Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. KHALIL ALRAMADAN κ.α., Αρ. Υπόθεσης:15339/17, 7/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:15339/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. KHALIL ALRAMADAN MOHAMMAD ASHKAR ALI Κατηγορούμενου -------------------------- Ημερομηνία: 07 Μαρτίου 2018 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Ντ. Χ''Κωνσταντίνου Για κατηγορούμενο 1: κα. Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος 1: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενώπιον μου ενοχή για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο ήτοι των κατηγοριών 1 μέχρι και
- Σημειώνω ότι για τον κατηγορούμενο 2 η διαδικασία ολοκληρώθηκε σε προηγούμενο στάδιο. Με βάση το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τα κάτωθι: 1η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας κινδύνου τρίτου μέρους. 2η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας οδηγήσεως. 3η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου. Συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 180 χιλιομέτρων την ώρα αντί 80 χιλιόμετρα. 4η κατηγορία: Παράλειψη συμμόρφωσης με οδηγίες αστυνομικού με στολή και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί και ακινητοποιήσει το όχημα του όταν κλήθηκε να πράξει τούτο από τον Αστ.1439 Δ. Χ''Νεοφύτου. Όλα τα πιο πάνω αδικήματα έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στις 14/09/2017 στον παρακαμπτήριο δρόμου Πάφου - Λεμεσού παρά τον κυκλικό κόμβο Αγίου Αθανασίου της Επαρχίας Λεμεσού και ενώ ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΚΒ
- Τα γεγονότα έχουν τεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Στις 14/09/2017 και περί ώρα 06:30 ο Μ1 διενεργούσε έλεγχο τροχαίας όταν εντόπισε το όχημα ΚΚΒ 716 να κινείται με ταχύτητα 180 χιλιομέτρων αντί
- Έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει πράγμα που ο τελευταίος παρέλειψε να πράξει και συνέχισε την πορεία του. Μετά από έρευνες διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος και κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «Παραδέχομαι και απολογούμαι». Από έλεγχο προέκυψαν και τα λοιπά αδικήματα. Ο κατηγορούμενος σήμερα είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής. Σε διευκρίνηση που ζητήθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ενόψει του περιεχομένου της έκθεσης του γραφείου ευημερίας με αναφορά σε καταδίκες και ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες για τροχαίες παραβάσεις αλλά με καταδίκες για άλλα αδικήματα. Έδωσε περαιτέρω στοιχεία για την ημερομηνία καταδίκης για την υπόθεση για την οποία ο κατηγορούμενος σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Συγκεκριμένα η ποινή φυλάκισης επιβλήθηκε στις 23/11/2017 και ξεκίνησε να εκτίεται από τις 13/10/
- Προτού προχωρήσω με τις εισηγήσεις της ευπαιδεύτης συνηγόρου του κατηγορούμενου να σημειώσω ότι δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης του γραφείου ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών και βρίσκεται σήμερα κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές όπου και εκτίει ποινή φυλάκισης 18 μηνών από τις 13/10/
- Η συμβία του είναι ηλικίας 20 ετών και είναι υπάλληλος εστιατορίου. Ο κατηγορούμενος είναι πατέρας ενός ανηλίκου 6 ετών από προηγούμενη του σχέση και το οποίο μένει με την μητέρα του. Πριν την σύλληψη του εργαζόταν στις οικοδομές με εισοδήματα περί τα €130 - 150€ εβδομαδιαίως ενώ πλέον λαμβάνει το επίδομα φιλοπονίας από το Τμήμα Φυλακών. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από την Συρία και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Οι γονείς του διαμένουν στην Συρία και ασχολούνται με γεωργικές εργασίες. Ο ίδιος είναι το δεύτερο από 11 αδέλφια τα οποία διαμένουν στην Συρία. Εγκατέλειψε το σχολείο μετά από 9 χρόνια και ασχολήθηκε στο γεωργικό τομέα. Το 2008 ήρθε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων εδαφών και υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο. Συνελήφθηκε για παράνομη παραμονή και καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκισης ενώ μετά την αποφυλάκιση του, του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής έξι μηνών. Το 2011 μετά από σχέση συμβίωσε με Τουρκοκύπρια με την οποία απέκτησε και το παιδί του. Το ζεύγος χώρισε το 2013 και το παιδί μεγαλώνει με την μητέρα του ενώ ο ίδιος έχει με αυτό επικοινωνία. Τον Νοέμβριο του 2011 καταδικάστηκε εκ νέου σε ποινή φυλάκισης 31/2 ετών για υποθέσεις διαρρήξεων και κατοχής