← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Kamal Alwan, Αρ. Υπόθεσης: 1332/16, 25/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Kamal Alwan, Αρ. Υπόθεσης: 1332/16, 25/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1332/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Kamal Alwan Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25/04/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μάριος Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο: κα Σύλβια Αδάμου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 20 Ιανουαρίου 2016 στη Λεμεσό, προκάλεσε στην Άννα Παπαϊωάννου από την Λεμεσό τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με την φράση ΄΄σταμάτα κατίσιη σας τζαι τους θκιο΄΄. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά των ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο της πρώτης κατηγορίας, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KRN 254 άγνωστου ύψους, περιουσία της Ramona Lungu από την Ρουμανία. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως ΜΚ 1 κατέθεσε η παραπονούμενη που αφορά την δεύτερη κατηγορία και που αναφέρεται σε λεπτομέρειες του αδικήματος αυτής. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
  1. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία έδωσε το αυτοκίνητο της στην φίλη της και παραπονούμενη στην πρώτη κατηγορία, η οποία έδωσε ακολούθως μαρτυρία και ήταν η ΜΚ
  2. Έδωσε το αυτοκίνητο της στην ΜΚ 2, δηλαδή την Άννα Παπαϊωάννου, διότι δεν ήθελε η Άννα Παπαϊωάννου να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο της, διότι υπήρχε ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να την παρακολουθήσει και ο οποίος ήταν ο εν διαστάσει σύζυγος της. Αργότερα πληροφορήθηκε από την Άννα Παπαϊωάννου ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε πάνω στο αυτοκίνητο της και έσπασε τον ανεμοθώρακα, την αξία του οποίου δεν γνωρίζει και το αυτοκίνητο είναι εγγεγραμμένο στον πρώην σύζυγό της μάρτυρος και ο οποίος της το άφησε ως δικό της. Στην συνέχεια κατά την προφορική της μαρτυρία, αναφέρθηκε στα ονόματα με τα οποία της συστήθηκε ο κατηγορούμενος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τον έχει γνωρίσει, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι τον γνώρισε την επίδικη νύχτα, λέγοντας ότι τον έχει γνωρίσει από πριν. Διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρούσα στο επίδικο περιστατικό και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε υποβληθείσα θέση για το πως έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου και πιο συγκεκριμένα ότι η ΜΚ 2 ουσιαστικά παρέσυρε τον κατηγορούμενο και το σώμα του κατηγορουμένου έσπασε τον ανεμοθώρακα του αυτοκίνητου. Αναφέρθηκε στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου, διευκρινίζοντας ότι η ίδια έχει διορθώσει την ζημιά που έχει προκληθεί, προσκομίζοντας προς αυτόν το σκοπό το τεκμήριο 2 και ότι μετά το επίδικο περιστατικό επέστρεψε το αυτοκίνητο στον πρώην σύζυγό της και αγόρασε άλλο αυτοκίνητο. Επίσης αναφέρθηκε στις τεταμένες σχέσεις που επικρατούσαν μεταξύ του κατηγορουμένου και της ΜΚ
  3. Ως ΜΚ 2 κατέθεσε η παραπονούμενη στην πρώτη κατηγορία, δήλαδή η κυρία Άννα Παπαϊωάννου. Yιοθετησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
  4. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι αφού δανείστηκε το αυτοκίνητο της ΜΚ 1, απο την οποία ζήτησε να προσέχει τα παιδιά της τα οποία απέκτησε με τον κατηγορούμενο, μετέβηκε σε συγκεκριμένη οδό και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο ο φίλος της, οποίος κατέθεσε ως ΜΚ
  5. Στο μέρος κατέφθασε ο κατηγορούμενος και ο οποίος της ανέκοψε την πορεία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και στην τελευταία περίπτωση κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος και πετάχτηκε στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου και άρχισε να χτυπάει με τα χέρια του τον ανεμοθώρακα και τότε η μάρτυρας εκκίνησε πάλι, διότι ο κατηγορούμενος ήταν σε έξαλλη κατάσταση, άρχισε να φωνάζει και να απειλεί με τη φράση που αναφέρεται σε λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας και αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα τους έκανε κακό και συνέχισε να φωνάζει για να σταματήσει και να κατέβει, πραγμα το οποίο δεν έκανε, διότι έχει καταλάβει ότι θα την χτυπούσε και θα κινδύνευε η ζωή της και συνακόλουθα συνέχισε να βγει μέχρι του σημείου όπου