← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13724/15, 24/4/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13724/15, 24/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13724/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενη -------------------------- Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορούμενη: κα. Σ. Αδάμου Κατηγορούμενη: Παρούσα ΠΟΙΝΗ Η κατηγορούμενη έχει βρεθεί ένοχη μετά από δική της παραδοχή στα ακόλουθα αδικήματα:

  1. Στις 22/3/2015 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΜ460 χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, (1η κατηγορία)
  2. Της οδήγησης κατά παράβαση απόφασης η διατάγματος Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και συγκεκριμένα ότι στις 22/3/2015 στην Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού και ενώ ήταν πρόσωπο το οποίο αποστερήθηκε της ικανότητας να κατέχει η να λαμβάνει άδεια οδηγήσεως μηχανοκίνητου οχήματος στις 05/02/2015 για την περίοδο από 5/2/2015 μέχρι 5/08/2015 μετά από απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπόθεση με αρ. 12928/2014 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΜ460 στην οδό Ναβαρίνου κατά την διάρκεια που ίσχυε το πιο πάνω διάταγμα / απόφαση, (2η κατηγορία).
  3. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με τις πιο πάνω κατηγορίες οδηγούσε το όχημα που αναφέρετε καθ' όν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο ήτοι περιείχε 44 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοή αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, (3η κατηγορία).
  4. Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, (4η κατηγορία).
  5. Στον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το ίδιο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδειας κυκλοφορίας, (5η κατηγορία). Ως προανέφερα η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ενοχή σε όλα τα αδικήματα. Τα γεγονότα ως αυτά έχουν τεθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η Κατηγορούμενη ενώ οδηγούσε το αναφερόμενο στις λεπτομέρειες των αδικημάτων όχημα στις 22/3/2015 ανεκόπη από τον Αστ. 839 Α. Γιαγκουδάκη για τροχαίο έλεγχο. Ενόψει του ότι η αναπνοή της μύριζε αλκοόλ υποβλήθηκε σε σχετικό έλεγχο με ένδειξη 44 mg. Από τον έλεγχο ο οποίος έγινε προέκυψαν δε και τα αδικήματα που αφορούν οι λοιπές κατηγορίες. Η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με οιοσδήποτε βαθμούς ποινής ενώ σε σχέση με προηγούμενες καταδίκες η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στην καταδίκη ημερ. 05/02/2015 και στα γεγονότα που αφορούν την 2η κατηγορία. Σύμφωνα με αυτά στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης τροχαίων παραβάσεων με αριθμό 12928/14, Ε.Δ. Λεμεσού η κατηγορούμενη αντιμετώπισε κατηγορίες οδήγησης μηχανοκίνητου άνευ πινακίδες με επιβληθείσα καμία ποινή, οδήγηση άνευ άδειας οδήγησης με επιβληθείσα ποινή καμία ποινή, ομοίως χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας χωρίς ποινή και οδήγηση χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης κατηγορία στην οποία επιβλήθηκε ποινή προστίμου ύψους €300= και επιπλέον ποινή στέρησης του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών ήτοι από 5/2/2015 μέχρι 5/08/
  6. Η κατηγορούμενη δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της συνηγόρου της ότι παραδέχεται και αποδέχεται τα γεγονότα που αναφέρθηκαν σε σχέση με την 2η κατηγορία. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούμενης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής της και αφού υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε προς όφελος της κατηγορούμενης, ανέφερε ότι η τελευταία παραδέχεται και απολογείται για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Έγινε αναφορά στο ότι η κατηγορούμενη, η οποία αντιμετωπίζει σωρεία προβλημάτων, οικογενειακών, οικονομικών και ψυχικής υγείας δεν αντιλήφθηκε κατά την επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης της σοβαρότητα αυτής με αποτέλεσμα να οδηγήσει το όχημα της. Σήμερα αντιλαμβάνεται πλήρως και της έχει επεξηγηθεί η σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε με αναφορά στην 2η κατηγορία και των συνεπειών που ενδεχομένως αυτή η διάπραξη να επιφέρει στην ίδια. Με αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης η συνήγορος τόνισε ότι η κατηγορούμενη προέρχεται από μια ταλαιπωρημένη και με προβληματικό παρελθόν οικογένεια. Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια με 7 αδέλφια. Η μητέρα της σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα το 1973 όταν η ίδια ήταν 15 χρονών ενώ ο πατέρας της απεβίωσε σε εργατικό δυστύχημα το