και χρήσης παράνομων φαρμάκων. Τον Απρίλιο του 2016 αποφυλακίστηκε και διέμενε με φίλο του στην Λεμεσό ενώ συμβίωνε με κοπέλα από την Ρουμανία με την οποία διατηρεί σχέση μέχρι και σήμερα. Ανάφερε επιπλέον ο κατηγορούμενος στη λειτουργό ότι προέβαινε σε χρήση ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) την οποία και διέκοψε με την βοήθεια ειδικών κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές. Επιπλέον με τα πιο πάνω η συνήγορος του κατηγορούμενου ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης 18 μηνών από τις 13/10/2017 για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Παράλληλα παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή του Επόπτη Γραφείου Παραλαβών και Απολύσεων των Κεντρικών Φυλακών σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών στα πλαίσια της υπόθεσης 15551/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ενώ παράλληλα με την πιο πάνω ποινή οφείλει να εκτίσει και ποινή 94 ημερών από προηγούμενη φυλάκιση. Η συνήγορος υπεράσπισης διευκρίνισε ότι η ποινή των 94 ημερών ενεργοποιήθηκε από ανασταλείσα ποινή σε άλλη υπόθεση. Σύμφωνα με την βεβαίωση του τμήματος Φυλακών ο κατηγορούμενος αναμένεται να αποφυλακισθεί στις 29/3/2019 νοουμένου ότι θα επιδείξει καλή διαγωγή και εργατικότητα. Η συνήγορος του κατηγορούμενου ζήτησε όπως το Δικαστήριο εξετάσει το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας διατάξει όπως αυτή συντρέχει με την επιβληθείσα ποινή των 18 μηνών στην οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 13/10/
- Σύμφωνα με την συνήγορο υπεράσπισης αυτή η διαταγή υα εξυπηρετήσει την αρχή της συνολικότητας της ποινής. Επιπλέον αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή του. Τα αδικήματα τα οποία έχει ο κατηγορούμενος διαπράξει με βάση το παρόν κατηγορητήριο είναι πολύ σοβαρά με ιδιαίτερη αναφορά στο αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Η υπερβολική ταχύτητα και ιδιαίτερα η υπέρβαση κατά τέτοιο ποσοστό ως η παρούσα, ήτοι πέραν του διπλασίου, αποτελεί δυστυχώς την κύρια και γενεσιουργό αιτία πρόκλησης σοβαρών δυστυχημάτων εις τα οποία χάνονται ακόμα και ανθρώπινες ζωές. Επιπλέον και με αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας στην προκειμένη περίπτωση καθιστά το αδίκημα ιδιαίτερα σοβαρό. Η ταχύτητα των 180 χιλιομέτρων αντί των 80 χιλιομέτρων που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και με την οποία ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατέστησε το όχημα του σε ένα επικίνδυνο αντικείμενο, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Έχοντας υπόψη μου και τις πιθανές συνέπειες που μπορούσαν να προκληθούν από την συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, σε μια περίοδο που τα σοβαρά τροχαία δυστυχήματα βρίσκονται ως προανέφερα δυστυχώς σε έξαρση, έχοντας ως μια από τις πιο συχνές γενεσιουργούς αιτίες τους την υπερβολική ταχύτητα, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, δια μέσω των επιβληθείσων ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση είναι πέραν του διπλασίου του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου και ο κίνδυνος στο οποίο ο ίδιος έθεσε όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και άλλους πολίτες που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο ήταν άμεσος. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστα Ζυπιτής v. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ.220 το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. V. Reid,
(1992)3 All E.R.873 αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των νόμων και κανονισμών της τροχαίας είναι επιτακτική και απαραίτητη. Η επιβολή δε αποτρεπτικών ποινών είναι επιβεβλημένη. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα, (βλ. Χαρίλαος Τροκούδης ν. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ.306). Σοβαρότητα βεβαίως έχουν και τα λοιπά αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο όπως το αδίκημα της ανασφάλιστης οδήγησης σε συνάρτηση με τις πιθανές συνέπειες που τέτοια οδήγηση έχει όπως επίσης και η οδήγηση άνευ άδειας οδηγού. Σοβαρή είναι επίσης και η κατηγορία της μη συμμόρφωσης με οδηγίες αστυνομικού με στολή καθότι δεικνύει μια στάση του κατηγορούμενου πλήρους ασέβειας σε νόμους και κανονισμούς αλλά και στα όργανα επιβολής και διατήρησης της τάξης. Το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου ως φαίνεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν τις κατηγορίες δεικνύουν μια στάση του κατηγορούμενου απέναντι σε νόμους και κανονισμούς τροχαίας κίνησης άκρως παραβατική, εγωιστική και ανεπίτρεπτη. Παρά ταύτα η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να προσδοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή, (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας,
