← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Vladislav DROBKOV, Αρ. Υπόθεσης: 23218/15, 19/3/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Vladislav DROBKOV, Αρ. Υπόθεσης: 23218/15, 19/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23218/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ εναντίον Vladislav DROBKOV Κατηγορούμενου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/3/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν η κα Άντρη Δημητρίου Χρέη διερμηνέα από τα ελληνικά στα ρωσικά και αντίστροφα εκτελεί ο κ. Ανδρέας Χάρπας ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος παράνομα επιτέθηκε κατά του Αστυφύλακα 3778 Α. Σωφρονίου από τη Λεμεσό. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: "Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές". Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα
  1. Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε σε μια δικάσιμο και σήμερα ακούστηκαν οι αγορεύσεις αμφοτέρων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, τα Τεκμήρια 2 - 5 και εξοικονόμησαν πολύτιμο δικαστικό χρόνο και αυτό είναι προ τιμή αμφοτέρων των ευπαιδεύτων συνηγόρων και το Δικαστήριο εκφράζει την ευαρέσκεια του σ' αυτό. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 - 5 εφόσον είναι παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν και ουσιαστικά είχε ως κύριο άξονα την γραπτή κατηγορία και την απάντηση του κατηγορούμενου. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε με την παράθεση της μαρτυρίας των πρωταγωνιστών του κατ' ισχυρισμό επεισοδίου, δηλαδή του Μ.Κ.1, Αστυφύλακα 3778 Α. Σωφρονίου και του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 1 και χωρίς να επαναληφθεί αυτολεξεί το περιεχόμενο αυτής, ουσιαστικά κάνει αναφορά ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο αφού εντόπισε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ακινητοποιημένο, εντόπισε τον κατηγορούμενο, όπου διαπιστώθηκε υπέρβαση του ορίου κατανάλωσης αλκοόλης, οι απαντήσεις που έδινε ο κατηγορούμενος και ακολούθως αναφέρθηκε στη σύλληψη του κατηγορούμενου, την εναπόθεση σ' αυτόν χειροπέδων στα χέρια του κατηγορούμενου μπροστά και κατά τη μεταφορά στην τροχαία Λεμεσού, ο κατηγορούμενος τον κτύπησε στο πρόσωπο, λέγοντας τις φράσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και ακολούθησε η κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο, αλλά και ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει το σχετικό έντυπο δικαιωμάτων. Στην προφορική του εξέταση, αναφέρθηκε στα στοιχεία που άπτονται των τροχαίων παραβάσεων και εν μέρη τις εξυβρίσεις που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, ότι δεν μπορούσε ο μάρτυρας λόγω της σωματικής διάπλασης του κατηγορούμενου να τοποθετήσει τις χειροπέδες έχοντας τα χέρια πίσω, διότι υπήρχε ο κίνδυνος σπασίματος του καρπού του κατηγορούμενου. Αναφέρθηκε στην αντίσταση που πρόβαλε ο κατηγορούμενος και περιέγραψε τον τρόπο που τον κτυπούσε στο πρόσωπο και στον ώμο. Παραδέχθηκε ο μάρτυρας ότι θα έπρεπε να κρατούσε τις χειροπέδες του κατηγορούμενου. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος, αφού βεβαίως το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και να αντεξεταστεί και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί η εκδοχή του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος κατάθεσε ως Τεκμήριο 6 σχετικό έντυπο που φαίνονται δύο φωτογραφίες της σκηνής, όπου υπήρχε το αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά την επίδικη ημέρα και ώρα και ακολούθως εξιστόρησε τη δική του εκδοχή. Αναφέρθηκε στην πολύ κοπιαστική ημέρα που είχε, τη μετάβαση του σε παρακείμενη ταβέρνα όπου κατανάλωσε αλκοόλ, βότκα όπως την έχει περιγράψει, στην απώλεια λαδιού από το αυτοκίνητο του και ακολούθησε σειρά παραπόνων προς τον Μ.Κ.1 που άπτονταν στην επικοινωνία με δικηγόρο, αλλά και με τη Ρωσική Πρεσβεία και ότι ουσιαστικά ανέμενε την ασφάλεια. Έδωσε τη δική του εκδοχή αναφορικά με το έντυπο δικαιωμάτων όπως το ανάφερε ο Μ.Κ.1 και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι κτύπησε τον Μ.Κ.