  7. Μια από τις αδελφές της αυτοκτόνησε σε ηλικία 37 χρόνων, έχασε τον ένα αδελφό της από ηλεκτροπληξία σε ηλικία 31 χρόνων ενώ ακόμα ένας αδελφός της χάθηκε από ανακοπή καρδίας σε ηλικία 45 χρόνων. Η κατηγορούμενη από ηλικία 9 ετών τέθηκε υπό την φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και μεγάλωσε στην παιδική στέγη και σε ανάδοχες οικογένειες ενόψει της διαπίστωσης της αδυναμίας των γονιών της να φροντίσουν τόσο την ίδια όσο και τα αδέλφια της. Φοίτησε σε σχολείο μέχρι την τρίτη τάξη του Δημοτικού σχολείου. Μετά την ενηλικίωση της εργάστηκε σε εργοστάσιο και καμαριέρα σε ξενοδοχείο. Η τελευταία δε εργασία της ήταν το 2004 ως ανθοπώλης σε νυχτερινά κέντρα. Η κατηγορούμενη απέκτησε το πρώτο της παιδί εκτός γάμου το 1988 ενώ με τον πατέρα του παιδιού δεν διατηρεί επαφή ούτε και έλαβε οποτεδήποτε οικονομική στήριξη. Απέκτησε η κατηγορούμενη ακόμη δυο παιδιά ηλικίας σήμερα 21 και 18 χρονών με τον νυν σύζυγο της τον οποίο παντρεύτηκε το
  8. Η οικογένεια της κατηγορούμενης επιβλέπεται από την υπηρεσία κοινωνικής ευημερίας από το 1992, από τον κλάδο δημόσιου βοηθήματος. Παλαιότερα επιβλεπόταν από τον κλάδο της οικογενειακής βίας στην οικογένεια. Στο παρόν στάδιο η ίδια είναι λήπτρια ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ενός το δεύτερο παιδί της είναι επίσης λήπτης δημοσίου βοηθήματος. Ο σύζυγος της σταμάτησε να εργάζεται το 1996 για λόγους υγείας. Στο παρόν στάδιο τόσο η κατηγορούμενη αλλά και ο σύζυγος της είναι ανίκανοι για εργασία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας ενώ το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας είναι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που λαμβάνει η κατηγορούμενη από τις Υπηρεσίες Επιδομάτων Πρόνοιας. Τα τρία παιδιά της κατηγορούμενης πάσχουν από προβλήματα ψυχικής υγείας και επιβλέπονται από ψυχίατρο. Η συνήγορος της κατηγορούμενης περαιτέρω αναφέρθηκε με παραπομπή στην νομολογία στην εξουδετέρωση της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει του ότι καλείται πλέον το Δικαστήριο μετά από 3 χρόνια από την διάπραξη των αδικημάτων να επιβάλει ποινή. Παρά την προηγούμενη καταδίκη που αφορά η 2η κατηγορία ουδέν άλλο αδίκημα διέπραξε και τόνισε την ηλικία της ήτοι 59 ετών. Η οδήγηση τον χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο στην 2η κατηγορία ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό κάποιους μήνες μετά την επιβολή της ποινής και πριν αυτή λήξη. Η συμπεριφορά της μετά την διάπραξη των αδικημάτων και μέχρι σήμερα της δίδει το δικαίωμα να ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου. Η συνήγορος εισηγήθηκε ακόμα ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας η εκτέλεση αυτής ενόψει των προσωπικών της συνθηκών δύναται να ανασταλεί. Η κατηγορούμενη σήμερα δεν οδηγεί και δεν κατέχει μηχανοκίνητο όχημα και ανάφερε ότι δεν θα επικαλεστεί ειδικούς λόγους για μη επιβολή ποινής στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης. Επιπλέον αναφέρθηκε στο ότι η κατηγορούμενη ενόψει των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει έχει ανάγκη να μετακινείται και προς τούτο χρησιμοποιεί δημόσιες συγκοινωνίες και συγκεκριμένα τα λεωφορεία για τα οποία κατέχει ειδικό πάσο. Αναμφίβολα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι ιδιαίτερα σοβαρά και ιδωμένη στο σύνολο της η όλη οδική συμπεριφορά που επέδειξε είναι άκρως απαράδεκτη, αντικοινωνική και εγωιστική. Εκτός του ότι του είχε αποστερηθεί η ικανότητα της να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης και παράκουσε το διάταγμα αυτό του Δικαστηρίου, συνάμα διέπραξε και σωρεία άλλων αδικημάτων επίσης, ιδιαίτερα σοβαρών όπως η ανασφάλιστη οδήγηση αλλά και η οδήγηση ενώ τελούσε με υπέρβαση του ορίου αλκοόλης στην αναπνοή της. Σοβαρότερη από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι η 2η κατηγορία η οποία αφορά ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 19 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου και των άρθρων 53 και 54, ενώ είχε αποστερηθεί στην Κατηγορούμενη σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η ικανότητα της να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην υπόθεση με αρ. 12928/14 στις 05/02/
  9. Σύμφωνα με το άρθρο 19Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 109(Ι)/2012: «19Α. Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα

(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες ευρώ οκτακόσια τριάντα τέσσερα ευρώ (€6.834) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 133). Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης ενώ η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Παρακοή σε δικαστικό διάταγμα πρέπει, κατά κανόνα, να αντιμετωπίζεται με ποινή φυλάκισης και μόνο κατ' εξαίρεση με πρόστιμο (βλ. Kay v Municipality of Larnaca
(1982)2 C.L.R. 236, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 227). Συγκεκριμένα στην απόφαση Λοΐζου ανωτέρω αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με την σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Περαιτέρω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED v. Ελισάβετ Θεοφάνους, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2010, Ημερομηνίας 11/06/2010 τονίστηκε εκ νέου η σοβαρότητα του αδικήματος της απείθειας και ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές από τα Δικαστήρια. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και «Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή του Δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 A.A.Δ. 236. Oι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Για τον επιλογή και καθορισμό της ποινής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως η φύση του διατάγματος, οι συνέπειες από την παραβίαση του και οι λόγοι παρακοής του. Στο σύγγραμμα SENTENCING IN CYPRUS, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court.» Σημειώνω και παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας εισήχθη με τον τροποποιητικό νόμο 109
(1)/2012 στον Νόμο Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως. Μέχρι την εισαγωγή του εν λόγω άρθρου 19Α οι παραβάτες διαταγμάτων στέρησης κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης αντιμετώπιζαν την κατηγορία του γενικού άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα που αφορά την ανυπακοή σε οιοδήποτε διάταγμα, διαταγή ή ένταλμα Δικαστηρίου και κατατάσσεται ως πλημμέλημα ενώ τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια εκτός αν υπάρχει ειδικότερη πρόνοια. Με αναφορά στα διατάγματα στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης ο Νομοθέτης εισήγαγε το άρθρο 19Α ανωτέρω το οποίο επιφέρει μεγαλύτερη ποινή ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι 4 έτη ή χρηματική ποινή ύψους €6.834=. Η εισαγωγή της πρόνοιας αυτής αντικατοπτρίζει και την ιδιαίτερη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος. Η παρακοή του συγκεκριμένου διατάγματος πέραν της σοβαρότητας ενόψει των πιο πάνω αρχών της νομολογίας με αναφορά στην ανάγκη σεβασμού των δικαστικών αποφάσεων εμπεριέχει και σοβαρότητα που άπτεται των συνεπειών ενδεχόμενης οδήγησης με στερημένη άδεια σε τρίτα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο. Ιδιαίτερα σοβαρή επίσης, είναι και η 1η και 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη αν ληφθούν υπόψη και οι περιστάσεις διάπραξης τους. Η κατηγορούμενη επέλεξε να οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα όχι μόνο κατά παράβαση συγκεκριμένου δικαστικού διατάγματος αλλά και χωρίς αυτό να καλύπτεται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ενώ επέλεξε να το οδηγήσει καθ' ον χρόνο η αλκοόλη στην αναπνοή της υπερέβαινε το καθορισθέν από τον νόμο όριο. Σε σχέση με την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης (1η κατηγορία) αναφέρω ότι το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, ενέχει σοβαρότητα και παραπέμπω στην υπόθεση Ηλίας Σ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61 όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά βρίσκονται σε συνεχή άνοδο.» Στην προκειμένη περίπτωση βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου ότι από τις ενέργειες και οδηγητική συμπεριφορά της κατηγορούμενης δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα. Οφείλω όμως να φέρω σε προσοχή της κατηγορούμενης ότι το αδίκημα το οποίο έχει διαπράξει σε σχέση με την 2η κατηγορία είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Εναπόκειται μάλιστα στην κατηγορούμενη να θέσει στο Δικαστήριο ειδικούς λόγους για να μην της στερηθεί η άδεια οδήγησης. Στην παρούσα περίπτωση μάλιστα οι πρόνοιες του Νόμου είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(6)[i] του Περί Ασφάλισης Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου, Ν.96(Ι)/2000, σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα για ανασφάλιστη οδήγηση η στέρηση, εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. μεταξύ άλλων, Ελ. Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300,304). Περαιτέρω, η κατηγορούμενη βαρύνεται και μια προηγούμενη καταδίκη στην οποία καταδικάστηκε για τα αδικήματα της οδήγησης χωρίς πινακίδες, χωρίς ασφάλεια, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και χωρίς άδεια οδήγησης, αδικήματα μέρος των οποίων αντιμετωπίζει και με την παρούσα υπόθεση. Να σημειωθεί όμως, ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη κατηγορηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Η κατηγορούμενη με την όλη συμπεριφορά της επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη Δικαστικού διατάγματος. Στις 22/03/2015 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της ανικανότητας που της είχε επιβληθεί και μάλιστα σε σύντομο διάστημα από την ισχύ του διατάγματος μόλις 1½ περίπου μήνα από την ισχύ του επιβληθέντος διατάγματος και μάλιστα χωρίς το όχημα να είναι εγγεγραμμένο, χωρίς ασφάλεια και με υπέρβαση του ορίου αλκοόλης ημερομηνία επέδειξε αδιαφορία για την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος και την μη ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος τρίτου. Αυτή η οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και αντικοινωνική. Ανυπακοή σε τέτοιο διάταγμα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα. Λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί, την παραδοχή της κατηγορούμενης έστω και σε αυτό το στάδιο. Σημειώνω ότι λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο των 3 χρόνων που έχει παρέλθει από την διάπραξη των αδικημάτων αλλά σημειώνω ότι η πάροδος αυτή δεν δύναται να έχει την σημασία και βαρύτητα που η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε. Από το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει ότι η καθυστέρηση οφείλεται και σε δική της συμπεριφορά. Παρόλα αυτά η πάροδος του χρόνου αυτού σε συνάρτηση με την συμπεριφορά της κατά τον χρόνο αυτό, χωρίς αναφορά διάπραξης άλλων αδικημάτων προσμετρείται προς όφελος της. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορούμενης όπως αυτές διαφαίνονται από την έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και τα προβλήματα ψυχικής υγείας τα οποία φαίνεται σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας. Μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η ζωή της κατηγορούμενης σίγουρα δεν ήταν η δέουσα και κατάλληλη, ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως εύκολη. Από πολύ μικρή ηλικία βρέθηκε να μεγαλώνει σε ανάδοχες οικογένειες υπό την φροντίδα των αρχών Κοινωνικής Ευημερίας ενώ η απώλεια τόσο των 2 γονέων της σε μικρή ηλικία όσο και η απώλεια τριών από τα αδέλφια της στέρησε από αυτήν την δυνατότητα να μεγαλώσει στην θαλπωρή μιας οικογένειας. Βεβαίως και η ζωή της μετά την ενηλικίωση της όντας μητέρα τριών παιδιών τα οποία αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα ψυχικής υγείας αλλά και οι οικονομικές της συνθήκες σε συνδυασμό με τα δικά της προβλήματα ψυχικής υγείας κάθε άλλο παρά εύκολη μπορεί να χαρακτηριστεί. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τη φύση του διατάγματος και τις συνέπειες από την παραβίαση του. Η ίδια η κατηγορούμενη δεν έχει προσποριστεί οποιοδήποτε όφελος από τη παραβίαση του διατάγματος αυτού ούτε έχει ζημιώσει οποιοσδήποτε άλλος πολίτης. Παραβίαση όμως, διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο η Κατηγορούμενη στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, δεν σχετίζεται με την αποκόμιση οφέλους από τον παραβάτη σε βάρος των δικαιωμάτων άλλων πολιτών. Έχει να κάνει γενικότερα με την κοινωνία, το σεβασμό των διαταγμάτων των Δικαστηρίων και τη διατήρηση της έννομης τάξης και της αξιοπιστίας του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, την οποία τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να διατηρήσουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες σαφέστατα θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος αυτής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης όσο δύσκολες και αν είναι δύνανται να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας αλλά και αυτό της κατηγορίας 1ης είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής δεν έχει εξουδετερωθεί με την πάροδο του χρόνου αλλά ούτε και από τις αντικειμενικά δύσκολες προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης. Τούτων δεδομένων, το είδος της ποινής που θα επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω και εξασκώντας τη μέγιστη επιείκεια προς το πρόσωπο της Κατηγορούμενης επιβάλλω σε αυτήν τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών . Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Στην τέταρτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Στην πέμπτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης όλων των κατηγοριών να συντρέχουν. Με αναφορά και σε σχέση με την 2η κατηγορία και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι δεν τέθηκαν οιοιδήποτε ειδικοί λόγοι επιβάλλω στην κατηγορούμενη ποινή στέρησης του δικαιώματος κατοχής ή λήψης άδειας οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Για τον χρόνο διάρκειας του διατάγματος λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε στην Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327, 329 (με αναφορά στις Koumas Georghiou v The Police
(1967)2 C.L.R. 290, Pavlos Ioannou Spiritos v. The Police
(1967)2 C.L.R. 230 και Sherif v. The Police
(1974)2 C.L.R. 16): «Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζεται ότι οποτεδήποτε κατηγορούμενος καταδικάζεται σε φυλάκιση για τροχαίο αδίκημα, και ταυτόχρονα κρίνεται αναγκαία η στέρηση της άδειας οδήγησης, η διάρκεια της στέρησης συνεκτιμάται με την ανάγκη για παροχή λογικής ευχέρειας στον καταδικασθέντα για επαναδραστηριοποίηση. Συνεπώς, οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορουμένου, η στέρηση της πρέπει, είτε να συμπίπτει είτε να μη είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του.» Θα εξετάσω τώρα την εισήγηση της συνηγόρου της Κατηγορούμενης για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3[ii] του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο σαν μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303):
  1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
  2. Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.
  3. Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβανομένων όλων υπόψη, ενόψει της φύσεως των αδικημάτων, της ηλικίας της κατηγορούμενης αλλά και των οικονομικών και προσωπικών της συνθηκών, θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
  4. Η Κατηγορούμενης είναι ηλικίας 59 χρονών, ασθενής ψυχικής υγείας και λήπτρια δημοσίου βοηθήματος.
  5. Είναι μητέρα 3 παιδιών τα οποία αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα ψυχικής υγείας και παρακολουθούνται από ψυχίατρο.
  6. Ο σύζυγος της επίσης ασθενής δεν εργάζεται ενώ το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας είναι το επίδομα που λαμβάνει η κατηγορούμενη.
  7. Η κατηγορούμενη απώλεσε αμφότερους τους γονείς της σε νεαρή ηλικία ενώ η ίδια μεγάλωσε υπό την επίβλεψη και φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής ευημερίας σε παιδική στέγη και ανάδοχες οικογένειες.
  8. Πέραν της καταδίκης που αφορά η 2η κατηγορία δεν βαρύνεται με άλλες καταδίκες ενώ στον χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα δεν επέδειξε παραβατική συμπεριφορά. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και ιδιαίτερα την κατάσταση της ψυχικής υγείας της κατηγορούμενης σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις που άπτονται των οικογενειακών και οικονομικών της συνθηκών καταλήγω ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη σε σχέση με όλες τις κατηγορίες θα πρέπει να ανασταλούν και ως εκ τούτου αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Traffic / Final Αναφορά: Παρακοή διατάγματος στέρησης κ.α. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.