(1989)2 Α.Α.Δ.245.) Πλην όμως η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλέπε απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου,
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 57). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας από την μια το σύνολο των γεγονότων, το ύψος της υπέρβασης, την σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ως την έχω προδιαγράψει και από την άλλη τα ελαφρυντικά του Κατηγορουμένου που εστιάζονται στην μη ύπαρξη βαθμών ποινής στην άδεια οδήγησης του, στην άμεση παραδοχή του, την μεταμέλεια και απολογία του, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, έχω αποφασίσει ότι η αρμόζουσα ποινή δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορούμενου. Οιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου αλλά θα έστελνε επιπλέον λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο όσο και σε νέους επίδοξους παραβάτες. Αναφορικά τώρα με την πιθανότητα έκδοσης διατάγματος στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδηγήσεως το Δικαστήριο κατά την εξέταση του θέματος αυτού, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες διάπραξης και τη σοβαρότητα του αδικήματος, καθώς επίσης και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ.57, η οποία αφορούσε σε οδήγηση χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με αναφορά στην υπόθεση Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Σε σειρά υποθέσεων το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης - (βλ. μεταξύ άλλων, Solomos Stylianou v. The Police
(1962)C.L.R. 152, Andreas Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81, Μαρία Παναγίδου και Άλλος ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 448, Μιχαήλ Σαρίδης άλλως Μάϊκ ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465).» Ενόψει των όσων πιο πάνω ανάφερα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις κάτωθι ποινές: Στην 1η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην 2η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην 3η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 1 μήνα πλέον 5 βαθμοί ποινής να αναγραφούν επί της άδειας οδήγηση του. Στην 4η κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Περαιτέρω θα εξετάσω κατά πόσο επιβάλλεται στην προκειμένη να ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και να αποστερήσω από τον κατηγορούμενο το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης. Έχει αναφερθεί και βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος εκτίει ποινής φυλάκισης και αναμένεται να αποφυλακιστεί τον Μάρτιο του 2019 ήτοι σε περίοδο 1 έτους περίπου. Στην προκειμένη το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο με αυτά τα δεδομένα η στέρηση του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης θα είναι υπέρμετρα επαχθής για τον κατηγορούμενο. Έχοντας κατά νου ότι ο κατηγορούμενος μετά από πολύμηνη φυλάκιση θα προσπαθήσει να επανενταχθεί στην κοινωνία και μια τέτοια ευκαιρία θα πρέπει να του δοθεί καταλήγω ότι δεν αρμόζει υπό τις προσωπικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελεί η επιβολή μιας τέτοιας ποινής. Στο στάδιο αυτό τώρα θα εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Επισημαίνω ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373). Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι δεν συντρέχουν οιεσδήποτε προσωπικές και/ή άλλες συνθήκες οι οποίες να επιβάλλουν η δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Οι όσες προσωπικές συνθήκες περιβάλλουν το πρόσωπο του κατηγορούμενου, η μεταμέλεια και η παραδοχή του όπως και η μη ύπαρξη βαθμών ποινής έχουν ληφθεί υπόψη και έχουν σαφώς επηρεάσει το ύψος της ποινής. Αυτό που εκκρεμεί για εξέταση είναι κατά πόσο οι επιβληθεισόμενες ποινές θα εκτιθούν διαδοχικά ή θα συντρέχουν με την ποινή που ήδη εκτίει ο κατηγορούμενος των 18 μηνών ως η εισήγηση της συνηγόρου του. Το ερώτημα αυτό συνδέεται άμεσα με την αρχή την συνολικότητας της ποινής και της ανάγκης αντιμετώπισης του κατηγορούμενου για το σύνολο της παραβατικής του συμπεριφοράς. Η απάντηση ερώτημα αυτό είναι αλληλένδετη με την δυνατότητα η παρούσα υπόθεση να λαμβανόταν υπόψη στα πλαίσια επιβολής ποινής στην υπόθεση 15571/17 