← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΝΗ κ.α., Αρ. υπόθεσης.: 13197/14, 27/4/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΝΗ κ.α., Αρ. υπόθεσης.: 13197/14, 27/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης.: 13197/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ v.

  1. ΧΡΙΣΤΟΥ ΦΑΝΗ
  2. ΕΛΕΝΑ ΦΑΝΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Η. Αγαθοκλέους. Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Δια του παρόντος κατηγορητηρίου οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες: 1ος κατηγορούμενος: 1η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδηγήσεως, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8

(1), 49
(1)(α) και 54 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 60(Ι)/2004. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ο 1ος κατηγορούμενος την 15η Φεβρουαρίου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΥΤ042, στην οδό Μακεδονίας χωρίς να κατέχει άδεια οδηγήσεως. 2η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κίνδυνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(α)
(3)
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος 96
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 97
(1), 156
(1)/03 ,168(I)/06 και 69(l)/07. Ο 1ος κατηγορούμενος την 15η Φεβρουάριου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΥΤ042, στην οδό Μακεδονίας, χωρίς να υπάρχει για τον χρησιμοποιούντα το πιο πάνω όχημα ασφάλεια έναντι κίνδυνου τρίτου μέρους. 3η κατηγορία: Επικίνδυνος οδήγηση, κατά παράβαση των Άρθρων 7
(1), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως έχει τροποποιηθεί και ΚΔΠ 312/07. Ο 1ος κατηγορούμενος την 15η Φεβρουάριου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΥΤ042, στην οδό Μακεδονίας, επικινδύνως δια το κοινό. 4η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ζώνη ασφαλείας, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 15
(1), 17
(2), 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174 του 1986 και Κ.Δ.Π. 109 του 1987 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και Άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 108
(1)/2001. Ο 1ος κατηγορούμενος την 15η Φεβρουάριου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΥΤ042, στην οδό Μακεδονίας χωρίς να είναι προσδεμένος διά ζώνης ασφαλείας. 5η κατηγορία: Παράλειψη συμμορφώσεως με οδηγίες Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Καν.58
(4)(θ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και Άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, Νόμος 166/87. Ο 1ος κατηγορούμενος την 15'' Φεβρουάριου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΥΤ042, στην οδό Μακεδονίας, παρέλειψε να ακινητοποιήσει το πιο πάνω όχημα όταν εκλήθη από Αστυνομικό εν στολή, ήτοι από τον Αστυφύλακα 2671 Α. Περατικό από τη Λευκωσία. 2η κατηγορούμενη: 6η κατηγορία: Επέτρεψε την οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδηγήσεως, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8
(3), 49
(1)(α) και 54 του Περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 60(Ι)/2004. Η 2η κατηγορούμενη την 15η Φεβρουάριου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, επέτρεψε στον 1ο κατηγορούμενο να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΥΤ042, στην οδό Μακεδονίας, χωρίς να κατέχει άδεια οδηγήσεως. 7η κατηγορία: Επέτρεψε την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κίνδυνου τρίτου μέρους, κατά παράβαση του άρθρου 2, 3
(1)(β),
(4)
(5), 38 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος 96
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 97
(1), 156
(1)/03, 168(Ι)/06και 69(Ι)/
  1. Η 2η κατηγορούμενη την 15η Φεβρουάριου 2013, στον Ύψωνα της Επαρχίας Λεμεσού, επέτρεψε στον 1° κατηγορούμενο να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΥΤ042, στην οδό Μακεδονίας, χωρίς να υπάρχει για τον χρησιμοποιούντα το πιο πάνω όχημα ασφάλεια έναντι κίνδυνου τρίτου μέρους. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή στο σύνολο των κατηγοριών που έκαστος αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες κατηγορίας. Ο Αστ. 3621, Γεώργιος Χαραλάμπους (ΜΚ1), ο Αστ.2671 Άρης Περατικός (ΜΚ2) και η Γ/Λοχίας 1106 Σόφη Ιωάννου (ΜΚ3). Μετά την κλήση αμφότερων των κατηγορούμενων σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Περαιτέρω παρουσίασαν ένα μάρτυρα υπεράσπισης την Άννα Στυλιανού, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (ΜΥ1). Προτού προχωρήσω με την παράθεση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τις δύο ενώπιον μου εκδοχές ούτως ώστε να διαφανούν και τα επίδικα ζητήματα που τίθενται προς κρίση. Η κατηγορούσα αρχή προβάλει ότι κατά την ημερομηνία που φαίνεται στο κατηγορητήριο ο ΜΚ2 ο οποίος διεξήγαγε έλεγχο τροχαίας αντιλήφθηκε το όχημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο να οδηγείται από ένα νεαρό ο οποίος δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Του έκανε σήμα να σταματήσει και αντί αυτού ο νεαρός ελάττωσε ταχύτητα και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και διέφυγε. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την 2η κατηγορούμενη - μητέρα του 1ου κατηγορούμενου τους αναφέρθηκε ότι ο οδηγός ήταν ο γιός της και ο οποίος φοβήθηκε να σταματήσει. Ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε άδεια οδήγησης και δεν καλυπτόταν από πιστοποιητικό ασφάλισης. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε ακολούθως τον 1ο κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που είδε να οδηγά το όχημα και έδωσε προς τούτο συμπληρωματική κατάθεση. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος 1 αρνείται ότι ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε την συγκεκριμένη ώρα στο επίδικο σημείο το όχημα και αναφέρει ότι ήταν για ψάρεμα με τον τότε σύντροφο της μητέρας του. Επίσης η κατηγορούμενη 2 αρνείται ότι ανέφερε στην Αστυνομία ότι το όχημα το οδηγούσε ο γιός της. Αποδέχεται ότι της τηλεφώνησαν από την αστυνομία και της είπαν ότι κάποιος οδηγά το όχημα της. Η ίδια επικοινώνησε με την μητέρα της και ενημερώθηκε ότι το όχημα το έπιασε ο αδελφός της Αντρέας Παπανικολάου επειδή το χρειάστηκε. Ο αδελφός της καλύπτεται από ασφάλεια και είχε την συγκατάθεση της να το οδηγεί. Με βάση τις ανωτέρω εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές προκύπτει ότι το επίδικο ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οδηγός του αναφερόμενου στο κατηγορητήριο οχήματος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο 1ος κατηγορούμενος. Το στοιχείο αυτό αφορά το σύνολο των κατηγοριών και ως εκ τούτου θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει και καταλήξει πρώτιστα επ' αυτού. Ενόψει των αντικρουόμενων εκδοχών απαιτείται η αξιολόγηση της μαρτυρίας που ενώπιον μου τέθηκε. ΔΟΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Ο ΜΚ1 υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και στις 15/2/2013 υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών ως ανακριτής. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε αναφορικά με την υπόθεση και την κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 18/12/2013 και ώρα 1435 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού διατάγματος σύλληψης τον κατηγορούμενου 1 και αφού τον ενημέρωσε για τους λόγους της σύλληψης του και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «Δεν φταίω». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 1440 - 1625 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο
  3. Τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της παράλειψης να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού, της οδήγησης με εξ' αντιθέτου φορά, της οδήγησης χωρίς άδεια οδηγού και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης. Ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ως Τεκμήριο 2 καταχώρησε την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο 1 και ως Τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης αλλά η Λοχίας 1106 (ΜΚ3). Μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης έγιναν προσπάθειες για εντοπισμό του κατηγορούμενου 1 και εκτέλεση του εντάλματος. Δεν θυμάται πότε εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης αλλά θυμάται ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν συνεργαζόταν με την αστυνομία και δεν πήγαινε στο τμήμα. Η σύλληψη έγινε στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών όπου λογικά θα ήρθε μόνος του ο κατηγορούμενος
  4. Στην υποβολή ότι μόλις ενημερώθηκε ο κατηγορούμενος 1 προσήλθε στον σταθμό απάντησε ότι δεν θυμάται αυτό πράγμα. Υποθέτει ότι ενδεχομένως να κλήθηκε να παρουσιαστεί στον σταθμό και να μην το έπραξε και για αυτό να εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Αυτό όμως δεν το γνωρίζει. Τις ερωτήσεις που έθεσε στον κατηγορούμενο στην κατάθεση του τις αποφάσισε ο ίδιος και δεν γνωρίζει εάν κατηγορήθηκε οιοδήποτε άλλο πρόσωπο για τις επίδικες τροχαίες παραβάσεις. Η ΜΚ3 ήταν το κύριο πρόσωπο ανάφερε και με αυτήν ως συνήθως επικοινωνούσαν. Τα αδικήματα έλαβαν χώρα τον Φεβρουάριο του 2013 ενώ κατάθεση λήφθηκε από τον 1ο κατηγορούμενο τον Δεκέμβριο του
  5. Η καθυστέρηση αυτή δεν οφείλεται στην αστυνομία αλλά στο ότι δεν συνεργαζόταν. Στο ερώτημα κατά πόσο αναζητούσαν τον κατηγορούμενο 1 για 10 μήνες απάντησε ότι θυμάται ότι τον αναζητούσαν καιρό αλλά δεν θυμάται ακριβώς πόσο καιρό. Ο ΜΚ2 ήταν το πρόσωπο που φέρεται να κατήγγειλε το όχημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο για τις επίδικες τροχαίες παραβάσεις. Υπηρετεί στην Τροχαία Αρχηγείου από το 2008 και είναι βοηθός υπεύθυνος στον ειδικό ουλαμό μοτοσικλετιστών και εκπαιδευτής μοτοσικλέτας, αυτοκινήτου, ταχυμέτρου λέιζερ, μονάδων μέτρησης αλκοόλης και άλλων. Αναγνώρισε και κατέθεσε τις συνολικά 4 καταθέσεις που έδωσε για την παρούσα υπόθεση ως Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 το περιεχόμενο των οποίων ανάγνωσε στο Δικαστήριο. Στην κατάθεση του ημερ. 15/2/2013 (Τεκμήριο 4) ο ΜΚ2 αναφέρει ότι στις 15/2/2013 και περί ώρα 17:00 ευρισκόταν για έλεγχο τροχαίας στην οδό Μακεδονίας στον Ύψωνα. Ήταν ένστολος και εκτός δρόμου υπήρχαν δυο περιπολικά οχήματα. Αντιλήφθηκε το όχημα με αρ. εγγραφής EYT 042 μάρκας ROVER το οποίο οδηγείτο από ένα νεαρό ο οποίος δεν έφερε ζώνης ασφαλείας με συνοδηγό επίσης ένα νεαρό. Και οι δύο νεαροί ήταν γύρω στα 17 - 18 ετών. Μόλις έκανε σήμα στον νεαρό και υπέδειξε τον χώρο για να σταματήσει τον είδε ελάττωσε ταχύτητα και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κίνδυνο να τον κτυπήσει ενώ όχημα που ερχόταν από αντίθετη πορεία φρέναρε και έκανε ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση με τον νεαρό οδηγό του EYT
  6. Τον νεαρό οδηγό τον αναγνωρίζει. Επικοινώνησαν αναφέρει περαιτέρω με την μητέρα του νεαρού Ελένη η οποία ανάφερε ότι ήταν ο γιός της και φοβήθηκε να σταματήσει. Το τεκμήριο 5 αποτελεί την 2η κατάθεση του ΜΚ2 η οποία δόθηκε στις 31/5/
  7. Σε αυτήν αναφέρει ο ΜΚ2 ότι ο οδηγός θεάθηκε από απόσταση ενός μέτρου, τον είδε πεντακάθαρα ενώ στην παρουσία του αστυνομικού του σταθμού όταν μετέβηκε μιλήσανε με την μητέρα του η οποία επιβεβαίωσε ότι οδηγούσε ο 17 ετών γιός της ο οποίος φοβήθηκε για αυτό δεν σταμάτησε. Αναφέρει επιπλέον ότι είναι σε θέση να τον αναγνωρίσει εφόσον είναι στην κατάσταση που βρισκόταν τότε. Το τεκμήριο 6 αποτελεί την 3η κατά σειρά κατάθεση του ΜΚ2 για την παρούσα υπόθεση ημερ.6/9/
  8. Σε αυτήν αναφέρει ότι σε συμπλήρωση προηγούμενων καταθέσεων του που αφορούσαν οδήγηση οχήματος από άγνωστο νεαρό μετέβηκε σήμερα (6/9/2013) και ώρα 21:03 στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών. Ως οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής EYT 042 εμφανίστηκε ο Ανδρέας Παπανικολάου ο οποίος δε καμία περίπτωση δεν είναι το πρόσωπο που είδε καθότι ο οδηγός ήταν νεαρής ηλικίας περί τα 18 χρόνια και τον αναγνωρίζει. Τέλος στις 18/12/2013 ο ΜΚ2 έδωσε την τελευταία κατά σειρά κατάθεση του (Τεκμήριο 7) στην οποία αναφέρει ότι στις 21:38 της ίδιας ημέρας (18/12/2013) κι ενώ ευρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών αναγνώρισε ως τον οδηγό του εν λόγω οχήματος τον Χρίστο Φανή (κατηγορούμενο 1). Ανάφερε στο πρόσωπο αυτό το συμβάν και τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επίστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε: «Ήμουν ψάρεμα από το μεσημέρι». Στην συνέχεια της προφορικής του μαρτυρίας ανάφερε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν στην οδό Μακεδονίας στον Ύψωνα η οποία είναι η δεύτερη έξοδος του αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση προς Πάφο. Στον Ύψωνα