← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλεξάνδρας Έλενας Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 22129/14, 30/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αλεξάνδρας Έλενας Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 22129/14, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22129/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή v. Αλεξάνδρας Έλενας Βασιλείου Κατηγορούμενη ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορούμενη: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο την κατηγορία της Αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία) και τις κατηγορίες της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας (2η, 3η και 4η κατηγορία). Η κατηγορούμενη καταχώρησε μη παραδοχή στην 1η κατηγορία και παραδέχθηκε τις υπόλοιπες με αποτέλεσμα η ακροαματική διαδικασία να προχωρήσει σε σχέση με την κατηγορία

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη στις 21/10/2013 στον κύριο δρόμο Σουνίου - Καντού της Επαρχίας Λεμεσού ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KWM 764, δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστ. 2258 Αρχοντίνο Μιχαήλ (Μ.Κ.1) και τον Ανδρέα Θεοδοσίου (ΜΚ2 - παραπονούμενο). Η κατηγορούμενη μετά που κλήθηκε σε απολογία με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία ενώ ουδέν άλλο μάρτυρα παρουσίασε. Με βάση τις ενώπιον μου εκδοχές η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι η κατηγορούμενη οδηγώντας αμελώς το όχημα της συγκρούστηκε με το όχημα του ΜΚ2 το οποίο προπορευόταν του οχήματος της κατηγορούμενης. Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2 ο ίδιος είχε σταματήσει στα δεξιά του επίδικου δρόμου και ακολούθως επανεκκίνησε και αφού μπήκε στο δρόμο και προχώρησε και κάποια μέτρα κτυπήθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης που τον ακολουθούσε και είχε την ίδια πορεία. Από την άλλη η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι ο ενώ οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 65 χ.α.ω στον επίδικο δρόμο αντιλήφθηκε ένα όχημα με σβηστά φώτα να μπαίνει στο δρόμο σύμφωνα με την πορεία της αφού προηγουμένως εξερχόταν από χωμάτινο δρόμο στα δεξιά με βάση την πορεία της κατά τρόπο που ήταν αδύνατο για την ίδια να αντιδράσει με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Η εκδοχή της κατηγορούμενης ουσιαστικά αφορά ανακοπή της πορείας της από τον Μ.Κ.
  2. Από τις πιο πάνω εκδοχές που ενώπιον μου τέθηκαν προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει μέσα από την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων και ακολούθως να εξετάσει αυτά με βάση την σχετική νομολογία ως προς το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Μαρτυρία και αξιολόγηση Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι υπηρετεί στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως την κατάθεση του που έδωσε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 21/10/2013 και περί ώρα 22:00 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβηκε την ίδια ημέρα και ώρα στον κύριο δρόμο Σουνίου - Καντού με ενεχόμενα οχήματα αυτό της κατηγορούμενης και το όχημα ΕΚΕ 647 και τα οποία είχαν ήδη μετακινηθεί από τις τελικές του θέσεις. Διαπίστωσε τους οδηγούς των οχημάτων ως τους κατηγορούμενη και ΜΚ2 και έκανε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής τοποθετώντας ως σημείο χ, το σημείο σύγκρουσης με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο οδηγοί. Από έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε χωρίς ασφάλεια και πιστοποιητικό καταλληλότητας ενώ τα έγγραφα του ΜΚ2 ήταν σε ισχύ. Πληροφόρησε την κατηγορούμενη για τα αδικήματα που διέπραξε και αυτή απάντησε «Δεν ξέρω αν έχω ασφάλεια» ενώ την ίδια ημέρα την συνέλαβε περί τις 22:50 για αυτόφωρα αδικήματα και αυτή απάντησε «Δεν είχα λεφτά». Μεταξύ των ωρών 23:30 - 23:55 στο αστυνομικό σταθμό Επισκοπής έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη για τα αδικήματα που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και αφού την κατηγόρησε γραπτώς αυτή απάντησε «Δεν παραδέχομαι την πρώτη κατηγορία αλλά παραδέχομαι την δεύτερη και την τρίτη». Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και κατάθεσε ως τεκμήριο 2 το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και ως Τεκμήριο 3 το συμμετρικό που ετοίμασε βάση του προχείρου. Την γραπτή κατηγορία προς την κατηγορούμενη την κατέθεσε ως τεκμήριο 4 και την ανακριτική της κατάθεση ως Τεκμήριο
  3. Ετοίμασε και έντυπο περιγραφής ζημιών επί των 2 ενεχόμενων οχημάτων ενώ διευκρίνισε ότι σημείωσε επί των εντύπων αυτών τις ζημιές με την εγγραφή που φαίνεται ως - χχ - Τεκμήρια 6 και
  4. Επεξηγώντας το συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3) ανάφερε ότι ως σημείο Α είναι η πορεία της κατηγορούμενης σύμφωνα με τον ισχυρισμό της και με το οποίο συμφώνησε και ο ΜΚ
  5. Τα σημεία Β και Β1 είναι η πορεία του ΜΚ2 - ενεχόμενου οδηγού με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς ενώ διευκρίνισε ότι το Β είναι χωμάτινος δρόμος. Η κατηγορούμενη δεν συμφώνησε με το σημείο Β και διατύπωσε την θέση ότι ο παραπονούμενος εξήλθε από χωμάτινο παγκέτο που σημείωσε με σημείο Ε και ακολούθησε πορεία που σημειώθηκε ως Β
  6. Το σημείο χ το υπέδειξαν αμφότεροι οι ενεχόμενοι οδηγοί ενώ εντοπίστηκαν και ίχνη από σπασμένα πλαστικά και συγκεκριμένα φαναράκια των 2 αυτοκινήτων. Ο ίδιος συμφωνεί με το σημείο χ ενόψει των πλαστικών ευρημάτων. Από το σημείο Ε μέχρι το σημείο χ η απόσταση είναι 37,5 μέτρα (ήτοι 52,50 αφαιρώντας τα 16,00μ το τέλος του χωμάτινου παγκέτου). Αν ισχύει ο ισχυρισμός του παραπονούμενου για το σημείο που εξήλθε τότε η απόσταση είναι 38, 60 μέτρα μέχρι το χ. Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο είναι 80 χ.α.ω. Στο σημείο εκείνο του δρόμου δεν υπάρχει καθόλου φωτισμός και ως εκ τούτου η ώρα 22:00 που έγινε το δυστύχημα ήταν νύχτα. Οι οδηγοί πρέπει να έχουν τα φώτα πορείας τους αναμμένα και να κρατούν ασφαλή απόσταση από τα προπορευόμενα οχήματα. Ο ΜΚ1 μέτρησε την εμβέλεια των φώτων του οχήματος της κατηγορούμενης και την καθόρισε περίπου στα 40 μέτρα. Η ίδια ανάφερε ότι η ταχύτητα της ήταν 65 χ.α.ω. Δεν μπορεί να καθορίσει ο ίδιος και δεν είναι ειδικός ως προς το σε πόση απόσταση μπορεί να σταματήσει ένα όχημα που κινείται με αυτή την ταχύτητα αλλά μέσα από εξετάσεις που έκανε μέσω της τροχαίας Λεμεσού ένα όχημα που κινείται με 65 χιλιόμετρα για να ακινητοποιηθεί χρειάζεται 41,25 μέτρα. Οι εξετάσεις που έγιναν αφορούν τύπο που υπάρχει στην τροχαία και καταρτίστηκε από εμπειρογνώμονα και αυτά τα στοιχεία συμβουλεύτηκε. Στην σκηνή δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Τα σημεία Ζ και Η αποτελούν με βάση το τεκμήριο 3 τις υποτιθέμενες τελικές θέσεις των οχημάτων. Το Ζ απέχει από το σημείο σύγκρουσης 10,70 μέτρα ενώ το Η 15,90 μέτρα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης ότι ο ΜΚ2 δεν είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του ο ίδιος εξέτασε τα φώτα και αυτά λειτουργούσαν κανονικά κάτι που ανάφερε και ο ίδιος ο ΜΚ
  7. Όταν ο ίδιος μετέβηκε στην σκηνή τα φώτα ήταν αναμμένα όπως και της κατηγορούμενης. Ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα για έκαστη εκ των κατευθύνσεων και υπάρχει συνεχόμενη άσπρη γραμμή διαχωρίζουσα τις δυο κατευθύνσεις. Η ορατότητα της κατηγορούμενης με βάση την πορεία της είναι ως το σημείο 0 μέχρι το σημείο χ ήτοι 52,50 μέτρα. Ως προς την πορεία Β επί του τεκμηρίου 3 και την ορατότητα της κατηγορούμενης ο ΜΚ1 ανάφερε ότι μπορούσε να δει το προπορευόμενο όχημα. Ερωτηθείς από ποια απόσταση μπορούσε να δει το ενεχόμενο όχημα εάν αυτό εξερχόταν από το σημείο Β απάντησε ότι δεν έλεγξε αλλά από ότι θυμάται μπορεί να δει από 50 μέτρα περίπου το αυτοκίνητο όταν εξέρχεται το όχημα Β. Τα οχήματα όταν μετέβηκε στην σκηνή τα βρήκε στα σημεία Α1 και Β2 και ήταν μετακινημένα από τις τελικές του θέσεις για αυτό τοποθέτησε επί του σχεδίου τα σημεία Ζ και Η ως υποτιθέμενες τελικές θέσεις. Ο δρόμος ήταν στεγνός και ο καιρός αίθριος ενώ στην σκηνή βρήκε τους ενεχόμενους οδηγούς οι οποίοι του ανάφεραν τις συνθήκες, το σημείο χ και ότι αφορούσε το δυστύχημα. Ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης για σβηστά φώτα από πλευράς ΜΚ2 τέθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος πρώτη φορά από την ίδια την κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη και ανοιχτή από τον παραπονούμενο και ο λόγος ήταν ότι τα ευρήματα στην σκηνή έδειχναν ότι την ευθύνη έφερε η κατηγορούμενη. Συμφώνησε δε με την συνήγορο υπεράσπισης ότι ο λόγος που οδηγήθηκε σε αυτό το συμπέρασμα είναι γιατί το κτύπημα του άλλου αυτοκινήτου ήταν από πίσω. Ανάφερε βεβαίως ότι πέραν από το κτύπημα από πίσω παράγοντας για την ευθύνη είναι και άλλες συνθήκες. Τόνισε δε ότι ο οδηγός που ακολουθεί όχημα πρέπει να τηρεί απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα ενώ οι άλλες συνθήκες στις οποίες αναφέρθηκε είναι η απόσταση από την οποία εξήλθε το αυτοκίνητο που μπήκε μπροστά από άλλο, η φύση του δρόμου, η ορατότητα και άλλα. Συμφώνησε ο ΜΚ1 ότι η κατηγορούμενη του ανάφερε εξαρχής ότι ο άλλος οδηγός είχε σβηστά τα φώτα του. Ο ίδιος έκανε έλεγχο και αυτά λειτουργούσαν κανονικά αλλά δεν μπορεί να εξακριβώσει εάν ήταν αναμμένα. Ο δρόμος που έγινε το δυστύχημα είναι ερημικός και υπήρχε και χωμάτινο παγκέτο. Στην υποβολή η θέση της κατηγορούμενης ήταν ότι στο όχημα του ΜΚ2 που ήταν σταθμευμένο στο παγκέτο αυτό επέβαινε και μια κοπέλα από τρίτη χώρα ο ΜΚ1 ανάφερε ότι δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στην σκηνή και ο παραπονούμενος δεν ανάφερε κάτι τέτοιο. Το που ήταν σταθμευμένο το όχημα του παραπονούμενου πριν εισέλθει στον δρόμο δηλαδή αν ήταν στο χωμάτινο παγκέτο ή στον χωμάτινο δρόμο έχει σημασία κατά τον ΜΚ1 καθότι υπάρχει μια διαφορά 2,10 μέτρων. Ανάφερε ότι οι συνθήκες του δυστυχήματος έδειχναν ότι από το σημείο που εξήλθε ο παραπονούμενος ήτοι το σημείο Β μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι μια μεγάλη απόσταση ώστε η κατηγορούμενη να μπορούσε να αντιδράσει και να μην προκληθεί το δυστύχημα. Το κατά πόσο ο ΜΚ2 λέει αλήθεια θα φανεί στο Δικαστήριο ανάφερε ο μάρτυρας. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη ανάφερε ότι ο παραπονούμενος είχε την εικόνα μεθυσμένου ο ΜΚ1 ανάφερε ότι έγινε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης σε αυτόν με μηδενική ένδειξη. Δεν το ανάφερε αυτό στην κατάθεση του λόγω του μηδενικού αποτελέσματος. Ο έλεγχος αλκοόλης είναι πάγια τακτική σε οδηγούς στις σκηνές των δυστυχημάτων. Η εκδοχή της κατηγορούμενης ήτοι ότι ο παραπονούμενος «πετάχτηκε» μπροστά της χωρίς φώτα αποκλείστηκε με βάση τα ευρήματα στην σκηνή και τις καταθέσεις που έλαβε. Δεν υπήρχαν στοιχεία στην σκηνή για να ελέγξει την ταχύτητα της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη τραυματίστηκε και επισκέφθηκε τις πρώτες βοήθειας του Γ.Ν. Λεμεσού. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε στο δρόμο όταν ξαφνικά «πετάχτηκε» μπροστά της ο παραπονούμενος χωρίς καμία δυνατότητα να ακινητοποιήσει το όχημα της και να τον κτυπήσει διαφώνησε αναφέροντας ότι η κατηγορούμενη είχε ευθύνη. Ο ΜΚ2 είναι ο παραπονούμενος οδηγός του οχήματος ΕΚΕ
  8. Ανάφερε ότι είναι δημόσιος υπάλληλος. Αναγνώρισε το τεκμήριο 8 ως την κατάθεση του και υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής. Στην κατάθεση του ο ΜΚ2 αναφέρει ότι είναι συνιδιοκτήτης του οχήματος ΕΚΕ
  9. Στις 21/10/2013 και περί ώρα 21:20 έφυγε από το σπίτι του που είναι στον Άγιο Ιωάννη Πάφου και ακολουθούσε το δρόμο Αρμίνου- Άγιος Νικόλας και μετά από το Άρσος προς τη Λεμεσό. Ενώ οδηγούσε το όχημα του και λίγο πριν το χωριό Καντού σταμάτησε στη δεξιά πλευρά του δρόμου για να κάνει την ανάγκη του. Μετά παρόδου 2 - 3 λεπτών μπήκε στο όχημα του έβαλε τη ζώνη του και ξεκίνησε για να πάει στο σπίτι του στη Λεμεσό. Αφού μπήκε στο δρόμο και διένυσε και μια απόσταση 60 - 70 μέτρων ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος του. Πριν να μπει στο δρόμο είδε φώτα από πολύ μακριά και υπολόγισε ότι προλάβαινε να προχωρήσει στην πορεία του. Όταν σταμάτησε δεξιά το όχημα του ήταν ξεκινημένο και τα φώτα του στην χαμηλή στάση δηλαδή τα μικρά φώτα ενώ όταν μπήκε στο όχημα του άναψε κανονικά τα φώτα του. Από την σύγκρουση νιώθει πόνο στον αυχένα του. Στην προφορική του μαρτυρία ανάφερε ότι όταν σταμάτησε και εξήλθε του οχήματος του τα «μούτρα» αυτού έβλεπαν νότια. Τα φώτα που είδε πριν εισέλθει στο δρόμο τα είδε από απόσταση 250 - 300 μέτρων. Όταν εκκίνησε και έβαλε μπρος τα φώτα ήταν γύρω στα 65 - 70 μέτρα. Όταν είδε για πρώτη φορά το όχημα ήταν στα 200 - 300 μέτρα και προχώρησε και ήταν κατήφορο στα 70 μέτρα κτυπήθηκε από πίσω. Ήταν εκ κινήσει ο ίδιος και μπορούσε να τον αποφύγει η κατηγορούμενη καθότι ο δρόμος είναι ευθύς και πλατύς. Απευθύνθηκε δε στην κατηγορούμενη αναφέροντας της ότι δεν είχε ούτε άδεια, ούτε τίποτα. Στο όχημα ήταν μόνος του και χαρακτήρισε την ταχύτητα της κατηγορούμενης ψηλή. Ο ίδιος είχε ταχύτητα περί τα 65 - 70 χιλιόμετρα και η κατηγορούμενη πρέπει να πήγαινε περίπου 20 μίλια παραπάνω. Σταμάτησε στο χωμάτινο παγκέτο, πλατύ χωμάτινο παγκέτο μπροστά στην στροφή. Πριν την σύγκρουση αντιλήφθηκε μια λάμψη από τα φώτα της κατηγορούμενης από το καθρεφτάκι. Από το δυστύχημα υπέστη σωματικές και υλικές ζημιές. Χτύπησε στην μέση και τον αυχένα. Στο νοσοκομείο πήγε την επόμενη ημέρα. Στον δρόμο δεν υπήρχε φωτισμός. Η κατηγορούμενη είχε αναμμένα τα φώτα της. Η σύγκρουση έγινε στο πίσω μέρος του οχήματος του. Μετά το δυστύχημα πήγε στο σταθμό και έδωσε κατάθεση. Η κατηγορούμενη σύμφωνα με τον ΜΚ2 μετά τι δυστύχημα επειδή δεν της άρεσαν οι καταθέσεις που έδωσαν μετέβη εκ νέου με δύο αστυνομικούς στην σκηνή και εν τη απουσία του για να ερευνήσουν ξανά. Στον σταθμό πήγε με το όχημα του κτυπημένο και με τρυπημένο το «τάγκι» των καυσίμων με κίνδυνο αναφέρει να κάνει έκρηξη. Στην σκηνή δεν μίλησε με την κατηγορούμενη για την οποία ήρθαν συγγενείς κοντά της στην σκηνή. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανάφερε ότι εργάζεται στο νοσοκομείο στην Λινόπετρα ως λειτουργός και βοηθά στο χημείο, στις παραλαβές δειγμάτων, στις εγγραφές και στην συντήρηση των κτιρίων. Είναι και βοηθός στους γιατρούς. Το επίδικο βράδυ είχε επισκεφθεί το σπίτι που έχει στον Άγιο Ιωάννη στην Πάφο. Στον δρόμο προς Λεμεσό στάθμευσε στο δεξί του χέρι σε σημείο που ο δρόμος ήταν πλατύς, είχε χωματόδρομο σαν πλατεία χωμάτινη. Μετά από τον δρόμο είχε παγκέτο. Μετά από 1 - 1 ½ λεπτό έφυγε. Επέμεινε ότι στο αυτοκίνητο ήταν μόνος του και ανάφερε ότι αυτό το είδε και η Αστυνομία όταν έφτασε. Στην υποβολή ότι μαζί του υπήρχε μια κοπέλα από τις Φιλιππίνες η οποία φοβήθηκε και έφυγε γιατί ήταν «παράνομη» ο ΜΚ2 διερωτήθηκε γιατί δεν την συνέλαβαν ενώ ανάφερε ότι μετά το ατύχημα μαζεύτηκαν πολλά άτομα στην σκηνή και τον ρωτούσαν εάν έπαθε τίποτα. Ερωτηθείς πως σε αυτό τον ερημικό δρόμο μαζεύτηκε κόσμος απάντησε ότι δεν ξέρει, έγινε δυστύχημα και κάλεσε την αστυνομία. Στην υποβολή της θέσης της κατηγορούμενης ότι μαζί με τον ΜΚ2 υπήρχε μια κοπέλα η οποία φοβήθηκε και ξεκίνησε να τρέχει και ο ίδιος την ακολουθούσε φωνάζοντας της να σταματήσει ο ΜΚ2 ανάφερε ότι αυτά είναι παραμύθια και δεν ισχύουν. Συμφώνησε ότι στο σημείο που στάθμευσε δεν αποτελούσε κίνδυνο για την τροχαία κίνηση εφόσον ήταν χωμάτινο παγκέτο. Επανέλαβε ότι την ώρα που ήταν στο παγκέτο είχε αναμμένα τα μικρά φώτα. Από την Πάφο ξεκίνησε γύρω στις 21:00 - 21:05 όπου είχε πάει για κάτι δουλειές και επέστρεφε πίσω και αρνήθηκε ότι είχε πάει με την κοπέλα αυτή που αναφέρει η κατηγορούμενη στην Πάφο. Επέμεινε περαιτέρω ότι παρά το ότι είδε τα φώτα της κατηγορούμενης υπολόγισε ότι προλάβαινε να μπει στο δρόμο και πρόλαβε ενώ μάλιστα είχε καλύψει και 60 - 70 μέτρα εντός του δρόμου και μετά τον κτύπησε η κατηγορούμενη. Η κίνηση στο σημείο είναι πολύ αραιή. Επέμεινε στην θέση του ότι είχε αρκετό χρόνο να εισέλθει στο δρόμο και είχε τα φώτα του αναμμένα. Στην υποβολή ότι δεν είχε φώτα αναμμένα και η κατηγορούμενη δεν τον είδε να εισέρχεται με αποτέλεσμα να μην προλάβει να φρενάρει και να τον αποφύγει όπως εισήλθε απότομα μπροστά της ο ΜΚ2 ανάφερε ότι η κατηγορούμενη δεν έχει άδεια οδήγηση και δεν είναι καν οδηγός και για αυτό σοκαρίστηκε και τα γνωστά αποτελέσματα. Η κατηγορούμενη μπορούσε να τον αποφύγει και δεν το έπραξε κατά τον ίδιο. Το ότι δεν έχει άδεια οδηγού η κατηγορούμενη το έμαθε από κάποιο Χάρη που έχει γκαράζ και στο οποίο πήρε το όχημα της η κατηγορούμενη καθότι τον γνωρίζει. Αρνήθηκε ότι τον κτύπησε μόλις εισήλθε στον δρόμο και ότι στο σημείο υπάρχει στροφή αναφέροντας ότι η στροφή είναι 70 μέτρα πιο κάτω. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη δεν τον είδε εξαιτίας της στροφής απάντησε ότι αν δεν τον είδε πρόβλημα της. Δέχτηκε και συμφώνησε ότι το κτύπημα ήταν στο αριστερό πλευρό του οχήματος του. Ανάφερε ότι η κατηγορούμενη οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Εκείνος οδηγούσε περίπου με 60 - 70 ενώ η κατηγορούμενη με 30 παραπάνω από ότι υπολόγισε και δεν προσπάθησε να τον αποφύγει. Ερωτηθείς πως ανέπτυξε τόση ταχύτητα σε 60 μέτρα παρέπεμψε στην μάρκα του οχήματος και ότι είναι πολύστροφο επιπλέον του ότι ο δρόμος ήταν κατηφορικός. Σύμφωνα με τον ίδιο μετά που έδωσε την κατάθεση του και ετοιμάστηκε να φύγει η κατηγορούμενη πήρε 2 αστυνομικούς και επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος για να τους πει άλλα και να αλλάξει την κατάθεση της. Το γνωρίζει γιατί ήταν εκεί που ξεκίνησαν να πάνε πίσω και μάλιστα αναφέρει ότι κάποιοι συγγενείς της, της είπαν ότι με τις καταθέσεις που δόθηκαν «χάνει την υπόθεση» και ήθελε να αλλάξει το σημείο σύγκρουσης και μάλιστα το άλλαξε ενώ του ιδίου δεν του είπαν να πάει μαζί τους. Με την κατηγορούμενη δεν μίλησε, βρισκόντουσαν μέσα στα συντρίμμια και ήταν 11 το βράδυ. Μέσα σε 2 - 3 λεπτά από την σύγκρουση μαζεύτηκε κόσμος και δεν πλησίασε την κατηγορούμενη. Στην υποβολή ότι πρόκειται για ερημική τοποθεσία και ουδείς ήρθε απάντησε «Ήρτε κόσμος η αστυνομία, σε πόσην ώρα ήρτε μετά την κλήση». Στην αστυνομία στην σκηνή η κατηγορούμενη δεν είπε κάτι για μια κοπέλα και μετά που είδε τις καταθέσεις κάποιος της είπε ότι χάνει την υπόθεση και φώναζε και τότε ξαναπήγε στην σκηνή. Η Αστυνομία έκανε λάθος που τον έβαλε να οδηγήσει και να πάει στον σταθμό με το όχημα του μετά το δυστύχημα αλλά μπορεί να μην είχε την τεχνογνωσία ο Αστυνομικός γιατί ένας αστυνομικός της σχολής δεν ξέρει πολλά πράγματα. Την κατηγορούμενη επέμεινε ότι την είδε στην σκηνή για μια στιγμή και μετά εξαφανίστηκε. Στην υποβολή ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να εξέλθει του αυτοκινήτου της και εγκλωβίστηκε επέμεινε ότι βγήκε και τον είδε. Στο σημείο αμέσως μετά ήρθαν συγγενείς της κατηγορούμενης και του μιλούσαν με ύφος απειλητικό και ο ίδιος για ασφάλεια έκλεισε την πόρτα. Η κατηγορούμενη στα πλαίσια της ένορκης εξέτασης της αναγνώρισε το τεκμήριο 5 ως την ανακριτική της κατάθεση και υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής ως αληθές. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι κατάγεται από την Ρουμανία και είναι υιοθετημένη από τον Ιανουάριο του
  10. Έχει φοιτήσει σε δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο της Δημοκρατίας και γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα, μιλά και γράφει. Είναι διαζευγμένη και μητέρα 3 παιδιών ηλικιών 7, 5 και 4 ετών αντίστοιχα. Είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος με αρ. εγγραφής KWM
  11. Στις 21/10/2013 έφυγε από το σπίτι της στο Σούνι γύρω στις 21:50 για να πάει στο χωριό Επισκοπή για να πάρει γάλα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου Σουνίου προς Καντού και ενώ οδηγούσε με ταχύτητα γύρω στα 65 χ.α.ω. και φορώντας την ζώνη της αντιλήφθηκε ένα σαλούν αυτοκίνητο να μπαίνει στο δρόμο σύμφωνα με την πορεία της αφού προηγουμένως εξερχόταν από χωμάτινο δρόμο στα δεξιά της. Αμέσως μόλις το εν λόγω όχημα εισήλθε στον δρόμο της ήταν αδύνατο να αντιδράσει και προσπάθησε να ελαττώσει ταχύτητα αλλά δυστυχώς χωρίς να τα καταφέρει με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Το δυστύχημα έγινε γύρω στις 22:00 και τα φώτα του οχήματος του εν λόγω οχήματος ήταν κλειστά όταν εισήλθε στον δρόμο. Ανάφερε επίσης ότι απολογείται για την ασφάλεια του οχήματος της αλλά δεν γνώριζε ότι είχε λήξει ενώ για το πιστοποιητικό καταλληλότητας δεν είχε λεφτά να το επιθεωρήσει το όχημα της. Συνέχισε αναφέροντας ότι το όχημα δεν βγήκε ως ανάφερε αρχικά από χωμάτινο δρόμο αλλά από το χωμάτινο παγκέτο που βρίσκεται περίπου 30 μέτρα στην δεξιά πλευρά του δρόμου από το σημείο που συγκρούστηκαν και το οποίο σημειώθηκε με γράμμα Ε. Σε σχέση με το σχεδιάγραμμα της σκηνής αναφέρει ότι συμφωνεί και το υπέγραψε. Από το δυστύχημα κτύπησε στο δεξί της πόδι και έσκισε τα χείλη της. Στην προφορική της μαρτυρία ανάφερε ότι ο ΜΚ2 μετά την σύγκρουση δεν την πλησίασε. Η ίδια έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο της επειδή η πόρτα της δεν άνοιγε από την σύγκρουση και τότε είδε τον ΜΚ2 να τρέχει στον δρόμο και μπροστά του να είναι μια κοπέλα που της φάνηκε να είναι αλλοδαπή. Η κοπέλα φοβόταν την αστυνομία γιατί την άκουσε να λέει «Αστυνομία - Αστυνομία» και λογικά της φάνηκε ότι φοβόταν. Η κοπέλα αυτή μιλούσε αγγλικά και ο ΜΚ2 της έλεγε να μην φοβάται. Μετά από λίγη ώρα σταμάτησαν και άλλοι άνθρωποι και μια γυναίκα που σταμάτησε προσπάθησε να της ανοίξει την πόρτα και δεν άνοιγε και της άνοιξε την άλλη πόρτα και την βοήθησε να κατέβει από το όχημα. Τα χείλη της έτρεχαν αίμα και δεν μπορούσε να πατήσει το πόδι της. Μίλησε με αυτή την κοπέλα και της είπε τι έγινε. Η κοπέλα αυτή της είπε να μην φοβάται και θα πάει στο νοσοκομείο. Ήρθε ακολούθως η αστυνομία και την πήρε στο νοσοκομείο. Το όχημα του ΜΚ2 το κτύπησε πίσω αριστερά πριν να μπει ίσια στο δρόμο. Αντεξεταζόμενη η κατηγορούμενη είπε ότι την θέση της ότι ο ΜΚ2 ήταν μαζί με μια κοπέλα την ανάφερε στον αστυνομικό όπως και για τα σβηστά φώτα. Επέμεινε ότι η κοπέλα αυτή υπήρχε και το ανάφερε και αρνήθηκε ότι οι θέσεις της αυτές αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν γνωρίζει γιατί δεν το κατέγραψε ο αστυνομικός. Ανάφερε επιπλέον ότι δεν έχει λόγο να αναφέρει αυτή τη θέση εάν ήταν ψέμα. Τα δύο οχήματα ήταν πολύ κοντά και άκουγε την κοπέλα αυτή να φωνάζει «Police - Police» και να τρέχει και πίσω της έτρεχε ο ΜΚ
  12. Ανάφερε ότι το παράθυρο του οχήματος της ήταν λίγο ανοιχτό γιατί καπνίζει. Επέμεινε ότι η σκηνή αυτή έγινε αμέσως μετά το δυστύχημα, δεν πέρασε άλλο όχημα και άκουγε καθαρά αυτή την κοπέλα να μιλά. Ανάφερε επιπλέον ότι ουδέν λόγο είχε να πει ψέματα και μάλιστα δεν πιστεύει ότι έπαιξε και οιοδήποτε ρόλο στο δυστύχημα και δεν ξέρει για ποιο λόγο ο κ. Ανδρέας (ΜΚ2) το αρνείται. Με αναφορά στα τεκμήρια 6 - 7, έντυπα ζημιών ανάφερε ότι το όχημα της υπέστη ζημιές μπροστά και δεν θυμάται εάν αυτές ήταν σε όλο το μπροστινό μέρος. Στην υποβολή ότι η πόρτα του οδηγού ουδεμία ζημιά υπέστη ανάφερε ότι δεν κτυπήθηκε η πόρτα αλλά από την σύγκρουση δεν άνοιγε. Το όχημα του ΜΚ2 είχε ζημιές στο πίσω αριστερό του μέρος και το είδε καθότι ήταν ακριβώς μπροστά της. Τον δρόμο αυτό τον χρησιμοποιεί περίπου 10 φορές την ημέρα και τον γνωρίζει και έχει ως συνήθως την ίδια ταχύτητα με μέγιστη αυτή των 65 - 70 χ.α.ω . Αρνήθηκε ότι οδηγούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα και πάντα ελέγχει την ταχύτητα που οδηγεί. Δεν ξέρει την εμβέλεια των φώτων της. Η ίδια είχε αναμμένα τα ψηλά της φώτα και φώτιζαν αρκετά μακριά χωρίς να μπορεί να πει ακριβής απόσταση. Δεν αρνήθηκε ότι η εμβέλεια μπορεί να ήταν 40 μέτρα αλλά επανέλαβε ότι δεν μπορεί να υπολογίσει. Το όχημα του ΜΚ2 το αντιλήφθηκε από απόσταση 2 μέτρων καθότι ήταν ακριβώς μπροστά της. Ερωτηθείσα κατά πόσο τον είδε όταν άρχισε να μπαίνει στο δρόμο ανάφερε ότι εκεί που έγινε το δυστύχημα έχει μεγάλη στροφή και έγινε ακριβώς μετά την στροφή. Ο ΜΚ2 δεν είχε φώτα και δεν τον είδε που άρχισε να μπαίνει αλλά 2 - 3 δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση. Διευκρίνισε ότι δεν τον είδε που ήταν σταθμευμένος αλλά είδε την πορεία του από πού έβγαινε και ήταν σχεδόν έτοιμος να μπει στο δρόμο και αμέσως συγκρούστηκαν. Δέχτηκε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν ως υπέδειξε στον ΜΚ1 και ότι όταν συγκρούστηκαν το όχημα του ΜΚ2 ήταν μπροστά της. Από το σημείο που ο ΜΚ2 εξήλθε μέχρι το σημείο χ ανάφερε ότι δεν ήταν 40 μέτρα αλλά πιο λίγο. Επέμεινε ότι πάτησε φρένα στην προσπάθεια της να αποφύγει την σύγκρουση. Η κατηγορούμενη σε σχέση με την υποβολή ότι ο ΜΚ2 είχε αναμμένα τα χαμηλά φώτα όταν ήταν σταθμευμένος και ακολούθως τα κανονικά όταν ξεκίνησε ανέφερε ότι δεν ξέρει τι ίσχυε όταν ήταν σταθμευμένος αλλά επέμεινε ότι όταν η ίδια τον αντιλήφθηκε δεν είχε φώτα αναμμένα. Στην υποβολή ότι όταν ο ΜΚ2 άρχισε να εισέρχεται στον δρόμο η ίδια ήταν σε απόσταση 250 - 300 μέτρων απάντησε ότι υπήρχε στροφή πολύ μεγάλη και δεν θα μπορούσε να την δει. Διαφώνησε και με την θέση ότι όταν ο ΜΚ εκκίνησε η ίδια ήταν 56 - 70 μέτρα μακριά. Ανάφερε δε ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή και για αυτό έσπασε και το πόδι της. Επειδή δεν είχε αυτοκίνητο την πήρε η αστυνομία στον σταθμό έδωσε κατάθεση και ακολούθως στο νοσοκομείο. Στην σκηνή δεν ξαναπήγε μετά το δυστύχημα και όταν την είδε ο ΜΚ2 όπως ανάφερε να φεύγει με τους αστυνομικούς από τον σταθμό πήγαινε στο νοσοκομείο και όχι εκ νέου στην σκηνή. Με αναφορά στα τεκμήρια Ζ και Η τις υποτιθέμενες τελικές θέσεις των οχημάτων η κατηγορούμενη ανάφερε ότι το όχημα του ΜΚ2 δεν ήταν σε ευθεία θέση αλλά πλάγια και επανέλαβε ότι το όχημα του ΜΚ2 δεν ήταν κτυπημένο σε ολόκληρο το πίσω μέρος. Από την σύγκρουση τα οχήματα μετακινήθηκαν και του ΜΚ2 λίγο πιο μπροστά. Επέμεινε ότι έκανε ότι μπορούσε για να αποφύγει την σύγκρουση και πάτησε φρένα αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει. Στην υποβολή ότι ο ΜΚ2 δεν της ανέκοψε την πορεία αλλά η ίδια χωρίς λόγο συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του οχήματος του επέμεινε στην εκδοχή της για τον τρόπο που ο ΜΚ2 εισήλθε στο δρόμο. Αρνήθηκε ότι έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Από την πλευρά της υπεράσπισης ουδεμία άλλη μαρτυρία δόθηκε και τα πιο πάνω αποτελούν το σύνολο της δοθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας. Με βάση και τις δύο εκδοχές που τέθηκαν τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης άπτονται της οδηγητικής συμπεριφοράς της κατηγορούμενης με αναφορά στον τρόπο που έλαβε χώρα το δυστύχημα. Για την εξαγωγή συμπερασμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε ευρήματα γεγονότων με αναφορά στην πορεία του παραπονούμενου, τον τρόπο που εισήλθε και από πού στον δρόμο σε συνάρτηση με τις ενέργειες της κατηγορούμενης. Για να μπορέσω να προβώ σε ευρήματα γεγονότων ενόψει και των αντιφατικών εκδοχών που τέθηκαν θα πρέπει να προχωρήσω με αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του δυστυχήματος ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, προέβη σε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε, αρχικά πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμήριο 2) και ακολούθως βάση αυτού συμμετρικό σχέδιο (τεκμήριο 3). Σημειώνω εξαρχής ότι στην υπό κρίση περίπτωση ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών, ήτοι βράδυ, ερημικός δρόμος, μετακίνηση των οχημάτων από τις τελικές τους θέσεις, απουσία ανεξάρτητου αυτόπτη μάρτυρα, πέραν των ευρημάτων επί της σκηνής και ο ΜΚ1 βάσισε μεγάλο μέρος των όσων κατέγραψε επί της μαρτυρίας και θέσεις αμφότερων των οδηγών, αναφορές που άπτονται της αξιοπιστίας τους αλλά και της αντίληψης τους σε ζητήματα οδικών συγκρούσεων με δεδομένο ότι ουδείς εκ των οδηγών είναι εμπειρογνώμονας. Ο ΜΚ1 άφησε καλή εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο και καταλήγω ότι έδωσε την μαρτυρία του ανεξάρτητα από οιαδήποτε από τις θέσεις των ενεχόμενων οδηγών και με βάση τα όσα ο ίδιος κατέγραψε και εντόπισε στην σκηνή. Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκαν οι διάφορες μετρήσεις επί του σχεδίου της σκηνής που ετοίμασε ή τα οποιαδήποτε σημεία απεικονίζονται σε αυτά. Εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι κατά πόσο με βάση τα όσα προέκυψαν από τα ευρήματα του έπρεπε και είχε μαρτυρία για να κατηγορήσει την κατηγορούμενη για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Ο ΜΚ1 στο σημείο αυτό επεξήγησε με ειλικρίνεια ότι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη συγκρούστηκε με το προπορευόμενο της όχημα και αυτό δείχνει την ευθύνη της. Παρόλη την θετική εικόνα που απεκόμισα από τον ΜΚ1 αναφέρω ότι στο σημείο αυτό η μαρτυρία του παρουσιάζει κενά. Ως θα διαφανεί και μέσα από την ανάλυση της νομικής πτυχής η σύγκρουση οχήματος με το προπορευόμενο αυτού από μόνη της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια. Αυτά τα λοιπά στοιχεία και συνθήκες ο ΜΚ1 δεν ανέλυσε και δεν φαίνεται να προέκυψαν και από την σκηνή ως ευρήματα. Παράλληλα ανάφερε ότι η αξιοπιστία αμφότερων των οδηγών θα κριθεί από το Δικαστήριο και όχι από τον ίδιο. Σημειώνω ότι τα προσόντα του ΜΚ1 αλλά και η μαρτυρία του γενικότερα δεν έχουν αμφισβητηθεί επί της ουσίας τους. Σκοπός και στόχος του ΜΚ1 φάνηκε ότι ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα γεγονότα κάτω από τα οποία επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Δεν διέκρινα ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή κάποιου από τους διαδίκους. Επίσης, δεν διέκρινα ότι τα οποιαδήποτε σημεία φαίνονται στα σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε, τοποθετήθηκαν αυθαίρετα. Αντίθετα ο ίδιος τηρώντας ίσες αποστάσεις από αμφότερους του οδηγούς έλαβε την εκδοχή έκαστου σημείωσε τα σημεία που αμφότεροι του ανάφεραν και απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με έκαστο εξ' αυτών. Η μαρτυρία του αναφορικά με τους λόγους που τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης πέραν από το ότι αυτό υπέδειξαν αμφότεροι οι οδηγοί, στηρίχθηκε και με βάση τα ευρήματα των πλαστικών στην σκηνή και επεξηγήθηκε με επαρκή και ικανοποιητικό τρόπο ενώ δεν αμφισβητήθηκε ως εκ τούτου το αποδέχομαι. Πέραν τούτου, προκύπτει ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ανάφερε και δεν θα μπορούσε άλλωστε ως μη αυτόπτης να επιβεβαιώσει τις ακριβείς τελικές θέσεις, ταχύτητες (ελλείψει άλλων στοιχείων) αλλά και πορεία του ΜΚ2. Δεν τοποθετήθηκε με απόλυτες θέσεις και ανάφερε ότι τα όσα σημείωσε βασίζονται στις θέσεις των οδηγών και για αυτό άλλωστε σημείωσε σε ότι αφορά και τις τελικές θέσεις των οχημάτων ότι αυτές είναι υποθετικές. Η μαρτυρία του καταλήγω ότι ήταν πλήρης, επαρκής και μπορεί να αποτελέσει βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων επί των σημείων βεβαίως που δόθηκαν τέτοια στοιχεία μέσα από τις έρευνες και εξετάσεις του. Οι καιρικές συνθήκες, η ορατότητα, ο φωτισμός, οι μετρήσεις με αναφορά στο πλάτος του δρόμου και όλα τα άλλα στοιχεία που περιλήφθησαν στην μαρτυρία του μπορούν και γίνονται αποδεκτά ως τα στοιχεία που του αναφέρθηκαν από τους ενεχόμενους οδηγούς και τα οποία κατέγραψε και βάση των οποίων έκανε μετρήσεις. Οι ζημιές των οχημάτων, οι αποστάσεις με βάση τις υποδειχθείσες και υποθετικές θέσεις, η εμβέλεια των φώτων της κατηγορούμενης και τα άλλα στοιχεία που προανέφερα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Παρόλα αυτά οι ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, η πορεία του ΜΚ2 και ο τρόπος που αυτός εισήλθε στον δρόμο σε συνάρτηση με την οδηγητική συμπεριφορά της κατηγορούμενης μπορούν να προκύψουν μόνο μέσα από την αξιολόγηση της δικής τους μαρτυρίας. Τα όσα ο ΜΚ1 ανάφερε θα αποτελέσουν τη βάση επί των οποίων αυτά θα εξεταστούν εάν βεβαίως αυτό είναι δυνατό με αναφορά στις ελλείψεις ενόψει των συνθηκών που ανωτέρω ανάφερα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω ότι μπορώ να αποδεχτώ το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και την υπόλοιπη προφορική και πραγματική μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, το σημείο σύγκρουσης και τις πορείες που τέθηκαν με τις πάνω διευκρινήσεις σε ότι αφορά κυρίως την πορεία του ΜΚ2 για την οποία υπάρχει διαφωνία από πλευράς οδηγών. Τέλος, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο Μ.Κ.2 ήταν ο παραπονούμενος και ο οδηγός του ενεχόμενου οχήματος. Έχω προβληματιστεί ιδιαίτερα με την όλη μαρτυρία του ΜΚ2 και ιδιαίτερα με τον τρόπο που στην δια ζώσης μαρτυρία του έθεσε τις θέσεις και εκδοχή του. Έχω εντοπίσει αντιφάσεις αλλά και θέσεις που προβληματίζουν και αποδυναμώνουν την εκδοχή του ενώ σε κάποια σημεία οι θέσεις του παρουσιάζουν αντίφαση με τα ευρήματα επί της σκηνής. Επιπλέον προβληματισμό εγείρουν τα παράπλευρά ζητήματα που αφορούν τις έρευνες της αστυνομίας, θέσεις για επίσκεψη εκ νέου στην σκηνή της κατηγορούμενης, αλλαγή της κατάθεσης της και άλλα σημεία που ουδέποτε προέκυψαν μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 και δεν αποτελούσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο και σημεία αναφοράς η επίδικα ζητήματα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον παραπονούμενο κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω λάβει υπόψη μου τον τρόπο που κατέθετε και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του σε συνάρτηση με την γενική εικόνα που περιέγραψα. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι η μαρτυρία του αναφορικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα είναι γενική, πολλές φορές μη κατανοητή και σε κάποια σημεία μπορώ να πω και αντιφατική. Περαιτέρω, κάποιοι ισχυρισμοί του δεν μπορούσαν να υποστηριχθούν από τις υπόλοιπες αναφορές του. Η μαρτυρία του στο σύνολο της παρουσιάζει αντιφάσεις ενώ και ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος μαρτύρησε στην δια ζώσης μαρτυρίας του ενώπιον μου αποτελείτο από υπερβολές και αδικαιολόγητες εξάρσεις ενώ σε πολλά σημεία διέκρινα ότι νευρίαζε, ήταν ευέξαπτος και επιθετικός χωρίς αυτό να δικαιολογείται. Κρίνω ότι σκοπός του ΜΚ2 ήταν να προωθήσει συγκεκριμένες θέσεις με απώτερο σκοπό την καταδίκη της κατηγορούμενης και χωρίς όμως να αναφέρει στο Δικαστήριο την πλήρη αλήθεια των όσων έχουν λάβει χώρα κατά το επίδικο ατύχημα και συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο αυτό έλαβε χώρα, με ιδιαίτερη αναφορά στον τρόπο που ο ίδιος οδήγησε και εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας. Επεξηγώ την πιο πάνω θέση και κατάληξη μου επί των πιο κάτω σημείων: - Η θέση του αναφορικά με την ταχύτητα της κατηγορούμενης δημιουργεί ερωτηματικά. Υπενθυμίζω ότι μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ1 φάνηκε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία για να προσδιοριστεί αυτή. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι αυτή η ταχύτητα της κατηγορούμενης ήταν υπερβολική πέραν των χιλιομέτρων που ανάφερε. Από την θέση του αυτή σε συνάρτηση με την τοποθέτηση του ότι είδε την κατηγορούμενη από 250 - 300 μέτρα πριν ο ίδιος εισήλθε στο δρόμο προκύπτουν επίσης εύλογα ερωτηματικά. Εφόσον είδε την κατηγορούμενη από μια μεγάλη απόσταση, με μια μεγάλη ταχύτητα πως επέλεξε να εισέλθει στον δρόμο. Ταυτόχρονα με την θέση του αυτή όμως προκύπτει και το ερώτημα πως είναι δυνατό να είδε την κατηγορούμενη από αυτή την απόσταση ενώ δέχεται και αναφέρει ότι πριν το σημείο σύγκρουσης και πριν στα 70 μέτρα υπάρχει στροφή. Ουδεμία μαρτυρία πραγματική ή έστω προφορική από τον ΜΚ1 ότι από το σημείο που ο παραπονούμενος φαίνεται να ήταν σταθμευμένος και να εισήλθε στο δρόμο είχε αυτή την ορατότητα προς την πορεία που ερχόταν η κατηγορούμενη. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι ως φαίνεται να προκύπτει από το σχεδιάγραμμα - Τεκμήριο 3 στο σημείο υπάρχει στροφή η φύση της οποίας δεν επεξηγήθηκε ως προς την ορατότητα. - Η θέση του αναφορικά με τα φώτα του οχήματος του ήταν ότι κατά την στάθμευση του οχήματος του τα είχε στην χαμηλή στάση και ακολούθως στην κανονική. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός και κοινή θέση όλων των μαρτύρων ότι στο σημείο δεν υπάρχει οδικός φωτισμός και η ορατότητα περιορίζεται στην εμβέλεια των φώτων έκαστου οχήματος. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε γιατί ενώ ο ΜΚ2 σταμάτησε για ολιγόλεπτη στάση για μια φυσική ανάγκη χαμήλωσε τα φώτα του στην χαμηλή στάση και γιατί ακολούθως στην κανονική και όχι στην υψηλή με δεδομένο ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός, ερημικός και χωρίς καθόλου οδικό φωτισμό. Η εμβέλεια των φώτων του ΜΚ2 επίσης δεν τέθηκε. - Ενώ αναφέρει ότι είδε την κατηγορούμενη πριν εκκινήσει στα 250 - 300 μέτρα ουδεμία αναφορά κάνει στο που βρισκόταν αυτή στον δρόμο και ποια η απόσταση μεταξύ τους σε σχέση με την στιγμή που ο ίδιος εισήλθε η προσπάθησε να εισέλθει στην πορεία της και στην λωρίδα κυκλοφορίας. Υπενθυμίζω ως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα και τις αναντίλεκτες και κοινές θέσεις ότι ο ΜΚ2 ήταν σταθμευμένος σε κάποιο σημείο στην δεξιά πλευρά του δρόμου με βάση την πορεία της κατηγορούμενης και συγκεκριμένα εκτός δρόμου στην πλευρά της αντίθετης λωρίδας. Εάν ξεκίνησε από το σημείο εκείνο με την κατηγορούμενη να βρίσκεται σε απόσταση 250 - 300 μέτρων, όταν ξεκίνησε διέσχισε και διασταύρωσε την αντίθετη λωρίδα ποια ήταν η απόσταση μεταξύ τους, και συγκεκριμένα κατά το στάδιο της εισόδου του στην δική της λωρίδα. Με βάση την θέση του ότι εισήλθε στην λωρίδα και προχώρησε και 60 - 70 μέτρα και ακολούθως συγκρούστηκαν προκύπτει εύλογο ερώτημα πως είναι δυνατό να είδε την ταχύτητα της κατηγορούμενης να είναι υψηλή και ταυτόχρονα να επέλεξε να εισέλθει στον δρόμο. Σημειώνω ότι η απόσταση των 60 - 70 μέτρων με ταχύτητες περί των 65 - 70 χιλιομέτρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και με μέτρο την κοινή λογική μεγάλο. - Επιπλέον ερωτηματικά προκύπτουν με την δική του ταχύτητα και πως κατάφερε μέσα σε λίγα μέτρα να αναπτύξει ταχύτητα 60 - 70 χ.α.ω. Η θέση του για την φύση του οχήματος δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή, δεν στηρίζεται σε απαραίτητη επιστημονική μαρτυρία. - Η επιμονή του ότι η κατηγορούμενη δεν είχε άδεια οδηγού δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στο κατηγορητήριο ούτε στην μαρτυρία του ΜΚ
  1. Η αναφορά του αυτή έχει σημασία καθότι ο ίδιος αποδίδει την οδηγητική συμπεριφορά της κατηγορούμενης ουσιαστικά σε απειρία που την οδήγησε σε σοκ και ανυπαρξία αντίδρασης για αποφυγή της σύγκρουσης. Στην υποβολή μάλιστα ότι ο ίδιος κατά την είσοδο του στον δρόμο δεν είχε φώτα αναμμένα αρκείται να παραπέμψει στην θέση ότι η κατηγορούμενη δεν είχε ούτε άδεια οδήγησης. Η όλη του στάση σε διάφορα ζητήματα δεικνύει υπερβολή και αδικαιολόγητη αντίδραση. - Η θέση του για επίσκεψη της κατηγορούμενης εκ νέου στην σκηνή με τους αστυνομικούς παρέμεινε μετέωρη και πλήρως αντιφατική με τη μαρτυρία του ΜΚ
  2. Ουδεμία τέτοια θέση τέθηκε από τον ΜΚ1 αλλά ούτε και από το σύνολο της μαρτυρίας. Επίσης ουδεμία αναφορά σε αλλαγή των θέσεων της κατηγορούμενης μετά που έδωσε την κατάθεση της. Αντίθετα από την μαρτυρία του ίδιου του ΜΚ1 προκύπτει ότι η κατηγορούμενη εξ' αρχής και από την σκηνή του δυστυχήματος ανάφερε στον ΜΚ1 την θέση της ότι ο ΜΚ2 δεν είχε φώτα πορείας αναμμένα. Η όλη του στάση και συμπεριφορά στο ζήτημα αυτό, με δεδομένη την κατάθεση της κατηγορούμενης, την θέση του ΜΚ1, το κοινό σημείο σύγκρουσης που αμφότεροι υπέδειξαν και αποδέχτηκαν δεν δικαιολογεί τις θέσεις του ΜΚ2 περί ενημέρωσης της κατηγορούμενης ότι «χάνει την υπόθεση» και άλλαξε τις αναφορές της. Αντίθετα προκύπτει ότι η κατηγορούμενη εξαρχής και πριν δώσει κατάθεση ανάφερε την εκδοχή περί μη ύπαρξης φώτων πορείας του ΜΚ2, και όχι εκ των υστέρων. - Ο μάρτυρας στα πλαίσια της μαρτυρίας του παρουσίασε σε πολλά σημεία εξάρσεις και αδικαιολόγητες αναφορές και για την εκτέλεση των καθηκόντων και τις έρευνες της αστυνομίας. Παρόλο που δεν άπτονται των επίδικων ζητημάτων άμεσα, οι θέσεις του για την οδήγηση του οχήματος του μετά την σύγκρουση καθ' υπόδειξη των αστυνομικών και ενώ το ντεπόζιτο καυσίμων ήταν τρυπημένο με κίνδυνο ανάφλεξης δεικνύουν την υπερβολή που σε πολλά σημεία παρατήρησα. Για ποιο λόγο αποδέχθηκε να οδηγήσει το όχημα του αφού εντόπισε αυτό τον κίνδυνο που σημειώνω δεν προέκυψε μέσα από τα έντυπα ζημιών των οχημάτων ή την μαρτυρία του ΜΚ
  3. Για να δικαιολογήσει όμως την θέση του αυτή και παράλληλα να καλύψει την αναφορά του παραπέμπει σε ανεπάρκεια τεχνογνωσίας των αστυνομικών της σχολής. - Σε σχέση τώρα με το σημείο από το οποίο ισχυρίζεται ότι εξήλθε παρατηρώ ότι υπάρχει μια ασάφεια από την οποία δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια ποια η ακριβής θέση του ίδιου του ΜΚ
  4. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 8) αναφέρει ότι σταμάτησε στην δεξιά πλευρά του δρόμου χωρίς οιαδήποτε άλλη διευκρίνιση. Ουδεμία αναφορά σε παγκέτο ή σε χωμάτινο δρόμο. Ακολούθως στην ενώπιον μου μαρτυρία αναφέρεται σε παγκέτο και δέχεται σχετική υποβολή ότι σταθμευμένος εκεί στο παγκέτο δεν αποτελούσε κίνδυνο, νωρίτερα αναφέρθηκε σε χωματόδρομο και σε χωμάτινη πλατεία αλλά και σε σημείο που ο δρόμος είναι πλατύς. Στο σχεδιάγραμμα υπέδειξε στον ΜΚ1 ότι εξήλθε του χωμάτινου δρόμου ως το σημείο Β. Παρατηρώ ότι παρόλη την λεπτομερή εξέταση των ισχυρισμών αυτών και θέσεων του ΜΚ2 δεν μπορώ να καταλήξω ότι οι αναφορές του ήταν σαφείς και ειλικρινείς. Οι θέσεις που εκφράστηκαν σε αυτό το σημείο είναι αόριστες, γενικές και αλληλοσυγκρουόμενες όταν μάλιστα παρατηρώ μέσα από το σχεδιάγραμμα ότι η απόσταση μεταξύ των δύο σημείων ήτοι του παγκέτου και του χωμάτινου δρόμου είναι μόλις κάποια μέτρα ενώ επηρεάζουν την απόσταση που κάλυψε σε κάθε περίπτωση με 2 μέτρα διαφορά μεταξύ τους. Λαμβάνοντας υπόψη μου και το πλάτος του δρόμου, η ακριβής θέση του ΜΚ2 έχει βαρύνουσα σημασία. - Η θέση του ότι όταν έγινε το δυστύχημα και μετά πάροδο λίγων λεπτών μαζεύτηκε πολύς κόσμος συγκρούεται με την θέση περί ερημικού δρόμου η ώρα 22:00 το βράδυ. - Σε σχέση τώρα με την θέση που του υποβλήθηκε περί άλλου προσώπου ως επιβάτη στο όχημα του ουδεμία σχέση δύναται να έχει στα επίδικα ζητήματα που άπτονται των συνθηκών κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Εκείνο που προβληματίζει όμως στα πλαίσια της γενικότερης εικόνας που απεκόμισα από τον ΜΚ2 είναι η επιμονή του ότι η κατηγορούμενη λέει ψέματα σε ένα θέμα που ουδεμία σχέση έχει με την ουσία της υπόθεσης. Η όλη στάση του ήταν επιθετική, αδιευκρίνιστη και χωρίς ξεκάθαρες θέσεις πέραν της επιμονής ότι ήταν μόνος του. Παράλληλα όμως δεν επεξηγεί και δεν αναφέρει τι έπραξε αμέσως μετά την σύγκρουση και μέχρι να έρθει η αστυνομία ή ο κόσμος που ανάφερε. Γιατί δεν πλησίασε την κατηγορούμενη έστω για να συνομιλήσουν ή τουλάχιστον να δει εάν είναι καλά. Η έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς στα όσα έλαβαν χώρα άμεσα μετά την σύγκρουση και εντός των επόμενων λεπτών προβληματίζει αναφορικά με την ύπαρξη τρίτου προσώπου εντός του οχήματος του παρόλο που αναφέρω ουδεμία διαφορά έχει σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Αυτό που εντείνει όμως και το σημείο αυτό είναι τις αμφιβολίες που προέκυψαν μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ2 όσον αφορά τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα. Η όλη του στάση και εικόνα στην δια ζώσης μαρτυρία του δημιουργεί αμφιβολίες και δεν δημιουργεί ασφαλές έδαφος για εξαγωγή συμπερασμάτων ή ασφάλεια για αποδοχή της εκδοχής του. Με βάση τα όσα ανωτέρω ανάφερα και προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ο ΜΚ2 δεν απεκάλυψε την πλήρη αλήθεια αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώρα το επίδικο βράδυ. Πέραν των αναντίλεκτων και μη αμφισβητούμενων θέσεων η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αόριστη, γενική, ασαφής και αντιφατική. Η κατηγορούμενη ομοίως με τον ΜΚ2 προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο σε σχέση με συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας της. Αναφέρω ότι η κατηγορούμενη μπορεί να έθεσε τις θέσεις της με κάποια σταθερότητα όμως με βάση συγκεκριμένα σημεία αναφορών της προκύπτουν ανακρίβειες οι οποίες δεν καθιστούν ασφαλή την αποδοχή και των δικών της θέσεων και οι οποίες επίσης απορρίπτονται. Σημειώνω βεβαίως ότι η απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ2 ενόψει και της φύσης της υπόθεσης οδηγεί την αξιολόγηση της κατηγορούμενης σε δευτερεύουσας σημασίας ζήτημα. Παρόλα αυτά κρίνω ότι πέραν των ζητημάτων της ταχύτητας της, της ορατότητας της με βάση και την στροφή δεν μπορώ να αποδεχθώ ως ασφαλές εύρημα την θέση της περί ανακοπή της πορείας της από τον ΜΚ
  5. Η θέση της αυτή δόθηκε με ελλείψεις ως προς τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε τον ΜΚ2 να εισέρχεται στην πορεία της σε απόσταση μόλις 2 μέτρων όμως κατάφερε και είδε και την θέση από την οποία αυτός προήλθε υποδεικνύοντας την μάλιστα και στην αστυνομία. Ενώ ανάφερε ότι δεν γνωρίζει την εμβέλεια των φώτων της αποδέχτηκε ότι αυτή είναι 40 μέτρα ως ο ΜΚ1 ανάφερε. Βεβαίως σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ότι αυτή η εμβέλεια ήταν σε ευθεία πορεία η που κτυπούσαν τα φώτα του οχήματος της στον συγκεκριμένο δρόμο και με βάση την κατασκευή αυτού ενόψει της στροφής. Η θέση της ότι η ορατότητα λόγω στροφής και για τις δύο πλευρές φαίνεται να συνάδει και με τα όσα φαίνονται από το σχεδιάγραμμα από το οποίο προκύπτει να υπάρχει στροφή, θέση που και ο ΜΚ2 δέχτηκε τοποθετώντας μάλιστα αυτή 70 μέτρα πριν την στροφή. Σε σχέση με την ύπαρξη του τρίτου προσώπου αναφέρω ότι πέραν της εντύπωσης που είχα από τον ΜΚ2 στο σημείο αυτό και η θέση της κατηγορούμενης παραμένει ένας απλός ισχυρισμός, χωρίς να στηρίζεται από οιαδήποτε άλλη μαρτυρία και χωρίς να επηρεάζει και τα ουσιώδη ζητήματα παρόλο που η θέση της ήταν σταθερή. Παρόλα αυτά όμως η όλη εικόνα που σχημάτισα και για την κατηγορούμενη με βάση την ενώπιον μου ζωντανή της μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα και η αποδοχή μιας τέτοιας θέση θα ήταν ακροασφαλής και επικίνδυνη. Επίσης δεν μπορώ να δεχθώ την θέση της για το σημείο που ο ΜΚ2 εξήλθε και εισήλθε στην πορεία της ενόψει του ότι ουδέν τέτοιο εύρημα προέκυψε από την πραγματική μαρτυρία ενώ η θέση της κατηγορούμενης στο σημείο αυτό επίσης ήταν επίσης ασαφής. Ερωτηματικά προκύπτουν από το ότι ενώ ισχυρίζεται ότι δεν είδε τον ΜΚ2 παρά μόνο όταν ξαφνικά «πετάχτηκε» μπροστά της, ήταν σε θέση ταυτόχρονα σε αυτό τον μη φωτισμένο δρόμο να δει από πού προήλθε. Δεν αμφισβητώ και μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι με βάση τον τρόπο που εισήλθε στον δρόμο να φάνηκε η πορεία από την οποία ξεκίνησε όμως η ακριβής θέση που αυτός ήταν σταθμευμένος επίσης δεν προκύπτει με ασφάλεια από την μαρτυρία της κατηγορούμενης. Ούτε όμως και η θέση της ότι η απόσταση που διένυσε ο ΜΚ2 μέχρι την σύγκρουση δεν είναι ως η αναφορά του ΜΚ1 την μαρτυρία του οποίου αποδέχθηκα λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη μου ότι η κατηγορούμενη έθεσε ότι δεν μπορεί να υπολογίσει αποστάσεις. Επομένως από την μαρτυρίας της κατηγορούμενης μπορώ να αποδεχθώ με αναφορά στα ουσιώδη για την υπό εξέταση κατηγορία ζητήματα την ταχύτητα της η οποία και δεν αμφισβητήθηκε, την πορεία που ακολουθούσε και ότι ο ΜΚ2 εισήλθε σε κάποιο σημείο από τα δεξιά στην λωρίδα της και ακολούθησε η σύγκρουση. Κατά τα λοιπά όμως δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία της σε συνδυασμό και με την έλλειψη πραγματικής μαρτυρίας και να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ότι ο ΜΚ2 εισήλθε με τέτοιο τρόπο στην πορεία της ίδιας ανακόπτοντας ουσιαστικά την πορεία της και αυτή υπό αυτές τις συνθήκες δεν ήταν δυνατό να λάβει αποτρεπτικά μέτρα και να αποφύγει την σύγκρουση. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ: Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Η κατηγορούμενη κατά την 21/10/2013 και περί ώρα 22:00 οδηγούσε το όχημα της με αρ. εγγραφής KWM 764 στον κύριο δρόμο Σουνίου - Καντού με νότια πορεία. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΚΕ 647 επίσης με νότια πορεία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο ΜΚ2 σταμάτησε το όχημα του εκτός δρόμου στην αντίθετη της πορείας της κατηγορούμενης πλευράς. Η κατηγορούμενη συνέχιζε την ευθεία πορεία της προς νότο όταν ο ΜΚ2 εκκίνησε από το σημείο που ήταν σταθμευμένος, πέρασε διασταύρωσε την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και εισήλθε στην λωρίδα με κατεύθυνση τον νότο σε σημείο μπροστά από το όχημα της κατηγορούμενης. Το όχημα της κατηγορούμενης συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος του παραπονούμενου ΜΚ
  6. Μετά την σύγκρουση τα οχήματα μετακινήθηκαν από την τελική τους θέση. Από την σύγκρουση το όχημα της κατηγορούμενης υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος και το όχημα του παραπονούμενου στο πίσω μέρος. Ο δρόμος αυτός αποτελείται από δύο λωρίδες με αντίθετη κατεύθυνση έκαστη και πλάτους περίπου 3 μέτρα εκάστη. Από το σημείο του χωμάτινου δρόμου είτε από το χωμάτινο παγκέτο η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης είναι 38,60 (από το δρόμο) και 37,5 μέτρα (από το παγκέτο). Το όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο ήταν 80 χ.α.ω Η ταχύτητα με την οποία κινείτο η κατηγορούμενη ήταν 60 - 70 χ.α.ω. περίπου. Αμφότεροι οι ενεχόμενο οδηγοί μεταφέρθηκαν στο σταθμό όπου και έδωσαν κατάθεση ενώ η κατηγορούμενη μετά την κατάθεση της μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Πέραν των πιο πάνω, η ευθύνη ακολουθούντος οδηγού συνίσταται στην τήρηση τέτοιας απόστασης από προπορευμένο όχημα και στην οδήγηση με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια στην περίπτωση εμφάνισης οποιουδήποτε κινδύνου. Το κατά πόσο ο οδηγός που ακολουθεί έχει εκπληρώσει την υποχρέωση του είναι θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού σε κάθε περίπτωση. Δεν απαιτείται η απόδειξη της ακριβής απόστασης που τηρούσε το ακολουθών όχημα και κατά πόσο με την ταχύτητα που οδηγείτο ήταν σε θέση να ακινητοποιηθεί έγκαιρα. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παντελή Μαυροφτή
(2001)2 Α.Α.Δ. 130, Antoniou v. Police
(1976)2 C.L.R. 140 και Κωνσταντινίδης v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190). Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων του Δικαστηρίου, εκείνο που προκύπτει είναι ότι δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα αναφορικά με τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουση των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Πέραν του ότι έλαβε χώρα σύγκρουση μεταξύ των εν λόγων οχημάτων ενώ ο ΜΚ2 εισήλθε από το δεξιό μέρος του δρόμου με βάση την πορεία της κατηγορούμενης μπροστά της δεν έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός ο τρόπος με τον οποίο η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα της αμέσως πριν από τη σύγκρουση αλλά και ο ΜΚ
  1. Αναφέρω ότι η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι από το σημείο που ο ΜΚ2, που υπενθυμίζω ότι η ακριβής θέση δεν προέκυψε ως εύρημα, υπάρχει απόσταση 37 - 38 μέτρα περίπου ήτοι εντός της εμβέλειας των φώτων της κατηγορούμενης. Παρόλα αυτά όμως ουδεμία μαρτυρία τέθηκε περί του ότι η κατηγορούμενη είχε ορατότητα με βάση την εμβέλεια των φώτων της προς το μέρος του ερχόμενου εξ' δεξιών της οχήματος. Το ακριβές σημείο που ο ΜΚ2 εισήλθε, η απόσταση που διένυσε εντός του δρόμου, η απόσταση του από την κατηγορούμενη όταν αυτός εισήλθε στον δρόμο και η ταχύτητα του επίσης παρέμειναν αδιευκρίνιστα και δεν έχουν προκύψει. Η απουσία επιπλέον μαρτυρίας του ΜΚ1 ως εμπειρογνώμονα αναφορικά με την τελική θέση των οχημάτων που δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια με δεδομένο ότι ουδείς εκ των ενεχόμενων οδηγών είναι εμπειρογνώμονας εντείνει τους προβληματισμούς αυτούς από άποψη πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει κατά πόσο ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του δρόμου και κάλυψε και κάποια απόσταση οπότε να μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια ότι είχε τεθεί εντός της εμβέλειας των φώτων της κατηγορούμενης. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να κριθεί η οδική συμπεριφορά της κατηγορούμενης και να αποφασιστεί ότι αυτή παρέλειψε να οδηγεί το όχημα της με τη δέουσα παρατηρητικότητα, να τηρεί απόσταση ασφαλείας και με τέτοια ταχύτητα έτσι ώστε να ήταν σε θέση να αποφύγει τη σύγκρουση. Ούτε βέβαια προκύπτει με ασφάλεια ότι ο ΜΚ2 εισήλθε με τέτοιο τρόπο στον δρόμο ανακόπτοντας την πορεία αυτής. Η αδυναμία ειδικότερα του Δικαστηρίου στην ανεύρεση του ακριβούς τρόπου με τον οποίο ο ΜΚ2 εισήλθε στον δρόμο αποτελώντας για την κατηγορούμενη ένα υπαρκτό κίνδυνο σε συνδυασμό με το ότι δεν πρόκειται για περίπτωση όπου το προπορευόμενο όχημα κινείται για μεγάλη απόσταση μπροστά από άλλο όχημα σε συνδυασμό με την απουσία λεπτομερειών αναφορικά με την εμβέλεια των φώτων πορείας της και το που αυτά φώτιζαν αλλά και το ακριβές σημείο από το οποίο ο ΜΚ2 εκκίνησε προς την πορεία του εισερχόμενος στον δρόμο και το ακριβές σημείο εισόδου καθιστούν την εξέταση της οδικής συμπεριφοράς της κατηγορούμενης ανέφικτη και μάλιστα στον απαιτούμενο βαθμό (βλ. Ιωάννα Νικολάου v.
  2. Παρθενόπη Στυλιανού κ.α.(Πολ. Έφεση Αρ. 183/2009, Ημερ. 05/06/2012). Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης στον αναγκαίο βαθμό αναφορικά με την 1η κατηγορία. Ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)........................................................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.