τελικά έφτασε και έχει ελαττώσει ταχύτητα πάρα πολύ και ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έφυγε, ενώ ίδια συνέχισε την πορεία της μέχρι την κεντρική αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν. Προφορικά αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, κάνοντας αναφορά στην αλλαγή του ονόματος από τον ίδιο. Επανέλαβε την θέση ότι ζήτησε το αυτοκίνητο από την φίλη της, ΜΚ 1, διότι ο κατηγορούμενος την παρακολουθούσε και περιέγραψε την σκηνή όπου έγινε το όλο συμβάν, δίνοντας λεπτομέρειες για το πως έφτασε στο μέρος ο κατηγορούμενος, ο οποίος πετάχτηκε στο αυτοκίνητο και ακολούθησε η πορεία που περιέγραψε, όπου σε κάποιο σημείο ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ακολούθως η μάρτυρας κατευθύνθηκε στην κεντρική αστυνομία για να καταγγείλει το γεγονός. Ο πυρήνας του συμβάντος, ήταν ότι ο κατηγορούμενος ανέβηκε στο αυτοκίνητο και συγκεκριμένα στο καπό από την οδό Κένεντυ μέχρι την οδό Γλάδστωνος, όπου και ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και σε όλη τη διάρκεια ο κατηγορούμενος φώναζε και απειλούσε με την φράση που αναφέρεται στην λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας και χτυπούσε τον ανεμοθώρακα με το χέρι του, ώσπου σε κάποιο σημείο στην πορεία της διαδρομής, ο ανεμοθώρακας έσπασε από τα χτυπήματα που προέρχονταν από τον κατηγορούμενο. Από τις απειλές του κατηγορουμένου αισθάνθηκε φόβο, διότι θεώρησε τον κατηγορούμενο εκείνη την ώρα πολύ επικίνδυνο, όντας εκτός εαυτού. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στην σχέσεις με τον κατηγορούμενο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε διάσταση στο γάμο τους, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι την επίδικη ημέρα στο μέρος όπου εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος θεάθηκε η παραπονούμενη να κάνει έρωτα στο αυτοκίνητο με άλλον άντρα και ότι ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι τον κάνει ρεζίλι που κάνει έρωτα μέσα στο αυτοκίνητο αντί να βρίσκεται στο σπίτι με τα παιδιά τους και ότι θύμωσε. Περιέγραψε εκ νέου τις ανακοπές που έγιναν από τον κατηγορούμενο στο δρόμο και το πως ανέβηκε ο κατηγορούμενος στο καπό, τη διαδρομή που ακολούθησε και τις απειλές που εκστόμισε ο κατηγορούμενος και τις ενέργειες που έκανε για να σπάσει τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, μέχρι το σημείο που ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το Αυτοκίνητο. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ανεμοθώρακας έσπασε αφού χτύπησε τον κατηγορούμενο και το σώμα του εκτινάχθηκε στον αιμοθώρακα του αυτοκινήτου. Επίσης έχει περιγράψει την περιοχή όπου έγιναν οι ανακοπές εκ μέρους του κατηγορουμένου πριν αυτός ανέβει στον καπό του αυτοκινήτου, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις για το πως είναι διαμορφωμένη η εκεί περιοχή και ότι το συμβάν όπως το έχει περιγράψει είναι ψευδές και ότι εξύβρισε τον κατηγορούμενο και ότι θα στείλει κάποιους για να του κάνουν κακό και ότι χτύπησε τον κατηγορούμενο στο αριστερό του πόδι, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος εκείνη τη μέρα περπατούσε κανονικά. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να πέσει από το αυτοκίνητο και ότι με τον τρόπο οδήγησης της κινδύνεψε ο κατηγορούμενος να σκοτωθεί, επαναλαμβάνοντας την θέση ότι οδηγούσε πολύ αργά. Δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία εγκρίθηκαν από το δικαστήριο τα τεκμήρια 4 και 5 που έχουν ως επίκεντρο την φωτογράφιση του αυτοκινήτου στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, όπως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες. Ως ΜΚ 3 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2052 κ. Στέλιος Κωνσταντίνου, ο οποίος ως μέρος της κύριας εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 6, σύμφωνα με την οποία συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νομό αυτός απάντησε OK, αλλά δεν ξέρει να διαβάζει και ακολούθως τον ενημέρωσε για τα δικαιώματα του τα οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
  6. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης αναγνώρισε και το αυτοκίνητο δια μέσου του τεκμηρίου
  7. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι η παραπονούμενη που του ανέφερε για το πως έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου, τονίζοντας ότι δεν είναι ειδικός για να απαντήσει για το πως επήλθε το σπάσιμο του ανεμοθώρακα. Επίσης ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα είχε επίδεσμο σε κάποιο από τα χέρια ή κάποιο από τα πόδια του. Ως ΜΚ4 κατέθεσε ο κύριος Othman Faraj, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