  2. Εξέφρασε επίσης παράπονο ότι ο Μ.Κ.1 του επήρε το τηλέφωνο και γενικά η όλη εκδοχή του καταγράφεται στα πρακτικά και θα γίνει ειδική αξιολόγηση τόσο της εκδοχής του κατηγορούμενου, όσο και της εκδοχής του παραπονούμενου. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον παραπονούμενο όσο και τον κατηγορούμενο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και τον τρόπο που έδιναν τη μαρτυρία τους. Το Δικαστήριο έχει ολοκληρωμένη εικόνα τόσο του παραπονούμενου, όσο και του κατηγορούμενου και τους έχει αξιολογήσει όχι μόνο μέσα από τη συμπεριφορά τους μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και γενικά μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Ο παραπονούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον παραπονούμενο, λόγω ακριβώς ότι το βάρος απόδειξης επαφίεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου. Μέσα από την αντεξέταση που υπέστη ο παραπονούμενος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του, αλλά απεναντίας επιβεβαιώθηκε η αξιοπιστία του και ο παραπονούμενος εξήλθε αλώβητος από τη διαδικασία της αντεξέτασης. Παρά την επίμονη και επίπονη αντεξέταση από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου, η οποία ήταν βεβαίως ικανή αντεξέταση, εντούτοις ο μάρτυρας αυτός παράθεσε με σαφήνεια, λεπτομέρεια και πληρότητα, με αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία και αμεροληψία τα όσα έλαβαν χώρα την επίδικη ημέρα. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση του παραπονούμενου να μεροληπτήσει είτε υπέρ του, είτε εναντίον του κατηγορούμενου. Κατ' αρχήν, τα όσα αναφέρθηκαν και που έχουν σχέση με την ισχυριζόμενη εξύβριση δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, διότι δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα, διότι η δεύτερη κατηγορία που αντιμετώπιζε αρχικά ο κατηγορούμενος διακόπηκε, προφανώς λόγω παραγραφής του αδικήματος. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και στα όσα αναφέρθηκαν αναφορικά με την υπέρβαση του ορίου αλκοόλης στον οργανισμό του κατηγορούμενου, διότι πολύ απλά αυτά δεν άπτονται των επίδικων θεμάτων, αλλά ενδεχομένως απασχόλησαν ή θα απασχολήσουν το Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία και ειδικότερα εκδίκαση τροχαίων παραβάσεων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω μαρτυρία, ως ένδειξη της αξιοπιστίας του, ήταν και η παραδοχή του ότι έσφαλλε με το ότι δεν κρατούσε τις χειροπέδες του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης τους ισχυρισμούς του παραπονούμενου αναφορικά με τον τρόπο που κτυπήθηκε, αλλά όχι σε όλη του την έκταση για τον εξής λόγο: στην κατάθεση του Τεκμήριο 1, στη δεύτερη παράγραφο, στη δεύτερη σελίδα, ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε στο πρόσωπο ενώ προφορικά ανάφερε ότι τον κτύπησε στο πρόσωπο και στον ώμο δηλαδή το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση του Μ.Κ.1 ότι κτυπήθηκε στον ώμο αλλά αποδέχεται ότι κτυπήθηκε στο πρόσωπο. Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Βεβαίως δεν υπήρξε σωματική βλάβη του Μ.Κ.1 και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Δεν αποτελεί άλλωστε συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κοινής επίθεσης η σωματική βλάβη, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με το άρθρο 243, του Κεφ. 154 όπου δηλαδή συστατικά στοιχεία του αδικήματος του 243 είναι κοινά με την επίδικη κατηγορία, με την πρόσθετη βέβαια αναφορά ότι απαιτείται και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Αποδέχεται επίσης το Δικαστήριο τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως προς τον τρόπο που καθόταν στο αυτοκίνητο και την τοποθεσία του και τον τρόπο που δέχθηκε τα κτυπήματα, αρνούμενος ουσιαστικά υποβληθείσα θέση ότι ο Μ.Κ.1 καθόταν εμπρός του αυτοκινήτου. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση το Δικαστήριο κρίνει ότι ουσιαστικά ο πυρήνας της υπόθεσης έχει κριθεί, εντούτοις καθηκόντως το Δικαστήριο θα αξιολογήσει και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Με τον κάθε προσήκοντα και απόλυτο σεβασμό προς το πρόσωπο και την προσωπικότητα του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Δυστυχώς, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει έντονα το στοιχείο εκ μέρους του κατηγορούμενου ότι προσπαθούσε να προωθήσει μια εκδοχή, η οποία σε πολλές εκφάνσεις της δεν υποβλήθηκε καν στο Μ.Κ.1 και το Δικαστήριο επεξηγεί κατ' αρχήν τα όσα ανάφερε αναφορικά με το Τεκμήριο 6 και τις φωτογραφίες που επισυνάφθηκαν. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προσφέρουν οτιδήποτε στα επίδικα ζητήματα, διότι πολύ απλά οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί μέρα, ενώ το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα η ώρα 11:30 βραδινή ώρα, που σίγουρα δεν υπάρχει φως της ημέρας. Τα όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος αναφορικά με μετάβαση του σε πλησιέστερη ταβέρνα και κατανάλωση αλκοόλης, αναμφίβολα δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ουσιαστικά όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της υπέρβασης αλκοόλης στον οργανισμό του κατηγορούμενου δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα. Δεν υποβλήθηκαν στον Μ.Κ.1 οι εξής τοποθετήσεις οι οποίες επηρεάζουν αναπόφευκτα και το ζήτημα της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου. Ουσιαστικά, δεν υποβλήθηκαν στον Μ.Κ.2 τα ζητήματα που άπτονταν παραπόνων, όπως είναι η λήψη του κινητού του τηλεφώνου και τα δικαιώματα επικοινωνίας με δικηγόρο και με την πρεσβεία. Τα όσα ανάφερε αναφορικά με το Τεκμήριο 7 και ειδικότερα στα έντυπα δικαιωμάτων και εδώ είναι που έγκειται το κύριο ζήτημα είναι το εξής: προφανώς υπάρχει τυπογραφικό λάθος, διότι δεν θα μπορούσε 19.2.05 να δόθηκε εκείνο το έντυπο. Προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Δυστυχώς, προσπάθησε ο κατηγορούμενος να εκμεταλλευθεί αυτό το τυπογραφικό λάθος, με το οποίο το Δικαστήριο κρίνει ότι αποτελούσε μια απέλπιδα προσπάθεια στο να καταδειχθεί ότι ουσιαστικά παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του επ' αυτού του ζητήματος. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μόνη αξιόπιστη αναφορά είναι του Μ.Κ.1, ο οποίος όχι μόνο στην κατάθεση του, αλλά και προφορικά ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν υπόγραψε το σχετικό έντυπο, εξού και το Τεκμήριο 7 δεν έφερε την υπογραφή του κατηγορούμενου, παρά μόνο του μέλους της Αστυνομίας. Επίσης ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε ευθέως στο Μ.Κ.1 τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με τον τρόπο που είχε τα χέρια του, δηλαδή κάθετα προς το έδαφος. Το Δικαστήριο επ' αυτού του θέματος κρίνει ότι η μόνη αξιόπιστη μαρτυρία είναι αυτή του Μ.Κ.1, ο οποίος περίγραψε και το Δικαστήριο αποδέχεται, ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας δεμένα τα χέρια του με τα δάκτυλα του, κτύπησε με το δεξί του χέρι στο πρόσωπο μόνο τον Μ.Κ.1. Mέσα από τις αγορεύσεις αμφοτέρων των ευπαιδεύτων συνηγόρων, προέκυψαν κάποια ζητήματα και θέσεις τα οποία το Δικαστήριο έχει ήδη αξιολογήσει, αλλά προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις. Έχει γίνει αναφορά για το συστατικό στοιχείο, της μεγάλης αδιαφορίας, αλλά το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση την αξιολόγηση που έλαβε χώρα πιο πάνω και με τον τρόπο που κτύπησε ο κατηγορούμενος τον Μ.Κ.1, το κτύπημα έγινε με πρόθεση. Η αναφορά από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου ότι δεν προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ο άλλος αστυνομικός, δεν βοηθά οτιδήποτε στην υπόθεση και γενικά στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου, διότι ουσιαστικά προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα το θύμα της παράνομης επίθεσης του κατηγορούμενου, δηλαδή ο Μ.Κ.1. Τα όσα αναφέρθηκαν και έγινε σχετική επιχειρηματολογία αναφορικά με το έντυπο, δηλαδή το Τεκμήριο 7, έχει γίνει σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου τα πιο κάτω: Στις 18.2.15 και ώρα 11:30 μ.μ. περίπου, έγινε σχετικός έλεγχος στον κατηγορούμενο για ζητήματα βεβαίως που δεν αφορούν τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή της κατανάλωσης αλκοόλης, ούτε βεβαίως λαμβάνονται υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν με την ισχυριζόμενη εξύβριση του Μ.Κ.1, όμως, κατά την μεταφορά του κατηγορούμενου στην τροχαία Λεμεσού, ο κατηγορούμενος, με πρόθεση, κτύπησε τον Μ.Κ.1 με το δεξί του χέρι, έχοντας δεμένα τα χέρια του με χειροπέδες στο πρόσωπο του Μ.Κ.1. Από την επίθεση δεν έχει προκληθεί σωματική βλάβη στο Μ.Κ.1. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.