω ο κατηγορούμενος αρνείται και ότι προηγήθηκε συμπλοκή μεταξύ του Οδυσσέα και του Αλέξανδρου, οπόταν ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τους χωρίσει και τότε πυροβολήθηκε ο Οδυσσέας. Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του Αλέξανδρου, ο συνήγορος υπεράσπισης του υπέβαλε ότι το όλο συμβάν επρόκειτο για ένα «ατύχημα». Παρατηρείται η παράδοξη εικόνα να υποβάλλεται η θέση στον Αλέξανδρο ότι έγινε συμπλοκή μεταξύ εκείνου και του Οδυσσέα, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τους χωρίσει και στη «φασαρία» πυροβολήθηκε ο Οδυσσέας, ενώ ο κατηγορούμενος τόσο στη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία όσο και κατά την προφορική του μαρτυρία, ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι προηγήθηκε συμπλοκή μεταξύ των δύο αδελφών, αρνείται ότι ο Οδυσσέας ήταν στη σκηνή, αρνείται ότι άκουσε τον πυροβολισμό και ότι είχε οποιαδήποτε επαφή με το όπλο. Στην ουσία, στη μαρτυρία του θέτει τον εαυτό του εκτός του επεισοδίου κατά το οποίο πυροβολήθηκε ο Οδυσσέας και ισχυρίζεται ότι μόλις βγήκε από το δωμάτιο του, χτυπήθηκε από τον Αλέξανδρο και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ο,τιδήποτε ενώ ο συνήγορος του κατά την αντεξέταση του Αλέξανδρου τον περιλαμβάνει στο επεισόδιο, δίδοντας του βέβαια το ρόλο του ειρηνοποιού. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι ακόμη και οι θέσεις που υποβλήθηκαν στον Αλέξανδρο από την Υπεράσπιση δεν συνήδαν μεταξύ τους. Συγκεκριμένα η θέση ότι πριν τον πυροβολισμό προηγήθηκε συμπλοκή μεταξύ του Αλέξανδρου και του Οδυσσέα δεν συνάδει με τη θέση που είχε υποβληθεί προηγουμένως στο μάρτυρα ότι κατά το χρόνο του πρώτου πυροβολισμού αυτός βρισκόταν εντός της οικίας του και έτρωγε. Πέραν του γεγονότος ότι η Υπεράσπιση πρόβαλε διάφορες εκδοχές που αντικρούονται σε κάποιο βαθμό μεταξύ τους, κάποιες εκδοχές που προβλήθηκαν διά στόματος του κατηγορούμενου είναι εντελώς ανυπόστατες. Για παράδειγμα ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι όταν βγήκε από το δωμάτιο του το όπλο του, Τεκμήριο 7, ήταν φυλαγμένο στο ερμάρι του υπνοδωματίου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνάδει με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το ΔΟΚΟ, Τεκμήριο 7, βρισκόταν στη σκηνή σπασμένο και ότι χρησιμοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο για να τον χτυπήσει. Ούτε συνάδει με την εκδοχή που υποβλήθηκε στον Αλέξανδρο ότι κατά τη συμπλοκή του με τον Οδυσσέα το όπλο πυροβόλησε, ούτε βέβαια με την εκδοχή ότι ο πρώτος πυροβολισμός έλαβε χώρα όταν ο Αλέξανδρος έτρωγε στο σαλόνι. Καμία εξήγηση δόθηκε από τον κατηγορούμενο πως βρέθηκε το όπλο στη σκηνή εφόσον, σύμφωνα πάντα με το δικό του ισχυρισμό, όταν ο ίδιος εξήλθε του υπνοδωματίου του το όπλο ήταν φυλαγμένο στο ερμάρι του. Το όπλο δεν θα μπορούσε βέβαια να μετακινηθεί από μόνο του ούτε υπάρχει μαρτυρία, ούτε καν εισήγηση από την Υπεράσπιση, ότι κατά τον επίδικο χρόνο εισήλθε κάποιο πρόσωπο στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου. Αντιθέτως, με βάση τη μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι ο μόνος που ήταν στο συγκεκριμένο υπνοδωμάτιο πριν το συμβάν και ο μόνος που είχε πρόσβαση στο όπλο, ήταν ο ίδιος. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι με βάση τη μαρτυρία της Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24, η εσωτερική πόρτα του υπνοδωματίου ήταν κλειδωμένη και συνεπώς ουδείς θα μπορούσε να εισέλθει εντός αυτού από το εσωτερικό του σπιτιού. Αδιευκρίνιστος παρέμεινε και ο τρόπος που τα δύο άλλα πρόσωπα που, σύμφωνα με μια εκ των εκδοχών του κατηγορούμενου, ήταν στην αυλή μαζί με τον Αλέξανδρο, έλαβαν κατοχή των άλλων δύο όπλων του κατηγορούμενου. Αντιφατική ήταν η μαρτυρία του κατηγορούμενου και σε σχέση με τις επαφές που είχε με τον Αλέξανδρο τη συγκεκριμένη ημέρα, λίγο πριν κοιμηθεί. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το συγκεκριμένο χρόνο είχε συνομιλήσει με τον Αλέξανδρο και μέσω αυτού έλαβε τα στοιχεία του Οδυσσέα που ήταν αναγκαία για να διευθετήσει την επέμβαση του τελευταίου, στην αντεξέταση του ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε επαφή με οποιονδήποτε. Ρωτήθηκε ειδικά για τον Αλέξανδρο και αυτός ήταν κάθετος ότι δεν του είχε μιλήσει. Παρατηρούμε ότι ούτε και γι' αυτό το θέμα αντεξετάσθηκε ο Αλέξανδρος, ήτοι ότι αυτός ενεργούσε ως «διαμεσολαβητής» για να μπορέσει ο κατηγορούμενος να λάβει τα στοιχεία του Οδυσσέα, ούτε ότι θα υποβαλλόταν και ο ίδιος σε επέμβαση και ο κατηγορούμενος προσπαθούσε τη συγκεκριμένη ημέρα να κάνει τις σχετικές διευθετήσεις. Ο ισχυρισμός του δε ότι δεν είχε επαφή με τον Οδυσσέα τη συγκεκριμένη ημέρα, αντικρούεται από τη μαρτυρία του Ανδρέα Ιωσηφίδη, Μ.Κ.
- Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τη μαρτυρία του τελευταίου η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ο Μ.Κ.34 κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο λίγο πριν το τραγικό συμβάν, άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει «Οδυσσέα, Οδυσσέα», αυτός απάντησε και ο μάρτυρας άκουσε τον κατηγορούμενο να του λέει «είναι ο θείος σου και θέλει το νούμερο της ταυτότητας σου». Κατά τη δεύτερη δε τηλεφωνική επικοινωνία άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στον Οδυσσέα «είναι για να σε κανονίσει να πας πιο γρήγορα για εγχείρηση». Ο Οδυσσέας του απάντησε κάτι και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος στο μάρτυρα του είπε «δεν έρκεται». Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Κ.34 κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος του είχε δώσει τον αριθμό της ταυτότητας του Οδυσσέα, επρόκειτο για ένα αριθμό με επτά ψηφία ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι δεν έμαθε τον αριθμό καθότι ο Οδυσσέας αρνείτο να υποβληθεί σε εγχείρηση. Ο κατηγορούμενος άφησε εμμέσως πλην σαφώς να εννοηθεί ότι ο Αλέξανδρος είχε συμπλακεί την ημέρα εκείνη με τον αδελφό του καθότι οι σχέσεις τους ήταν άσχημες. Οι διαφορές τους συνίσταντο στο γεγονός ότι η οικία της οικογένειας μεταβιβάσθηκε στο όνομα του Αλέξανδρου και αγόρασαν στον τελευταίο αυτοκίνητο, ενώ στον Οδυσσέα όχι. Ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που ανέφερε ότι οι σχέσεις των δύο αγοριών δεν ήταν καλές. Πέραν τούτου από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, από τη γιαγιά Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24, προκύπτει ότι η μισή οικία θα μεταβιβαζόταν στο όνομα του Οδυσσέα όταν αυτός ενηλικιωνόταν και πρόθεση της μητέρας του ήταν να αγοράσει και του ιδίου δικό του όχημα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του κατηγορούμενου κρίνονται ως εντελώς ανυπόστατοι και δεν συνάδουν και με την εκδοχή της Υπεράσπισης, μία εκ των πολλών, ότι όταν ακούσθηκε ο πρώτος πυροβολισμός, ο Αλέξανδρος ήταν εντός της οικίας και έτρωγε. Ως εκ των πιο πάνω επισημάνσεων μας, κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αναξιόπιστος μάρτυρας. Οι μάρτυρες Νεόφυτος Γεωργίου, Μ.Κ.29, Γεωργία Κυριάκου, Μ.Κ.31 και Σταύρος Σταυρινός, Μ.Κ.32 ήταν οι γείτονες του κατηγορούμενου οι οποίοι πήγαν στη σκηνή λίγο μετά το συμβάν. Και οι τρεις μάρτυρες ήταν ειλικρινείς, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δραττόμεθα όμως της ευκαιρίας να επισημάνουμε ότι ούτε αυτών η μαρτυρία πρόσθεσε κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση καθότι δεν ήταν παρόντες στη σκηνή όταν εκτυλίχθηκε το επεισόδιο. Η Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24, η γιαγιά του Οδυσσέα και του Αλέξανδρου, ήταν μια τραγική φιγούρα στην όλη υπόθεση η οποία χρειάσθηκε, δυστυχώς, μέσα από τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου να ξαναζήσει τα τραγικά γεγονότα που αφορούσαν το θάνατο του αγαπημένου εγγονού της. Παρά τη συγκίνηση που τη διακατείχε καθ' όλη τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης της, αυτή απαντούσε τις ερωτήσεις με τρόπο θετικό. Περίγραψε όλα ό,σα η ίδια βίωσε την ημέρα εκείνη χωρίς αμφιταλαντεύσεις και χωρίς να περιπέσει σε οποιανδήποτε αντίφαση. Σε κάποια σημεία που δεν ήταν σίγουρη ως προς τα γεγονότα, για παράδειγμα πόσος χρόνος μεσολάβησε μεταξύ των δύο πυροβολισμών που άκουσε, αυτή δεν είχε κανένα ενδοιασμό να το δηλώσει. Η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Ο Αλέξανδρος Θεμιστοκλέους, Μ.Κ.23, ήταν, ως αναφέραμε και πιο πάνω, βασικός μάρτυρας κατηγορίας, καθότι ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που ήταν στη σκηνή κατά το χρόνο που ο Οδυσσέας πυροβολήθηκε. Ο Αλέξανδρος εξετάσθηκε και αντεξετάσθηκε για κάθε πτυχή της μαρτυρίας του, η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Η Υπεράσπιση προσπάθησε να προσβάλει την αξιοπιστία του αντιπαραβάλλοντας κάποιες θέσεις που πρόβαλε κατά την πρώτη του γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία με θέσεις που πρόβαλε αργότερα. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι την πρώτη κατάθεση την έδωσε λίγες μόνο ώρες μετά το τραγικό συμβάν και ως εκ τούτου κάποια γεγονότα δεν τα διατύπωσε με τον ορθό τρόπο. Αυτός ήταν και ο λόγος που στην κατάθεση του στην Αστυνομία είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο να «πιάνει» το όπλο αλλά στην πραγματικότητα δεν τον είδε να το «πιάνει» αλλά να το «κρατά». Η πιο πάνω εξήγηση του γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η Υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στα χτυπήματα που έδωσε ο Αλέξανδρος στον πατέρα του στο κεφάλι κατά πόσο ήταν ένα ή περισσότερα. Παρατηρούμε ότι ο Αλέξανδρος ουδέποτε προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι είχε χτυπήσει τον πατέρα του στο κεφάλι με το όπλο και ότι ήταν αυτός που του επέφερε τους σοβαρούς τραυματισμούς που υπέστη. Τουναντίον το επαναλάμβανε και το τόνιζε καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Κανένα λόγο είχε να πει ψέματα για τον αριθμό των χτυπημάτων, κατά πόσο ήταν ένα ή περισσότερα, καθότι το σημείο αυτό ουδόλως επηρεάζει την εκδοχή του ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν και αφορούν τον πυροβολισμό του Οδυσσέα. Εξάλλου ο μάρτυρας ήταν σαφής από την αρχή ότι προτού καταφέρει να του αρπάξει το όπλο, προηγήθηκε «μια μάχη», «μια πάλη». Κάποια τραύματα που ο κατηγορούμενος είχε στο κεφάλι θα μπορούσαν να αποδοθούν και στη μάχη/πάλη που προηγήθηκε, κατά την προσπάθεια του Αλέξανδρου να του πάρει το όπλο. Υπέρμετρη βαρύτητα, εντελώς αχρείαστη κατά την άποψη μας, δόθηκε κατά πόσο το τραύμα που έφερε ο Αλέξανδρος στο χέρι ήταν εκχύμωση ή έγκαυμα. Ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους, Μ.Κ.12, στην έκθεση του κατέγραψε αρχικά ότι επρόκειτο για εκχύμωση ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι ήταν έγκαυμα, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αυτή τη θέση υποστήριξε και η Υπεράσπιση και την υπέβαλε και στον Αλέξανδρο. Του υπέβαλε στη συνέχεια ότι το έγκαυμα δημιουργήθηκε όταν αυτός έπιασε το όπλο από την κάννη και χτύπησε τον πατέρα του. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν σε θέση να πει και δικαιολογημένα κατά την άποψη μας, πώς είχε δημιουργηθεί ο συγκεκριμένος τραυματισμός. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα που προηγήθηκαν, που είχαν ως αποτέλεσμα ο Οδυσσέας να πυροβοληθεί εξ επαφής στην κοιλία, την πάλη/μάχη που επακολούθησε μεταξύ των δύο ανδρών, κρίνουμε ότι δικαιολογημένα ο Αλέξανδρος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς δημιουργήθηκε το κάθε τραύμα που αυτός έφερε στο σώμα του. Βέβαια στη συνέχεια η Υπεράσπιση, μέσω του μάρτυρα που η ίδια κάλεσε, του ιατροδικαστή Μάριου Ματσάκη, Μ.Υ.5, διαφοροποίησε τη θέση της ότι επρόκειτο για «έγκαυμα» και προώθησε τη θέση ότι ήταν «εντύπωμα». Αυτή, ως υποδείξαμε και ανωτέρω, δεν ήταν η πρώτη φορά που η Υπεράσπιση διαφοροποίησε τη θέση της. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Αλέξανδρου παρατηρούμε ότι ενώ του υπέβαλε ότι κατά το χρόνο του πυροβολισμού ήταν μέσα στην οικία και δεν ήταν σε θέση να δει προς τα έξω, σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα τού απέδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο για το όλο συμβάν και τον κατηγόρησε ότι είχε συμπλακεί με τον αδελφό του, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τους χωρίσει και κατά την κατ' ισχυρισμό συμπλοκή πυροβολήθηκε ο Οδυσσέας. Ο Αλέξανδρος απέρριψε την πιο πάνω θέση και αρνήθηκε οποιανδήποτε ανάμιξη στον πυροβολισμό του Οδυσσέα. Η θέση του γίνεται δεκτή. Πέραν του γεγονότος ότι η εικόνα που σχηματίσαμε για το άτομο του ήταν θετική, επρόκειτο για ένα ειλικρινή μάρτυρα, η μαρτυρία του είχε συνοχή και ήταν σταθερή, υποστηρίζεται δε και από την υπόλοιπη μαρτυρία. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να τονίσουμε ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε πρόσβαση στο φονικό όπλο, Τεκμήριο 7, ο μόνος που είχε πρόσβαση σε αυτό ήταν ο κατηγορούμενος, εφόσον το όπλο ήταν στο υπνοδωμάτιο του φυλαγμένο μέσα σε ένα ερμάρι. Ο μόνος που ήταν μέσα στο υπνοδωμάτιο αυτό, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ο Αλέξανδρος αντεξετάσθηκε εκτεταμένα και για τις σχέσεις του με τον αδελφό του. Η Υπεράσπιση προσπάθησε να παρουσιάσει ότι οι σχέσεις τους ήταν συγκρουσιακές λόγω περιουσιακών διαφορών. Ο μάρτυρας ήταν κάθετος ότι δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