  8. Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα και ώρα έγινε η ανακοπή του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο συνεπιβάτης και οδηγός η ΜΚ 2 και ο κατηγορούμενος ανέβηκε πάνω στο καπό του αυτοκινήτου και χτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια του το καπό και το μπροστινό γυαλί του αυτοκινήτου. Η ΜΚ 2 άρχισε να φωνάζει και σε κάποια στιγμή μετά τον κυκλικό κόμβο του Αγίου Νικολάου, ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως έσπασε το μπροστινό γυαλί του αυτοκίνητου. Ακολούθως, μετέβηκαν στην αστυνομία και εξέφρασε την άποψη ότι ο άγνωστος αυτός άνδρας, ήτοι ο κατηγορούμενος καθ΄ ότι τον αναγνώρισε, έβριζε την ΜΚ 2 με τη λέξη ΄΄πουτάνα΄΄ και ότι θα τις πάρει τα παιδιά. Ανέφερε ότι με την ΜΚ 2 είχαν μόνο φιλική σχέση και ότι αυτή δεν του ανέφερε οποιαδήποτε προβλήματα είχε με τον άντρα της παρά μόνο ότι βρίσκονται στην διαδικασία διαζυγίου, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ουδέποτε ΜΚ 2 του ζήτησε να τηλεφωνήσει σε κάποιον για να τον απειλήσει. Προφορικά ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έχει απειλήσει, ότι στο περιστατικό έλεγε στον κατηγορούμενο με σπασμένα Ελληνικά να κατέβει και αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 5 το αυτοκίνητο και τον σπασμένο ανεμοθώρακα, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε το παράθυρο με το χέρι και με το πόδι το καπό. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε την ΜΚ 2 με την οποία είχε μόνο φιλικές σχέσεις, αρνούμενος θέση που του υποβλήθηκε ότι είχε ερωτικές σχέσεις με αυτήν. Ανέφερε τι γνώριζε όσο αφορά την οικογενειακή κατάσταση της ΜΚ 2 και ότι την επίδικη μέρα ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε. Περιέγραψε, στην έκταση που μπορούσε, την σκηνή όπου έγιναν οι ανακοπές από τον κατηγορούμενο, το σημείο απ' όπου η ΜΚ 2 τον έχει παραλάβει, ο κατηγορούμενος φώναζε στην ΜΚ 2 να ανοίξει και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος κατέφθασε στο μέρος περπατητός και ότι δεν ανέκοψε με το αυτοκίνητο του την πορεία του αυτοκινήτου που μετέβαινε ο μάρτυρας αυτός με την ΜΚ 2, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν εξύβρισε την ΜΚ
  9. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι έκανε έρωτα την επίδικη στιγμή με την ΜΚ 2 και ότι αυτή ξεκίνησε το αυτοκίνητο και πέταξε τον κατηγορούμενο πάνω στον ανεμοθώρακα του αυτοκίνητου, με αποτέλεσμα να σπάσει ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου. Περιέγραψε τα χτυπήματα του κατηγορουμένου πάνω στο αυτοκίνητο και την διάρκεια τους, καθώς επίσης και την απόσταση που έχει καλυφθεί και διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος έσπασε τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου με το πόδι του. Ως ΜΚ 5 κατέθεσε ο αστυφύλακας 4096 κ. Παναγιώτης Παναγιώτου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 9, στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο για ποινικά και τροχαία αδικήματα και αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και κατέθεσε ως τεκμήριο 10 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τον κατηγορούμενο στο εδώλιο, διευκρινίζοντας ότι το αυτοκίνητο δεν το έχει δει από κοντά, παρά μόνο η εμπλοκή του περιορίστηκε στην λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος είχε τυλιγμένο το αριστερό του χέρι με γάζα και κατά πόσο δυσκολευόταν στο περπάτημα του, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο λόγος που αναφέρει ότι δεν θυμάται είναι επειδή δεν επιθυμούσε να το καταθέσει. Αναφέρθηκε επίσης και στην διερεύνηση τροχαίων αδικημάτων που γινόταν την δεδομένη στιγμή, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της, αφού προηγουμένως κατατέθηκε εκ συμφώνου το τεκμήριο 11, όπου είναι η κατάθεση του διερμηνέα και ακολούθως το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και τελικά δεν προσκόμισε οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος έχει αναγνωρίσει την κατάθεση του στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα και ώρα εντόπισε την ΜΚ 2 και το ΜΚ 4 εντός του αυτοκινήτου να κάνουν έρωτα και αυτός θύμωσε και φώναζε, αλλά δεν έκανε κάτι άλλο. Η ΜΚ 2 εξύβριζε τον κατηγορούμενο με τη φράση ΄΄πουστοπεζεβεγκη΄΄ το νόημα της οποίας δεν γνωρίζει και ότι τον απείλησε ότι θα στείλει κάποιους για να του κάνουν κακό. Ακολούθως η ΜΚ 2 είχε οδηγήσει το αυτοκίνητο του με τέτοια κίνηση, όπου αρχικά ο κατηγορούμενος την απέφυγε, αλλά η ΜΚ 2 επέμενε και τον χτύπησε με το αυτοκίνητο στο αριστερό του πόδι και πετάχτηκε πάνω στο μπροστινό γυαλί, όπου και χτύπησε και αυτός ήταν ο λόγος που έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου και όχι από οποιαδήποτε χτυπήματα. Επίσης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε πάνω στο καπό και σταμάτησε στα φώτα του πενταδρόμου. Αρνήθηκε ότι ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ΜΚ 2 και ότι χτυπούσε με τα χέρια του πάνω στον ανεμοθώρακα, αποδίδοντας στην ΜΚ 2 αλλότρια κίνητρα, δηλαδή να επιτύχει τον εγκλεισμό του στη φυλακή. Εξέφρασε επίσης την βεβαιότητα ότι ο η ΜΚ 2 είχε προτρέψει άλλα άτομα για να τον απειλήσουν και να τον σκοτώσουν. Προφορικά περιέγραψε την σκηνή, όπου αντιλήφθηκε την ΜΚ 2 μαζί με τον ΜΚ4 εντός του αυτοκινήτου και την αντίδραση που αυτός είχε όταν εντόπισε τα δύο αυτά άτομα στην κατάσταση που τα εντόπισε. Ανέφερε στην ΜΚ 2 ότι θα πάει να προσέχει τα παιδιά μέχρι να τελειώσει η ΜΚ 2, ενώ η ΜΚ 2 τον εξύβρισε με την πιο πάνω φράση και τον απείλησε. Ακολούθως περιέγραψε την σκηνή όπου έγινε το επίδικο περιστατικό κατά τον ίδιο δίνοντας τη δική του εκδοχή και πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι η ΜΚ δύο αρχικά κινήθηκε προς το μέρος του με το αυτοκίνητο και αρχικά ο κατηγορούμενος απομακρύνθηκε δηλαδή απέφυγε την οποιαδήποτε σύγκρουση όμως η ΜΚ δύο επέμενε με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει Με το αυτοκίνητο στο αριστερό του πόδι και πετάχτηκε στο γυαλί του αυτοκινήτου Με την αριστερή του πλευρά και αυτή συνεχίζει να οδηγεί αργά μέχρι τα φώτα του πενταδρομου Ενώ πριν σε συγκεκριμένα φώτα τροχαίας δεν έχει σταματήσει η ΜΚ δύο και στο τέλος ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο στα φώτα του πενταδρόμου και πήρε ταξί και κατευθύνθηκε στο σπίτι, όπου ήταν τα παιδιά του. Ο κατηγορούμενος σε όλη τη διαδρομή φώναζε στην ΜΚ 2 να σταματήσει, πράγμα που δεν έγινε, μέχρι τον πεντάδρομο. Εξέφρασε άγνοια για το πως έσπασε ο ανεμοθώρακας στο αυτοκίνητο, λέγοντας ότι εντόπισε την ζημιά στο αυτοκίνητο όταν αυτό το έφεραν στην αστυνομία, διευκρινίζοντας ότι δεν κρατούσε στο χέρι του οποιοδήποτε αντικείμενο, παρά μόνο κρατούσε το αυτοκίνητο και δεν χτυπούσε με τα χέρια ή τα πόδια του το αυτοκίνητο, λόγω ακριβώς ότι έπρεπε να κρατούσε με τα χέρια του το αυτοκίνητο. Από όλο το περιστατικό ανέφερε ότι είχε πόνο στο αριστερό του χέρι και στο αριστερό του πόδι και αρνήθηκε ότι εκστόμισε οποιαδήποτε απειλή προς την ΜΚ 2, λέγοντας ότι αυτό που έλεγε είναι να σταματήσει η ΜΚ 2 για να κατέβει από το αυτοκίνητο ο ίδιος. Στην αντεξέταση του αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι παρακολούθησε την ΜΚ
  10. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ανέκοπτε την πορεία της ΜΚ 2 και ότι πετάχτηκε στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου απειλώντας την, απαντώντας ότι της έλεγε να σταματήσει σε όλη την πορεία, πράγμα που δεν έκανε η ΜΚ
  11. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι χτυπούσε με τα χέρια του το καπό του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να σπάσει τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, απαντώντας ότι κρατούσε το αυτοκίνητο και εξέφρασε άγνοια για το πως έσπασε ο ανεμοθώρακας. Έδειξε στο σημείο του αστραγάλου του αριστερού του παιδιού ως το σημείο που χτυπήθηκε από το αυτοκίνητο της ΜΚ 2 και ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ανέκοψε τον δρόμο της ΜΚ 2 με αποτέλεσμα να πεταχτεί ο ίδιος στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου σπάζοντας τον αυτόν. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι απείλησε την ΜΚ 2 με τη φράση που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, προκαλώντας σε αυτήν τρόμο, απαντώντας ότι αυτό που έλεγε στην ΜΚ 2 ήταν να σταματήσει. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: << Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη>>. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: 91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το κριτήριο και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το κριτήριο κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κριτήριο θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας και προς τη νομική πτυχή που διέπει την επίδικη κατηγορία αυτό είναι το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: 1)Η καταστροφή ή η πρόκληση ζημιάς. 2) Σε περιουσία. 3) Με σκόπιμη και παράνομη πράξη του αδικοπραγούντος. Είναι αδιάφορο σε περίπτωση που το αδίκημα διαπράττεται με την πρόκληση ζημιάς σε περιουσία το ύψος της ζημιάς καθώς αυτό το στοιχείο δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επίσης δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται (βλέπε Θωμά εναντίον Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ σελίδες 255‑ 259). Το στοιχείο που απαιτείται για να αποδειχθεί το αδίκημα είναι η εσκεμμένη σκόπιμη πρόκληση της ζημιάς και δεν απαιτείται όμως η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης βλέπε (Μιχαήλ εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)ΑΑΔ σελίδες 168 και 176). Όπως εξηγείται στον Archbold 2000 παράγραφος 17‑ 46 "Ο όρος "εσκεμμένα" "willfully" σημαίνει να πράττεις κάτι οικιοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικιοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει η ζημιά ή όχι). Χρειάζεται όμως να αποδειχθεί ότι η πρόκληση της ζημιάς ήταν παράνομη, δηλαδή δεν ήταν νόμιμη, ή δεν είχε νόμιμη αιτία (βλέπε Μιχαήλ εναντίον Αστυνομίας 1991, 2Α.Α.Δ., σελίδες 168 και 176). Στη Μιχάλης Δρουσιώτης εναντίον Αστυνομίας Λεμεσού 1996,
(2)ΑΑΔ σελίδα 189, αποφασίστηκε ότι η κυριότητα των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται ότι η κατηγορία αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση αυτή η απουσία ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα αντικείμενα δεν ανήκαν στον κατηγορούμενο οδήγησε σε ακύρωση της καταδίκης και σε διαταγή επανεκδίκασης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 324 καθώς στη βάση των προνοιών της, για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς περιουσίας περιορίζεται η άσκηση του αδικήματος έγερσης της υπεράσπισης του άρθρου 8 του κεφάλαιο 154 εφόσον αυτή κατ' εφαρμογή της επιφύλαξης, δύναται να ασκηθεί επιτυχώς μονό στην περίπτωση που είναι και εύλογη λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Με άλλα λόγια η ειδική υπεράσπιση που δύναται να εγερθεί στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς είναι "η υπεράσπιση με καλή πίστη και εύλογης αξίωσης δικαιώματος" . Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπεράσπιση όπως σε σχέση και με όλες τις άλλες ειδικές υπερασπίσεις, είτε προνοούνται στο Ποινικό Κώδικα, είτε σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο είναι ότι η έγερση τους δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ή παράλειψης που συνιστούν το ποινικό αδίκημα εφόσον στοιχειοθετηθούν με το βάρος απόδειξης να εναποτίθεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων στους ώμους του αδικοπραγούντα αποκλείουν τον ποινικό κολασμό της πράξης του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ως προς την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κυρίως ως προς τις μαρτυρίες των ΜΚ 2 και 4, αλλά και του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο διαπιστώνει μία ιδιαίτερη θλίψη ότι δεν ανέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια, την οποία απέκρυψαν επιμελώς για τους λόγους που μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν και το Δικαστήριο απορρίπτει τις μαρτυρίες τους για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω, αποστερώντας έτσι από το Δικαστήριο εκείνο το υπόβαθρο για να εξαξει το Δικαστήριο ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το τι έλαβε χώρα την επίδικη ημερομηνία. Ως προς την ΜΚ 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέθεσε στο Δικαστήριο όλα όσα γνώριζε αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, τα οποία όμως δεν προέρχονται από άμεση γνώση της ίδιας, αλλά από τα όσα της ανέφερε η ΜΚ 2 και από τη στιγμή που το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία της ΜΚ 2, αναπόφευκτα η μαρτυρία της ΜΚ 1 δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική αξία, με εξαίρεση το γεγονός ότι έχει πληρώσει την ζημιά που έγινε στο αυτοκίνητο της, θέση την οποία αποδέχεται το Δικαστήριο, όμως οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της δεν γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο ως προς το πως επήλθε το σπάσιμο του ανεμοθώρακα, επειδή στηρίζεται στα λεγόμενα της Μ.Κ. 2 η οποία κρίνεται ως αναξιόπιστη για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Αναμφίβολα έχει γίνει ζημιά στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου της, αλλά για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξάξει ασφαλή εύρημα και συμπέρασμα για το πώς προήλθε το σπάσιμο του ανεμοθώρακα στο αυτοκίνητο της. Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της, δεν αποστερεί από την μάρτυρα την ιδιότητα της ως παραπονούμενης, διότι το αυτοκίνητο κατά τον ουσιώδη χρόνο το χρησιμοποιούσε η ίδια μετά από την παραχώρηση από τον πρώην σύζυγό της ως δικό της και ήταν και η ίδια η μάρτυρας που πλήρωσε τελικά την ζημιά του αυτοκινήτου, όπως φαίνεται και δια μέσου του τεκμηρίου 2, το οποίο το Δικαστήριο αποδέχεται ως εύρημα και συμπέρασμα ότι ο ανεμοθώρακας στο αυτοκίνητο της έχει σπάσει μεν και ότι τον έχει διορθώσει, αλλά δεν υπάρχει ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο που επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεραίνει την αιτία που προκάλεσε το σπάσιμο του ανεμοθώρακα για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω και πιο συγκεκριμένα μέσα από την αξιολόγηση των ΜΚ 2 και 4, αλλά και του κατηγορούμενου. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και περιορισμούς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ΜΚ 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την ΜΚ 2, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα κατά της ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή, λόγω του ότι ήταν το ένα από τα τρία άμεσα εμπλεκόμενα μέρη στο επίδικο περιστατικό, μαζί με τον ΜΚ4 και τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο έχει εντοπίσει έντονα το στοιχείο της προκατάληψης και της εμπάθειας από πλευράς της μάρτυρος προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και προσπάθησε με κάθε τρόπο να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο για να δημιουργήσει θετικές εντυπώσεις προς το πρόσωπο της και αρνητικές για το πρόσωπο του κατηγορουμένου, παρουσιάζοντας μία εκδοχή που καθόλου δεν έπεισε το Δικαστήριο. Η όλη εικόνα που έχει παρουσιάσει η μάρτυρας για το πως έχει λάβει το επίδικο περιστατικό, πραγματικά προκαλεί εντύπωση προς το Δικαστήριο και πιο συγκεκριμένα ξενίζει η όλη εικόνα και η όλη εκδοχή για το πως έλαβε χώρα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι στερείται λογικής και πειστικότητας η εκδοχή της παραπονούμενης, ήτοι ότι για μία τόση σημαντική απόσταση, δηλαδή από την περιοχή των δίδυμων πύργων στη Λεμεσό, διανύοντας την απόσταση μέχρι το κυκλικό κόμβο Αγίου Νικολάου και ακολούθως στην λεωφόρο Μακαρίου μέχρι τα φώτα του πενταδρόμου Να βρίσκεται ένα άτομο που να κρατά με τα χέρια του στο καπό του αυτοκινήτου, να φωνάζει και να απειλεί σε ένα ομολογουμένως δημόσιο μέρος και σε μία τέτοια απόσταση και μάλιστα να χτυπά με τα χέρια και τα πόδια του, εικόνα που σίγουρα ξενίζει, δεν πείθει και δημιουργεί αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου για την σκοπιμότητα προβολής μιας τέτοιας ακραίας εικόνας και στο τέλος απλά ο κατηγορούμενος να αποβιβάζεται από το καπό του αυτοκινήτου και να αποχωρεί έτσι απλά από το μέρος, κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο ότι αυτή εικόνα στερείται της στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας. Κατ΄ επέκταση, ούτε έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος, όντας πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, προσπαθώντας να κρατηθεί, αφού το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΜΚ 2 ήταν σε κίνηση, ταυτόχρονα να κλοτσά, αλλά και να γρονθοκοπά τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, μέχρι του σημείου αυτός να σπάσει. Από τη στιγμή που η ΜΚ 2 διασύνδεσε την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και με την εκστόμιση των απειλών όπως αναφέρεται σε λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας και γενικά της όλης εικόνας που προσπάθησε ΜΚ 2 να παρουσιάσει, το Δικαστήριο κρίνει ότι συμπαρασύρεται και αυτός ο ισχυρισμός, δηλαδή το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι υπήρξε τέτοια εκστόμιση από πλευράς κατηγορούμενου. Γενικα το Δικαστήριο κρίνει ότι η όλη εικόνα που παρουσίασε η ΜΚ 2 είναι τέτοια, που δεν πείθει το Δικαστήριο. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή που παρουσίασε η ΜΚ 2 στην ολότητα της ως αναληθή και αναξιόπιστη. Ο ΜΚ 3 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο και έπεισε με την μαρτυρία του ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής, ο οποίος ήταν το άτομο που έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, δηλαδή το τεκμήριο 7 και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο εκ μέρους του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Ένδειξη αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας, κρίνεται από το Δικαστήριο και η αναφορά του ότι δεν μπορούσε να πει οτιδήποτε για την αιτία πρόκλησης τις ζημιές στον ανεμοθώρακα, επικεντρώνοντας επομένως την μαρτυρία του στα όσα έχει αντιληφθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Απόλυτα λογική και πειστική είναι η εξήγηση που έδωσε ότι δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος είχε οποιονδήποτε επίδεσμο στο χέρι ή στο πόδι του και γενικά αν είχε οποιοδήποτε τραυματισμό, λόγω ακριβώς του χρόνου που έχει διαρρεύσει, αλλά και επειδή ούτως ή άλλως ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο που εν πάση περιπτώση, η μαρτυρία του κατηγορουμένου για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και κρίνεται ως αναληθή και αναξιόπιστη. Συνακόλουθα, η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα κρίνεται από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ΜΚ 4 ήταν κι αυτός ένα από τα τρία άτομα που ήταν οι πρωταγωνιστές του επίδικου περιστατικού. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο και αυτόν τον μάρτυρα με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή τον έχει παρακολουθήσει μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής και αυτό που αποκόμισε το Δικαστήριο, είναι ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε με απώτερο σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση και την εκδοχή της ΜΚ 2, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να εμπλουτίσει το όλο περιστατικό με στοιχεία που η ΜΚ 2 δεν ανέφερε καν και επιπρόσθετα ο μάρτυρας αυτός εν μέρει έχει παρουσιάσει και διαφορετική εκδοχή με αυτήν που παρουσίασε η ΜΚ 2 όπως αναφέρεται πιο κάτω. Έχει προσπαθήσει και αυτός με την σειρά του να πείσει το Δικαστήριο ότι έλαβε χώρα ένα περιστατικό που να απεικονίζει τον κατηγορούμενο στο αυτοκίνητο να είναι πάνω στο καπό σε μία απόσταση όπως την ανέφερε η ΜΚ 2 που καθόλου δεν έπεισε το Δικαστήριο για το λογικό και το πειστικό μιας τέτοιας εικόνας και γενικά εκδοχής και συνακόλουθα απορρίπτεται από το δικαστήριο ως αναληθή και αναξιόπιστη. Η αναφορά του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος εξύβριζε την ΜΚ 2 με τη λέξη ΄΄πουτάνα΄΄ δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι ούτε καν η ΜΚ 2 ανέφερε κάτι τέτοιο και ούτε υπάρχει κατηγορία για δημόσια εξύβριση και το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναφορά αυτή του μάρτυρα τέθηκε από πλευράς του για σκοπούς εντυπωσιασμού σε μια προσπάθεια για να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του και να βοηθήσει την εκδοχή της ΜΚ 2, προσπάθεια η οποία απέτυχε. Επιπρόσθετα δε, ο ΜΚ4 παρουσίασε μία διαφορετική εκδοχή για το πως έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου και πιο συγκεκριμένα, ανέφερε όπως φαίνεται στις σελίδες 26 και 27 τον στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 19 Δεκεμβρίου 2017 από την 30ή γραμμή της σελίδας 26 μέχρι την 5η γραμμή της σελίδας 37, όπου ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, όντας το αυτοκίνητο εν κινήση, να σπάζει τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, όχι με το χέρι του όπως ανέφερε η ΜΚ2, αλλά με το πόδι του και είναι πραγματικά απορίας άξιο, πως κατέφερε ο κατηγορούμενος σε ένα αυτοκίνητο εν κινήσει, να κρατά το καπό και γενικά το αυτοκίνητο και να καταφέρνει με τα πόδια του να κλωτσήσει και να σπάσει τον ανεμοθώρακα. Αυτή η εκδοχή πραγματικά στερείται της στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο απορρίπτει το σύνολο της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα, διότι είναι μολυσμένη από το στοιχείο της εμπάθειας και της υπερβολής, καθώς επίσης και του ψεύδους και το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή αυτή του μάρτυρα ως παντελώς αναληθή, αναξιόπιστη, μη λογική και μη πειστική. Ο ΜΚ 5 άφησε πάρα πολύ καλή θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός παρέθεσε εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως αστυφύλακας, όπου διερευνούσε εκτός από την παρούσα υπόθεση και υπόθεση τροχαίων αδικημάτων, τα οποία τροχαια αδικήματα χωρίς καμιά αμφιβολία δεν έχουν καμιά διασύνδεση ή σχέση με την παρούσα υπόθεση και δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε προσπάθεια εντυπωσιασμού από τον μάρτυρα με αυτήν την αναφορά για διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, ως ήταν η αντίθετη εισήγηση της υπεράσπισης, η οποία δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Επίσης το δικαστήριο έχει πειστεί για την αναφορά του μάρτυρα ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε οποιοδήποτε επίδεσμο στο αριστερό του χέρι ή οποιοδήποτε πρόβλημα στην βάδιση του και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως λογικό και πειστικό, έχοντας υπόψη το χρόνο που έχει μεσολαβήσει, αλλά και επειδή ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο, πέραν βέβαια του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή που παρουσίασε, την οποία και το Δικαστήριο απορρίπτει ως αναληθή και αναξιόπιστη. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολό της. Ούτε ο κατηγορούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και έχει προσπαθήσει και αυτός με τη σειρά του να εντυπωσιάσει με την εκδοχή που παρουσίασε, η οποία στερείται και αυτή με τη σειρά της στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί για την εκδοχή που παρουσίασε ο μάρτυρας ότι έχει εντοπίσει την ΜΚ 2 και τον ΜΚ4 σε δημόσιο μέρος να ερωτοτροπούν και μάλιστα αυτός να αναφέρει στην ΜΚ2 ότι πάει στο σπίτι στα παιδιά μέχρι αυτή να τελειώσει. Αυτή εικόνα και μάλιστα σε ένα δημόσιο μέρος δεν πείθει το Δικαστήριο και μάλιστα ο ο κατηγορούμενος να έχει μόνο αυτήν την αντίδραση, λέγοντας στην ΜΚ 2 ότι πάει στο σπίτι για να δει τα παιδιά μέχρι αυτή να τελειώσει, προκαλώντας αλγινή εντύπωση και ως εικόνα δεν πείθει. Αντιλαμβανόμενος ότι αυτή η εκδοχή δεν έπεισε, στη σελίδα 5 των στενοτυπημενων πρακτικών ημερομηνίας 3 Απριλίου 2018, ανέφερε ότι δεν τους είδε να κάνουν έρωτα, αφήνοντας έτσι σοβαρό ρήγμα αμφιβολίας στην εκδοχη που παρουσίασε, λόγω της αντιφατικότητας αυτής της εκδοχής. Τα όσα ανέφερε ότι χτυπήθηκε από την ΜΚ 2 και ότι έχει τραυματιστεί, δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι το δικαστήριο κρίνει ότι αυτά που ανέφερε, τέθηκαν από τον κατηγορούμενο σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού και εν πάση περιπτώση, ο κατηγορούμενος δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τα τραύματα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υπέστη στο αριστερό πόδι και στο αριστερό χέρι και η αναφορά του ότι δεν υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για τα τραύματα διότι ΜΚ 2 είναι η μητέρα των παιδιών του δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αναφορά τέθηκε για σκοπούς ευνοϊκών εντυπώσεων προς το Δικαστήριο και για να καλύψει την μη προσκόμιση ιατρικής μαρτυρίας για τους ισχυρισμούς του ότι έχει τραυματιστεί στο αριστερό πόδι και στο αριστερό χέρι. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτός ο μάρτυρας δεν έπεισε με την εκδοχή του, διότι από τη μία υπέβαλε στην ΜΚ 2 ότι ο ανεμοθώρακας έσπασε από την πτώση του σώματος του κατηγορουμένου στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, ενώ από την άλλη όταν έδινε ο ίδιος μαρτυρία, εξέφρασε άγνοια για το πως έσπασε ο ανεμοθώρακας του αυτοκινήτου και ότι έχει δει σπασμένο τον ανεμοθώρακα μόνο στην αστυνομία, προβάλλοντας δηλαδή μία αντιφατική εκδοχή. Συνακόλουθα, και η μαρτυρία του κατηγορουμένου απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως αναληθή και αναξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την αξιολόγηση που έλαβε χώρα πιο πάνω και την απόρριψη της εκδοχής τόσο της ΜΚ 2 και του ΜΚ 4, αλλά και του κατηγορουμένου, που ήταν οι πρωταγωνιστές του επίδικου περιστατικού, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πρωταγωνιστές του επίδικου περιστατικού δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και απέκρυψαν την αλήθεια για το τι έλαβε χώρα, στερώντας από το Δικαστήριο εκείνο το ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματά για το τι πραγματικά έλαβε χώρα. Συνακόλουθα, το δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του στερεή μαρτυρία για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνακόλουθα, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κακόβουλη ζημιά - Απειλή 91Α cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.