έξω από την εκκλησία του Αγίου Σάββα ο κατηγορούμενος ερχόταν από απέναντι του και θα περνούσε δεξιά ως η πορεία του. Ανάφερε ότι βρισκόταν δίπλα του σχεδόν, στην πόρτα του οδηγού, πολύ κοντά. Ο ίδιος φορούσε την υπηρεσιακή του στολή, μαύρη με φωσφορούχες λωρίδες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανάφερε ότι βρισκόταν στην Λεμεσό για έλεγχο τροχαίας. Στην ερώτηση κατά πόσο εκείνη την ημέρα είχε λάβει χώρα και η απαγωγή ενός παιδιού στην Λεμεσό απάντησε ότι θυμάται. Στην υποβολή ότι ήρθε στην Λεμεσό με σκοπό τις έρευνες για εντοπισμό αυτού του παιδιού απάντησε ότι μπορεί να παρουσιάσει αριθμό καταγγελιών για να δείξει τον λόγο που ήρθε. Στην θέση ότι περί τις 17:00 τον μήνα Φεβρουάριο νυχτώνει απάντησε ότι δεν νυχτώνει τόσο και στην Λεμεσό διαφέρει από ότι για παράδειγμα στο σπίτι του στην Κακοπετριά που η ώρα 1600 νυχτώνει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι νυχτώνει και απάντησε ότι δεν σκοτεινιάζει και ήταν μέρα ακόμα. Αρνήθηκε ότι δεν υπήρχαν φώτα και επέμεινε ότι υπήρχαν και είναι έξοδοι και ακόμα υπάρχουν φώτα. Δεν στεκόταν στην έξοδο αλλά αρκετά μέτρα μέσα τα οποία δεν μπορεί να προσδιορίσει. Η έξοδος συμφώνησε ότι είναι αριστερόστροφη και δεν στεκόταν πάνω στην κορυφή της αλλά κοντά και τέλος συμφώνησε ότι βρισκόταν στο τέλος της στροφής. Στην υποβολή ότι είδε το όχημα αστραπιαία δηλαδή την ώρα που μπήκε στην έξοδο απάντησε ότι είχε οπτική επαφή λίγο πριν κοντέψει μπροστά του σε αρκετή απόσταση. Βρισκόταν στο τέλος της στροφής αλλά είχε ορατότητα και όχι στιγμιαία. Το όχημα το είδε από αρκετή απόσταση λίγο μεγαλύτερη από την αίθουσα του Δικαστηρίου. Στην υποβολή ότι η αίθουσα είναι 5 μέτρα άρα ρωτήθηκε εάν τον είδε στα 8 μέτρα ο ΜΚ2 απάντησε ότι η αίθουσα του Δικαστηρίου είναι 20 μέτρα. Η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν χαμηλή αλλά δεν μπορεί να προσδιορίσει γιατί δεν είχε ταχύμετρο μαζί του. Ο λόγος που του έκανε σήμα να σταματήσει ήταν γιατί ο οδηγός δεν έφερε ζώνη. Στην ερώτηση πως η ώρα 17:00 που σκοτείνιαζε, σε μια απόσταση ως αυτή που αναφέρει πώς είδε ότι δεν φορούσε ζώνη απάντησε με την εξής αναφορά «Σας προκαλώ να πάμε η ώρα 17:00 στον ίδιο τόπο, στην ίδια ώρα, την ίδια μέρα, ότι μπορώ να σας το αποδείξω ότι βλέπω αν εφόρεν ζώνη». Ερωτηθείς αν έχει κάποια πάθηση ανάφερε ότι έχει υπερμετρωπία και βλέπει πολύ μακριά. Στην υποβολή ότι με την πάθηση αυτή βλέπει θολά απάντησε ότι αναγνωρίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ότι μπορεί και διαβάζει πινακίδες όταν άλλοι μπορούν να δουν τα αυτοκίνητα και αυτό επιβεβαιώνετε εάν ζητηθεί. Απευθυνόμενος δε στο Δικαστήριο ανάφερε ότι η υπερμετρωπία δεν είναι πάθηση αλλά χάρισμα και μπορεί να βγει έξω και να δει οχήματα από πολύ πιο μακριά από άλλους. Ο δρόμος στο επίδικο σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης και ο ίδιος στεκόταν στην μέση. Η έξοδος είναι μονής κατεύθυνσης αλλά ο ίδιος στεκόταν σε σημείο που υπήρχαν δύο λωρίδες στο σημείο που τελειώνει η έξοδος και ξεκινούν οι δυο λωρίδες. Δέχτηκε ότι στεκόταν στην μέση του δρόμου. Το όχημα το είδε σίγουρα 4 - 5 δευτερόλεπτα, όχι πολλά ως ανάφερε χαρακτηριστικά. Στο σημείο είχε και άλλους συναδέλφους του αλλά δεν ξέρει εάν εκείνη την ώρα είχε κάποιον κοντά του. Τα όσα περιέγραψε τα είδε και ο Λοχίας 1504 ο οποίος δεν έδωσε κατάθεση αλλά προέβηκε σε τηλεφωνική κλήση με την μητέρα του κατηγορούμενου. Η τηλεφωνική επικοινωνία που αναφέρει στην 1η του κατάθεση είναι αυτή του Λοχία 1504 αλλά την άκουγε και ο ίδιος καθότι ήταν σε ανοιχτή ακρόαση. Στην άλλη ποινική διαδικασία που έγινε αναφορικά με τα ίδια γεγονότα ανάφερε ότι δεν θυμόταν ποιος επικοινώνησε με την μητέρα αλλά μετά βρήκε τον Λοχία και τον ρώτησε ποιος επικοινώνησε και του είπε αυτός και ο ίδιος όμως έτσι θυμάται. Δέχτηκε δε ότι με το που του ανάφερε ότι ο αυτός επικοινώνησε με την μητέρα του νεαρού θυμήθηκε την επικοινωνία και ότι έγινε και σε ανοιχτή ακρόαση. Αρνήθηκε ότι τα όσα αναφέρει είναι εκ των υστέρων σκέψεις και επέμεινε ότι αναφέρει τα γεγονότα. Ερωτηθείς γιατί δεν ανάφερε στην 1η του κατάθεση ότι άκουσε και ο ίδιος την 2η κατηγορούμενη να λέει ότι οδηγούσε ο γιός της όταν ήταν φρέσκα και τα γεγονότα απάντησε ότι δεν νομίζει ότι χρειαζόταν. Τα περαιτέρω μέτρα για την διερεύνηση μετά την τηλεφωνική επικοινωνία με την μητέρα του κατηγορούμενου δεν ήταν μέσα στα δικά του καθήκοντα. Ερωτηθείς για το πόσες καταγγελίες υπέβαλε για άλλες τροχαίες παραβάσεις από τις 17:00 που έλαβαν χώρα τα επίδικά μέχρι τις 17:30 ζήτησε χρόνο να διερευνήσει και αφού του δόθηκε ένα μικρό διάλειμμα απάντησε ότι μετά το περιστατικό με τον νεαρό προέβη σε 6 τροχαίες καταγγελίες. Στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε μέρα που προέβη σε 140 καταγγελίες και μπορεί να κάνει καταγγελία μέσα σε ένα λεπτό. Στην υποβολή ότι 5 μέρες μετά το περιστατικό και συγκεκριμένα στις 20/2 η συνάδελφος του Αστ. 3160 κατηγόρησε τρίτο πρόσωπο για τις ίδιες τροχαίες παραβάσεις και το πρόσωπο αυτό παραδέχτηκε 3 από τις 4 κατηγορίες απάντησε: «Αν έκανε λάθος η συνάδελφος και πείστηκε, δεν είναι κάτι που με αφορά εμένα, διότι δεν είχα καμία ενημέρωση, Εντιμότατη, αν κατηγόρησαν κάποιο άλλον κύριο μετά τις καταθέσεις τις δικές μου» Θυμάται όμως ότι το πρόσωπο αυτό ήταν πέραν των 40 ετών. Επέμεινε δε ότι δεν είχε καμία σχέση με την διερεύνηση και αν η συνάδελφος του αποφάσισε να κάνει κάτι άλλο μόνη της δεν είναι στα δικά του καθήκοντα να την ελέγξει. Δεν είχε επικοινωνία με την συνάδελφο του και ο ίδιος ενημερώθηκε μετά για 2 πρόσωπα που εμφανίστηκαν ως οδηγοί και προέβηκε στις συμπληρωματικές καταθέσεις. Αφού κατηγορήθηκε το τρίτο πρόσωπο στις 20/2 ο ίδιος ειδοποιήθηκε 3 μήνες μετά να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Ο ίδιος κλήθηκε από τον εξεταστή. Ερωτηθείς κατά πόσο η μητέρα του νεαρού μετέβηκε στον σταθμό στις 15/2 απάντησε: «Νομίζω ήρτε, ναι, χωρίς να. δεν ξέρω». Στην ερώτηση γιατί δεν έδωσε κατάθεση ο Λοχίας 1504, Δημήτρης Ροβέρτος απάντησε ότι δεν είναι αυτός που καθορίζει το ανακριτικό έργο. Τον Ανδρέα που αναφέρει στην συμπληρωματική του κατάθεση του Σεπτεμβρίου δεν θυμάται πότε τον είδε πρώτη φορά και εάν ήταν τον Σεπτέμβριο ή σε προγενέστερο χρόνο και επέμεινε ότι δεν τον είδε πρώτη φορά στο Δικαστήριο ως η υποβολή που του τέθηκε αλλά τον είχε ξαναδεί στον σταθμό. Συμφώνησε ότι ο Ανδρέας φαίνεται πιο μικρός από 40 χρονών αλλά σίγουρα δεν φαίνεται