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ακολούθως το κατά πόσο αυτή εάν λαμβανόταν υπόψη θα επηρέαζε ουσιωδώς το ύψος της επιβληθείσας ποινής. Με βάση την σχετική επί του θέματος νομολογία το κατά πόσο μια υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια κάποιας άλλης εξετάζεται ως παράγοντας κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής άσχετα με τον λόγο που τελικά δεν λήφθηκε υπόψη. Σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου η ποινή φυλάκισης των 18 μηνών επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 13/10/2017 ήτοι 2 ημέρες μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης η οποία έλαβε χώρα σύμφωνα με το κατηγορητήριο στις 11/10/2017. Προκύπτει από αυτό ότι η παρούσα εκκρεμούσε και καταχωρήθηκε ενώ εκκρεμούσε και η αναφερόμενη υπόθεση 15571/17 ως εκ τούτου θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη. Στην σχετική υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκείμενη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις ... Επίκεντρό της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς την συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρό της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθεισομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή , αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από τον Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts
(2000)1 Cr. App. R. (S) 460 .: «If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive». Επιπλέον και αναφορικά τώρα με τον τρόπο έκτισης της ποινής παραπέμπω και στην απόφαση της υπόθεσης Μιχάλης Παράρε ν. Αστυνομίας, Π.Ε.47/2013, ημερ. 20/02/2013 όπου το Δικαστήριο ανέφερε τα κάτωθι σημαντικά: «Τα πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κύρια θέση του εφεσείοντος, διά του συνηγόρου του, ότι αν η υπόθεση καταχωρείτο έγκαιρα θα ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής από το Κακουργιοδικείο, είναι και εύλογη και ορθή. Έπεται ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (δέστε Pikis: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 93 και Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443), πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου
(2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου, (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 72/2010, ημερ. 19.9.2011 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433). Και περαιτέρω δεν πρέπει φραστική και μόνο σημασία να αποδίδεται από το Δικαστήριο στην αποτίμηση και τη σημασία των όλων προσωπικών συνθηκών ενός κατηγορούμενου, ακόμη και για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικές ουσίες, (Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Όλα τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης, (καθυστέρηση στην ποινική δίωξη, νεαρά ηλικία του εφεσείοντος, η ελάχιστη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας προορισμένης για δική του χρήση, η δυνατότητα να είχε η παρούσα υπόθεση ληφθεί υπόψη στην προηγηθείσα καταδίκη του από το Κακουργιοδικείο), δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς την αντίθετη κατεύθυνση, παρά τη διαφορετικότητα των αδικημάτων. Η άσκηση επιβολής ποινής εμπεριέχει ένα εύρος κινήσεων, ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης, άλλως θα αποτελούσε, όπως λέχθηκε στην Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 42/10 και 43/10, ημερ. 14.7.2011, «μια μηχανιστική άσκηση, χωρίς περιθώριο ευλυγισίας.». Η έφεση επιτυγχάνει κατά τρόπο ώστε η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των δύο μηνών να συντρέχει με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο στην υπ΄ αρ. 3556/2011, υπόθεση.». Συνεπακόλουθα κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αυτές, σε συνάρτηση με την σοβαρότητα των κατηγοριών της διάρρηξης και κλοπής που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος σε αντιπαραβολή με τις υπάρχουσες στο παρόν κατηγορητήριο κατηγορίες, η επιβληθείσα ποινή των 18 μηνών δεν θα επηρεαζόταν ουσιωδώς. Ως εκ τούτου κρίνω ότι για την εξυπηρέτηση του σκοπού της αρχής της συνολικότητας της ποινής θα πρέπει η παρούσα ποινή να συντρέχει με την επιβληθείσα στην ποινική υπόθεση με αρ. 15551/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Συνεπακόλουθα η ποινή φυλάκισης να συντρέχει με την ποινή που επιβλήθηκε στην ποινική υπόθεση 15551/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (Υπ.).............. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο