← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΑΠΩΝΑ, Αρ. Υπόθεσης: 11119/14, 25/4/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΑΠΩΝΑ, Αρ. Υπόθεσης: 11119/14, 25/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11119/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΑΠΩΝΑ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ν. Χατζηκωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το παρόν κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6

(2)
(3)
(7), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87 και 80
(1)/2000 ΚΔΠ 312/07 και Νόμο 109(Ι)/2012. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος την 1η Σεπτεμβρίου 2013, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΜΗ679, στη λεωφόρο Γεωργίου Α' με ταχύτητα 97 χιλιόμετρα την ώρα, αντί 50 χιλιόμετρα την ώρα. 2η κατηγορία: Παράλειψη συμμορφώσεως με οδηγίες Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Καν.58
(4)(θ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και Άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, Νόμος 166//87. Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο και οδηγώντας το ίδιο όχημα παρέλειψε να ακινητοποιήσει το πιο πάνω όχημα όταν εκλήθη από Αστυνομικό εν στολή, ήτοι από τον Αστυφύλακα 4098 Π. Έκτωρος από τη Λευκωσία. 3η κατηγορία: Επικίνδυνος οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 7
(1), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως έχει τροποποιηθεί και ΚΔΠ 312/07. Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως οι λοιπές κατηγορίες οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφή ΚΜΗ679, στη Λεωφόρο Γεωργίου Α', επικίνδυνως δια το κοινό. 4η κατηγορία: Παράβαση σήματος τροχαίας, κατά παράβαση των Καν.58
(2)(δ) και 72, των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και Νόμος 166/87. Συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΡΟΦΗ». 5η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ζώνη ασφαλείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 15
(1), 17
(2), 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174 του 1986 και ΚΔΠ 109 του 1987 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 108
(1)/
  1. Συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως οι λοιπές κατηγορίες την 1η Σεπτεμβρίου 2013, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΜΗ679, στη λεωφόρο Γεωργίου Α' χωρίς να είναι προσδεδεμένος δια ζώνης ασφαλείας. Προς απόδειξη των κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε συνολικά 2 μάρτυρες κατηγορίας. Τον Αστ. 2162, Βαρνάβα Σταύρου (ΜΚ1) και τον Αστ.4098, Παναγιώτη Έκτωρος (ΜΚ2). Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ ουδεμία άλλη μαρτυρία παρουσίασε. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να χειριστεί την υπόθεση του μόνος του σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Ο ΜΚ1 υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας. Κατέθεσε το τεκμήριο 1, αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου αρ.2 τον οποίο ετοίμασε ο ίδιος. Σύμφωνα με αυτόν ο κατηγορούμενος στις 1/9/2013 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Γεωργίου Α στην γερμασόγεια όταν εντοπίστηκε από τον ΜΚ2 να οδηγεί καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Αφού του έκανε σήμα να σταματήσει ο οδηγός ελάττωσε ταχύτητα, τράβηξε χειρόφρενο με ελιγμό προς τα δεξιά πλαγιολισθαίνοντας, έκανε επαναστροφή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα ανακόπτοντας την πορεία άλλου οχήματος, έκλεισε τα φώτα πορείας του και αναπτύσσοντας ταχύτητα εγκατάλειψε την σκηνή. Το πρόσωπο του οδηγού και οι αρ. εγγραφής έγιναν αντιληπτοί από τον ΜΚ2 ο οποίος έκανε εξετάσεις στην οικία του κατηγορούμενου στις 4/9/2013 και στις 7/9/2013 χωρίς να τον εντοπίσει. Στις 15/9/2013 εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος στην οικία του και προφορικά παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων. Την ίδια ημερομηνία έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς και εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι, ο Αστυνομικός έκανε λάθος» Τα έγγραφα του οχήματος και του κατηγορούμενου βρέθηκαν να είναι ορθά και ο κατηγορούμενος εκ παραδρομής δεν κατηγορήθηκε επί του ότι οδηγούσε χωρίς ζώνη ασφαλείας. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ανέλαβε την υπόθεση όταν ο ΜΚ2 μετέβη στο σταθμό και έδωσε κατάθεση. Κατάθεσε ως τεκμήριο 2 ημερολόγιο ενεργείας με βάση το οποίο φαίνονται οι ενέργειες για εντοπισμό του κατηγορούμενου ενώ ως τεκμήριο 33 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου. Ως τεκμήριο 4 την γραπτή κατηγορία ενώ ανάφερε τέλος ότι ουδεμία άλλη ενέργεια ο ίδιος έλαβε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στο ισχυριζόμενο συμβάν και δεν μπορεί να γνωρίζει γιατί ο ΜΚ2 δεν σταμάτησε τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 επανέλαβε ότι ο ίδιος ουδεμία εμπλοκή έχει με την ουσία της υπόθεσης από άποψη γεγονότων πέραν των όσων ανέφερε. Αναφορικά με την υπηρεσία του ΜΚ2 την συγκεκριμένη ημέρα στον συγκεκριμένο δρόμο ανάφερε ότι δεν έχει οιοδήποτε έγγραφο στην κατοχή του που να δείχνει ότι ο ΜΚ2 ήταν υπηρεσία την ημέρα εκείνη στο συγκεκριμένο σημείο. Ανάφερε δε ότι ο ΜΚ2 υπηρετεί στον Ουλαμό Πρόληψης Οδικών Δυστυχημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας και δεν εδρεύει στον Αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας οπότε δεν υπάρχει καταγραφή των καθηκόντων του εκείνη την ημέρα στο βιβλίο καθηκόντων του σταθμού. Με βάση την εμπειρία του και στα πλαίσια των καθηκόντων του ανάφερε ότι όταν ένας οδηγός παραλείψει να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού, ο αστυνομικός μπορεί να καταγράψει τους αριθμούς εγγραφής και να υποβάλει καταγγελία ή να καταδιώξει τον οδηγό και να τον ανακόψει. Η επιλογή εμπίπτει στη κρίση του αστυφύλακα. Ως ΜΚ2 προσήλθε το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό του διαπίστωσε τον κατηγορούμενο να ενεργεί κατά τον τρόπο που ανάφερε στην κατάθεση του. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι υπηρετεί στον Ειδικό Ουλαμό Μοτοσικλετιστών του Αρχηγείου με καθήκοντα του ελέγχους ταχύτητας, αλκοόλης και γενικά συμπεριφορές αναφορικά με τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Ανάφερε την εκπαίδευση του σε όλα τα συστήματα ελέγχου αλκοόλης και ταχύτητας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5 την κατάθεση του στην οποία αναφέρει ότι την 1/9/2013 και περί ώρα 05:15 βρισκόταν στην Λεωφόρο Γεωργίου Α' στη Λεμεσό στο Δασούδι για έλεγχο τροχαίας. Κατά τον χρόνο εκείνο εγκλώβισε όχημα το οποίο ερχόταν προς το κέντρο της πόλης να κινείται με ταχύτητα 97 χαω αντί 50 χαω και έκανε σήμα στο εν λόγω όχημα να σταματήσει. Ο οδηγός του οχήματος ελάττωσε ταχύτητα και φτάνοντας στο σημείο του τράβηξε χειρόφρενο και κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά το όχημα του πλαγιολίσθησε και κάνοντας επαναστροφή εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ανακόπτοντας την πορεία άλλου οχήματος με κίνδυνο να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, έσβησε τα φώτα του οχήματος και αναπτύσσοντας ταχύτητα εγκατέλειψε το σημείο. Λόγω του καλού οδικού φωτισμού είδε ότι το όχημα το οδηγούσε ένα νεαρό πρόσωπο με κοντά μαλλιά, ελαφρώς αξύριστος και το οποίο δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Από εξετάσεις διαπίστωσε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο Γιώργος Ιάπωνας από Λεμεσό. Από έλεγχο επίσης διαπίστωσε ότι η άδεια κυκλοφορίας και το πιστοποιητικό καταλληλότητας ήταν σε ισχύ για το εν λόγω όχημα. Την περαιτέρω διερεύνηση ανέλαβε ο ΜΚ
  2. Ο ΜΚ2 συνέχισε την κυρίως εξέταση του αναφέροντας τις ενέργειες του για έλεγχο του ταχυμέτρου πριν την χρήση του. Σε σχέση με τον οδικό φωτισμό την συγκεκριμένη στιγμή ανάφερε ότι ήταν πολύ καλός ενώ είδε τον κατηγορούμενο από τα 350 μέτρα όταν τον εγκλώβισε με το ταχύμετρο. Με αναφορά στον κατηγορούμενο ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ελαφρώς αξύριστος. Την ημέρα εκείνη ο ίδιος φορούσε μαύρη στολή με φωσφορούχαλωρίδα στο πλάι της στολής και φωσφορούχο γιλέκο. Επέδειξε εντός της αίθουσας το σήμα που έκανε στον οδηγό για να σταματήσει αναφέροντας ότι μπήκε στον δρόμο και σήκωσε το χέρι του με αναλαμπών κόκκινο φακό και του έκανε σήμα να σταματήσει δεξιά στην πάροδο. Όταν πλησίασε αρκετά ο οδηγός κινήθηκε εκτός χώρου για να σταματήσει και αντί αυτού έκανε επαναστροφή και απομακρύνθηκε. Όταν ακολούθως πήγε στον σταθμό διαπίστωσε με εξετάσεις τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του οχήματος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 τοποθέτησε τον εαυτό του στην είσοδο στο Δασούδι και όταν είδε το όχημα μπήκε στην μέση του δρόμου και έκανε σήμα στον οδηγό να σταματήσει. Κατόπιν οδηγιών του διευθυντή τους κάνουν εκστρατείες παγκύπρια και εκείνη την νύχτα έκαναν ελέγχους στην Λεμεσό. Με αναφορά στο Τεκμήριο 1 επεξήγησε ότι αυτό συμπληρώνεται από τον αστυνομικό που έκανε την γραπτή κατηγορία και όλες τις εξετάσεις. Αυτό μπορεί να συμβεί και ένα και δύο μήνες μετά την διάπραξη των αδικημάτων για αυτό τον λόγο η ημερομηνία έγκρισης της ποινικής δίωξης που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 είναι μεταγενέστερη των αδικημάτων. Στο ερώτημα κατά πόσο ήταν Λεμεσό καθήκον και την επόμενη ημέρα ο ΜΚ2 ανάφερε ότι δεν θυμάται αλλά μπορεί αλλά δεν θυμάται αν ήταν απέναντι από το Ποσειδώνια ή αν ήταν Λεμεσό. Στην υποβολή ότι την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα δεν είδε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του αλλά κάποια που έμοιαζαν με αυτούς ο ΜΚ2 απάντησε ότι η κατάθεση του δόθηκε την ίδια ημέρα με την διάπραξη των αδικημάτων και ήταν αδύνατο να έδωσε κατάθεση μετά καθότι ο σταθμός είχε ήδη καταχωρήσει στο μητρώο την καταγγελία του την 1/9/2013 και περί ώρα 06:
  3. Στην ερώτηση κατά πόσο ο ΜΚ2 είδε τον κατηγορούμενο να οδηγά απάντησε ότι έχει καταγγείλει τον υπεύθυνο οδηγό του οχήματος. Στο συγκεκριμένο σημείο έβγαζαν υπηρεσία και άλλοι αστυνομικοί οι οποίοι είδαν το όχημα αλλά δεν ήρθαν μάρτυρες καθότι σε ένα τροχαίο αδίκημα ένα άτομο είναι αρκετό να δώσει μαρτυρία και δεν συνηθίζεται να πηγαίνουν 5 - 6 άτομα να δίνουν μαρτυρία για εξοικονόμηση προσωπικού. Δεν καταδίωξε τον κατηγορούμενο καθότι δεν υπήρχε διάπραξη πολύ σοβαρού ποινικού αδικήματος και λαμβάνεται υπόψη σε μια καταδίωξη και η ασφάλεια του ίδιου του οδηγού αλλά και η δική τους και των άλλων οδηγών. Ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος τους είδε την ίδια ημερομηνία ήτοι την 1/9/2013 και τότε έδωσε και την κατάθεση του επομένως είναι αδύνατο να ισχύει η θέση του κατηγορούμενου ότι τον είδε την επόμενη ημέρα και θεώρησε ότι ήταν το όχημα που παραβίασε τον νόμο την προηγούμενη ημέρα. Αμέσως μετά την διάπραξη μετέβηκε στον σταθμό και έδωσε κατάθεση την οποία και παρέδωσε. Ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι την συγκεκριμένη ημέρα ο ΜΚ2 έκανε λάθος και δεν ήταν ο ίδιος που οδηγούσε εκείνο το όχημα. Χρειάστηκε αρκετό καιρό η αστυνομία να πάει στο σπίτι του κάτι που δείχνει ότι ο ΜΚ2 σίγουρα δεν είδε τους αριθμούς εγγραφής εκείνη την ημέρας αλλά έπρεπε να κάνουν εξετάσεις για να βρουν τους αριθμούς εγγραφής. Ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της κύριας εξέτασης του αμφισβήτησε την γνησιότητα των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και ειδικότερα με αναφορά στο Τεκμήριο 1 ότι δεν είναι καθαρογραμμένα και δεν φαίνονται με ακρίβεια οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος του. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος και ερωτηθείς που βρισκόταν το επίδικο βράδυ ανάφερε ότι ήταν στην περιοχή της Τουριστικής όπου ο αστυνομικός νόμισε ότι τον είδε επειδή μένει ακριβώς δίπλα από το σημείο που κάνουν έλεγχο. Ανάφερε ότι τον γνωρίζουν και οι αστυνομικοί από τον σταθμό για αυτό δεν κατέθεσε κανένας ότι τον είδε μόνο κάποιος από την Λάρνακα τον οποίο μάλιστα αναφέρει ότι τον έδιωξαν για λόγους που δεν κρίνω απαραίτητο να αναφέρω στην παρούσα απόφαση. Τους ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν τους γνωρίζει αλλά γνωρίζουν το όνομα του γιατί μένει ακριβώς δίπλα από το τμήμα και ξέρουν και το όχημα του και την φυσιογνωμία του. Τα πρόσωπα τους ανάφερε είναι γνωστά αλλά δεν τους ξέρει προσωπικά. Εάν σημειώνει τον είχαν δει θα πήγαιναν απευθείας σπίτι του αφού τον ξέρουν και δεν θα τον έψαχναν. Το όχημα του ουδείς άλλος το οδηγά. Πέραν των όσων ο κατηγορούμενος ανάφερε ενώπιον μου με δεδομένο ότι κατατέθηκε και η ανακριτική του κατάθεση (τεκμήριο 3) θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω το περιεχόμενο της. Καταρχήν σημειώνω ότι η κατάθεση δόθηκε με υποβολή ερωτήσεων και απαντήσεων. Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΜΗ 679 είναι δικό του και το οδηγεί μόνο αυτός. Την 1/9/2013 σίγουρα πέρασε από την τουριστική περιοχή όχι όμως την ώρα που ερωτήθηκε ήτοι στις 05:
  4. Την ώρα εκείνη ήταν στην τουριστική περιοχή στου «Μουντή» και έτρωγε. Κανένας αστυνομικός δεν προσπάθησε να τον ανακόψει με σήμα και ούτε έκανε οιεσδήποτε τροχαίες παραβάσεις. Οδηγεί πολλά χρόνια και ποτέ δεν καταγγέλθηκε για παραβάσεις τροχαίας και αμφισβητεί την μαρτυρία που του αναφέρθηκε. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας που έγινε από τον Μ.Κ.2 καταθέτοντας και όλα τα σχετικά έγγραφα. Ο μάρτυρας αυτός ανάφερε με πάσα ειλικρίνεια καταλήγω και χωρίς υπερβολές η θέσεις που να δεικνύουν κίνητρο ή σκοπό καταδίκης του κατηγορούμενου δίχως άλλο τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε μετά την λήψη της καταγγελίας από τον ΜΚ
  1. Ουδεμία άλλωστε από τις ενέργειες του αμφισβητήθηκε τόσο για την λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, της γραπτής κατηγορίας και του ανακριτικού φακέλου. Σημειώνω ότι η θέση του ότι κατά την 1/9/2013 ήταν υπηρεσία στον σταθμό Γερμασόγειας όταν και μετέβηκε ο ΜΚ2 και έδωσε την κατάθεση του (Τεκμήριο 5) επίσης δεν αμφισβητήθηκε και δεν φάνηκε να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια καθοιονδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε λόγο. Ο ΜΚ1 ήταν σταθερός, σαφής και επεξηγηματικός στις θέσεις του αλλά και στα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν με κύρια αναφορά στις ενέργειες για εντοπισμό του κατηγορούμενου με βάση και το ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 2) αλλά και την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου. Από το ημερολόγιο ενεργείας προκύπτει ότι έγιναν προσπάθειες εντοπισμού του κατηγορούμενου στις 4/9/2013, στις 7/9/2013 και στις 15/9/2013 οπόταν και εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος στην οικία του. Σύμφωνα με την καταγραφή στο ημερολόγιο ενεργείας στις 15/9/2013 ο ΜΚ1 κάλεσε τον κατηγορούμενο για κατάθεση στον σταθμό, τον ενημέρωσε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε προφορικά και έθεσε διάφορες θέσεις για να διευκολύνει την θέση του. Το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου και τα όσα φαίνονται να προκύπτουν από αυτό σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκαν και παρέμειναν αναντίλεκτα. Πέραν των πιο πάνω όμως δε διέκρινα ότι ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα και η εντύπωση που απεκόμισα για το μάρτυρα αυτό ήταν εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρας που σκοπό είχε να αναφέρει στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έκανε μετά από την καταγγελία του Μ.Κ. 2 χωρίς οιοδήποτε αλλότριο κίνητρο η σκοπό. Ο Μ.Κ.2 ως ο κύριος και ουσιώδης μάρτυρας με αναφορά στα επίδικα ζητήματα που άπτονται των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε με σαφήνεια, σταθερότητα και νηφαλιότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του με πάσα προσοχή προκύπτει ότι δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ούτε διαφάνηκε ότι προέβηκε στην σχετική καταγγελία εκδικητικά ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Ουδεμία δε αναφορά έγινε στο ότι η καταγγελία υποβλήθηκε για οιοδήποτε τέτοιο λόγο. Η βασική θέση του κατηγορούμενου, εξ' όσων κατάφερα μέσα από την διαδικασία να διαπιστώσω, ήταν ότι δεν αμφισβήτησε ότι όντως ένα τέτοιο περιστατικό ως αυτό που περιέγραψε ο ΜΚ2 έλαβε χώρα αλλά αμφισβήτησε ότι ο ίδιος ήταν ο οδηγός και το όχημα ήταν το δικό του. Αντίθετα ανάφερε ότι πρέπει να είχε δει ένα άλλο όχημα ίδιου τύπου και μάρκας και επειδή δεν είδε τους αριθμούς εγγραφής με την ευκαιρία που είδε τον ίδιο με το όχημα του την επόμενη ημέρα που επίσης βρισκόταν υπηρεσία στην ίδια περιοχή θεώρησε ότι ήταν το ίδιο όχημα με την προηγούμενη ημέρα και αφού έλαβε εκείνη την ημέρα τους αριθμούς εγγραφής τον κατήγγειλε. Η θέση του ΜΚ2 στην εκδοχή αυτή που προσπάθησε ο κατηγορούμενος να υποβάλει και άφησε να προκύψει ως ενδεχόμενο, όχι βεβαίως με σαφήνεια, ήταν σταθερή και επέμεινε ότι την καταγγελία την υπέβαλε την ίδια ημέρα και άλλωστε αυτό δείχνει και η κατάθεση του (Τεκμήριο 5) που επίσης δόθηκε την ίδια ημερομηνία και στην οποία γίνεται αναφορά στους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του κατηγορούμενου. Ουδέν προέκυψε που να ενισχύει η στηρίζει την θέση ότι το τεκμήριο 5 συντάχθηκε άλλη ημέρα. Τόσο η μαρτυρία του ΜΚ2 όσο και του ΜΚ1 ήταν σαφείς όσον αφορά το σημείο υποβολής της καταγγελίας και την καταχώρηση της κατάθεσης του ΜΚ2 κατά την ίδια ημερομηνία που φέρεται να έλαβαν χώρα τα αδικήματα, αλλά και σε συγκεκριμένη ώρα. Η αντεξέταση του ΜΚ2 περιορίστηκε σε γενικές θέσεις και υποβολές στις οποίες όμως ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στην θέση του περί του ότι είδε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος το ίδιο εκείνο πρωί της 1/9/2013 και ακολούθως τους ανάφερε στην κατάθεση του. Ο ΜΚ2 δεν προσπάθησε να πείσει με υπερβολικές θέσεις για την αλήθεια της εκδοχής του και αυτό φαίνεται και από το ότι σε καμία περίπτωση ανάφερε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό. Αντίθετα ανάφερε τα χαρακτηριστικά αυτού και τους αριθμούς εγγραφής και δήλωσε ότι ο ίδιος κατήγγειλε τον υπεύθυνο οδηγό του οχήματος το οποίο διαπίστωσε να ενεργεί κατά τον τρόπο που επεξήγησε. Το κατά πόσο βέβαια αυτά τα στοιχεία είναι επαρκή για να οδηγήσουν σε καταδίκη θα εξεταστεί κατωτέρω. Πέραν της πιο πάνω αντεξέτασης και των αόριστων και γενικών ερωτήσεων ο ΜΚ2 δεν έτυχε οποιασδήποτε άλλης ερώτησης ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του ότι το συγκεκριμένο βράδυ ήταν στο σημείο εκείνο και διαπίστωσε ένα όχημα να οδηγείται κατά τον συγκεκριμένο τρόπο μετά που ο οδηγός αυτού κλήθηκε να σταματήσει και αρνήθηκε να πράξει αυτό. Ως εκ τούτου οι θέσεις που πρόβαλε κατά την κυρίως του εξέταση δεν έχουν κλονιστεί σε οποιοδήποτε βαθμό. Πέραν τούτου, από την όλη στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε δε διέκρινα ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει ψέματα. Η μαρτυρία του ήταν περιεκτική και σαφής με αναφορά στον έλεγχο του ταχυμέτρου, τον τρόπο λειτουργίας του, παραστατική σε ότι αφορά το σήμα το οποίο έκανε στον οδηγό να σταματήσει και την μετέπειτα συμπεριφορά του. Επομένως, ολόκληρη η μαρτυρία που δόθηκε από το μάρτυρα αυτό γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της ως αξιόπιστη. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και θεωρώ ότι σκοπός του ήταν να αποφύγει τις συνέπειες της οποιασδήποτε παράβασης του. Η μαρτυρία του δόθηκε σε ένα κλίμα υπερβολής αλλά και αόριστων, ασαφών και απροσδιόριστων θέσεων. Καταρχήν σημειώνω ότι πολλές από τις θέσεις του που εκφράστηκαν κατά το στάδιο της μαρτυρίας του δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας και ιδιαίτερα στον ΜΚ2 με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε αυτούς να απαντήσουν. Ενώ τέθηκε κατά κάποιο τρόπο η θέση ότι ο ΜΚ2 την 1/9/2013 είδε ένα όχημα ίδιας μάρκας να ενεργεί κατά τον συγκριμένο τρόπο και ακολούθως την επομένη είδε τον κατηγορούμενο με του ίδιου τύπου όχημα και κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής και μάλιστα επικαλέστηκε και συγκεκριμένη μαρτυρία για συγκεκριμένη φράση που ο ΜΚ2 φέρεται να είπε, ουδεμία τέτοια μαρτυρία τελικώς προσφέρθηκε και η θέση αυτή με τις λεπτομέρειες που κατά το στάδιο της ακρόασης ανάφερε ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΚ
  2. Πέραν τούτου όμως και ενώ αναφέρει ότι οι αστυνομικοί τον γνωρίζουν και μπορούσαν εύκολα να τον εντοπίσουν αναφέρει αόριστα ότι διήρκησαν αρκετό καιρό οι έρευνες παραγνωρίζοντας όμως το τεκμήριο 2, το ημερολόγιο ενεργείας από το οποίο προκύπτει ότι τόσο στις 4/9/2013 όσο και στις 7/9/2013 έγιναν προσπάθειες εντοπισμού στην οικία του, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν μέχρι την 15/9/2013, ήτοι 2 βδομάδες μετά την 1/9/13 οπόταν και εντοπίστηκε. Επιπλέον ενώ αναφέρει ότι γνωρίζει φυσιογνωμικά τους αστυνομικούς λόγω του ότι η οικία του είναι κοντά στον σταθμό Γερμασόγειας παραγνωρίζει ότι ο ΜΚ2 δεν εδρεύει στον εν λόγω σταθμό αλλά στον Ουλαμό πρόληψης οδικών δυστυχημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ενώ ο ίδιος τοποθετεί τον εαυτό του στην ευρύτερη περιοχή της τουριστικής περιοχής και του επίδικου σημείου αναφέρει ότι δεν ήταν ο ίδιος με το όχημα του αλλά ένα άλλο όχημα ίδιας μάρκας και τύπου. Παρόλα αυτά τα όσα έθεσε για την λήψη των αριθμών εγγραφής την επόμενη ημέρα δεν συνάδουν με την κατάθεση του ΜΚ2 που δόθηκε την ίδια ημέρα, σύμφωνα και με τον ΜΚ1 και εις την οποία γίνεται σαφής αναφορά στους συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής. Τα όσα έθεσε επομένως παρέμειναν σκέψεις και προφάσεις που δεν μπορούν να βρουν έστω και κάποιο λογικό έρεισμα σε οιαδήποτε άλλη αποδεχτή μαρτυρία ή να δημιουργήσουν έστω και την παραμικρή αμφιβολία αναφορικά με την αναγνώριση των αριθμών εγγραφής την επίδικη ημερομηνία. Σημειώνω επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος σε κανένα σημείο αμφισβήτησε τις θέσεις και μαρτυρία του ΜΚ2 αναφορικά με την χρήση του ταχύμετρου, το σήμα στο οποίο προέβη στον οδηγό, την ενδυμασία του και τον τρόπο οδήγησης του οχήματος που ο ΜΚ2 ανάφερε. Οι βασικές του θέσεις αφορούν την αμφισβήτηση της ταυτότητας του οδηγού και του οχήματος ως αυτά αναφέρθηκαν από τον ΜΚ2 αλλά ούτε και την θέση του ΜΚ2 ότι ο οδικός φωτισμός ήταν πολύ καλός. Τα όσα όμως προσπάθησε να θέσει για το ζήτημα αυτό που αποτελεί και το μοναδικό επίδικο δεν κατάφεραν μέσα από την μαρτυρία του να αποδυναμώσουν την μαρτυρία του ΜΚ2 την οποία ανωτέρω και για τους λόγους που επεξήγησα έχω αποδεχθεί. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και τον τρόπο που αυτή παρουσιάστηκε από τον ίδιο καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξαγάγω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Η θέση του ήταν γενική και αόριστη και φάνηκε ότι τα όσα έθεσε αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες της συμπεριφοράς του. Επομένως απορρίπτω τις θέσεις και εκδοχή του κατηγορούμενου στην ολότητα της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ: Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων: Στις 01/09/2013 και περί ώρα 05:15 ο Μ.Κ.2 βρισκόταν στην Λεωφόρο Γεωργίου του Α' στην Γερμασόγεια στην Λεμεσό παρά την είσοδο στο «Δασούδι» για διενέργεια ελέγχου τροχαίων παραβάσεων. Το όριο ταχύτητας στην εν λόγω οδό και σημείο είναι 50 χ.α.ω Κατά τον χρόνο εκείνο διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας με χρήση ταχυμέτρου. Φορούσε την μαύρη αστυνομική στολή που έχει φωσφορούχα λωρίδα στο πλάι και φωσφορούχο γιλέκο. Κατά τον έλεγχο ταχύτητας εγκλώβισε με το ταχύμετρο όχημα να οδηγείται με ταχύτητα 97 χ.α.ω αντί του επιτρεπόμενου ορίου 50 χ.α.ω από απόσταση περίπου 350 μέτρων. Εισήλθε στον δρόμο κρατώντας κόκκινο φακό και έκανε σήμα με το χέρι του στον οδηγό να σταματήσει. Ο οδηγός ελάττωσε ταχύτητα και πλησιάζοντας τον ΜΚ2 τράβηξε χειρόφρενο κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά με αποτέλεσμα το όχημα να πλαγιολισθήσει κάνοντας επαναστροφή εισερχόμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ανακόπτοντας την πορεία άλλου αυτοκινήτου. Ακολούθως έσβησε τα φώτα πορείας του οχήματος και απομακρύνθηκε από την σκηνή. Ο ΜΚ2 είδε ότι το όχημα οδηγείτο από ένα νεαρό πρόσωπο ελαφρώς αξύριστο και το οποίο δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Ο οδικός φωτισμός κατά τον χρόνο εκείνο ήταν πολύ καλός. Το εν λόγω όχημα έφερε αριθμούς εγγραφής ΚΜΗ
  3. Ακολούθως ο ΜΚ2 μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και από έλεγχο που έκανε προέκυψε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος αυτού ήταν ο κατηγορούμενος Γιώργος Ιάπωνας. Ο ΜΚ2 ετοίμασε την ίδια ημέρα την κατάθεση του (Τεκμήριο 5) και παρέδωσε την υπόθεση για συνέχιση της διερεύνησης της στον ΜΚ
  4. Ακολούθησαν έρευνες για εντοπισμό του κατηγορούμενου στην οικία του τόσο στις 4/9/2013 όσο και στις 7/9/2013 χωρίς όμως αποτέλεσμα ενώ απέτυχαν και οι προσπάθειες για τηλεφωνική επικοινωνία. Στις 15/9/2013 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε στην οικία του, ενημερώθηκε για την υπό διερεύνηση υπόθεση και κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό για κατάθεση την οποία και τελικά έδωσε στις 15/9/
  5. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η 1η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 6
(3)του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε: «6. - ....