  9. Δεν έδωσε οιεσδήποτε πληροφορίες για τον οδηγό με αναφορά στα χαρακτηριστικά του καθότι είχαν ήδη μιλήσει με την μητέρα του η οποία είπε ότι επρόκειτο για τον γιό της και δεν το θεώρησε απαραίτητο. Θεωρούσε δε ότι μπορούσε να τον αναγνωρίσει βάσει και της παραδοχής της μητέρας του και έτσι θεώρησε σκόπιμο να μην βάλει χαρακτηριστικά στοιχεία και ότι θα τον έβλεπε και θα τον αναγνώριζε. Δεν έγινε αναγνωριστική παράταξη αλλά θυμάται την σκηνή που τον αναγνώρισε. Ανάφερε ότι μόλις μπήκε στον σταθμό είδε τον νεαρό και πήγε πάνω στον ώμο του και του είπε ότι τον αναγνώρισε ως το οδηγό που οδηγούσε το αυτοκίνητο. Δεν αρνήθηκε ότι όταν τον είδε ήταν μόνος του και ανάφερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον αναγνωρίσει, «ήταν νεαρός ήταν λεβέντης και μέσα σε άλλον κόσμο θα τον αναγνωρίσω». Ότι ήταν λεβέντης το κατάλαβε από το «δείν» του. Επέμεινε δε ότι ο οδηγός του οχήματος την επίδικη ημερομηνία ήταν ο κατηγορούμενος
  10. Δεν θυμάται εάν την επίδικη ημερομηνία είχε συννεφιά και έβρεχε. Στην υποβολή ότι επικοινώνησαν από τον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών με την κατηγορούμενη 2 και αυτή τους είπε ότι δεν γνωρίζει ποιος κρατά το αυτοκίνητο και θα προσπαθήσει να μάθει και να επανέλθει επέμεινε στην θέση του ότι άκουσε την συνομιλία του Λοχία με την κατηγορούμενη η οποία είπε ότι το οδηγούσε ο μικρός της γιός. Στην υποβολή ότι οι αναφορές του στα γεγονότα διαφέρουν από τα όσα ανάφερε σε άλλη ποινική διαδικασία απάντησε ότι είναι ανάλογα με τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Η ΜΚ3 υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών από το 2011 και είναι η εξετάστρια της παρούσας υπόθεσης. Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 την ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης 2 ημερ.20/2/
  11. Στην ερώτηση εάν πέραν της ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορούμενη 2 προέβηκε σε άλλη ενέργεια απάντησε ότι για την υπόθεση έγιναν 3 φάκελοι, σε κάποιον υπήρχε κατάθεση της αλλά δεν γνωρίζει εάν υπάρχει στον συγκεκριμένο. Πέραν της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης 2 όμως σε ουδεμία άλλη ενέργεια προέβηκε. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 ανάφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο
  12. Με βάση δε την κατάθεση του ΜΚ2 και το ότι η κατηγορούμενη 2 ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια έλαβε από αυτήν ανακριτική κατάθεση. Με τον ΜΚ2 μίλησε αφού έδωσε την κατάθεση του για να συνεχίσουν οι ίδιοι την διερεύνηση. Απ' ότι θυμάται από την συνοπτική έκθεση για τα αδικήματα που κατήγγειλε ο αστυνομικός κατηγορήθηκε ο αδελφός της κατηγορούμενης
  13. Πέραν της ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορούμενη 2 δεν έκανε άλλη ενέργεια για την παρούσα υπόθεση αλλά σε σχέση με τα ίδια γεγονότα έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 για ποινικό αδίκημα αν θυμάται αναφέρει καλά. Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής με την παράθεση της ανωτέρω μαρτυρίας αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έδωσαν ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι στις 15/2/2013 ήταν από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ με τον τότε σύντροφο της μητέρας του για ψάρεμα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως την κατάθεση του και ανάφερε ότι απέφυγε να απαντήσει σε πολλές ερωτήσεις γιατί απειλείτο ότι υα πάει φυλακή και ήταν μικρός 17 ετών. Πριν λάβει άδεια οδήγησης δεν οδηγούσε. Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει ότι το αυτοκίνητο ΕΥΤ 042 ανήκει στην μητέρα του και την περίοδο γύρω από τις 15/2/2013 το χρησιμοποιούσε κυρίως η μητέρα του. Δεν επιθυμούσε να απαντήσει εάν είχε άδεια οδηγού κατά την 15/2/
  14. Δεν γνωρίζει εάν άλλος χρησιμοποιούσε το εν λόγω όχημα και δεν ήθελε να απαντήσει ποιος το χρησιμοποιούσε στις 15/2/2013 και στο ερώτημα εάν το οδήγησε ο ίδιος ανάφερε «δεν απαντώ». Ακολούθως ερωτηθείς που βρισκόταν στις 15/2/2013 απάντησε ότι δεν θέλει να απαντήσει και συνέχισε λέγοντας ότι θα απαντήσει αφού δεν έχει κάτι να κρύψει λέγοντας ότι ήταν δουλειά στο ψάρεμα από το μεσημέρι μέχρι που νύχτωσε για τα καλά και δεν μπήκε καθόλου στο αυτοκίνητο. Δεν οδήγησε χωρίς άδεια και δεν απάντησε στο ερώτημα ποιος το οδήγησε. Δεν του έγινε σήμα από αστυνομικό να σταματήσει ποτέ και δεν απάντησε γιατί δεν ερχόταν στον σταθμό μετά που ενημερώθηκε. Έχει άλλα 2 αδέλφια 11 και 8 ετών και ότι άλλο έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 1 απάντησε ότι από ότι θυμάται τα εν λόγω περιστατικά έγιναν μέσα στον Φεβρουάριο. Την κατάθεση του την έδωσε 10 μήνες μετά. Ανάφερε ότι κατά την ημερομηνία της κατάθεσης του έδωσε δυο καταθέσεις, στην πρώτη δεν κατέγραψαν αυτά που είπε και τα έγραψαν με δικά τους λόγια και έτσι έδωσε αυτή την κατάθεση την οποία και υπέγραψε. Επέμεινε δε ότι έτσι έγινε και ανάφερε ότι λέει την αλήθεια. Επέμεινε ότι την επίδικη ημερομηνία δεν οδήγησε το εν λόγω όχημα και ήταν ψάρεμα με τον τότε σύντροφο της μητέρας του. Η κατηγορούμενη 2 αναγνώρισε το τεκμήριο 8 ως την κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως την αλήθεια. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος. Διαμένει στα Πολεμίδια με τους γονείς της και τα 3 της παιδιά ηλικίας 17, 10 και 8 ετών. Έχει ακόμα ένα όχημα με αρ. εγγραφής KXF 266 το οποίο χρησιμοποιεί τις πιο πολλές φορές για τις μετακινήσεις. Σπάνια οδηγεί το επίδικο και το έχει σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας που διαμένει. Στις 15/2/2013 και κατά τις 1600 έφυγε από το σπίτι της με το άλλο όχημα και το επίδικο ήταν σταθμευμένο. Κατά τις 1700 περίπου έλαβε ένα τηλεφώνημα από την αστυνομία και της είπαν ότι κάποιος οδηγά το αυτοκίνητο της και δεν σταμάτησε όταν του έκανε σήμα η Αστυνομία. Ρώτησε εάν ο αστυνομικός εννοούσε ότι ήταν ο γιός της και της απάντησαν ναι. Τότε η ίδια τηλεφώνησε στο σπίτι και ρώτησε την μητέρα της ποιος έπιασε το αυτοκίνητο και εκείνη της είπε ότι είναι ο αδελφός της Ανδρέας Παπανικολάου που έπιασε τα κλειδιά γιατί το χρειάστηκε. Τα κλειδιά τα είχε πάντα φυλαγμένα σε ένα συρτάρι στο υπνοδωμάτιο της και μόνο η ίδια και η μητέρα της ξέρουν που είναι. Το αυτοκίνητο το είχε ξαναδώσει στον αδελφό της. Αφού επιβεβαίωσε με τον αδελφό της ότι οδηγούσε αυτός το αυτοκίνητο και το έπιασε γιατί το δικό του είχε ένα πρόβλημα. Δεν το ρώτησε γιατί δεν σταμάτησε στο σήμα της αστυνομίας και ανάφερε ότι ο αδελφός της καλυπτόταν από την ασφάλεια της να το οδηγεί. Ο αδελφός της είναι ηλικίας 39 ετών και του επέτρεψε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της. Στην προφορική της μαρτυρία ανάφερε ότι της είπε κάποιος αστυνομικός ότι ο γιός της οδηγά το αυτοκίνητο της και του έδειξαν σήμα και δεν σταμάτησε και τότε τους είπε ότι θα πάρει τηλέφωνο να δει ποιος το πήρε γιατί έχει και δεύτερο όχημα. Όταν πήγε να δώσει κατάθεση οι αστυνομικοί της υπαγόρευαν τι έπρεπε να γράψει και να υπογράψει ότι δηλαδή γνώριζε ότι ήταν ο γιός της που οδηγούσε και του επέτρεψε και αυτός οδηγούσε αμελώς αλλά η ίδια έμαθε ότι ο γιός της ήταν ψάρεμα με τον σύντροφο της και τον πήρε τηλέφωνο να δει εάν πήρε το αυτοκίνητο για κάποιο λόγο που δεν το είχε ξανακάνει μέχρι στιγμής. Ο γιός της δεν οδηγούσε πριν ενηλικιωθεί και δεν το επέτρεπε ούτε η ίδια. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι την πρώτη της κατάθεση την έσκισε η ίδια και αρνήθηκε να την υπογράψει. Από ότι θυμάται επικοινώνησαν μαζί της τηλεφωνικά μετά τις
  15. Τη ρώτησαν αν είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος, τους είπε ναι και ότι είναι το δεύτερο όχημα της και της είπαν ότι οδηγά ο γιός της. Η ίδια τους είπε ότι ο γιός της είναι ανήλικος και δεν έχει άδεια και θα προσπαθήσει να μάθει ποιος το οδηγά γιατί όταν έφυγε ήταν σταθμευμένο. Πήρε τηλέφωνο και έμαθε ότι το είχε δανειστεί ο αδελφός της αφού προηγουμένως είχε πάρει τον γιό της για να μάθει που βρισκόταν καθότι σκέφτηκε ότι μπορεί να έκανε λάθος και να έπιασε το αυτοκίνητο. Όταν έμαθε ότι ο γιός της ήταν ακόμα ψάρεμα τηλεφώνησε στην μητέρα της να μάθει ποιος το πήρε και ενημερώθηκε ότι το πήρε ο αδελφός της ο οποίος πέρασε από το τμήμα και έδωσε και κατάθεση ότι ο ίδιος οδηγούσε. Επέμεινε ότι την απείλησαν ότι θα την βάλουν «μέσα» και η ίδια κάλεσε τον Περατικό (αναφερόμενη στον ΜΚ2) ο οποίος την απειλούσε να παρουσιάσει τον γιό της για να τελειώνει η ιστορία να πάει στον στρατό και αν αναγνωρίσει τον γιό της μέσα στους στρατιώτες τότε θα την είχαν παραπλανήσει ο γιός της και ο αδελφός της. Αρνήθηκε ότι η ίδια ανάφερε ότι οδηγούσε ο γιός της και φοβήθηκε να σταματήσει και επέμεινε στην εκδοχή της αναφέροντας ότι αυτά είναι τα λεγόμενα του ΜΚ
  16. Ανάφερε ότι στον αστυνομικό σταθμό ο γιός της ήταν ο μοναδικός νεαρός και αφού του ανάφεραν του ΜΚ2 ότι είναι ο Χρίστος Φανή τον αναγνώρισε. Η ΜΥ1, πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και υπεύθυνη του ποινικού τμήματος ανάφερε ότι έχει στην κατοχή της τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 17326/14 στην οποία εκδόθηκε απόφαση την 25/04/2017 και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  17. Σημειώνω ότι ουδεμία άλλη ερώτηση ή αντεξέταση υποβλήθηκε στην ΜΥ
  18. Η απόφαση το πιστό αντίγραφο της οποίας κατέθεσε αφορά την ποινική υπόθεση της αστυνομίας εναντίον της κατηγορούμενης 2 στην παρούσα και του Ανδρέα Παπανικολάου. Αμφότεροι κατηγορήθηκαν για το αδίκημα της παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό κατά παράβαση του άρθρου 114 του Κεφ.
  19. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη 2 ότι στις 20/2/2013 και ενώ γνώριζε ότι κατά την οδήγηση του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΥΤ 042 διαπράχθηκαν ποινικά αδικήματα, ανάφερε ψευδώς ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 2 και ο Ανδρέας Παπανικολάου ότι για το ίδιο περιστατικό δήλωσε ψευδώς ότι ο ίδιος οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα. Μετά από ακροαματική διαδικασία αμφότεροι οι κατηγορούμενοι απηλλάγησαν και αθωώθηκαν στην κατηγορία που έκαστος αντιμετώπιζε. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο ΜΚ1 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν κρίνω ότι προσήλθε με σκοπό να αναφέρει οτιδήποτε με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Παρόλα αυτά όμως, η μαρτυρία του με αναφορά στα επίδικα ζητήματα επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κρίνω ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι ενέργειες του περιορίστηκαν στη σύλληψη του κατηγορούμενου 1, στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από αυτόν και τη γραπτή κατηγορία. Οι ενέργειες του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν και γίνονται αποδεκτές. Πέραν τούτου όμως, με προβλημάτισε η θέση του όσον αφορά την ισχυριζόμενη αναζήτηση του κατηγορούμενου
  1. Η θέση αυτή που προέκυψε λόγω της παρόδου δέκα περίπου μηνών από τη διάπραξη μέχρι τη σύλληψη και ότι αυτή οφείλεται στη μη συνεργασία του κατηγορούμενου 1, θεωρώ και κρίνω ότι ήταν ασαφής και χωρίς οιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ουδεμία αναφορά έγινε σε συγκεκριμένες ενέργειες που έλαβαν χώρα για εντοπισμό του κατηγορούμενου 1, όπως για παράδειγμα ημερολόγιο ενεργείας στο οποίο να φαίνονται οι ενέργειες που έλαβαν χώρα και οι οποίες θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τη θέση περί έλλειψης συνεργασίας. Ταυτόχρονα δε, ο ίδιος αναφέρει ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 στον Αστυνομικό Σταθμό, χωρίς να αμφισβητεί ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στον Σταθμό. Ενόψει των πιο πάνω αναφέρω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη, πλην της αναφοράς του και της θέσης του για τον λόγο λήψης ανακριτικής κατάθεσης και σύλληψης του κατηγορούμενου 1 δέκα μήνες μετά τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Είναι προφανές ότι πέρα από τις ενέργειες στις οποίες προέβη, δεν είχε ουσιώδη γνώση άλλων γεγονότων. Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω ότι στον ΜΚ1 δεν υποβλήθηκαν οι θέσεις που ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε στην ενώπιον μου μαρτυρία, περί διατύπωσης απειλών και λήψης δύο καταθέσεων, ούτως ώστε να δοθεί σε αυτόν η ευκαιρία και δυνατότητα να θέσει τη δική του εκδοχή. Σημειώνω βεβαίως ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 άπτεται παράπλευρων ζητημάτων και δεν περιλαμβάνει άμεση μαρτυρία σε σχέση με το επίδικο ζήτημα της ταυτότητας του οδηγού του αναφερόμενου στο κατηγορητήριο όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ΜΚ2 αποτελεί τον ουσιαστικότερο μάρτυρα για την παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη μου τα επίδικα θέματα που ουσιαστικά αφορούν την ταυτότητα του προσώπου που οδηγούσε το επίδικο αυτοκίνητο τον ουσιώδη χρόνο. Αναφέρω ότι ο μάρτυρας αυτός προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο, αναφορικά με την αξιοπιστία του και την αλήθεια των λεγομένων του. Έχω μελετήσει με πάσα προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ2, αλλά και το περιεχόμενο των τεσσάρων συνολικά καταθέσεων που έδωσε για την παρούσα υπόθεση. Αποτελεί κατάληξη μου ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ανέφερε στο Δικαστήριο την πλήρη αλήθεια των όσων έλαβαν χώρα το επίδικο απόγευμα, με ιδιαίτερη αναφορά στην αναγνώριση του προσώπου που οδηγούσε το εν λόγω όχημα. Το σύνολο της μαρτυρίας του σε πολλά σημεία διέπεται από υπερβολικές θέσεις οι οποίες συγκρούονται και με τη λογική. Η επιμονή του ότι, σε χρόνο 4-5 δευτερολέπτων και όχι περισσότερο, ως ο ίδιος ανέφερε, αναγνώρισε τον οδηγό ως τον κατηγορούμενο 1, με αποτέλεσμα να αναγνωρίσει αυτόν εντός του Σταθμού δέκα μήνες αργότερα, προβληματίζει σε μεγάλο βαθμό και εγείρει σωρεία ερωτηματικών ως προς την αξιοπιστία του. Το ζήτημα βεβαίως της αναγνώρισης με τον τρόπο που κατά τον ΜΚ2 έλαβε χώρα θα εξεταστεί και σε ξεχωριστό κεφάλαιο, σε συνάρτηση με τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Επιπλέον όμως με τα πιο πάνω ο ΜΚ2 ανάφερε ζητήματα που δεν έχουν σχέση με την υπόθεση θέλοντας να στηρίξει τις θέσεις που προέβαλε όπως ο αριθμός των καταγγελιών που μπορεί να ασκήσει σε πολύ σύντομο χρόνο ή η ικανότητα του να καταγγείλει όχημα εντός ενός λεπτού. Επίσης αναφέρθηκε σε ικανότητες που έχει πέραν των σύνηθων που αφορούν την όραση του και την υπερμετρωπία την οποία αποκάλεσε «χάρισμα». Αναφέρω ότι απορρίπτω και δεν δύναμαι να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΚ2 αναφορικά με την αναγνώριση του προσώπου του οδηγού. Την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ2 σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, τη βασίζω επί των κάτωθι σημείων που μεταξύ άλλων έκρινα ότι αποτελούν ουσιώδεις προβληματισμούς και εγείρουν εύλογα ερωτήματα: - Όσον αφορά την τηλεφωνική επικοινωνία με τη μητέρα του κατηγορούμενου 1 (κατηγορούμενη 2), παρατηρώ ότι στην πρώτη του κατάθεση που δόθηκε την ίδια μέρα με τη διάπραξη των αδικημάτων αναφέρει ότι «επικοινωνήσαμε τηλεφωνικώς .». Ουδεμία αναφορά γίνεται στο ποια ήταν αυτά ή αυτό το πρόσωπο που επικοινώνησαν ή επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την κατηγορούμενη
  2. Επίσης, ουδεμία αναφορά γίνεται στο ότι ο ίδιος άκουσε το περιεχόμενο της συνομιλίας αυτής ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επικοινωνία. Στην ενώπιον μου μαρτυρία όμως, μετά πάροδο πέντε σχεδόν ετών, θυμάται και αναφέρει ότι το πρόσωπο που επικοινώνησε με την κατηγορούμενη 2 ήταν ο Λοχ.1504, ο οποίος μάλιστα συνομίλησε μαζί της σε ανοικτή ακρόαση και ενώ ο ίδιος άκουγε μάλιστα τη συνομιλία. Ταυτόχρονα όμως αποδέχεται ότι στην ποινική διαδικασία εναντίον τρίτου προσώπου και της κατηγορούμενης 2, όπου έδωσε ξανά μαρτυρία για τα ίδια ζητήματα, ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποιος συνομίλησε με την κατηγορούμενη
  3. Μετά την ακροαματική όμως εκείνη διαδικασία ρώτησε τον Λοχ.1504 και θυμήθηκε. Εύλογα ερωτηματικά προκύπτουν από τη θέση του αυτή. Γεγονότα τα οποία δεν αναφέρονται ούτε στην πρώτη κατάθεση, που δόθηκε την ίδια μέρα με την ισχυριζόμενη τηλεφωνική επικοινωνία, ούτε και σε οιανδήποτε εκ των τριών συμπληρωματικών καταθέσεων, προβάλλονται στην ενώπιον μου διαδικασία για πρώτη φορά. Θα ανέμενε κάποιος ενόψει και των ζητημάτων που άπτονται της ταυτότητας του οδηγού, αυτές οι ουσιώδεις αναφορές του να περιλαμβάνονταν στις καταθέσεις του. Ουδεμία δε αναφορά γίνεται στον Λοχία 1504 στις καταθέσεις ενώ επιπλέον σημειώνω ότι το πρόσωπο αυτό δεν έδωσε κατάθεση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και ούτε παρουσιάστηκε ως μάρτυρας αφήνοντας την θέση αυτή του ΜΚ2 με τα κενά και ερωτήματα που αυτούσια δημιουργεί αστήρικτη και έκθετη σε απόρριψη. Σημειώνω βεβαίως ότι ο ΜΚ2 ανάφερε ότι άκουσε την κατηγορούμενη 2 να λέει ότι οδηγούσε ο μικρότερος της γιός. Παρά ταύτα ως προκύπτει από την μαρτυρία της κατηγορούμενης 2 που στο σημείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε, ο κατηγορούμενος 1 είναι ο μεγαλύτερος της γιός και παιδί της εκ των 3 που έχει. - Ενώ ο ίδιος αναφέρει ότι είδε το αυτοκίνητο σε χρόνο 4 - 5 δευτερολέπτων και όχι περισσότερο επιμένει ότι κατάφερε να δει το πρόσωπο που οδηγούσε, τον συνοδηγό, να υπολογίσει και την ηλικία τους ταυτόχρονα με το ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας αλλά παράλληλα προκύπτει να κατέγραψε ή να είδε και τους αριθμούς εγγραφής. Ενώ αναφέρει ότι είδε το όχημα από απόσταση 20 περίπου μέτρων και παράπεμψε και στο μέγεθος της αίθουσας του Δικαστηρίου στην κατάθεση που έδωσε στις 31/5/2013 (Τεκμήριο 5) ήτοι 3 και πλέον μήνες μετά αναφέρει ότι είδε τον οδηγό σε απόσταση 1 μέτρου και τον είδε πεντακάθαρα σε σημείο που είναι έτοιμος να τον αναγνωρίσει. Η θέση του ως προς το σε ποια απόσταση είδε τελικά τον οδηγό και πως κατάφερε υπό τις συνθήκες που περιέγραψε να τον αναγνωρίσει και να τον θυμάται με πάσα λεπτομέρεια είναι γενική αόριστη και προβληματίζει καθότι μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκρούεται και με την απλή λογική των πραγμάτων. - Ενώ αναφέρει ότι θυμάται το πρόσωπο του οδηγού ουδεμία αναφορά κάνει σε χαρακτηριστικά αυτού του προσώπου. Η θέση του στην 1η κατάθεση του είναι γενική ότι πρόκειται περί ενός νεαρού προσώπου περίπου 17 - 18 ετών. Θα ανέμενα ενόψει και της αμφισβήτησης της ταυτότητας του οδηγού να δίδονταν περαιτέρω λεπτομέρειες με σκοπό να θεμελιώσει και στοιχειοθετήσει την θέση του και αν όχι στην 1η του κατάθεση τουλάχιστον σε μια εκ των 3 επόμενων όπου πλέον οι ισχυρισμοί των κατηγορούμενων 1 και 2 για την ταυτότητα του οδηγού είχαν πλέον τεθεί και ήταν γνωστοί. - Ενώ επιμένει ότι κατά την 15/2/2013 στις 17:00 περίπου το απόγευμα ήταν μέρα και στην Λεμεσό δεν νυχτώνει εκείνη την ώρα ταυτόχρονα αρνείται ότι στο σημείο δεν υπήρχαν φώτα και επιμένει ότι υπήρχε φωτισμός. Ερώτημα εύλογο προκαλείται για ποιο λόγο να επιμένει στον φωτισμό όταν επιμένει ότι ήταν ημέρα ακόμα. Μάλιστα ανάφερε ότι τα φώτα αυτά υπάρχουν μέχρι και σήμερα αλλά ουδεμία αναφορά κάνει στο κατά πόσο αυτά κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε λειτουργία και εάν ήταν και το θυμάται πως είναι δυνατό να επιμένει ότι ήταν μέρα ακόμα. - Ενώ ανάφερε στο ερώτημα για κάποια πάθηση ότι πάσχει από υπερμετρωπία, μετέφερε την θέση ότι η πάθηση αυτή δεν αποτελεί ουσιαστικά πάθηση στην όραση αλλά αντίθετα χάρισμα που του δίδει την δυνατότητα να βλέπει μακριά. Βεβαίως ο ΜΚ2 δεν αποτελεί εμπειρογνώμονα επί αυτού του συγκεκριμένου ιατρικού ζητήματος και η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σημειώνω βεβαίως ότι μέσα από την θέση του αυτή προκύπτει ότι και ο ίδιος φαίνεται να αποδέχεται ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε τον οδηγό του επίδικου οχήματος ήταν δύσκολες αλλά ενόψει αυτού του χαρίσματος κατέστη δυνατό να δει καθαρά και να είναι σίγουρος για την φυσιογνωμία του οδηγού. - Προβληματισμό όμως προκαλεί και η θέση του που διατυπώνεται περί του ότι μετά από 10 περίπου μήνες αναγνώρισε στον αστυνομικό σταθμό τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που αποδέχεται ότι είδε πριν 10 μήνες, ένα απόγευμα του Φεβρουαρίου περί τις 17:00 το απόγευμα. Μάλιστα στην κατάθεση του αυτή ημερ. 18/12/2013 (Τεκμήριο 7) αναφέρει ότι αναγνώρισε όταν είδε στον σταθμό τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο απόγευμα. Από την εκδοχή του αυτή ελλείπει παντελώς οιαδήποτε αναφορά η μαρτυρία στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε το πρόσωπο αυτό εντός του σταθμού, εάν του αναφέρθηκε ποιος είναι, πως γνώριζε το όνομα του και εάν τον είδε στην παρουσία άλλων προσώπων. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι σε σχέση με την αναγνώριση προσώπου η Αγγλική αυθεντία η οποία πραγματεύεται διεξοδικά το ζήτημα της οπτικής αναγνώρισης υπόπτου (visual identification), των κινδύνων που εμφιλοχωρούν σε μία τέτοια αναγνώριση και των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθούνται για τον αποκλεισμό, στο μέτρο του δυνατού, σφάλματος, είναι η R. v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549. Η απόφαση αυτή απετέλεσε σημείο αναφοράς σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις (βλέπε Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160, 166). Επί τη βάσει των όσων λέχθηκαν στην R. v. Turnbull (ανωτέρω) προκύπτουν και τα εξής: Όπου η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου βασίζεται αποκλειστικώς ή κυρίως στην ορθότητα μίας ή περισσότερων αναγνωρίσεων του, τις οποίες η υπεράσπιση εγκαλεί ως εσφαλμένες, το Δικαστήριο εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή την ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης (the quality of the identification evidence). Η μαρτυρία περί της αναγνώρισης κρίνεται ως υψηλής ή χαμηλής ποιότητας, αναλόγως, επί τη βάσει των απαντήσεων στα ακόλουθα ερωτήματα: - Ποία υπήρξε η διάρκεια της παρατήρησης του κατηγορουμένου από τον μάρτυρα; - Από ποία απόσταση ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο; - Υπό ποίες συνθήκες φωτισμού ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο; - Παρεμποδιζόταν η παρατήρηση από οιονδήποτε παράγοντα; - Είχε δει ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο προηγουμένως, και εάν ναι, πόσες φορές; - Εάν ο μάρτυρας έτυχε να δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως, υπήρχε οιοσδήποτε λόγος για να τον θυμάται; - Πόσος χρόνος διέρρευσε από την αρχική παρακολούθηση έως και την αναγνώριση του κατηγορουμένου; - Υπάρχει οιαδήποτε ουσιώδης απόκλιση μεταξύ της περιγραφής του κατηγορουμένου, η οποία αρχικώς εδόθη από τον μάρτυρα στην αστυνομία, και της πραγματικής εμφάνισης του; (R. v. Turnbull (ανωτέρω), 552). Εάν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης είναι χαμηλή (the quality of the identifying evidence is poor) γιατί, επί παραδείγματι, αυτή βασίζεται αποκλειστικώς σε ένα φευγαλέο βλέμμα (a fleeting glance) ή σε μία μεγαλύτερης διάρκειας παρατήρηση η οποία, όμως, έγινε υπό δύσκολες συνθήκες (a longer observation made in difficult conditions) και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει την ορθότητα της αναγνώρισης, τότε η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως (R. ν. Turnbull (ανωτέρω), 553). Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω με αναφορά στις συνθήκες που ο ΜΚ2 είδε το πρόσωπο που οδηγούσε το επίδικο όχημα και συγκεκριμένα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ακόμα και δευτερολέπτων, χωρίς να τον γνωρίζει ή να τον είδε ποτέ στο παρελθόν, ένα απόγευμα του Φεβρουαρίου περί τις 17:00 τουλάχιστον στο στάδιο που αρχίζει να νυχτώνει, από απόσταση που δεν έχει διευκρινιστεί με σαφήνεια μέσα από την μαρτυρία και μπορεί να είναι και 20 μέτρα και ενώ το πρόσωπο αυτό βρισκόταν εντός οχήματος το οποίο ήταν μάλιστα εν κινήσει, κρίνω ότι αποτελούν μαρτυρία τουλάχιστον χαμηλής ποιότητας. Υπενθυμίζω βεβαίως ότι η μαρτυρία αυτή αποτελεί και την μοναδική μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τα υπό εξέταση αδικήματα. Σημειώνω επίσης ότι και η αναγνώριση που φέρεται να έγινε από τον ΜΚ2 αργότερα μετά παρόδου 10 μηνών στον αστυνομικό σταθμό διέπεται από έλλειψη ποιότητας. Ουδεμία αναφορά έγινε στο πως ο ΜΚ2 κλήθηκε να αναγνωρίσει το πρόσωπο αυτό, ενώπιον ποιών άλλων προσώπων και τι είχε προηγηθεί της συνάντησης του με τον κατηγορούμενο
