Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ανδρέας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 24889/15, 9/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24889/15 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής Και Ανδρέας Ανδρέου Kατηγορούμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία: 09.03.2018 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Νεοκλέους Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει δύο
(2)κατηγορίες. Πιο συγκεκριμένα: 1η κατηγορία για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 2α Σεπτεμβρίου 2008 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή, 18,6716 γραμμάρια κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. 2η κατηγορία για παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31 και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 2α Σεπτεμβρίου 2008 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή, 18,6716 γραμμάρια κοκαΐνης με σκοπό να προμηθεύσει τούτο σε άλλα πρόσωπα. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ένας
(1)μάρτυρας, ενώ να σημειωθεί πως μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής κατατέθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτό (βλ. τεκμ.1). Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσα αναφέρουν δε οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους έχουν τύχει πολύ προσεκτικής μελέτης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να τα επαναλάβω. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω όπου και εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Εκ συμφώνου κατατεθείσα ως παραδεκτή - Έκθεση γεγονότων Τεκμ.1 : Την 02/09/08 κατόπιν πληροφορίας ότι στο χώρο στάθμευσης που βρίσκεται μεταξύ της πολυκατοικίας οδός Αγ. Ζώνης αρ.40 και της μπυραρίας με την ονομασία BAVARIA θα εγινετο διακίνηση ναρκωτικών από άγνωστα πρόσωπα, οι Α/Αστ. 1999 X. Χριστοδούλου (Μ-1) μαζί με την Γ/Αστ.4820 Χρ. Κύρου (Μ-13) έθεσαν το μέρος η ώρα 2000 υπό συνεχή και διακριτική παρακολούθηση, ενώ οι Αστ.1450,193,1947,1828,620 και 1742 βρίσκονταν πλησίον της περιοχής. Την ίδια ημέρα και ώρα 2100 θεάθηκε το αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. KQL 514 στο οποίο επέβαινε μόνο ο οδηγός του οχήματος, ο οποίος διαπιστώθηκε αργότερα ότι επρόκειτο για τον Γεώργιο Χαραλάμπους Μούσουρου (στο εξής ο ΜΥ1), να εισέρχεται στον πιο πάνω χώρο στάθμευσης και αφού στάθμευσε πλησίον της μπυραρίας, ο ΜΥ1 κατέβηκε από το όχημα και αφού προσέγγισε κομπρεσόρο συστήματος κλιματισμού που εφαπτόταν με τον τοίχο της πιο πάνω μπυραρίας κοιτάζοντας ύποπτα δεξιά και αριστερά τοποθέτησε πίσω από τον κομπρεσόρο ένα ύποπτο αντικείμενο. Ακολούθως ο ΜΥ1 επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του και κατευθύνθηκε νότια της οδούς Αγ. Ζώνης σε απόσταση 30 μέτρων περίπου όπου και στάθμευσε έξω από πρακτορείο στοιχημάτων και εισήλθε εντός του πιο πάνω πρακτορείου. Αφού οι Μ-1 και Μ-13 θεώρησαν ύποπτο το πιο πάνω συμβάν, ενημέρωσαν τα άλλα μέλη της ΥΚΑΝ που βρίσκονταν στο μέρος, οι οποίοι κάλεσαν τον ΜΥ1 και προσήλθε στο μέρος ενώ οι Μ-1,2 επιτηρούσαν το μέρος. Αφού ο ΜΥ1 προσήλθε στο μέρος στην παρουσία του ο Μ-1 η ώρα 2145 παρέλαβε το ύποπτο αντικείμενο το οποίο είχε τοποθετήσει προηγουμένως ο ΜΥ1 πίσω από τον κομπρεσόρο και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για μία ροζ νάιλον τσάντα (τεκμ. αρ.1) εντός της οποίας υπήρχαν δύο τεμάχια άσπρου χαρτιού (τεκμ. αρ.2) τα οποία περιτύλιγαν ένα διαφανές νάιλον σακούλι που περιείχε ποσότητα άσπρης σκόνης που ομοιάζει με κοκαΐνη (τεκμ. αρ.3). Αφού ο Μ-1 παρέλαβε τα πιο πάνω ως τεκμήρια τα υπόδειξε στον ΜΥ1, του ανάφερε ότι η ανευρεθείσα ποσότητα άσπρης σκόνης ομοιάζει με κοκαΐνη της οποίας η κατοχή της απαγορεύεται από το νόμο, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε " εν κόκα, εν δική μου ". Ακολούθως σε σωματική έρευνα που έκανε ο Μ-1 στον ΜΥ1, βρήκε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των 780 ευρώ (τεκμ.αρ.4) για το οποίο του ηγέρθησαν υποψίες ότι πιθανόν να αποτελούν προϊόν αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Αφού ο Μ-1 παρέλαβε τα πιο πάνω ως τεκμήριο τα υπόδειξε στον ΜΥ1, του ανάφερε τις υποψίες του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Η έρευνα στον ΜΥ1 ολοκληρώθηκε χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο. Την ίδια ημέρα 02/09/08 και μεταξύ των ωρών 2225-2300 οι Μ-1,2 μαζί με τους Αστ. 193,1947 ερεύνησαν την οικία του ΜΥ1 στην παρουσία του ιδίου κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, όπου η ώρα 2235 ο Μ-1 βρήκε μέσα σε τσαντάκι στο υπνοδωμάτιο του ΜΥ1 το χρηματικό ποσό των 3500 ευρώ (τεκμ. αρ.5) για το οποίο του ηγέρθησαν υποψίες ότι πιθανόν να αποτελούν προϊόν αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Αφού ο Μ-1 παρέλαβε τα πιο πάνω ως τεκμήριο τα υπόδειξε στον ΜΥ1, του ανάφερε τις υποψίες του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε " εφύλαξα τα ". Με το πέρας της έρευνας ο ΜΥ1 κλήθηκε και προσήλθε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού για περεταίρω διερεύνηση της υπόθεσης όπου η ώρα 2310 ο Μ-1 παρέδωσε όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης στον Αστ.361 Π. Γεωργίου (Μ-11) ο οποίος ανέλαβε την περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης. Την ίδια ημέρα 02/09/08 και μεταξύ των ωρών 2313-2320 ο Μ-12 συσκεύασε και σφράγισε όλα τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, την σφράγιση των οποίων υπέγραψαν τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο Μ-12. Την 02/09/08 και μεταξύ των ωρών 2325-0025 της 03/09/08, ο Μ-12 κατέγραψε την θεληματική κατάθεση του ΜΥ1 μετά που ο ίδιος εξέφρασε την επιθυμία, και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, στην οποία αναφέρει ότι η ανευρεθείσα ποσότητα κοκαΐνης είναι δική του, για δική του χρήση. Στις 03/09/2008 και ώρα 0120 ο Μ-12 συνέλαβε τον ΜΥ1 δυνάμει δικαστικού εντάλματος για όλα τα υπό διερεύνηση αδικήματα εναντίον του και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε " Αφού είπα σου, εν δική μου η κόκα ". Στις 03/09/2008 και ώρα 0140 κατόπιν οδηγιών του Υπαστυνόμου Μ. Δημητρίου και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του ΜΥ1, ο Μ-12 έλαβε από τον ΜΥ1 δύο παρειακά επιχρίσματα (τεκμ. Αρ.6 ) για σκοπούς σύγκρισης με τυχόν γενετικό υλικό που θα εντοπισθεί στα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Την 03/09/2008 ο ΜΥ1 παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λ/σού εν σχέση με την παρούσα υπόθεση το οποίο εξέδωσε διάταγμα προσωποκράτησης ενάντιον του για περίοδο έξι