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας €1708 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Η 2η κατηγορία στηρίζεται στον Κανονισμό 58
(4)(θ) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984: «58
(4): Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει - .................................... (θ) να σταματήσει το όχημα, εφόσον κληθεί να πράξει τούτο από αστυνομικό με στολή και να επιτρέψει στον αστυνομικό αυτό να εξετάσει το όχημα και να υποβάλει αυτόν σε κάθε αναγκαία εξέταση για να εξακριβώσει τη συμμόρφωση του με τις διατάξεις των παρόντων κανονισμών και σε τέτοια περίπτωση οφείλει να οδηγήσει το όχημα υπό την εποπτεία του αστυνομικού αυτού, ο οποίος καθορίζει ταυτόχρονα και την απόσταση, το χρόνο και την ταχύτητα της οδήγησης. » Αντίστοιχη Αγγλική διάταξη (αρχικά s. 159 του Road Traffic Act 1972 και ακολούθως s. 169 του Road Traffic Act 1988) ερμηνεύθηκε στην Keane v McSkimming 1983 S.C.C.R. 220 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην σελ. 223: "It is not of course for the Crown in a case such as this to establish that a driver did see a signal to halt. It is quite sufficient that the Crown leads evidence that a signal was given at a time and in circumstances which ought to make it obvious to an approaching driver. If such evidence is led then in the absence of explanation the case for the Crown is made out upon a prima facie basis and if the driver in question fails to react to the signal and that is established the court is entitled to proceed to conviction, and the Crown prosecution of a motorist in these circumstances is entitled to succeed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεν είναι, ασφαλώς, για την Κατηγορούσα Αρχή να καταδείξει ότι οδηγός είδε το σήμα για να σταματήσει. Είναι επαρκές η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία ότι έγινε σήμα σε χρόνο και κάτω από τέτοιες περιστάσεις ώστε αυτό να ήταν εμφανές σε προσεγγίζοντα οδηγό. Εάν παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία, τότε στην απουσία εξήγησης στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και εάν ο οδηγός όντως παραλείψει να αντιδράσει στο σήμα, τότε το Δικαστήριο, δύναται να καταδικάσει και η δίωξη της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του οδηγού να επιτύχει.» Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο δεχθεί ότι με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καταδείχθηκε ότι έγινε σήμα σε χρόνο και κάτω από περιστάσεις που θα έπρεπε να το καταστήσουν εμφανές σε προσεγγίζοντα οδηγό, και αυτός δεν ανταποκριθεί, στην απουσία εξήγησης, δύναται να καταδικάσει τον οδηγό. Η κατηγορούσα αρχή δεν είναι υπόχρεη να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είδε το σήμα. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, vol. 1, παρ. 6.24, σελ. 489 αναφέρεται ότι κατηγορούμενος μπορεί να αθωωθεί αν ο λόγος που δεν είδε το σήμα δεν αφορούσε δική του παράλειψη. Η 3η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της φύσης, της κατάστασης και της χρήσης της οδού και του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο στην εν λόγω οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2563 (Λ.Κ. 1500) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο της Νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Η 4η κατηγορία βασίζεται στον κανονισμό 58
(2)(δ) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984 και η 5η κατηγορία στο άρθρο 2 και 15
(1)του Νόμου Περί Οδικής Ασφάλειας 174/68. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν διαπιστωθεί, κρίνω ότι πρώτιστα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε κατά τον τρόπο που τέθηκε το εν λόγω όχημα την επίδικη ημερομηνία και ώρα στο συγκεκριμένο σημείο. Το σημείο αυτό σημειώνω αποτελεί κοινό συστατικό στοιχείο όλων των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ2 περί του ότι κατά την 1/9/2013 στον συγκεκριμένο δρόμο, την συγκεκριμένη ώρα διαπίστωσε το εν λόγω όχημα με τους αριθμούς εγγραφής που κατέγραψε και δεν αμφισβητήθηκε ότι ανήκει στον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με το ότι ο κατηγορούμενος τοποθετεί τον εαυτό του πλησίον της σκηνής ενώ ως ανάφερε τόσο στην κατάθεση του όσο και προφορικά ενώπιον μου ότι είναι το μοναδικό πρόσωπο που οδηγεί το εν λόγω όχημα η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει στο απαιτούμενο βαθμό ότι το όχημα το οποίο εγκλώβισε ο ΜΚ2 με το ταχύμετρο τον ουσιώδη χρόνο ήταν το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΜΗ 679 και ότι αυτό οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Η πλήρης αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ2 σε σχέση με την αντίληψη και σημείωση των αριθμών εγγραφής σε συνδυασμό με την θέση του κατηγορούμενου ότι το ίδιο βράδυ ο ίδιος οδηγούσε το εν λόγω όχημα και ουδείς άλλος το οδηγεί καταλήγω ότι δεν αφήνει περιθώρια άλλης κατάληξης και μπορεί από αυτή την αποδεχτή μαρτυρία να προκύψει ασφαλές συμπέρασμα τόσο για την ταυτότητα του οχήματος όσο και του οδηγού. Έχοντας καταλήξει στο πιο πάνω ζήτημα που άπτεται του κοινού συστατικού στοιχείου όλων των κατηγοριών ήτοι της οδήγησης του συγκεκριμένου οχήματος από τον κατηγορούμενου τον ουσιώδη χρόνο στον συγκεκριμένο δρόμο θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει και τα λοιπά συστατικά στοιχεία εκάστης κατηγορίας. Με αναφορά στην ταχύτητα και την 1η κατηγορία. Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2 και τα συνεπακόλουθα ευρήματα κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο ΜΚ2 εγκλώβισε με το ταχύμετρο το οποίο προηγουμένως έλεγξε αναφορικά με την λειτουργία του τον κατηγορούμενο να οδηγεί με ταχύτητα 97 χ.α.ω αντί 50χ.α.ω. Έχει γίνει αναφορά στο ότι το όριο ταχύτητας έχει καθορισθεί σε 50 χ.α.ω και δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί αυτό το στοιχείο. Σε σχέση με την 4η κατηγορία ο ΜΚ2 ανάφερε ότι ο οδηγός του οχήματος ενήργησε επαναστροφή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα. Ουδέν εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος τούτου επίσης έχει αμφισβητηθεί. Ομοίως και για την 5η κατηγορία ο ΜΚ2 ανάφερε ότι πλησιάζοντας τον ο οδηγός του οχήματος είδε αυτό το νεαρό πρόσωπο να μην φέρει ζώνη ασφαλείας. Με βάση τα ευρήματα και την αποδεχτή μαρτυρία και έχοντας ως δεδομένο ότι ουδέν εξ' αυτών των στοιχείων αμφισβητήθηκε, πλην της ταυτότητας του οδηγού, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό και αυτές τις κατηγορίες. Σε σχέση τώρα με την κατηγορία 3 και εξετάζοντας τα ευρήματα γεγονότων σε συνάρτηση με την σχετική νομολογία ως αναφέρθηκε στην νομική πτυχή κρίνω ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου μετά που του έγινε σήμα από το Μ.Κ. 2 για να σταματήσει, να ελαττώσει ταχύτητα, να τραβήξει χειρόφρενο να πλαγιολισθήσει, να ακολουθήσει επαναστροφή και είσοδος στο αντίθετο ρεύμα ενώ ακολούθως να αναπτύξει ταχύτητα να σβήσει τα φώτα πορείας του και να φύγει αποτελεί χωρίς καμία αμφιβολία επικίνδυνη οδήγηση για το κοινό. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι κατά την είσοδο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ανέκοψε πορεία διερχόμενου οχήματος εξ' αντιθέτου με άμεσο κίνδυνο πρόκλησης δυστυχήματος. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο και δει ότι υπήρχαν Αστυνομικοί που διενεργούσαν σχετικούς ελέγχους και καταγγελίες, ο κατηγορούμενος επέδειξε επικίνδυνη συμπεριφορά κατά την οδήγηση του οχήματός του η οποία αποτέλεσε φόβο και απειλή για τα εν λόγω πρόσωπα ήτοι τόσο για τον ΜΚ2 όσο όμως και για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν την δεδομένη στιγμή τον συγκεκριμένο δρόμο. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Επίσης, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η 2η κατηγορία και ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα αστυνομικού με στολή. Έχει προκύψει ότι ο αστυνομικός ήταν ευδιάκριτος αφού φορούσε τη στολή του η οποία έφερε σχετικά φωσφόρα στοιχεία (στο πλάι της στολής αλλά και γιλέκο) καθώς επίσης κρατούσε και ειδικό κόκκινο φανό που ανασήκωσε κατά την στιγμή που εισήλθε στο δρόμο για να κάνει σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει. Άλλωστε και η ίδια η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά που κλήθηκε να σταματήσει δεικνύει ότι αυτός είδε το σήμα και προσπάθησε να αποφύγει τον έλεγχο. Η συμπεριφορά του ίδιου δεν αφήνει αμφιβολία ότι αντιλήφθηκε το σήμα του αστυνομικού. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ήτοι κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) ................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Traffic / Final Αναφορά: Επικίνδυνη οδήγηση κ.α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.