  1. Για παράδειγμα εάν ήδη γνώριζε ότι στον σταθμό ήταν ο 1ος κατηγορούμενος - γιός της κατηγορούμενης 2 ή εάν τυχαία μετέβηκε και τον είδε. Υπήρχαν άλλα άτομα εντός του χώρου και μάλιστα νεαρής ηλικίας ή ο κατηγορούμενος 1 ήταν το μόνο νεαρό πρόσωπο εντός του χώρου αυτού. Αυτά τα ερωτήματα μεταξύ άλλων παρέμειναν αναπάντητα και σε συνδυασμό τόσο με την γενικότερη εικόνα που απεκόμισα από τον ΜΚ2 αλλά και τα όσα ανάφερα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε τον οδηγό την επίδικη ημερομηνία καταλήγω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με την αναγνώριση του κατηγορούμενου 1 ως το πρόσωπο που είδε να οδηγεί το επίδικο όχημα τον ουσιώδη χρόνο. Το σύνολο της μαρτυρίας επί του ζητήματος τούτου χαρακτηρίζεται από αδυναμίες, ελλείψεις και δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ως προς την ταυτότητα του οδηγού. Με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι πέραν των μη αμφισβητούμενων γεγονότων δεν δύναμαι να αποδεχτώ την μαρτυρία του ΜΚ2 την οποία και απορρίπτω. Η ΜΚ3 αναφέρω ότι άφησε καλή εντύπωση και εικόνα και δεν κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να προβάλει θέσεις που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η μαρτυρία όμως της ΜΚ3 δεν έχει άμεση σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Από την μαρτυρία της, που σημειώνω στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντίθετα κατά την αντεξέταση της υπεβλήθησαν κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις, προκύπτει ότι για τα ίδια αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 κατηγορήθηκε ο αδελφός της κατηγορούμενης 2 ενώ πέραν της ανακριτικής κατάθεσης που έλαβε η ίδια από την κατηγορούμενη 2, σε ουδεμία άλλη ενέργεια προέβηκε. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Κατά την μαρτυρία τους ενώπιον μου αμφότεροι ήταν σαφείς, επεξηγηματικοί και απόλυτοι στην εκδοχή και θέση τους. Υιοθέτησαν το περιεχόμενο των καταθέσεων τους και αμφότεροι στήριξαν τις ίδιες θέσεις στα ουσιώδη επίδικα ζητήματα με αυτές που εξέφρασαν στην Αστυνομία. Σημειώνω βεβαίως ότι αυτό που δεν μπορώ να δεχτώ από την μαρτυρία αμφότερων των κατηγορουμένων είναι τις θέσεις τους αναφορικά με τον τρόπο που έλαβε χώρα η λήψη των καταθέσεων τους. Καταρχήν αναφέρω ότι ουδέν ζήτημα που να άπτεται της θεληματικότητας αυτών των καταθέσεων τέθηκε αντίθετα αμφότεροι ανάφεραν ότι οι καταθέσεις που ενώπιον μου τέθηκαν περιλαμβάνουν τα όσα τελικά ανάφεραν. Οι θέσεις τους ότι έδωσαν και αρχικές καταθέσεις κατόπιν πιέσεων και οι οποίες δεν περιλάμβαναν τις δικές του αναφορές ουδέποτε υποβλήθηκαν στους ΜΚ1 και ΜΚ3 που έλαβαν αυτές, δεν δόθηκε η δυνατότητα να υπάρχει απάντηση και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και να ληφθούν υπόψη. Πέραν όμως του σημείου αυτού καταλήγω ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους όσον αφορά το που βρισκόταν ο κατηγορούμενος 1 κατά την ημέρα των αδικημάτων αλλά και τα όσα μεσολάβησαν από την στιγμή που η αστυνομία επικοινώνησε με την κατηγορούμενη
  2. Σημειώνω ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης των κατηγορουμένων αυτοί υπέπεσαν σε αντιφάσεις αλλά αντίθετα η μαρτυρία τους ήταν σταθερή. Περαιτέρω προκύπτει ότι ουδεμία ενέργεια έγινε παρά την μακράν διάρκεια των ερευνών και εξετάσεων για την παρούσα υπόθεση αναφορικά με την διερεύνηση του ισχυρισμού για το που βρισκόταν ο κατηγορούμενος 1, που έγινε γνωστός στις αρχές από την κατάθεση της κατηγορούμενης 2 ήτοι την 20/2/
  3. Κρίνω ότι με βάση την εικόνα που απεκόμισα από το σύνολο της μαρτυρίας αμφότερων των κατηγορουμένων μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία τους με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Αναφορικά με την ΜΥ1 αναφέρω ότι αποδέχομαι στο σύνολο την μαρτυρία της. Η μαρτυρία αυτή ήταν τυπική δεν αμφισβητήθηκε ενώ αυτή αφορούσε ουσιαστικά την κατάθεση της απόφασης στην ποινική υπόθεση που αφορούσε ως φαίνεται την κατηγορούμενη 2 στην παρούσα και το πρόσωπο το οποίο φαίνεται να είχε αναφέρει στην αστυνομία ότι ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος το επίδικο απόγευμα. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι αμφότεροι απηλλάγησαν των κατηγοριών για παροχή ψευδών πληροφοριών και στοιχείων. Με βάση τις κατηγορίες που αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αλλά και τα επίδικα θέματα ως αυτά προέκυψαν κατά την ακρόαση αυτό που αποτελεί κοινό σημείο καθορισμού που προηγείται της εξέτασης οιοδήποτε συστατικού στοιχείου όλων των κατηγοριών είναι κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΥΤ 042 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Με βάση την αποδεκτή ανωτέρω μαρτυρία μέσα από την αξιολόγηση προκύπτει ότι ο ΜΚ2 κατά την 15/2/2013 και ενώ ενεργούσε έλεγχο τροχαίας έκανε σήμα στο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΤ 042 να σταματήσει, πράγμα που ο οδηγός του εν λόγω οχήματος παρέλειψε να πράξει. Αντίθετα κάνοντας ελιγμό διέφυγε. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία της αστυνομίας με την κατηγορούμενη 2, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος ξεκίνησε η διερεύνηση για την υπόθεση με αποτέλεσμα στις 18/12/2013 να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του 1ου κατηγορούμενου το οποίο και εκτελέστηκε. Στις 20/2/2013 είχε προηγηθεί η κατάθεση της κατηγορούμενης 2 η οποία ανάφερε ότι οδηγός του εν λόγω οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τρίτο πρόσωπο το οποίο επίσης έδωσε κατάθεση και ανάφερε ότι ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος κατά την 15/2/
  4. Το τρίτο αυτό πρόσωπο κατηγορήθηκε από την αστυνομία για τα ίδια τροχαία αδικήματα που σήμερα αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  5. Με βάση τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατό να πετύχει ενόψει της απουσίας μαρτυρίας που να μπορεί να καταστεί και εύρημα και να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος 1 συνδέεται με τα αδικήματα και συγκεκριμένα ότι ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το εν λόγω όχημα το συγκεκριμένο βράδυ. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 και τις κατηγορίες 6 και 7 που αυτή αντιμετωπίζει και με δεδομένο ότι αυτή κατηγορείται ότι επέτρεψε στον 1ο κατηγορούμενο να οδηγήσει το εν λόγω όχημα την επίδικη ημερομηνία, η απουσία ευρήματος αναφορικά με την οδήγηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο 1 οδηγεί και αυτές δίχως άλλο σε απόρριψη. Ενόψει της απουσίας μαρτυρίας που να συνδέει τον 1ο κατηγορούμενο με το σύνολο των κατηγοριών κρίνω ότι η εξέταση της νομικής πτυχής έκαστου αδικήματος ξεχωριστά με αναφορά στα συστατικά στοιχεία παρέλκει και είναι περιττή. Ενόψει της ανωτέρω κατάληξης μου δυνάμει του σκεπτικού αυτού προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το σύνολο των κατηγοριών στον απαιτούμενο βαθμό και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται στο σύνολο των κατηγοριών που έκαστος αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Traffic / Final Αναφορά: Επικίνδυνη οδήγηση κ.α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.