(6)ημερών. Στις 04/09/2008 εξασφαλίστηκε δικαστικό διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων (εξ-πάρτε) για όλα τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Την 04/09/2008 ο Μ-12 μετέβηκε στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας στην Λ/σία όπου παρέδωσε τα τεκμήρια αρ. 1,2,3 και 6 την ίδια ημέρα στην Μ. Χ"Βασιλείου (Μ-4) προσωπικό του ΕΔΙΓ η οποία με την σειρά της τα παρέδωσε στον Δρ. Μ. Καριόλου (Μ-5) για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 07/09/2008 και ώρα 2100 ο ΜΥ1 απολύθηκε της κράτησης του χωρίς να κατηγορηθεί γραπτώς εν αναμονή λήψεως των επιστημονικών εξετάσεων. Στις 05/11/08 ο Μ-12 παρέδωσε στον Αστ.105 Σ. ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΩΤΗ (Μ-2) τα τεκμήρια 4 και 5 με σκοπό να τα μεταφέρει στο Λογιστήριο της ΑΔΕ Δ/σού. Την ίδια ημέρα ο Μ-2 και ώρα 1130 παρέδωσε τα πιο πάνω τεκμήρια στην Αστ.1237 Ρ. ΑΓΑΘΟΚΔΕΟΥΣ (Μ-3), η οποία τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη της. Στις 20/11/2008 ο Μ-12 παρέλαβε ταχυδρομικώς την έκθεση εξέτασης του Μ-5 όπου σύμφωνα με την οποία πάνω στο τεκμήριο αρ. 1 της παρούσας υπόθεσης εντοπίστηκε γενετικό υλικό τριών διαφορετικών προσώπων εκ των οποίων εκτιμάται ότι ο ένας πιθανόν να είναι ο ΜΥ1, καθώς και στο τεκμήριο 2 εντοπίστηκε γενετικό υλικό αγνώστου ανδρός. Στις 01/12/2008 και ώρα 2010 κατόπιν οδηγιών του Υπαστυνόμου Μ. Δημητρίου και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Ανδρέα Ανδρέου - κατηγορούμενου, ο Μ-12 έλαβε από τον κατηγορούμενο δύο παρειακά επιχρίσματα (τεκμ. Αρ.7) για σκοπούς σύγκρισης με το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης. Την 04/12/2008 ο Μ-12 παρέδωσε στον Αστ.2690 Α. Παντελή (Μ-6) το τεκμ.αρ.7 της παρούσας υπόθεσης ο οποίος μετέβηκε στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας στην Λ/σία όπου παρέδωσε το πιο πάνω τεκμήριο την ίδια ημέρα στην Κ. Σάββα (Μ-7) προσωπικό του ΕΔΙΓ η οποία με την σειρά της τα παρέδωσε στον Μ-5 για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 15/02/2009 ο Μ-12 παρέλαβε ταχυδρομικώς την έκθεση εξέτασης του Μ-5 όπου σύμφωνα με την οποία πάνω στο τεκμήριο αρ.2 της παρούσας υπόθεσης εντοπίστηκε γενετικό υλικό το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου. Στις 09/03/2009 ο Αστ.2996 (Μ-8) μετέβηκε στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας στην Λ/σία όπου παρέλαβε από τον Μ-5 τα τεκμήρια αρ. 1,2,3,6 και 7 της παρούσας υπόθεσης μετά την εξέταση τους και τα μετέφερε την ίδια ημέρα στην Λ/σό, όπου και τα παρέδωσε στον Μ-12 ο οποίος τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξή του. Στις 11/06/2009 ο Μ-12 μετέβηκε στο Γενικό Κρατικό Χημείο στην Λ/σία όπου παρέδωσε το τεκμήριο αρ. 3 της παρούσας υπόθεσης στην χημικό Κ. Κονάρη (Μ-9) για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 12/10/10 ο Μ-11 παρέλαβε ταχυδρομικώς την έκθεση εξέτασης της Μ-8 όπου σύμφωνα με την οποία η ανευρεθείσα ποσότητα άσπρης σκόνης είναι κοκαΐνη βάρους 18,6716 γρ. Στις 21/10/10 ο Α/Αστ. 1668 Π. Θεοδοσίου (Μ-10) μετέβηκε στο Γενικό Κρατικό Χημείο στην Λ/σία όπου παρέλαβε από την Μ-9 το τεκμήριο αρ.3(περιτύλιγμα) της παρούσας υπόθεσης από το οποίο είχε διαχωριστεί η ποσότητα άσπρης σκόνης από το διαφανές νάιλον σακούλι μετά την εξέταση τους, και το μετέφερε την ίδια ημέρα στην Λ/σό όπου και το παρέδωσε στον Μ-12 ο οποίος το έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξή του. Στις 27/10/10 ο Μ-12 μετέβηκε στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας όπου παρέδωσε τα τεκμήρια αρ.1- αρ.3 της παρούσας υπόθεσης στον Α/Λοχ.2566 Μ. Σάββα (Μ-11) για επιστημονικές εξετάσεις. Στις 08/02/2011 ο Μ-6 μετέβηκε στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας όπου παρέλαβε τόσο τα τεκμήρια αρ.1- αρ.3 της παρούσας υπόθεσης από τον Μ-11 όσο και την έκθεση εξέτασης του, όπου σύμφωνα με την οποία δεν εντοπίστηκε κανένα αποτύπωμα οποιουδήποτε προσώπου. Την ίδια ημέρα τα μετέφερε στην Λ/σό όπου και παρέδωσε τα πιο πάνω τεκμήρια και την έκθεση εξέτασης στον Μ-12 ο οποίος τα έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Στις 01/04/2011 και μεταξύ των ωρών 1940-1945 ο Μ-12 κατηγόρησε γραπτώς στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού τον ΜΥ1 για τα αδικήματα της 1.Παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α δηλαδή κοκαΐνης βάρους 18,6716 γρ, και
- Παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο Ε.Φ.Τ.Α δηλαδή κοκαΐνης βάρους 18,6716 γρ, και 3.Παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α δηλαδή κοκαΐνης, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε: " Παραδέχομαι την πρώτη και την τρίτη κατηγορία. Την δεύτερη κατηγορία δεν την παραδέχομαι ". Στις 20/07/2011 και μεταξύ των ωρών 1550-1555 η Μ-13 κατηγόρησε γραπτώς στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της 1.Παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α δηλαδή κοκαΐνης βάρους 18,6716 γρ, και
- Παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο Ε.Φ.Τ.Α δηλαδή κοκαΐνης βάρους 18,6716 γρ, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε: «Δεν παραδέχομαι». Δια ζώσης ΜΚ1 Αστ.4820 Χριστιάνα Κύρου Η μάρτυρας κατ' αρχήν αναγνώρισε την συμπληρωματική κατάθεση της για την υπόθεση ημερ. 30/07/11 (τεκμ.2), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εις αυτήν αναφέρει τα εξής (παρατίθενται αυτούσια): " Υπηρετώ στην ΥΚΑΝ Αρχηγείου και είμαι αποσπασμένη στο κλιμάκιο της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Συμπληρωματικά με κατάθεση που έδωσα στις 03/09/2008, στις 08/07/11 ανέλαβα την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης υπό Π.Φ. ΥΚΑΝ Λ/σού Σ/165/08, με υπόπτους τους Γιώργο Χαραλάμπους Μούσουρου, Δ.Τ.734542 και Αντρέα Αντρέου, Δ.Τ.749878, λόγω μετάθεσης του αρχικού εξεταστή Αστ.361 Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ. Στις 20/07/2011 και μεταξύ των ωρών 1550-1555 κατηγόρησα γραπτώς στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού τον ΑΝΤΡΕΟΥ για τα αδικήματα της
- Παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' δηλαδή κοκαΐνης βάρους 18,6716 γρ, και
- Παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο δηλαδή κοκαΐνης βάρους 18,6716, του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε: «Δεν παραδέχομαι». " Ακολούθως προέβη σε κατάθεση της εν λόγω γραπτής κατηγορίας του κατηγορούμενου ως τεκμήριο
- Στη συνέχεια δε η μάρτυρας αναγνώρισε την αρχική της κατάθεση ημερ. 03/09/08 (τεκμ.4), το περιεχόμενο της οποίας επίσης υιοθέτησε. Αναφέρει δε σε αυτήν τα εξής (παρατίθενται αυτούσια): " Υπηρετώ στην ΥΚΑΝ Αρχηγείου και είμαι αποσπασμένη στο κλιμάκιο της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Την 02/09/08 λήφθηκε πληροφορία στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λ/σού ότι στο χώρο στάθμευσης που βρίσκεται μεταξύ της πολυκατοικίας στην οδός Αγ. Ζώνης αρ.40 και της μπυραρίας με την ονομασία BAVARIA θα εγινετο διακίνηση ναρκωτικών από άγνωστους ελληνοκύπριους, η ώρα 2000 εγώ μαζί με τον Α/Αστ.1999 θέσαμε το μέρος υπό συνεχή και διακριτική παρακολούθηση. Πλησίον της περιοχής βρίσκονταν οι Αστ. 1450,1742,620,1828,1947 και
- Την ίδια ημέρα και περί ώρα 2100 είδα το αυτοκίνητο μάρκας MINI COOPER με αρ. εγγρ. KQL 514 να εισέρχεται στον πιο πάνω χώρο στάθμευσης. Στο πιο πάνω όχημα επέβαινε μόνο ο οδηγός του. Στην συνέχεια το πιο πάνω όχημα στάθμευσε πλησίον της μπυραρίας και ο οδηγός κατέβηκε από το όχημα και αφού προσέγγισε κομπρεσόρο κλιματιστικού που ήταν εφαπτόμενος στον τοίχο της μπυραρίας BAVARIA άρχισε να κοιτάζει ύποπτα δεξιά και αριστερά και ακολούθως τοποθέτησε ακριβώς πίσω από τον κομπρεσόρο ένα ύποπτο αντικείμενο. Στην συνέχεια το πιο πάνω πρόσωπο μπήκε στο αυτοκίνητο του και κατευθύνθηκε με νότια κατεύθυνση στην οδό Αγ. Ζώνης και σε απόσταση 30 μέτρων περίπου στάθμευσε έξω από πρακτορείο στοιχημάτων στην αριστερή πλευρά του δρόμου και ο οδηγός αφού κατέβηκε από το όχημα του εισήλθε εντός του πρακτορείου. Αμέσως εγώ και ο Α/Αστ. 1999 θεωρήσαμε ύποπτες όλες τις πιο πάνω κινήσεις και ειδοποιήσαμε τους άλλους συναδέλφους όπως καλέσουν το πιο πάνω πρόσωπο να προσέλθει στο μέρος ενώ εγώ με τον Α/Αστ. 1999 επιτηρούσαμε το μέρος. Ακολούθως και ώρα 2145 ο οδηγός του πιο πάνω οχήματος ήρθε στο μέρος και διαπίστωσα ότι επρόκειτο για τον Γεώργιο Χαραλάμπους Μούσουρου, Δ.Τ.
- Αμέσως μετά ο Α/Αστ. 1999 παρέλαβε το ύποπτο αντικείμενο το οποίο είχε τοποθετήσει προηγουμένως πίσω από τον κομπρεσόρο ο Μούσουρου, και διαπίστωσα ότι επρόκειτο για μία ροζ νάιλον τσάντα εντός της οποίας υπήρχαν δύο τεμάχια άσπρου χαρτιού τα οποία περιτύλιγαν ένα διαφανές νάιλον σακούλι που περιείχε ποσότητα άσπρης σκόνης που ομοιάζει με κοκαΐνη. Αφού ο Α/Αστ. 1999 παρέλαβε τα πιο πάνω τα υπόδειξε στον Μούσουρου του ανάφερε ότι η ανευρεθείσα ποσότητα άσπρης σκόνης ομοιάζει με κοκαΐνη της οποίας η κατοχή της απαγορεύεται από το νόμο, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο Μούσουρου απάντησε: «εν κόκα, εν δική μου». Στην συνέχεια σε σωματική έρευνα που έκανε ο Α/Αστ. 1999 στον Μούσουρου στην παρουσία μου βρήκε στην κατοχή του Μούσουρου το χρηματικό ποσό των 780 ευρώ για το οποίο του ηγέρθησαν υποψίες ότι πιθανόν να αποτελούν προϊόν αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Αφού ο Α/Αστ.1999 παρέλαβε τα πιο πάνω ως τεκμήριο τα υπόδειξε στον Μούσουρου του ανάφερε τις υποψίες του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός δεν απάντησε οτιδήποτε. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 2225-2300 εγώ μαζί με τους Αστ. 193,1947 και Α/Αστ.1999 ερευνήσαμε την οικία του Μούσουρου στην οδό Ζυρίχης αρ.10 στην Λεμεσό στην παρουσία του ιδίου και κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης. Κατά την διάρκεια της έρευνας και ώρα 2235 ο Α/Αστ.1999 βρήκε στην παρουσία μου μέσα σε τσαντάκι στο υπνοδωμάτιο του Μούσουρου το χρηματικό ποσό των 3500 ευρώ για το οποίο του ηγέρθησαν υποψίες ότι πιθανόν να αποτελούν προϊόν αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Αφού ο Α/Αστ.1999 παρέλαβε τα πιο πάνω ως τεκμήριο τα υπόδειξε στον Μούσουρου του ανάφερε τις υποψίες του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο Μούσουρου απάντησε: «εφύλαξα τα». Η έρευνα τόσο στον Μούσουρου όσο και στην οικία του ολοκληρώθηκε χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο το παράνομο. " Επίσης η μάρτυρας ανέφερε ως προς τη δική της εμπλοκή στην υπόθεση ότι ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση λόγω μετάθεσης του αρχικού εξεταστή Αστ.361, ο οποίος μετά δυστυχώς απεβίωσε. Ο φάκελος συμπληρώθηκε από την ίδια. Ας σημειωθεί ότι η κατάθεση του Αστ.361 κατατέθηκε ως τεκμ.5, ενώ η μάρτυρας κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, την γραπτή κατηγορία του Μούσουρου ΜΥ1 και την θεληματική κατάθεση του τελευταίου ως τεκμήρια 6, 7 και 8 αντίστοιχα. Στην αντεξέταση της είπε ότι ο Αστ.361 δεν ήταν παρών κατά την έρευνα στη σκηνή και αναφέρθηκε στις ενέργειες του εν λόγω αστυφύλακα που μπορεί η ίδια να επιβεβαιώσει με βάση το φάκελο. Ότι άλλο ανέφερε είναι πως δεν ήταν παρούσα όταν λήφθηκε η θεληματική κατάθεση από τον Μούσουρου ΜΥ1 και δεν γνωρίζει τι συνέβηκε κατά τη λήψη της κατάθεσης και τι λέχθηκε. Ακόμη είπε ότι το ένταλμα σύλληψης του Μούσουρου δεν εκτελέστηκε από την ίδια και δεν ήταν παρούσα. Επίσης δεν ήταν παρούσα κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου και δεν γνωρίζει τι λέχθηκε με τον Αστ.
- Κατηγορούμενος Στην κυρίως εξέταση του δήλωσε αθώος εν σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ερωτώμενος να δώσει εξήγηση για το λόγο που βρέθηκε γενετικό υλικό του στη συσκευασία των ναρκωτικών είπε ότι πέρασαν πολλά χρόνια και απ΄ ότι θυμάται τον πήρε τηλέφωνο εκείνη τη μέρα ο Γιώργος Μούσουρος και του είπε θα έλθει να κάτσουν για να του δείξει κάτι. Ήλθε στο σπίτι του και έφερε ένα σακούλι μαζί του χωρίς να θυμάται όμως τι χρώμα ήταν επειδή πέρασαν χρόνια. Το έβαλε πάνω στο τραπέζι και του είπε ότι το αγόρασε από ένα μαύρο στην Αγία Νάπα σε καλή τιμή. Τότε ήταν χρήστης και έβγαλε από μέσα με την ταυτότητα του δύο γραμμές και έκαμε και έβγαλε και 1-2 γραμμές για τον ίδιο. Το σακούλι περιείχε κοκαϊνη. Μετά έκατσαν λίγο εκεί, έκοψαν τις κουβέντες του και έφυγε ενώ μετά από λίγες μέρες άκουσε ότι τον έπιασε η αστυνομία. Δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επαφή με τα ναρκωτικά, δηλαδή τα Τεκμήρια της υπόθεσης, ενώ εν σχέση με τον Γεώργιο Μούσουρο, με τον οποίο είναι ακόμα φίλοι και κάνουν παρέα, έχει δικαστεί, έφαε ποινή και τα πράγματα είναι όπως τα λέει. Στην αντεξέταση του αναγνώρισε καταρχήν την υπογραφή του στην κατάθεση Τεκμήριο
- Είπε ότι η κοκαϊνη είναι άσπρη σκόνη και είναι ναρκωτικό. Για τη συγκεκριμένη μέρα όμως που έφερε στο σπίτι του ο Μούσουρος την κοκαϊνη δεν θυμάται αν ήταν και πως ήταν συσκευασμένη και αυτό που θυμάται είναι ότι το σακούλι ήταν πάνω στο τραπέζι όπου το έβαλε. Επίσης είπε ότι δεν θυμάται αν υπήρχαν συσκευασίες μέσα στο σακούλι και επανέλαβε ότι ο ίδιος αυτό που έκανε ήταν να πιάσει την κάρτα και το σακούλι με το άλλο χέρι και αφού έβαλε την κάρτα μέσα, έβαλε λίγη στο τραπέζι, την έσπασε, την έκανε γραμμές και την έκανε από τη μύτη. Ακολούθως είπε ότι έμαθε ότι συνελήφθη ο Μούσουρος για τούτη την κοκαϊνη μετά από 2 με 3 μέρες, χωρίς να είναι σίγουρος. Όταν ρωτήθηκε αν τον Σεπτέμβρη του 2008 τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα στη μνήμη του και με δεδομένο ότι πέρασαν τώρα 10 χρόνια, είπε ότι είναι λογικό ενώ περαιτέρω ερωτώμενος γιατί τότε που ήταν φρέσκα τα γεγονότα όταν ρωτήθηκε στην κατάθεση του από την Αστυνομία αναφορικά με την υπόθεση αν γνωρίζει τίποτε απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτε απολύτως (βλ. Τεκμήριο 6), είπε ότι φοβήθηκε και για τον ίδιο λόγο απάντησε ότι δεν γνώριζε πως ήταν συσκευασμένα τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην κατοχή του Μούσουρου. Τέλος σε υποβολή ότι εντός του σακουλιού υπήρχε συσκευασμένη κόκα σε χαρτομάντηλο και ότι τόσο στο σακούλι όσο και στο χαρτομάντηλο εντοπίστηκε δικό του γενετικό υλικό, είπε ότι μπορεί που τη χρήση που έκαμε να άγγιξε πάνω. Ήταν σπίτι του. ΜΥ1 Γεώργιος Χαραλάμπους Μούσουρου Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο και είναι φίλοι πάρα πολλά χρόνια και συγκεκριμένα 15 με 16 χρόνια. Για την υπόθεση που βρίσκεται στο Δικαστήριο ότι είχε να αναφέρει το έχει πει στην κατάθεση του. Έχει δικαστεί εδώ και ένα χρόνο για την υπόθεση, παραδέχθηκε και καταδικάστηκε σε 6 μήνες (φυλάκιση) με αναστολή. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναγνώρισε ως δική του κατάθεση το Τεκμήριο 8, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, και η οποία αφορά όπως ανέφερε τα 20 γραμμάρια κοκαϊνης που τους έπιασαν. Εν σχέση με τον κατηγορούμενο στην παρούσα γνωρίζει ότι βρέθηκε DNA του στα ναρκωτικά και πιστεύει και εξ΄ όσων θυμάται μετά από 10 χρόνια ότι δύο-τρεις μέρες πριν τον πιάσουν πήγε στο σπίτι του κατηγορούμενου όταν ήλθε από την Αγία Νάπα και βρέθηκε με τον κατηγορούμενο γιατί έκαναν χρήση μαζί και επειδή έπιασε σε καλή τιμή αυτά τα πράγματα ήθελε να δοκιμάσει μήπως τζαι τους έκαμαν οτιδήποτε και έκαναν 2-3 γραμμές με τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν θυμάται πόσες κατηγορίες αντιμετώπιζε στην υπόθεση που καταδικάστηκε και