ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΣ ΤΡΙΚΚΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 25919/15, 14/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25919/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΣ ΤΡΙΚΚΗΣ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Μ. Σωφρονίου Κατηγορούμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δια του παρόντος κατηγορητηρίου μία κατηγορία. Η κατηγορία, αφορά το αδίκημα του καθήκοντος για ασφαλή φύλαξη μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 14 (Α) και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 3/10/2015 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού ενώ ήταν ιδιοκτήτης του μοτοποδηλάτου με αρ. εγγραφής ΗΜΑ 507 παρέλειψε να λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του πιο πάνω οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε 3 μάρτυρες τον ΕΑ 5452 Γ. Σωτηρίου (ΜΚ1), την Γ/Αστ.3362 Κ. Μιχαήλ (ΜΚ2) και τον Γιώργο Τρίκκη (ΜΚ3). Η ουσία της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία και ενώ ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αναφερόμενου μοτοποδήλατου παρέλειψε να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για την ασφαλή φύλαξη του με αποτέλεσμα αυτό να χρησιμοποιηθεί από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκε από τον ΜΚ3, γιό του κατηγορούμενου. Μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας προκύπτει ότι η υπεράσπιση επιμένει ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο ήταν τα δέοντα και εύλογα. Σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε η εγγραφή του οχήματος επ' ονόματι του κατηγορούμενου και το ότι το πρόσωπο που το οδήγησε ήταν μη εξουσιοδοτημένος οδηγός. Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Με αναφορά στη νομολογία και την μαρτυρία προέβαλε τη θέση ότι όχι μόνο δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αλλά τα γεγονότα δεν δεικνύουν ούτε εύλογη υποψία εναντίον του κατηγορούμενου για την διάπραξη του αδικήματος αυτού. Κάλεσε ως εκ τούτου το Δικαστήριο να απαλλάξει και αθωώσει τον κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι αφήνει το ζήτημα στην κρίση του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά καθιερωμένες. Ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). Υπενθυμίζω περαιτέρω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλέπε R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιεγγέρη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Π.Ε. 121/2014, 16/12/2016 και In Re Kakos, ανωτέρω). Αποτελεί συνήθη και ορθή πρακτική από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, όταν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, να αιτιολογεί συνοπτικά την απόφασή του, αποφεύγοντας έτσι να υπεισέλθει σε πρόωρη ανάλυση της μαρτυρίας, ενόψει της συνέχισης της δίκης (βλέπε Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Π.Ε. 112/2014, 20/11/2015 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη (βλέπε Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ, ανωτέρω). Παραθέτω ως εκ τούτου την ουσία της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής με αναφορά στα ουσιώδη και επίδικα ζητήματα. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού αποσπασμένος στην Τροχαία όπως επίσης και τον Οκτώβριο του
- Αναγνώρισε την κατάθεση του την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αναφέρει σε αυτήν ότι κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ανέκοψε για έλεγχο το μοτοποδήλατο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και το οποίο οδηγείτο από τον 15 ετών τότε ΜΚ
- Διαπίστωσε από έλεγχο ότι ο εν λόγω οδηγός οδηγούσε χωρίς άδεια, ασφάλεια, κράνος, άδεια κυκλοφορίας, ενώ ήταν ακινητοποιημένο το όχημα και χωρίς πινακίδες εγγραφής. Τον πληροφόρησε για τα αδικήματα απάντησε «Συγνώμη» και τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα με τον νεαρό να απαντά «Συγνώμη κύριε, δεν το ξέρει ο παπάς μου» ενώ ζήτησε να τηλεφωνήσει στον πατέρα του. Στην συνέχεια μετέφερε στον σταθμό το μοτοποδήλατο και τον συλληφθέντα και ανέλαβε τον περαιτέρω χειρισμό και εξετάσεις η Γ/Αστ.
- Ο συλληφθείς ανάφερε δεν δικαιούτο να οδηγεί μοτοποδήλατο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι όταν ανέκοψε για έλεγχο το όχημα αυτό ήταν σε λειτουργία και το εξέτασε εξωτερικά. Πρόσεξε ότι δεν υπήρχαν κλειδιά πάνω στο μοτοποδήλατο. Η ΜΚ2 υπηρετεί στο τμήμα μικροπαραβάσεων Λεμεσού. Αναγνώρισε το τεκμήριο 2 ως την κατάθεση της την οποία και κατέθεσε. Αναφέρει ότι στις 3/10/2015 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Γιώργιο Τρίκκη και τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που αναφέρθηκαν από τον ΜΚ
- Και για τα οποία παραδέχθηκε ενοχή. Ακολούθως στις 11/10/2015 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς ότι ενώ ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΜΑ 507 δεν έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα με αποτέλεσμα αυτό να οδηγηθεί από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο δηλαδή τον γιό του Γιώργο. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Κατάθεσε την γραπτή κατηγορία προς τον κατηγορούμενο ως Τεκμήριο 3 και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ως Τεκμήριο
- Στην ερώτηση εάν έκανε οποιαδήποτε έρευνα για την υπόθεση ανάφερε ότι βασίστηκε στην κατάθεση του ΜΚ1 και έλαβε τις ανακριτικές καταθέσεις. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανάφερε ότι δεν θυμόταν εάν επιθεώρησε το μοτοποδήλατο αλλά θυμάται ότι ήρθε αυτό στον σταθμό και πρέπει να το είδε. Δεν θυμόταν να το περιγράψει αλλά ούτε και αν ο συνάδελφος της, της παρέδωσε κλειδιά του μοτοποδήλατου. Ερωτήθηκε δε ποια η μαρτυρία που της δημιούργησε την εύλογη υποψία για την διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο και την οδήγησε στο να του λάβει ανακριτική κατάθεση με την ΜΚ2 να απαντά ότι έλαβε υπόψη της την κατάθεση του συναδέλφου της που ανέκοψε το μοτοποδήλατο. Δεν γνωρίζει βάση ποιού άρθρου κατηγορείται ο κατηγορούμενος αλλά ενήργησε ανέφερε ως ο εξεταστής και ανακριτής της υπόθεσης. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι δεν έλαβε τα εύλογα μέτρα και οδηγήθηκε το όχημα από άλλο άτομο. Η υποψία της για το αδίκημα προκύπτει από το ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και το όχημα οδηγήθηκε από τον γιό του χωρίς αυτός να το ξέρει. Ερωτούμενη για το ποια ήταν τα εύλογα μέτρα που έπρεπε να λάβει η ΜΚ2 απάντησε ότι εύλογα μέτρα θεωρούνται να έχει τα κλειδιά υπό την φύλαξη του και επίσης να είχε το μοτοποδήλατο σε χώρο που να μην μπορεί να το οδηγήσει κάποιος που να μην δικαιούται. Επέμεινε δε στις ερωτήσεις ότι κατηγόρησε τον κατηγορούμενο χωρίς να έχει μαρτυρία ότι από την στιγμή που είναι δικό του το μοτοποδήλατο και αυτό οδηγήθηκε από άτομο που δεν δικαιούται διαπράχθηκε το αδίκημα. Ο ΜΚ3 είναι ο γιός του κατηγορούμενου και το πρόσωπο το οποίο βρέθηκε την επίδικη ημερομηνία να οδηγεί το μοτοποδήλατο. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την ανακριτική του κατάθεση. Σε αυτήν αναφέρει ότι Το μοτοποδήλατο ανήκει στον πατέρα του ο οποίος διατηρεί εργοστάσιο γυαλιών και φωτοβολταικών. Στις 3/10/2015 και περί ώρα 10:00 πήγε με τον πατέρα του στο εργοστάσιο και ενώ ο τελευταίος ανέβηκε στον 1ο όροφο για μια δουλειά ο ΜΚ3 μπήκε στο εργοστάσιο. Βρήκε το μοτοποδήλατο με κλειδωμένο το δισκόφρενο και δεν είχε κλειδιά. Ο ίδιος τότε έβγαλε το δισκόφρενο από πάνω, το έβγαλε έξω από το εργοστάσιο με σκοπό να το ξεκινήσει και να το οδηγήσει. Όλα αυτά αναφέρει έγιναν χωρίς να το πάρει είδηση ο πατέρας του. Στις 16:30 της ίδιας μέρας πήγε και πήρε το μοτοποδήλατο και το ξεκίνησε αφού έκοψε το σύρμα της κλειδαριάς και το οδήγησε. Ενώ το οδηγούσε ανακόπηκε από την αστυνομία και επειδή δεν είχε άδεια οδηγού συνελήφθηκε ενώ δεν φορούσε κράνος και τα έγγραφα δεν ήταν σε ισχύ. Ο πατέρας του δεν γνώριζε ότι ο ίδιος το οδηγούσε. Ο ΜΚ3 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον πατέρα του και συμφώνησε ότι ανακόπηκε για έλεγχο και προέκυψαν τα αδικήματα τα οποία αναφέρθηκαν από τον ΜΚ
- Επανέλαβε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία πήγε με τον πατέρα του στο εργοστάσιο κατά τις 10 το πρωί. Ανάφερε ότι δισκόφρενο είναι το σημείο που βρίσκονται τα φρένα του οχήματος και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο έλαβε κατοχή του οχήματος. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι είναι ένας τροχός και τι δισκόφρενο είναι ενσωματωμένο στον τροχό βιδωμένο και συγκρατείται από τα φρένα. Μέσα είχε αλυσίδα και δεν μπορούσε να κυλήσει ο τροχός έτσι έβγαλε το δισκόφρενο από πάνω για να μπορεί να κινείται ο τροχός και χρησιμοποιούσε τα πισινά φρένα και μετά ξεβίδωσε το μπροστινό πλαστικό, ένωσε τα σύρματα και ξεκίνησε το μοτοποδήλατο. Το μοτοποδήλατο βρισκόταν εντός του εργοστασίου σε αποθηκευτικό χώρο με το δισκόφρενο να είναι με αλυσίδα στερεωμένη πάνω σε στύλο με σίδερο οπότε έβγαλε το δισκόφρενο που είχε την αλυσίδα και έπιασε το μοτοποδήλατο. Όταν πήγαν με τον πατέρα του στο εργοστάσιο του είπε ότι θα φύγει αλλά έμεινε μέσα στο εργοστάσιο και έπιασε το μοτοποδήλατο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανάφερε ότι έψαξε τα κλειδιά και δεν τα βρήκε και για αυτό έβγαλε το δισκόφρενο που είναι μεγάλη διαδικασία και μετά το πλαστικό και ξεκίνησε το όχημα με τα σύρματα. Ανάφερε ότι για να βγει το δισκόφρενο πρέπει να ξεβιδώσεις βίδα, να βγάλεις τον τροχό, να βγάλεις τα φρένα μετά να ξεβιδώσεις το δισκόφρενο και μετά να τα βάλεις ξανά όλα πίσω. Η πιο πάνω είναι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και με βάση αυτή θα πρέπει το Δικαστήριο να καταλήξει εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και δύναται να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Με βάση την νομολογία και τις αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και την νομική πτυχή του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 14Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως έχει τροποποιηθεί προνοεί τα ακόλουθα: «14 Α. -
(1)Ο ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος του από οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
(2)Παράβαση της δυνάμει του εδαφίου
(1)επιβαλλόμενης υποχρέωσης συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(3)Σε ποινική δίωξη ιδιοκτήτη οχήματος για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή της χρησιμοποίησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ενοχής του ιδιοκτήτη αυτού, εκτός αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για αποτροπή τέτοιας μη εξουσιοδοτημένης χρησιμοποίησης.
(4)Για σκοπούς του άρθρου αυτού - «ιδιοκτήτης», χωρίς επηρεασμό της ερμηνείας που αποδίδεται στον όρο αυτό δυνάμει του άρθρου 2, περιλαμβάνει και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του μηχανοκίνητο όχημα. «μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος ή να έχει τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος και (β) να μην έχει λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρήσης του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (βλέπε επίσης Παντελής Χαραλάμπους v. Aστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 72). Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι εφόσον αποδειχθεί ότι το μηχανοκίνητο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου και οδηγήθηκε, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε, από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ήτοι από πρόσωπο το οποίο δεν δικαιούται, το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους του Κατηγορουμένου να αποδείξει ότι αυτός έλαβε όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρησιμοποίησης αυτής. Παρόλα αυτά όμως το να μην έχει λάβει κάποιος ιδιοκτήτης τα εύλογα μέτρα αποτελεί ένα εκ των δύο συστατικών στοιχείων του αδικήματος και για το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία. Ο Νομοθέτης, με τη θέσπιση του άρθρου 14Α το έτος 2000 και τη φράση «όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα» έχει καθορίσει το καθήκον και την ευθύνη που επιφορτίζεται κάθε ιδιοκτήτης οχήματος. Δεν είναι αρκετό να έχει λάβει κάποια εύλογα μέτρα, αλλά υπέχει υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα. Το κατά πόσο αυτό έχει συμβεί είναι θέμα που εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης χωριστά. Για σκοπούς εκ πρώτης όψεως και χωρίς να αξιολογώ καθ' οιονδήποτε τρόπο την δοθείσα μαρτυρία κρίνω ότι έχει αποδειχθεί για σκοπούς τους σταδίου αυτού η ιδιοκτησία του οχήματος και η χρήση του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εν τη εννοία του νόμου. Σημειώνω ότι αυτά τα σημεία δεν έχουν άλλωστε αμφισβητηθεί και από την υπεράσπιση. Εκείνο που απομένει επομένως να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία που να πληροί για σκοπούς αυτού του σταδίου το συστατικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε τα εύλογα μέτρα για να αποτρέψει την χρήση της από τον γιό του εν προκειμένω. Υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν, την μαρτυρία που ενώπιον μου υπάρχει και η οποία σημειώνω παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δεν είναι δυνατή. Όπως και σε κάθε περίπτωση μαχητού τεκμηρίου και μεταφοράς του βάρους απόδειξης η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει εκ πρώτης μαρτυρία ικανή ακόμα και σε περίπτωση πλήρους αποδοχής της και ιδωμένης στο απόγειο της να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Μια μαρτυρία όμως ως η υπό κρίση με ιδιαίτερη αναφορά στην μαρτυρία του ΜΚ3 κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να αποτελέσει βάση γεγονότων για κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Επεξηγώντας την πιο πάνω κατάληξη μου αναφέρω ότι ο ΜΚ1 ανάφερε ότι το μοτοποδήλατο βρισκόταν σε λειτουργία όταν ανακόπηκε και δεν υπήρχαν κλειδιά. Η ΜΚ2 ανάφερε επιπλέον ότι δεν θυμόταν να της παρουσιάσθηκαν κλειδιά. Επιπλέον όμως η μαρτυρία του ίδιου του ΜΚ3, που η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να παρουσιάσει ως μάρτυρα κατηγορίας, δεικνύει ότι ο ίδιος ως ο οδηγός του μοτοποδήλατου κατά τον ουσιώδη χρόνο ενήργησε διαδικασίες χρονοβόρες με σκοπό να λάβει κατοχή του οχήματος. Τα όσα ο ίδιος ανέφερε για τον τρόπο με τον οποίο έβγαλε από το μοτοποδήλατο το δισκόφρενο, την αλυσίδα με την οποία ήταν περασμένο σε μεταλλικό στύλο, την αφαίρεση των φρένων, την εκ νέου συναρμολόγηση και μεταφορά του μοτοποδήλατου και τελικά την αποσυναρμολόγηση των πλαστικών για να τεθεί σε λειτουργία το μοτοποδήλατο με τα σύρματα κρίνω ότι όχι απλά δεν αποτελούν στο σύνολο τους ικανή μαρτυρία να καλέσω τον κατηγορούμενο σε απολογία και δεν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό για αυτό το στάδιο το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας αλλά περαιτέρω τείνουν να αποδείξουν, χωρίς βεβαίως σε αυτό το στάδιο να αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ευλόγως με σκοπό την μη χρησιμοποίηση του οχήματος του. Η κλήση του κατηγορούμενου με τα πιο πάνω δεδομένα και την μαρτυρία που η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να παρουσιάσει κρίνω ότι δεν προσφέρεται. Η μαρτυρία του ΜΚ3 χωρίς να αξιολογείται είναι κρίνω αυτόδηλη των όσων αναφέρω και αποκλείει κάθε δυνατότητα κλήσης του κατηγορούμενου σε απολογία λόγω έλλειψης ενός εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Ενόψει των όσων ανωτέρω έχω αναφέρει κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).................................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Traffic / Interim / Prima Facie Case/ 14Α Ν. 86/72 Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως υπόθεση / Εύλογα μέτρα/ άρθρο 8. Ν.86/72 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο