← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Δημοσθένους, Αρ. Υπόθεσης: 23377/15, 30/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημήτρης Δημοσθένους, Αρ. Υπόθεσης: 23377/15, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23377/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Δημήτρης Δημοσθένους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30/04/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την διατήρηση επαγγελματικού υποστατικού άνευ αδείας του δημοτικού συμβουλίου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 103 του περί Δήμων Νόμου 111/85. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 22α Ιουλίου 2015 στη Λεμεσό, διατηρούσε εντός των δημοτικών ορίων του δήμου Λεμεσού το υποστατικό με την ονομασία ΄΄ΤΟΜΠΟΛΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ, χωρίς προηγουμένως να είχε την άδεια του συμβουλίου του πιο πάνω δήμου. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την λιανική πώληση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια λιανικής πώλησης οινοπνευματωδών ποτών, κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(α) και 23 του περί πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών Νόμου Κεφ. 144. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, πωλούσε λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά, χωρίς άδεια λιανικής πωλήσεως οινοπνευματοδών ποτών από την αρμόδια αρχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστ. 2229 κ. Νεόφυτος Ελισσαίου. Αναγνώρισε και κατέθεσε το τεκμήριο 1, στο οποίο καταγράφεται η επίσκεψη του στην τόμπολα με την επωνυμία ΄΄ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ΄΄, όπου επέστησε την προσοχή του στον νόμο για τα αδικήματα που διέπραξε και ότι θα καταγγελθεί και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι θα ενημερώσει τον πρόεδρο του σωματείου για να προσκομίσει τις άδειες, πράγμα το οποίο δεν έχει γίνει. Στο υποστατικό βρίσκονταν 150 θαμώνες, οι οποίοι έπαιζαν τόμπολα και κατανάλωναν ποτά, καφέδες κλπ. Κατά την ώρα της καταγγελίας ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ως ο υπεύθυνος του υποστατικού. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, επανέλαβε τα λεγόμενα του κατηγορουμένου περί προσκόμισης αδειών, πράγμα το οποίο δεν έγινε και δεν έχει επισκεφθεί ξανά ο μάρτυρας το επίδικο υποστατικό, το οποίο και περιέγραψε και που ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος εκείνη την στιγμή στον χώρο, όπου υπήρχαν μπύρες, ψυγεία και ταμείο. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι ήταν υπεύθυνος του χώρου και ότι τις άδειες, οι οποίες δεν ήταν αναρτημένες σε περίοπτη θέση, θα τις προσκόμιζε ο πρόεδρος του σωματείου Παναθηναϊκός, πράγμα που δεν έγινε μέχρι και σήμερα και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο έκανε έρευνα στον έφορο σωματείων κατά πόσο υπάρχει σωματείο με την ονομασία αυτή, απάντησε ότι είναι σύνδεσμος φιλάθλων Παναθηναϊκού και ονομάζεται ΄΄τόμπουλα Παναθηναϊκός΄΄ και είναι τόμπουλα που διεξάγεται από σωματεία, ενώ σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι δεν έχει διεξάγει τέτοια έρευνα. Ο ίδιος είχε έρθει σε επικοινωνία με λειτουργό του δήμου Λεμεσού, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν έχουν εκδοθεί άδειες λειτουργίας και ποτού, χωρίς να λάβει όμως κατάθεση για το ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού και έδωσε την δική του ερμηνεία ο μάρτυρας για το ποιος είναι ο υπεύθυνος για την έκδοση των σχετικών αδειών. Δεν είδε τον κατηγορούμενο να σερβίρει ποτά ή να εισπράττει χρήματα από την πώληση οινοπνευματωδών ποτών, δεν έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο ή από άλλο άτομο που εργαζόταν στον χώρο. Ανέφερε ότι στον χώρο υπήρχαν ψυγεία, μπύρες και μπορεί να υπήρχε και κρασί, αλλά στα τραπέζια υπήρχαν μπύρες, χωρίς να πάρει οποιοδήποτε δείγμα από αυτές. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι στο επίδικο υποστατικό στεγάζεται το σωματείο ΠΑ.ΣΥ.ΦΙ Παναθηναϊκού, ανέφερε ότι εκεί στεγάζεται το σωματείο Παναθηναϊκός. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι στο επίδικο υποστατικό πωλείτο κρασί, δεν εντόπισε οποιεσδήποτε μπύρες χωρίς αλκοόλη, αλλά οι μπύρες που εντόπισε πάνω στα τραπέζια μύριζαν αλκοόλ και όταν του υποβλήθηκε η θέση κατά πόσο τα ποτά που εντόπισε ανήκαν στην κατηγορία των μεθυλικών οινοπνευμάτων, ανέφερε ότι η αστυνομία όταν προβαίνει σε μια καταγγελία, θα πρέπει να παίρνει απόδειξη παραλαβής και να παραλαμβάνει τα ποτά και να τα παρουσιάζει στο Δικαστήριο και δεν ήταν σε θέση να θυμάται το είδος του κρασιού που εντόπισε στο επίδικο υποστατικίο, επικεντρώνοντας την θεση του ότι δεν έχουν προσκομιστεί οι σχετικές άδειες. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, υπεραμύνθηκε της ορθότητας των ενεργειών του και ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι εργοδοτείτο στο σωματείο. Στην επανεξέταση του ανέφερε ότι στο επίδικο υποστατικό δεν έχει δει οποιανδήποτε επιγραφή που να αναγράφεται ΄΄ΠΑ.ΣΥ.ΦΙ Παναθηναϊκός΄΄, ούτε έχει δεν να παρακολουθούν οι θαμώνες ποδόσφαιρο τον Παναθηναϊκό Ελλάδος ως σύνδεσμος φιλάθλων και ούτε θα μπορούσε να γίνει αυτό διότι διεξάγεται καθημερινά τόμπολα και ούτε του έχουν προσκομίσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό που να πιστοποιεί ότι το επίδικο υποστατικό είναι ΄΄ΠΑ.ΣΥ.ΦΙ Παναθηναϊκός΄΄. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εργάζεται ως υπάλληλος στο σωματείο του ΠΑ.ΣΥ.ΦΙ Παναθηναϊκός ως υπάλληλος και στο οποίο σερβίρονται διάφορα ροφήματα τα οποία περιέγραψε, εκτός από οινοπνεύματα και δεν εισπράττει οτιδήποτε από τα ροφήματα και εδέσματα που προσφέρονται, ούτε υπάρχει άλλο άτομο που να τα εισπράττει. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο χώρος που εργάζεται και που διεξάγεται τόμπολα είναι σωματείο και εκτελεί χρέη εγγραφής μελών ως υπάλληλος που είναι, χωρίς να προσκομίσει ο ίδιος οποιαδήποτε κατάσταση ασφαλιστέων αποδοχών από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και χωρίς να έχει οποιοδήποτε αξίωμα στο εν λόγω σωματείο, κατονομάζοντας κάποια άτομα και την θέση που κατέχουν. Την επίδικη ημέρα, την οποία δεν θυμόταν επακριβώς εάν ήταν στις 22/7/2015, τον προσέγγισε ο Μ.Κ. 1 στην καφετέρια του χώρου, εκφράζοντας άγνοια κατά πόσο το ΠΑ.ΣΥ.ΦΙ Παναθηναϊκός είναι Πανελλήνιος Σύνδεσμος Φιλάθλων Παναθηναϊκού που σκοπό έχουν να παρακολουθούν τους αγώνες που αφορούν τον Παναθηναϊκό Σύλλογο της Ελλάδας, λέγοντας όμως ότι στο επίδικο υποστατικό υπάρχει αίθουσα με τηλεοράσεις και παρακολουθεί ο κόσμος την εν λόγω ομάδα, αρνούμενος σχετικές αντίθετες υποβληθείσες θέσεις για την ιδιότητα και δραστηριότητες του επίδικου υποστατικού και του συλλόγου, εκφράζοντας όμως και άγνοια σε μερικές από τις υποβληθείσες θέσεις. Υπήρξε κατηγορηματικός ότι δεν πουλούσε κρασιά ή ουίσκυ ή μπύρες στο επίδικο υποστατικό, αρνούμενος δηλαδή την αντίθετη περί αυτού υποβληθείσα θέση ότι πωλούσε ποτά και ήταν υπεύθυνος στον χώρο, τονίζοντας ότι υπάρχει άλλο άτομο αρμόδιο για αυτά τα θέματα για οποιεσδήποτε άδειες, δεν διατίθενται στο επίδικο υποστατικό αλκοολούχα ποτά και κατ΄ επέκταση δεν υπήρχαν γκαρσόνια που να σέρβιραν αυτά τα ποτά και να εισέπρατταν το σχετικό αντίτιμο, άρα ούτε αναγκαιότητα λήψης άδειας για πώληση ποτού υπήρχε, ως ήταν η θέση που του υποβλήθηκε. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε ο κ. Γιώργος Αγαθοκλέους. Ανέφερε ότι εργάζεται στο οικονομικό τμήμα του δήμου Λεμεσού, όπου είναι το αρμόδιο τμήμα για την έκδοση αδειών ειτουργίας, ποτού και καπνού διαφόρων υποστατικών, περιγράφοντας και την διαδικασία έκδοσης της άδειας λειτουργίας υποστατικού, όπου το άτομο που θα εκδοθεί η άδεια τους υποδεικνύεται από το υγειονομείο και πιο συγκεκριμένα τον επιχειρηματία και τον διευθυντή, τα δε σωματεία, τα οποία δεν εξαιρούνται από την υποχρέωση έκδοσης άδειας λειτουργίας υποστατικού, υποδεικνύουν το άτομο στο όνομα του οποίου θα εκδοθεί η άδεια, όπου αναγράφεται και το όνομα του σωματείου ή της επιχείρησης. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι για το επίδικο υποστατικό δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα οποιανδήποτε άδεια λειτουργίας ή πώλησης οινοπνευματωδών ποτών. Ως Μ.Υ. 2 κατέθεσε η κα Αντρούλλα Φυσέντζου. Ανέφερε ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού, στον κλάδο γενικών αδειών και με βάση την νομοθεσία, κατά την μάρτυρα, ο έφορος σωματείων Λεμεσού είναι ο έπαρχος Λεμεσού. Από το υπουργείο εσωτερικών, όπου ήρθαν όλοι φακέλοι των σωματείων, δεν έχει έρθει κάποιος φάκελος σωματείου με την ονομασία ΄΄Τόμπολα Παναθηναϊκός΄΄, υπάρχει όμως σωματείο με το όνομα ΄΄Παγκύπριος Σύνδεσμος Παναθηναϊκός΄΄, καταθέτωντας προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο 2 και ως τεκμήριο 3 επιστολή που γνωστοποιείται η νέα σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου του πιο πάνω σωματείου, κάνοντας αναφορά και στην έδρα του σωματείου αυτού, η οποία δεν έχει εγκριθεί όμως με την αίτηση για τροποποίηση του καταστατικού και συνεπώς δεν εγκρίθηκε η έδρα με την διεύθυνση που είναι το επίδικο υποστατικό. Στην αντεξέταση της έδωσε, στην έκταση που γνώριζε, διευκρινίσεις ως προς την διεύθυνση του σωματείου, στο απορριφθέν αίτημα για τροποποίηση του καταστατικού του εν λόγω συνδέσμου, παρέπεμψε στις τοπικές αρχές ως προς το ζήτημα έκδοσης άδειας λειτουργίας υποστατικών και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο δήμος Λεμεσού. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 103 του περί δήμων νόμου 111/1985, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Ουδέν πρόσωπο διατηρεί εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε δήμου οποιαδήποτε οικοδομή ή χώρο ή υποστατικό, εντός των οποίων ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα, εκτός εάν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει σχετική άδεια από το συμβούλιο του δήμου αυτού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 112.
(2)Οποιαδήποτε άδεια χορηγείται δυνάμει του εδαφίου
(1): (α) Πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (β) δύναται να υπόκειται σε τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, τις οποίες δύναται να επιβάλλει το συμβούλιο στην κάθε περίπτωση: Νοείται ότι το συμβούλιο δύναται να ανακαλεί οποιαδήποτε άδεια χορηγήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εάν παύσουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α) και (β) ή σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης προς οποιοδήποτε όρο ή σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου που επιβλήθηκε δυνάμει της παραγράφου (β).
(3)Οιovδήπoτε πρόσωπov παραβαίvov τας διατάξεις τoυ παρόvτoς άρθρoυ υπόκειται, επί τη καταδίκη τoυ, εις χρηματικήv πoιvήv μη υπερβαίvoυσαv τας £500.
(4)Σε διαδικασία δυνάμει του άρθρου αυτού, το δικαστήριο δύναται, τη αιτήσει του ενδιαφερομένου δήμου, να εκδίδει προσωρινό διάταγμα για την αναστολή της λειτουργίας η οποία γίνεται χωρίς άδεια: Νοείται ότι η έκδοση τοιούτου προσωρινού διατάγματος υπόκειται εις τας διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει τα εξής συστατικά στοιχεία: Α) Ο κατηγορούμενος να διατηρεί Β) εντός δημοτικών ορίων Γ) οποιανδήποτε οικοδομή ή χώρο Δ) εντός του οποίου ασκείται οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα, Ε) Να μην έχει εξασφαλιστεί προηγουμένως άδεια από το δημοτικό συμβούλιο εντός του οποίου εμπίπτει το υποστατικό Στ) υπάρχει εξαίρεση στις περιπτώσεις που προνοούνται από το άρθρο 112 του πιο πάνω νόμου (ειδική ανάλυση για το άρθρο 112 γίνεται πιο κάτω). Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετική είναι ηρύθμιση του άρθρου 3
(1)(α) του περι πωλήσεως οινοπνευματοδών ποτών νόμου Κεφ. 144, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου αυτού κανένα πρόσωπο δεν πωλεί ή προσφέρει προς πώληση ή επιτρέπει να πωλούνται ή να προσφέρονται προς πώληση ή κατέχει προς πώληση οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά παρά μόνο δυνάμει και σύμφωνα με- (α) άδεια προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών λιανικώς σε τέτοια υποστατικά ή τόπο όπως δύναται να οριστεί σε αυτή για κατανάλωση εντός ή εκτός τέτοιων υποστατικών ή τόπου (η οποία στο Νόμο αυτό αναφέρεται ως "άδεια λιανικής πώλησης")· ΄΄ Ως προς τον όρο ΄΄οινοπνευματώδη ποτά, σχετική είναι η ορολογία που δίνεται στο άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄οινοπνευματώδη ποτά σημαίνει οινοπνεύματα και οινοπνευματούχα ποτά οποιασδήποτε περιγραφής τα οποία είναι κατάλληλα ή προτίθενται ή τα οποία μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να μετατραπούν προς χρήση ως ποτά και περιλαμβάνει οινοπνεύματα, οινοπνευματούχα ποτά, οίνους, ελαφρόν ξανθό ζύθο, ζύθο, ισχυρό μαύρο ζύθο, μελαψό ζύθο και μηλίτην οίνον αλλά δεν περιλαμβάνει μεθυλικά οινοπνεύματα· ΄΄ Θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος του επίδικου υποστατικού και ότι ο κατηγορούμενος εξέθετε προς πώληση οινοπνευματώδη ποτά χωρίς τη σχετική άδεια από την Αρμόδια Αρχή. Έγινε παραπομπή στην υπόθεση Rabiul Hossain - v - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 71/2015 ημερομηνίας 17/12/2015, πλην όμως δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα ερμηνεύθηκαν στην εν λόγω υπόθεση, διότι τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διότι στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος προώθησε ενόρκως την θέση του ότι δεν πωλούνταν καν οινοπνευματώδη ποτά, ενώ στην πιο πάνω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος επικαλείτο την νομοθετική εξαίρεση ότι τα επίδικα ποτά εμπίπτουν στην εξαίρεση της νομοθεσίας, τότε μετατίθεται το βάρος απόδειξης στους ώμους της υπεράσπισης. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: ΄΄Δεν συμφωνούμε με το συνήγορο του Εφεσείοντα ότι η Κατηγορούσα αρχή είχε υποχρέωση να αποδείξει ότι τα προϊόντα που εκτίθεντο προς πώληση με την εμπορική ονομασία «κρασιά», «ουίσκι» και «βότκα» δεν ήταν από μεθυλικά οινοπνεύματα. Όπως πολύ ορθά υπέδειξε τόσο το πρωτόδικο δικαστήριο, όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους κατ' έφεση, όταν ένα νομοθέτημα δημιουργεί κάποια εξαίρεση και το κατηγορούμενο πρόσωπο βασίζεται σε μια τέτοια εξαίρεση, έχει το νομικό βάρος να αποδείξει ότι εμπίπτει στην εξαίρεση (βλ. σχετικά το Δίκαιο της Απόδειξης, του Τ. Ηλιάδη, Πρώτη Έκδοση
(1994), σελ. 72 και Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, Έκδοση 2014, σελ. 174, 177 και 178 , Archbold: Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2005, σελ. 478, παρ. 4 - 388 -9, R. v. Edwards [1974] 2 All ER 1085 και R. v. Hunt [1987] 1 All ER 1).΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Ως προς τον Μ.Κ. 1, γενικά το Δικαστήριο έχει αποκομίσει θετική εικόνα για το πρόσωπο και την μαρτυρία του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και η όλη εικόνα του ως μάρτυρας ήταν αξιόπιστη και ως μάρτυρας της αλήθειας, χωρίς να διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να αποκρύψει γεγονότα, να υπερβάλει ή να μεροληπτήσει εναντίον του κατηγορουμένου. Παρέθεσε εκείνα τα γεγονότα τα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να προσφύγει στην υπερβολή ή στην ασάφεια. Όμως, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της, στα μέρη εκείνα και για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας εντόπισε τον κατηγορούμενο στο επίδικο υποστατικό και ότι δεν τον έχει δει να πωλεί ή να σερβίρει ή να εισπράττει οποιοδήποτε ποσό από την πώληση οινοπνευματοδών ποτών, όπως ευθαρσώς, με ειλικρίνεια και εντιμότητα ο μάρτυρας ανέφερε, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του και τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Συνεπώς, αυτό που αναγράφεται επί του τεκμηρίου 1, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος σέρβιρε οινοπνευματώδη ποτά, δεν ισχυεί. Επίσης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι εντός του πιο πάνω υποστατικού, πωλούνταν και σερβίρονταν αλκοοούχα ποτά, ήτοι μπύρες, για τα κρασιά δεν υπήρχε βεβαιότητα και σταθερή γραμμή πλεύσης από τον Μ.Κ. 1, αλλά αυτό δεν επηρεάζει το εύρημα περί πώλησης και σερβιρίσματος αλκοολούχων ποτών. Από την στιγμή όμως που δεν έχει γίνει επίκληση από την υπεράσπιση ότι τα εν λόγω ποτά εμπίπτουν σε κάποια νομοθετική εξαίρεση και συνεπώς να μετατίθετο το βάρος απόδειξης στους ώμους της υπεράσπισης με βάση και την πιο πάνω νομολογία, δεν θα αναμενόταν να διενεργηθεί χημική ανάλυση εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής των εν λόγω ποτών. Συνεπώς, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι εντός του επίδικου υποστατικού, πωλούνταν οινοπνευματώδη ποτά, ήτοι μπύρες. Ως προς την ιδιότητα του κατηγορουμένου όμως, υπάρχει μια αντίφαση στην μαρτυρία του Μ.Κ. 1, που αφήνει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς την ιδιότητα του κατηγορουμένου και κατ΄ επέκταση την ποινική του ευθύνη. Συγκεκριμένα, τόσο στο τεκμήριο 1, όσο και στην προφορική του μαρτυρία στο μεγαλύτερο μέρος της, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν υπεύθυνος του υποστατικού. Όμως, στην κατακλείδα της αντεξέτασης του, αποκάλυψε ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος στον χώρο. Αυτή η αντίφαση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέπεμψε στον πρόεδρο του συλλόγου για την προσκόμιση αδειών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, αποδέχεται την θέση του κατηγορουμένου ότι υπήρξε υπάλληλος στο επίδικο υποστατικό, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη εναντίον του κατηγορουμένου. Η ορολογία που χρησιμοποιείται στο άρθρο 103 του περί δήμων Νόμου 111/85 και πιο συγκεκριμένα η χρησιμοποιήση του όρου ΄΄διατηρεί΄΄ και που σχετίζεται με την πρώτη κατηγορία, αναμφίβολα, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου ο οποιοσδήποτε εργοδοτούμενος, αλλά αναμφίβολα απαιτεί μια πιο στενή επαγγελματική και οικονομική σχέση με το υποστατικό, το οποίο ουσιαστικά να εξαρτάται το υποστατικό από τις ενέργειες διοικητικής ή/και οικονομικής φύσεως από το άτομο το οποίο είναι κατά νόμο υπεύθυνο να αιτηθεί την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια από την αρμόδια αρχή, ήτοι από τον δήμο Λεμεσού στην προκειμένη περίπτωση. Αυτό προκύπτει άλλωστε και από την χρησιμοποίηση των όρων ΄΄επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα΄΄ και αναμφίβολα με τον όρο ΄΄επάγγελμα΄΄ δεν δύναται να εμπίπτει και η ιδιότητα υπαλλήλου, όπως εδώ του κατηγορούμενου, ήτοι σχέση εξηρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδοτούμενου και εργοδότη. Υπήρξε εισήγηση από πλευράς κατηγορούσας αρχής, ότι θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί καταδίκη στην βάση του άρθρου 112 του πιο πάνω νόμου. Αυτή η εισήγηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι η νομική βάση της πρώτης κατηγορίας, ήτοι το άρθρο 103 του πιο πάνω νόμου, έχει διαφορετικό πεδίο εφαρμογής από αυτό του άρθρου 112, διότι γίνεται ειδική εξαίρεση μέσα από το άρθρο 103 των περιπτώσεων που ρυθμίζονται από το άρθρο 112, το οποίο ρυθμίζει περιπτώσεις εντελώς διαφορετικές από τις περιπτώσεις του άρθρου 103, ήτοι περιπτώσεις που δεν αφορούν επαγγελματικά υποστατικά, ενώ στο κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και προέβαλε την υπεράσπιση του, πραγματεύεται την ιδιότητα επαγγελματικού υποστατικού. Το ότι διεξαγόταν τόμπολα στο επίδικο υποστατικό, αναμφίβολα δεν εμπίπτει σε οποιανδήποτε από την ορολογία και πεδίο εφαρμογής του άρθρου 103, ήτοι επιχείρηση, βιομηχανία, εμπόριο, επάγγελμα ή επιτήδευμα. Αναμφίβολα, στο επίδικο υποστατικό, δραστηριοποιείται σωματείο, με την επωνυμία, όπως αποκρυσταλλώθηκε τελικώς με το τεκμήριο 2 ΄΄Παγκύπριος Σύνδεσμος Φίλων Παναθηναϊκού, ήτοι αυτή είναι η επίσημη ονομασία του συλλογου αυτού. Η χρησιμοποίηση όρων όπως ΄΄Τόμπολα Παναθηναϊκός΄΄ ή ΄΄ΠΑ.ΣΥ.ΦΙ Παναθηναϊκός΄΄ ή οποιαδήποτε άλλη ορολογία, ουδόλως μεταβάλλει ή διαφοροποιεί ή αποστασιοποιεί το επίδικο υποστατικό από το εν λόγω σωματείο, διότι ο ίδιος ο Μ.Κ. 1, πέραν του ότι στο τεκμήριο 1 κάνει αναφορά σε σύλλογο, ανέφερε και προφορικά ότι στο επίδικο υποστατικό στεγάζεται σύνδεσμος και ότι διεξάγεται τόμπολα, η οποία διενεργείται από σωματεία, ασχέτως έαν ο μάρτυρας υπέπεσε σε αντίφαση, επουσιώδης βέβαια, που δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του, ήτοι κατά πόσο έκανε έρευνα ή όχι ως προς την οντότητα του σωματειου και ασχέτως εάν η δηλωθείσα διεύθυνση του σωματείου είναι διαφορετική από αυτή που φαίνεται επί του τεκμηρίου 3. Από την στιγμή λοιπόν που ο κατηγορούμενος ήταν εργοδοτούμενος του πιο πάνω σωματείου, κατ΄ επέκταση δεν θα μπορούσε να εκδοθεί και επ΄ ονόματι του η οποιαδήποτε άδεια πωλήσεως οινοπνευματοδών ποτών, παρά μόνο στο όνομα του σωματείου και του κατά νόμο υπεύθυνου που αντιπροσωπεύει ένα σωματείο και που ο κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιαδήποτε θέση αξιωματούχου στο εν λόγω σωματείο, με βάση την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και παρατηρήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται εν μέρει την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 και την απορρίπτει στο υπόλοιπο μέρος, ως πιο πάνω έχει διευκρινιστεί και διαχωριστεί. Ως προς τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του και του πρωταγωνιστικού του ρόλου στα διαδραματισθέντα. Η εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο, είναι γενικά ότι ο κατηγορούμενος ήταν αξιόπιστος, αλλά δεν είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια και το Δικαστήριο αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας του και απορρίπτει άλλο, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι υπήρξε υπάλληλος στο επίδικο υποστατικό, διότι αυτό επιβεβαιώθηκε έως έναν βαθμό και από τον Μ.Κ. 1, στον οποίο ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος, ως πιο πάνω αναφέρεται. Επιπρόσθετα δε, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι στο επίδικο υποστατικό λειτουργούσε το πιο πάνω υποστατικό με την ονομασία ως αυτή αποκρυσταλλώθηκε και διενεργείτο τόμπολα και δεν είχε ο κατηγορούμενος οποιαδήποτε θέση στο διοικητικό συμβούλιο, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω και όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Επίσης, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του κατηγορουμένου ότι δεν πωλούσε ο ίδιος προσωπικά οινοπνευματώδη ποτά και ούτε εισέπραττε οποιαδήποτε ποσά από την πώληση οινοπνευματωδών ποτών και ότι δεν σέρβιρε ποτά, διότι αυτό το έχει παραδεχθεί άλλωστε και ο Μ.Κ. 1 και όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο όμως, δεν αποδέχεται την θέση του κατηγορουμένου ότι δεν πουλούνταν οινοπνευματώδη ποτά, όχι μόνο λόγω της αποδοχής της μαρτυρίας του Μ.Κ. 1 ότι είδε να διατείθεντο οινοπνευματώδη ποτά και δη μπύρες στο επίδικο υποστατικό, αλλά και επειδή το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ο κατηγορούμενος σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο με τον τρόπο που έδινε μαρτυρία και προσπαθώντας να πείσει ότι δεν διατείθεντο καν οινοπνευματώδη ποτά στο επίδικο υποστατικό. Συνεπώς, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι στο επίδικο υποστατικό πουλούνταν οινοπνευματώση ποτά, ήτοι μπύρες και ότι υπήρχαν άτομα που τα σέρβιραν και εισέπρατταν χρηματικά ποσά για αυτά, αλλά δεν είχε εμπλοκή ο κατηγορούμενος, όντας υπάλληλος του σωματείου και όχι υπεύθυνος στο υποστατικό. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και περιορισμούς, το Δικαστήριο αποδέχεται εν μέρει και απορρίπτει εν μέρει την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω και με τις διακρίσεις που έχουν γίνει. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ.1, το Δικαστήριο κρίνει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και να αναφέρει όσα γνωρίζει μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων του στον δήμο Λεμεσού. Αναμφίβολα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μαρτυρία στο ότι για το επίδικο υποστατικό δεν έχουν εκδοθεί άδειες λειτουργίας και πωλήσεως οινοπνευματοδών ποτών, ούτε βέβαια έχουν προσκομιστεί τέτοιες άδειες και συνακόλουθα αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι δεν έχουν εκδοθεί για το επίδικο υποστατικό άδειες λειτουργίας και πωλήσεως οινοπνευματοδών ποτών. Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την άποψη του μάρτυρα ότι δεν εξαιρούνται τα σωματεία, διότι το Δικαστήριο έχει αναλύσει πιο πάνω την διαφοροποίηση μεταξύ των άρθρων 103 και 112 του νόμου 11/85, ούτε βεβαίως και από το τι λαμβάνει υπ΄ όψη του ο δήμος κατά την έκδοση αδειών, διότι ούτως ή άλλως, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι ο δήμος Λεμεσού στην προκειμένη περίπτωση η αρμόδια αρχή για την έκδοση αδειών. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινίσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Υ. 2, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτή η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει αυτά που η ίδια γνωρίζει μέσα από τα καθήκοντα της στην επαρχιακή διοίκηση Λεμεσού. Μέσα από την μαρτυρία της, αποκρυσταλλώθηκε η ακριβής ονομασία του σωματείου, το οποίο δραστηριοποιείται στο επίδικο υποστατικό με την διενέργεια τόμπολας και ως προς την διαφοροποίηση στην διεύθυνση του επίδικου υποστατικού με την διεύθυνση που φαίνεται στο τεκμήριο 3 και την διαφοροποίηση μεταξύ του ονόματος του σωματείου και την ονομασία που χρησιμοποιείται στο επίδικο υποστατικό, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Αναμφίβολα, το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά της μάρτυρος ότι αρμόδια αρχή στην έκδοση αδειών είναι ο δήμος Λεμεσού, λόγω και της αξιολόγησης που έγινε για αυτό το ζήτημα πιο πάνω. Επίσης, μέσα από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, δεν διαφάνηκε να έχει ο καηγορούμενος οποιανδήποτε σχέση με το διοικητικό συμβούλιο του πιο πάνω σωματείου, ως αποτελεί άλλωστε και εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αξιόπιστη. Καταληκτικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, έιναι ότι ο κατηγορούμενος, όντας υπάλληλος στο επίδικο υποστατικό, στο οποίο διενεργείται τόμπολα από το πιο πάνω αναφερόμενο σωματείο, δεν ήταν το άτομο που διατηρούσε το επίδικο υποστατικό και ούτε ήταν υπό τον έλεγχο του για να έχει την υποχρέωση να εκδώσει τις απαιτούμενες από τον νόμο άδειες που σχετίζονται με τις επίδικες κατηγορίες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Υποστατικό και πώληση ποτού χωρίς άδεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.