απ΄ ότι θυμάται του επιβλήθηκε ποινή 6 μηνών χωρίς να είναι σίγουρος. Εν τέλει συμφώνησε ότι καταδικάστηκε σε 3 κατηγορίες και συγκεκριμένα σε κατηγορία ότι στις 2.9.2008 είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α΄ δηλαδή κοκαϊνη 18,6716 γραμμάρια αλλά δεν αποδέχθηκε ότι καταδικάστηκε και για κατοχή της ποσότητας αυτής με σκοπό την προμήθεια. Καταδικάστηκε επίσης για χρήση κοκαϊνης. Εν κατακλείδι δέχθηκε ότι του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης με αναστολή αλλά δεν καταδικάστηκε ποτέ για κατοχή της κοκαϊνης με σκοπό την προμήθεια. Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης που καταδικάστηκε θυμάται ότι ήταν σε ένα πρακτορείο που επήγαινε και ήταν να πάει κάπου να κάτσει να φάει και κρατούσε πάνω του το πράμα. Φοβόταν να τα έχει σπίτι του γιατί οι δικοί του δεν έχουν καμία σχέση με αυτά τα πράγματα και τα κρατούσε πάνω του και τα πέταξε σε κάποιο τόπο δίπλα από το πρακτορείο. Είχε αστυνομία παρκαρισμένη, τον είδαν και του φώναξαν τι είναι αυτά τα πράγματα και αυτός τους είπε «εν κοκαϊνη εν δική μου». Είπε επίσης ότι επειδή θα επέστρεφε πίσω να τα πάρει, είχε ένα πάρκινγκ αδιέξοδο, μπήκε μέσα με το αυτοκίνητο, είχε ένα κομπρεσόρο και τα πέταξε. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε εκείνη τη νύχτα είχε αριθμούς εγγραφής KQL
- Όταν του ετέθη δε ότι εκεί στο χώρο στάθμευσης κοιτούσε δεξιά και αριστερά ύποπτα είπε ότι είναι φυσικό, όμως αρνήθηκε ότι τα τοποθέτησε πίσω από τον κομπρεσόρο λέγοντας ότι έκαμε ένα-δύο βήματα από το αυτοκίνητο και τα πέταξε πίσω από τον κομπρεσόρο. Στη συνέχεια ρωτήθηκε για την αγορά της κοκαϊνης από την Αγία Νάπα και είπε ότι ήλθε την Κυριακή από την Αγία Νάπα, την ίδια μέρα δηλαδή που αγόρασε την κοκαϊνη. Δεν θυμάται ημερομηνία όμως ήταν δύο με τέσσερις μέρες πριν συλληφθεί ενώ η σύλληψη του είπε ότι έγινε αν δεν κάνει λάθος Τετάρτη. Επίσης ανέφερε ότι ήταν αρχές Σεπτεμβρίου η σύλληψη του, αν θυμάται καλά 4 με 5 του Σεπτέμβρη. Έδωσε επίσης λεπτομέρειες για την αγορά της κοκαϊνης από την Αγία Νάπα από κάποιο ξένο που συνάντησε σε ένα μπαράκι και με τον οποίο συνεννοήθηκε στα Αγγλικά. Ο αλλοδαπός αυτός ήταν από την Αγγλία και ήταν άσπρος με tattoo. Όσον αφορά την παρουσία του στο Δικαστήριο ήλθε να κάνει την υποχρέωση του και να τα πει. Ο Αντρέας δεν πιστεύει να έχει σχέση με την υπόθεση αυτή. Είχε πάει πριν στο σπίτι του και έκαναν κάποια μικρή χρήση και ο μόνος τρόπος που μπορεί να είχε ο κατηγορούμενος αποτυπώματα ήταν αυτός. Εξήγησε δε πως έκαναν ακριβώς χρήση τη συγκεκριμένη μέρα με την χρήση της κάρτας. Μετά υποβλήθηκαν στον μάρτυρα κάποιες ερωτήσεις εν σχέση με συγκεκριμένες αναφορές στην κατάθεση του αλλά και για την χρήση που έκαναν γενικότερα μαζί με τον κατηγορούμενο και έδωσε τις απαντήσεις του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Αστ.4820 Χριστιάνα Κύρου Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Κατέθεσε για γεγονότα που γνώριζε και για ενέργειες στις οποίες έχει προβεί. Απάντησε ευθέως στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και μελετώντας τη μαρτυρία της σημειώνω ότι δεν έχει προκύψει οτιδήποτε από την αντεξέταση της που να θέτει εν αμφιβόλω τη μαρτυρία ή την αξιοπιστία της. Εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί επίσης ότι η μαρτυρία της επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τα παραδεκτά γεγονότα πιο πάνω. Παρεμβάλλω εδώ όμως και το εξής. Μέσα από την αντεξέταση της έγινε μια προσπάθεια από την Υπεράσπιση, με δεδομένο ότι ο αρχικός εξεταστής της υπόθεσης Αστ.361 έχει εν τω μεταξύ αποβιώσει, να τεθούν οι ενέργειες του Αστ.361 υπό αμφισβήτηση. Ήταν θεωρώ και με κάθε σεβασμό λέω ανούσια η προσπάθεια. Όλες οι ενέργειες του Αστ.361, ως αυτές αναφέρονται στην κατάθεση του τεκμ.5, επιβεβαιώνονται από το κείμενο παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκε ως τεκμ.
- Κατηγορούμενος Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον κατηγορούμενο ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του και έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία του. Αυτό που ευθέως θα αναφέρω είναι ότι η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που φαίνεται στο κατηγορητήριο ως χρόνος διάπραξης των αδικημάτων είναι λογικό να μην βοηθά τον κατηγορούμενο να ενθυμείται λεπτομέρειες εν σχέση με την παρούσα υπόθεση, όπως για παράδειγμα το χρώμα του σακουλιού στο οποίο υπήρχαν τα ναρκωτικά ή αν υπήρχαν εντός του σακουλιού άλλες συσκευασίες και γενικότερα πως ακριβώς ήταν συσκευασμένη η κοκαΐνη. Με αυτό υπόψη είναι κατάληξη μου ότι ο κατηγορούμενος δεν προκύπτει να απέκρυψε την αλήθεια ως προς τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του. Αναφέρω επίσης εδώ ότι η δικαιολογία που έδωσε ερωτώμενος γιατί στην κατάθεση του Τεκμήριο 6 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τίποτε για την υπόθεση, ότι δηλαδή φοβήθηκε, είναι απόλυτα λογική και εν πάση περιπτώσει καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου με έχει πείσει για τα λεγόμενα του. Τέλος, να σημειώσω ότι δεν θεωρώ ουσιαστική την αντίφαση που προκύπτει ως εκ της αναφοράς του ότι ο ΜΥ1 του είχε πει τότε ότι αγόρασε την κοκαΐνη από ένα μαύρο στην Αγία Νάπα εν σχέση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι την αγόρασε από ένα αλλοδαπό από την Αγγλία που ήταν άσπρος. Ο ΜΥ1 ήταν πολύ συγκεκριμένος επί του σημείου αυτού, όμως σε κάθε περίπτωση αναφέρεται πως τούτο δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει ν' αναφερθεί εδώ επίσης ότι μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημέρα που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παρούσας δεν μπορώ να αποδώσω σε αυτή τη λεπτομέρεια κάποια ουσιαστική σημασία. ΜΥ1 Γεώργιος Χαραλάμπους Μούσουρου Εξ΄ αρχής αναφέρω ότι έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα και τις απαντήσεις του και έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία του εν σχέση και με όσα αναφέρει στην κατάθεση του Τεκμήριο 8, είναι σαφές ότι υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις. Όμως αυτές οι αντιφάσεις θεωρώ πως δεν είναι ικανές να διαφοροποιήσουν την ουσία της μαρτυρίας του στην έκταση που αφορά την παρούσα υπόθεση και βεβαίως δεν μπορώ να μην σημειώσω ότι η μαρτυρία του στο βαθμό που ενδιαφέρει για την παρούσα υπόθεση συνάδει με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και γίνεται αποδεκτή. Επίσης αναφέρεται εδώ πως δεν διαφεύγει ότι η μαρτυρία του ως προς τον τρόπο που τοποθέτησε το σακούλι με την κοκαϊνη πίσω από τον κομπρεσόρο την 2α Σεπτεμβρίου 2008 έρχεται σε αντίφαση με τα παραδεκτά γεγονότα, που συνιστούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα που ανάγονται σε δεδομένα και βεβαίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Marrero v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 692, Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας v Αριστοκλέους
(2011)1 (Β) ΑΑΔ 1349) και το σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, σελ.280-282). Όμως σε κάθε περίπτωση παρατηρώ ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση και τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδώ. Όσον αφορά το τεκμ.1 με τα παραδεκτά γεγονότα δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο παρά μόνον ότι γίνεται αποδεκτό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω και τα παραδεκτά γεγονότα τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: O ΜΥ1 περί το τέλος Αυγούστου 2008 επισκέφθηκε το σπίτι του κατηγορούμενου με τον οποίο ήταν και συνεχίζουν να είναι φίλοι και είχε μαζί του ένα σακούλι το οποίο περιείχε κοκαΐνη. Είχε αγοράσει την κοκαΐνη από κάποιο αλλοδαπό στην Αγία Νάπα. Να σημειωθεί ότι ήταν και οι δύο χρήστες ναρκωτικών ουσιών και έκαναν μαζί χρήση ουσιών σε διάφορες περιπτώσεις. Τη συγκεκριμένη μέρα ο ΜΥ1 τοποθέτησε το εν λόγω σακούλι πάνω στο τραπέζι και ο κατηγορούμενος πήρε το σακούλι με το ένα του χέρι και έβγαλε από μέσα με τη χρήση κάρτας την οποία κρατούσε με το άλλο χέρι ποσότητα κοκαϊνης την οποία έσπασε και αφού την έκανε γραμμές έκανε χρήση από τη μύτη. Την ίδια μέρα χρήση έκανε και ο ΜΥ1, ο οποίος αφού κουβέντιασαν στη συνέχεια πήρε το σακούλι και έφυγε από το σπίτι του κατηγορούμενου. Ο ΜΥ1 μετά από 2-3 μέρες και συγκεκριμένα στις 2.9.2008 κάτω από τις συνθήκες που φαίνονται ανωτέρω στα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία της ΜΚ1 συνελήφθη από την αστυνομία έχοντας στην κατοχή του το εν λόγω σακούλι με την κοκαϊνη και το οποίο είχε βάρος 18,6716 γραμμάρια. Κατόπιν επιστημονικών εξετάσεων που έγιναν στα Τεκμήρια της υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα στα δύο τεμάχια άσπρου χαρτιού τα οποία βρίσκονταν σε ροζ νάιλον τσάντα και τα οποία περιτύλιγαν ένα διαφανές νάιλον σακούλι που περιείχε την κοκαϊνη εντοπίστηκε γενετικό υλικό το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζεται στο άρθρο 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο, χωρίς άδεια. Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του επίδικου αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τον κατηγορούμενο ελεγχόμενου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 29/77, φαρμάκου, χωρίς άδεια. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου «ελεγχόμενον φάρμακον» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και «φάρμακον Τάξεως Α» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος Ι του εν λόγω Πίνακα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, λέχθηκε ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Ως λέχθηκε δε στην Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής αλλά απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.125/2010, ημερ. 20.2.12, λέχθηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Είτε όμως υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, η κατοχή θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσης του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι ως λέχθηκε, το άρθρο 32 του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι: «32.-
(1)Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται εις αδικήματα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούμενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκημα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούμενος δέον όπως η κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόμενον με το προσαπτόμενον αδίκημα ήτο το ελεγχόμενον φάρμακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον- (α) ο κατηγορούμενος δεν απαλλάσσεται του αδικήματος λόγω μόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόμενον φάρμακον περί ου ο ισχυρισμός· αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήματος - (
- i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υποπτεύηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον· ή (
- ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον, ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής ώστε, εάν τούτο ήτο πράγματι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρων διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι' αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.» Κρίθηκε δε ορθή, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 32 και του «μαχητού», ως χαρακτηρίσθηκε, τεκμηρίου που δημιουργείται από αυτό, η καθοδήγηση του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση εκείνη, η οποία ουσιαστικά μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του, εν γνώσει του ένα αντικείμενο ή ένα αντικείμενο που περιέχει κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι το αντικείμενο αυτό περιέχει ή αποτελεί το επίδικο ελεγχόμενο φάρμακο - ναρκωτικό. Εάν αποδειχθούν αυτά τότε εναποτίθεται το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει» ότι η υπόθεση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 32. Εξηγήθηκε δε ουσιαστικά ότι το εν λόγω άρθρο δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο γνώσης του κατηγορούμενου. Σε τέτοια περίπτωση αυτό που πρέπει να πράξει ο κατηγορούμενος είναι απλά να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια πραγματική αμφιβολία ή υποψία ότι δεν είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου, ότι δηλ. ήταν ναρκωτικά ή ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποπτεύεται ότι στο αντικείμενο περιλαμβάνονταν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν (βλ. Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, Ιακώβου ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 και L. v. Director of Public Prosecutors
(2002)2 All ER 854). Ο όρος «να αποδείξει» ερμηνεύεται λοιπόν ως ανωτέρω και όχι ως να καθιερώνει μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Για αυτό άλλωστε σε άλλο μέρος της προαναφερόμενης απόφασης, αναφέρθηκε ότι η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης («legal burden of proof») στον κατηγορούμενο, αλλά του δίδει την ευκαιρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Ιακώβου ανωτέρω, Μαυρικίου ανωτέρω, Σκούλλου ανωτέρω, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Emegoakor v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 31 και R. v. Lambert
(2001)3 All ER 577). Το νομικό βάρος απόδειξης εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Να σημειωθεί δε ότι η προαναφερόμενη λογική αμφιβολία μπορεί να προέλθει είτε μέσω της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο, είτε από το σύνολο της μαρτυρίας που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή. Δεν είναι λοιπόν αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία για τον σκοπό αυτό. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 29/77 είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 28 του Αγγλικού Misuse of Drugs Act 1971. Ως εκ τούτου καθοδηγητική μπορεί να είναι η Αγγλική επί του θέματος νομολογία (βλ. R. v. McNamara, 87 Cr. App. R. 246, R. v. Ashton-Rickhardt, 65 Cr. App. R. 67 και R. v. Champ, 73 Cr. App. R. 367). Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται για το θέμα της κατοχής και της ερμηνείας του άρθρου 28 στο σύγγραμμα Archbold 2009 σελ. 2598-2601 και 2620 και ιδιαίτερα ότι όταν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το βάρος που εναποτίθεται από τον νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου είναι αποδεικτικό («evidential burden of proof») καθώς και ότι οι πρόνοιες των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού είναι συμβατές με το άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. R. v. Lambert [2002] 2 A.C. 545). Πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Άθως Χαραλάμπους κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν.Έφ.96/2016 (Σχ. με 100/2016 και 101/2016), ημερ. 28 Νοεμβρίου 2017, αναφέρθηκαν τα εξής: " Από την άλλη, εξετάζοντας κατά πόσο στοιχειοθετείται το συστατικό στοιχείο της κατοχής στις άλλες δύο κατηγορίες και με δεδομένο ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε φυσική φύλαξη των ναρκωτικών από τους εφεσείοντες, το Κακουργιοδικείο εξέτασε κατά πόσο τα ναρκωτικά βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των εφεσειόντων. Προς εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος, λήφθηκαν υπόψη οι ακόλουθες περιστάσεις: «●Η επίδικη ποσότητα κοκαΐνης τοποθετήθηκε από τον πρώην Κατηγορούμενο 1 σε ανοικτό χώρο κάτω από παλιό ελαστικό ● Οι Κατηγορούμενοι προσέγγισαν τον χώρο όπου είχε ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του ο πρώην Κατηγορούμενος 1 και ο οποίος χώρος ευρίσκετο σε μικρή απόσταση από το σημείο όπου είχε προηγουμένως τοποθετήσει και κρύψει τα επίδικα ναρκωτικά.» Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι «Θέμα ελέγχου θα ετίθετο εν προκειμένω μόνο αν υπήρχε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο πριν, κατά αλλά και μετά την μεταφορά, τοποθέτηση και απόκρυψη των επίδικων ναρκωτικών στο συγκεκριμένο σημείο όπου ανευρέθηκαν από την Αστυνομία, οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν πού ακριβώς αυτά ευρίσκονταν και ήταν σε θέση είτε να δώσουν οποιεσδήποτε οδηγίες για τη διακίνηση και φύλαξη τους είτε να έχουν τη δυνατότητα λήψης της φυσικής κατοχής τους και γενικότερα να έχουν τον όλο έλεγχο της κατάστασης.». Κατέληξε δε ως ακολούθως: «Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, άμεσης ή περιστατικής υπό τη νομική έννοια που να καταδεικνύει ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω χρονικά στάδια που εξειδικεύσαμε ανωτέρω οποιασδήποτε μορφής έλεγχο και ή δυνατότητα πρόσβασης και επέμβασης στα επίδικα ναρκωτικά ή τον έλεγχο της όλης κατάστασης αναφορικά με τη διακίνηση τους συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας να δίνουν οδηγίες σε σχέση με αυτά. Ουσιαστικά ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο ή λεπτομέρεια ως προς τα συμφωνηθέντα για αυτό το θέμα. Παρότι έχουμε καταλήξει ότι συνωμότησαν και γνώριζαν ότι θα συμμετείχαν σε συναλλαγή με ναρκωτικά, εντούτοις δεν υπάρχει κάτι με βάση το οποίο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε με την ίδια ασφάλεια ότι είχαν έλεγχο επί των ναρκωτικών κατά τη μεταφορά τους εκεί ή ότι ήξεραν από το αρχικό στάδιο της εμπλοκής στην συνωμοσία ότι θα τοποθετηθούν κάτω από το ελαστικό και πολύ περισσότερο μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 1 ή άλλος πρόλαβε να τους ενημερώσει μετά την τοποθέτηση τους και πριν την καταδίωξη του για το σημείο που τα έβαλε.» Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου (βλ. Hiscock v. Δημοκρατίας κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017). Σχετική ανάλυση αναφορικά με την έννοια της «κατοχής» γίνεται στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω).[1] ....... " Στην επίσης πολύ πρόσφατη Hiscock v. Δημοκρατίας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017, λέχθηκαν τα εξής : " Ούτε και η γνώση μπορούσε να ταυτιστεί με κατοχή. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά στο υποστατικό όπου διαμένουν μαζί ή στο όχημα όπου διακινούνται, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή δε, θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος, κάποιο βαθμό ελέγχου επί των ναρκωτικών (R v. Irala-Prevost [1965] Crim. L.R. 606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle [1971] Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91). Στην υπόθεση R v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, ελέχθη ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι κάθε κατηγορούμενος είχε λόγο για το χειρισμό των ναρκωτικών. Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ΄αυτή (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals). Υπάρχει, όμως και η περίπτωση που ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί δευτερογενώς ως κάτοχος, υπό την έννοια της παροχής συνδρομής ή παρακίνησης (aiding and abetting). Η διάκριση εξηγείται στον Blackstone's Criminal Practice, 2016, B19.26, όπου για τη δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρονται τα εξής: «The second situation is where D aids and abets another to be in possession of a controlled drug. In this situation, there must be some evidence of assistance, or encouragement, or some element of control.» (Για την ίδια διάκριση βλ., επίσης, Searle, ανωτ. και R v. Downes [1984] Crim. L.R. 552). Έχει δε διευκρινιστεί ότι η ανοχή ή η συγκατάθεση (acquiescence) ενός συγκατοίκου δεν συνιστά, αφ΄ εαυτής, παροχή βοήθειας ή υποκίνηση. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, τουλάχιστον, ενθάρρυνση (R v. Conway and Burkes [1994] Crim. L.R. 887). Εν προκειμένω, η καταδίκη και των τριών κατηγορουμένων είχε από κοινού, χωρίς διάκριση, ως έρεισμα την «κοινή κατοχή», υπό την πρωτογενή έννοια του όρου και όχι υπό την έννοια της παροχής βοήθειας ή υποκίνησης ή ενθάρρυνσης κτλ, παρά το ότι στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται αναφορά στη σχετική νομοθετική πρόνοια, ήτοι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Ήταν η καταληκτική διαπίστωση του Κακουργιοδικείου, αφού αναφέρθηκε στην «κοινή παρακαταθήκη» με δικαίωμα ανάληψης κατά βούληση, ως το κριτήριο της κοινής κατοχής, με παραπομπή στη Σίφουνας, ότι «ικανοποιείται το κριτήριο της κοινής κατοχής» και ότι «οι κατηγορούμενοι κατείχαν τα φυτά έχοντας τον έλεγχο και γνώση». Δεν υπέδειξε όμως, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι όντως η εφεσείουσα μπορούσε να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση ή ότι υπήρχε όντως «κοινή παρακαταθήκη». " Πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι η γνώση του κατηγορούμενου μπορεί να στοιχειοθετηθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ανεξάρτητα δηλ. από το μαχητό τεκμήριο. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου ανωτέρω). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Αναφορικά με την 2η κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν της κατοχής και η πρόθεση προμήθειας σε άλλο πρόσωπο. Ως προς την πρόθεση αυτή το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77 έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης. Συγκεκριμένα εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κοκαΐνης που αφορά στην παρούσα υπόθεση η ποσότητα που ικανοποιεί το τεκμήριο είναι 10 ή περισσότερα γραμμάρια. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχει αποδειχθεί χωρίς αμφιβολία ότι το σακούλι που πήρε ο ΜΥ1 στο σπίτι του κατηγορούμενου περιείχε κοκαΐνη δηλ. ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α με βάση το Ν.29/77και ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Εξάλλου το παραδέχτηκε ο ίδιος, όπως παραδέχτηκε ότι έκανε χρήση με τον τρόπο που αναφέρεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί και η «κατοχή» από τον κατηγορούμενο με την έννοια του φυσικού ελέγχου, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Θεωρώ πως η απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να είναι αρνητική. Και εξηγώ. Η κοκαΐνη αγοράστηκε από τον ΜΥ1 και χωρίς αμφιβολία κατείχετο από τον ίδιο. Εξάλλου το παραδέχτηκε στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του και τιμωρήθηκε, όπως το παραδέχτηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΥ1 δε πήρε το σακούλι με την κοκαΐνη στο σπίτι του κατηγορούμενου, φίλου του και έκαναν χρήση μαζί. Ο κατηγορούμενος έπιασε το σακούλι στιγμιαία για να μπορέσει να βγάλει από μέσα την ποσότητα κοκαΐνης που χρειαζόταν για την χρήση. Στη συνέχεια ο ΜΥ1 πήρε το σακούλι και έφυγε. Με βάση αυτά και χωρίς άλλη μαρτυρία προκύπτει κατ' αρχήν ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε τη φύλαξη του σακουλιού με την κοκαΐνη ή πραγματικό έλεγχο της. Στρέφοντας τώρα την προσοχή μου στο κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται το κριτήριο της κοινής κατοχής σημειώνω τα εξής. Το εν λόγω κριτήριο συνίσταται, σύμφωνα με τη νομολογία, στο κατά πόσον τα ναρκωτικά αποτελούν μια κοινή παρακαταθήκη (common pool) από την οποία όλοι οι εμπλεκόμενοι, σε αυτή την περίπτωση ο ΜΥ1 και ο κατηγορούμενος, είχαν το δικαίωμα να προβούν σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Hiscock ανωτέρω αλλά και την Πολύβιος Σίφουνας ν. Αστυνομίας και Σταύρος Πέτρου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 115/06 και 125/06 ημερ. 21.2.2007 στην οποία η εν λόγω απόφαση κάνει αναφορά). Στην κρινόμενη περίπτωση ακριβώς δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Πολύ περισσότερο δεν προκύπτει αναφέρεται εδώ οιαδήποτε πρόθεση προμήθειας από μέρους του κατηγορούμενου σε άλλο πρόσωπο, όπως εν πάση περιπτώσει πολύ ειλικρινά και ορθά κατά την κρίση μου αποδέχτηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής κατά την αγόρευση του. Όπως γίνεται αντιληπτό με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί στις κατηγορίες 1 και 2. Έχοντας όμως υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω παρατηρώ πως έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α δηλ. κοκαΐνης. Τίθεται συνεπώς θέμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Παρεμβάλλω ότι αυτό αποτελεί εισήγηση και της κατηγορούσας αρχής στα πλαίσια της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της αλλά είναι αποδεκτό ενόψει της μαρτυρίας του ίδιου του κατηγορούμενου και από την πλευρά της Υπεράσπισης (βλ. σελ.4-5 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της). Το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 έχει ως εξής: « Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. » Για την άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 85
(4)του Κεφ. 155 θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις (βλ. και σύγγραμμα των κ.κ.Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus σελ. 75):
- Στο τέλος της Δίκης το Δικαστήριο να είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχθεί με μαρτυρία, η διάπραξη αδικήματος από τον Κατηγορούμενο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
- Ο Κατηγορούμενος να μη μπορεί να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
- Ο Κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Με άλλα λόγια, η ποινή που προβλέπεται από το Νόμο για το αδίκημα που προστίθεται στο κατηγορητήριο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ποινή που προβλέπεται για το αρχικό αδίκημα.
- Ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Σχετικές με την εφαρμογή του άρθρου 85.4 του Ποινικού Κώδικα, είναι και οι υποθέσεις Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας 24 CLR 192, Φορής ν. Δημοκρατίας
(1980)1 ΑΑΔ 152, 177 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, 466 στις οποίες επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τροποποίηση του κατηγορητηρίου αφού:
- Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α δηλ. κοκαΐνης και έχουν αποδειχθεί οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος.
- Δεν είναι δυνατή η καταδίκη του Κατηγορούμενου για το αδίκημα αυτό χωρίς προηγούμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
- Η ποινή για το αδίκημα αυτό είναι ίδια με αυτήν που προνοείται για την κατηγορία
- Καμία δυσμένεια δεν θα προκληθεί στον Κατηγορούμενο. Ας σημειωθεί ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου περί πλήρωσης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος προκύπτει με βάση τη δική του μαρτυρία αλλά και την μαρτυρία του ΜΥ
- Ενόψει των ανωτέρω, τροποποιώ το κατηγορητήριο, με την προσθήκη 3ης κατηγορίας ως εξής : " Έκθεση Αδικήματος Αρ. Κατηγορίας 3 Παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α', κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 10(α), 30, 31, 31 Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες αδικήματος Ο κατηγορούμενος περί το τέλος Αυγούστου 2008 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, έκανε χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, δηλαδή, κοκαΐνης. " ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η Κατηγορούσα Αρχή συνεπώς είναι κατάληξη μου ότι απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 1 και 2 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται εν σχέση με αυτές. Με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω όμως κρίνω πως έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η 3η κατηγορία και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και κατοχή του με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο