← Κύπρος

YUDIGAR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5332/16, 24/4/2018

YUDIGAR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5332/16, 24/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5332/16 Μεταξύ: YUDIGAR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Παραπονούμενη v. 1.YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED 2.ΓΙΑΝΝΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κος. Ρ. Λοϊζίδης. Για τους Κατηγορούμενους: κα Μ. Νεοφύτου με κο Γ. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την 1η και 3η κατηγορία για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305(Α)

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών, η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με αρ. 96825237 και 96825238 για τα ποσά των €50.796 και €37.892 αντίστοιχα, οι οποίες παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς πληρωμή και δεν εξοφλήθηκαν λόγω πρόκλησης μη εξόφλησης τους από την 1η κατηγορούμενη, χωρίς εύλογη αιτία. Ο 2ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την 2η και 4η κατηγορία δυνάμει του άρθρου 20 και 29 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των πιο πάνω κατηγοριών, κατηγορείται ότι ως διευθυντής και/ή αξιωματούχος της 1ης κατηγορούμενης υπέγραψε και/ή εξέδωσε τις ως άνω επιταγές και/ή παρείχε συνδρομή στην 1η κατηγορούμενη στην διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία αυτή κατηγορείται. Θα προχωρήσω ακολούθως στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Έχω επίσης εξετάσει και λάβει υπόψη το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων οι οποίες κατατέθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους αμφοτέρων πλευρών και όπου κριθεί αναγκαίο θ' αναφερθώ σ' αυτές. Σημειώνω αρχικά ότι παρέμεινε αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές (Τεκμήρια 9 και 10) εκδοθήκαν από την 1η κατηγορούμενη με την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου και ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές εκδοθήκαν στα πλαίσια της συνεργασίας της 1ης κατηγορούμενης με την παραπονούμενη στις 18.12.12 και ότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε μετά από γραπτή εντολή των κατηγορουμένων προς την τράπεζα στις 28.3.13 (Τεκμήριο 32). Παρέμεινε ως ουσιαστικό επίδικο ζήτημα, κατά πόσο η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών έγινε με εύλογη αιτία, για τους λόγους τους οποίους επικαλέστηκε η πλευρά της υπεράσπισης. Πρώτος μάρτυρας από πλευράς παραπονούμενης παρουσιάστηκε ο Γιάννης Σοφικίτης (ΜΚ1) ο οποίος διετέλεσε γενικός διευθυντής πωλήσεων και διευθύνων σύμβουλος της παραπονούμενης μέχρι τον Απρίλιο
  1. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο πιστοποιητικού υπογραμμένο από τον διευθυντή της παραπονούμενης εις το οποίο καταγράφεται ότι όλα τα έγγραφα τα οποία καταθέτει στην υπόθεση αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της παραπονούμενης. Ακολούθως πρωτότυπο έγγραφο του εν λόγω πιστοποιητικού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16 όπως επίσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 18 πιστοποιητικό εις το οποίο κατά τον μάρτυρα, ο υπογράφων του πιο πάνω πιστοποιητικού είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της παραπονούμενης σύμφωνα με το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθηνών της Ελληνικής Δημοκρατίας. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 έρευνα από τον έφορο εταιρειών αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη. Η παραπονούμενη είναι Ελληνική εταιρεία η οποία μεταξύ άλλων ασχολείται με την πώληση εμπορικών ραφιών και άλλου εξοπλισμού καταστημάτων και η 1η κατηγορούμενη ασχολείται με την πώληση και εγκατάσταση εμπορικών ραφιών σε καταστήματα στην Κύπρο. Μεταξύ των δυο εταιρειών υπήρχε συνεργασία. Περί το 2010 και μετά, λόγω οικονομικών δυσκολιών της 1ης κατηγορούμενης, η παραπονούμενη ήταν δεκτική σε εκκλήσεις του 2ου κατηγορούμενου για παρατάσεις στην εξόφληση των τιμολογίων και παραχώρηση πιστώσεων. Μεταξύ Οκτωβρίου 2011 και Ιουλίου 2012 η παραπονούμενη πώλησε και παρέδωσε διάφορα προϊόντα στην 1η κατηγορούμενη αξίας €447.562,24 και κατέθεσε προς τούτο δέσμη τιμολογίων ως Τεκμήριο 3, πίνακα τιμολογίων ως Τεκμήριο 4 και καρτέλα πελάτη ως Τεκμήρια 5 και
  2. Περί το τέλος Ιουνίου 2012 λόγω της καθυστέρησης στην εξόφληση τιμολογίων, επενέβησαν οι Ισπανοί μέτοχοι της παραπονούμενης οι οποίοι ζήτησαν να μην δοθεί άλλη παράταση και να απαιτηθεί η εξόφληση ολόκληρου του ποσού. Προς τούτο ενημερώθηκε ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος επικοινώνησε προσωπικά με τους μετόχους μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (Τεκμήριο 6) και ζήτησε την εξεύρεση διευθέτησης επικαλούμενος τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η 1η κατηγορούμενη. Κατά τις συζητήσεις των μετόχων με τον 2ο κατηγορούμενο συμφωνήθηκε χαμηλότερο ποσό, ήτοι €437.000.- πλέον συμφωνημένους τόκους €7.164,13 ενώ η αξία των εμπορευμάτων σύμφωνα με τα τιμολόγια ανερχόταν σε €447.562,
  3. Ο 2ος κατηγορούμενος αποδέχτηκε το χρέος του προς την παραπονούμενη και μετά από πρόταση του ιδίου συμφωνήθηκε όπως το χρέος πληρωθεί με μηνιαίες δόσεις των €50.000.- αρχής γενομένης την 31.1.13 και συμφωνήθηκε επίσης ότι οι νέες παραγγελίες θα πληρώνονταν προκαταβολικά πριν από κάθε φόρτωση προϊόντων. Ενόψει της πιο πάνω συμφωνίας ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης 9 μεταχρονολογημένες επιταγές (Τεκμήριο 7), περιλαμβανομένων και των επίδικων, στην παρουσία του ιδίου στις 18.12.12, πληρωτέες κάθε τέλος του μήνα μέχρι την 30.9.
  4. Στις 5.2.13 η 1η κατηγορούμενη κατέβαλε το ποσό των €50.000.- έναντι της επιταγής 96825230 ημερ. 31.1.13 και στις 7.3.13 το ποσό των €10.000.- έναντι της επιταγής
  5. Οι εν λόγω επιταγές δεν κατατέθηκαν στην τράπεζα λόγω του ότι η παραπονούμενη δεν διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο. Μετά από τις πιο πάνω πληρωμές το χρέος ανέρχεται στο ποσό των €384.260.- και κατατέθηκε σχετικός πίνακας ως Τεκμήριο
  6. Στις 11.9.13 κατατέθηκε στην τράπεζα η επιταγή Τεκμήριο 9 και στις 14.10.13 η επιταγή Τεκμήριο 10 (Τεκμήρια 11 και 12). Οι εν λόγω επιταγές επιστράφηκαν με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής (Τεκμήρια 13 και 14). Ο 2ος κατηγορούμενος έστειλε στον μάρτυρα ηλεκτρονικό μήνυμα στις 9.7.13 (Τεκμήριο 15), αναφέροντας του ότι δεν μπορεί να καταβάλει προκαταβολικά την αξία των παραγγελιών αλλά 50% και θα χειριζόταν ο ίδιος του το θέμα αυτό, όπως επίσης ζήτησε από τον ΜΚ1 να προχωρήσουν όπως θέλουν με τα παλιά υπόλοιπα. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε αναφορικά με τη διαφορά που παρουσιάζεται μεταξύ των Τεκμηρίων 5 και 17, που αφορά την καρτέλα πελάτη. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλεγξε τα δυο τεκμήρια και μεταξύ τους δεν έχουν διαφορά ως προς το περιεχόμενο τους παρά μόνο στις σφραγίδες. Η πλευρά της υπεράσπισης εισηγείται ότι o ΜΚ1 δεν παρουσίασε την αλήθεια στο Δικαστήριο λόγω, μεταξύ άλλων, τη διαφορά που παρατηρείται στις σφραγίδες επί των Τεκμηρίων 5 και
  7. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας έλεγξε τα δυο τεκμήρια και ως προς το περιεχόμενο δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά, ούτε όμως η πλευρά της υπεράσπισης υπέδειξε στον μάρτυρα οποιαδήποτε διαφορά στο περιεχόμενο των δυο τεκμηρίων ως προς τα ποσά ή άλλο ουσιαστικό στοιχείο αυτών ούτε τέθηκε τέτοια θέση. Συνεπώς το γεγονός ότι μεταξύ των Τεκμηρίων 5 και 17 φαίνεται κάποια διαφορά στις σελίδες ως προς τις σφραγίδες, κάτι τέτοιο δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα ούτε όμως και το περιεχόμενο των δυο τεκμηρίων. Το ίδιο ισχύει και για τα Τεκμήρια 1 και 16, όπου προβάλλεται η ίδια εισήγηση, ότι το αντίγραφο δεν φέρει σφραγίδα ενώ το πρωτότυπο φέρει σφραγίδα. Το περιεχόμενο όμως των Τεκμηρίων αυτών παρέμεινε αδιαμφησβήτητο εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ότι τα όσα κατέθεσε ο ΜΚ1 αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της παραπονούμενης ούτε ότι το πιστοποιητικό αυτό υπογράφηκε από διευθύνων σύμβουλο της παραπονούμενης σύμφωνα και με το Τεκμήριο
  8. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19 το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής 4610/13 η οποία καταχωρήθηκε από την παραπονούμενη εναντίον των κατηγορουμένων. Θέση της υπεράσπισης αποτέλεσε ότι εις την Αγωγή περιλαμβάνονται και οι δυο επιταγές οι οποίες είχαν πληρωθεί μερικώς και κάτι τέτοιο υποστηρίζει την θέση της ότι υπήρχε λάθος υπολογισμός του υπολοίπου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έδωσε οδηγίες στους τότε δικηγόρους του να καταχωρηθεί η Αγωγή αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό προς την παραπονούμενη και προχώρησαν όπως αυτοί πίστευαν. Το ζήτημα όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει σχετικό και ουσιώδη επίδικο ζήτημα για την παρούσα υπόθεση, εφόσον κατά πρώτο η Αγωγή (Τεκμήριο 19) αφορά ξεχωριστή διαδικασία η οποία εκκρεμεί μεταξύ των δυο πλευρών και η οποία αφορά τις αστικές διαφορές τους και κατά δεύτερο ο ΜΚ1 αναφερόμενος εις το υπόλοιπο το οποίο απομένει υπολόγισε και τις πληρωμές που έγιναν ως αυτές του τέθηκαν από πλευράς υπεράσπισης για τις δυο επιταγές του Τεκμηρίου 7, όπως φαίνεται εις το Τεκμήριο
  9. Ούτε και τα όσα τεθήκαν στον μάρτυρα εν σχέση με την ποινική υπόθεση η οποία εκκρεμούσε με αριθμό 22201/13 (Τεκμήριο 20), για άλλες επιταγές μπορούν να αποτελέσουν ουσιώδη επίδικα ζητήματα με την παρούσα υπόθεση όπου κρίνεται η αξιοπιστία του μάρτυρα εν σχέση με τις δυο επίδικες επιταγές. Ουσιαστική θέση της υπεράσπισης η οποία τέθηκε στον ΜΚ1 είναι ότι η πληρωμή των επίδικων επιταγών ανακλήθηκε λόγω του ότι υπήρχε διαφορά στο υπόλοιπο. Ο ΜΚ1 εξήγησε με την απαιτούμενη σαφήνεια ότι οι πωλήσεις έγιναν σύμφωνα με τα τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 3 και το υπόλοιπο ως αυτό διαμορφώθηκε μετά από συζητήσεις με τον 2ο κατηγορούμενο και τους μετόχους της παραπονούμενης ανέρχεται σήμερα μετά από πληρωμές που έγιναν στον ποσό των €384.260.- (Τεκμήριο 8). Αν και επισταμένα τέθηκε στον μάρτυρα ότι το υπόλοιπο είναι λανθασμένο δεν τέθηκε στον μάρτυρα συγκεκριμένα πως προέκυψε η διαφορά αυτή. Η αξιοπιστία του μάρτυρα ως προς την ουσιαστική του εκδοχή ότι οι κατηγορούμενοι ζήτησαν πίστωση χρόνου στην αποπληρωμή του χρέους τους το οποίο αποδέχτηκαν εξού και εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές, ενισχύεται και επιβεβαιώνεται από την ηλεκτρονική αλληλογραφία Τεκμήριο 6 όπου φαίνεται οι κατηγορούμενοι να αποδέχονται το ποσό των €437.000 πλέον τόκους τους οποίους όπως φαίνεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα του Τεκμηρίου 6 ημερ. 26.9.12 ο 2ος κατηγορούμενος εισηγήθηκε την επιβολή τέτοιων τόκων επί των καθυστερημένων πληρωμών. Όπως ανέφερε ο ΜΚ1 το ποσό των τόκων όπως υπολογίστηκε ανέρχετο σε €7.164,13, και αυτό το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι εφόσον εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές και τις υπόλοιπες του Τεκμηρίου 7 για ολόκληρο το ποσό του χρέους πλέον των πιο πάνω τόκων. Η θέση του ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν οι κατηγορούμενοι για διαφορά στο υπόλοιπο, ενισχύεται επίσης με το Τεκμήριο 15, εις το οποίο ο 2ος κατηγορούμενος ουδεμία αναφορά κάνει σε διαφωνία του ως προς το υπόλοιπο, αντιθέτως ζητά από τον ΜΚ1 να προχωρήσουν όπως θέλουν για το χρέος. Εις ότι αφορά την ως άνω θέση της υπεράσπισης περί διαφοράς υπολοίπου, τέθηκε στον ΜΚ1 η γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια της μαρτυρίας του στην ποινική υπόθεση 22201/13 (Τεκμήριο 21). Ο ΜΚ1 αναγνώρισε την γραπτή του δήλωση στην οποία αναφέρει στην παρ. 6 ότι λόγω λάθους υπολογισμών όταν συζητήθηκε η συμφωνία το οφειλόμενο ποσό υπολογίστηκε σε €437.000 πλέον τόκους €7.164,13 ήτοι €444.260.- ενώ στην παρούσα διαδικασία στην γραπτή δήλωση του Τεκμήριο Α αναφέρει στην παρ. 11 ότι μετά από συζητήσεις συμφωνήθηκε το πιο πάνω ποσό. Ο ΜΚ1 προς τούτο ανέφερε ότι η αναφορά του σε λάθος υπολογισμούς πρέπει να ήταν λανθασμένη εφόσον τα πιο πάνω ποσά αναφέρονται και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία. Η προηγούμενη δήλωση του ΜΚ1 εις το Τεκμήριο 21 δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα την στιγμή όπου, εις το Τεκμήριο 6 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στο χρέος των €437.000.- πλέον τόκους, χωρίς αναφορά σε διαπίστωση λάθους και κατά δεύτερο ο ΜΚ1 εξήγησε ότι η αναφορά του στην προηγούμενη δήλωση του έγινε εκ λάθους. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα και πάλι με το Τεκμήριο 6 το ποσό το οποίο αναφέρεται ως οφειλόμενο υπόλοιπο, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς κατηγορουμένων με την αλληλογραφία που ακολούθησε. Αποτέλεσε επίσης θέση της υπεράσπισης ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν μόνο ως εγγύηση για την πληρωμή της παραπονούμενης και όχι με σκοπό αυτές να κατατεθούν, εφόσον ήταν πάγια πρακτική στην μεταξύ τους συνεργασία να εκδίδονται μεταχρονολογημένες επιταγές ως εγγύηση, οι οποίες πληρώνονταν με εμβάσματα και ακολούθως επιστρέφονταν στους κατηγορούμενους. Ο ΜΚ1 ουσιαστικά, δεν αμφισβήτησε τον πιο πάνω τρόπο πληρωμής, εξήγησε όμως και ήταν σαφής ότι οι συγκεκριμένες επιταγές του Τεκμηρίου 7 περιλαμβανομένων των επίδικων, αφορούσαν τη συμφωνία για αποπληρωμή του χρέους μετά από διευθέτηση που έγινε και κατόπιν παράκλησης των κατηγορουμένων. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 6 και 15 και κρίνεται πειστική εφόσον όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6 ο 2ος κατηγορούμενος εισηγήθηκε την πληρωμή €50.000.- μηνιαίως για την αποπληρωμή του χρέους και η εισήγηση του αυτή έγινε αποδεκτή από την παραπονούμενη εξού και εξέδωσε αριθμό επιταγών, περιλαμβανομένων των επίδικων. Το γεγονός ότι ανοίχθηκε λογαριασμός από την παραπονούμενη στην Κύπρο μετά την έκδοση των επιταγών και οι λόγοι γιατί ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε τον Ιούνιο δεν μπορεί να αποτελέσει σχετικό και ουσιώδες γεγονός εφόσον σύμφωνα με τον ΜΚ1 οι επιταγές οι οποίες παραλήφθηκαν από τους κατηγορούμενους έπρεπε να κατατεθούν σε κάποιο λογαριασμό. Υποδείχθηκε στον ΜΚ1 αντίγραφο επιταγής εκδομένη εις το όνομα του (Τεκμήριο 29). Τέθηκε στον μάρτυρα ότι η επιταγή αυτή εκδόθηκε προς όφελος του ιδίου κατόπιν αιτήματος του και το ποσό της επιταγής αφορούσε πληρωμή έναντι του χρέους προς την παραπονούμενη. Κατά τον ΜΚ1 τα χρήματα αυτά τα έλαβε από τον 2ο κατηγορούμενο για να πληρώσει κάποιο τρίτο πρόσωπο ονόματι Μπούτρο στην Ελλάδα και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
  10. Εις ότι αφορά το Τεκμήριο 28 να σημειωθεί ότι παρέμεινε άγνωστο υπό ποιες συνθήκες υπογράφηκε και μάλιστα όπως φαίνεται, από πρόσωπο το οποίο δεν εμπλέκεται στην διαδικασία. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 28 παρέμεινε εξ ακοής χωρίς να μπορεί να αποδοθεί σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ.
  11. Παρ' όλα αυτά η αξιοπιστία του ΜΚ1 δεν μπορεί να κριθεί από την ύπαρξη του Τεκμηρίου 28, εφόσον το έγγραφο αυτό φέρει ημερομηνία 15.9.08, δηλαδή σε χρόνο πολύ προγενέστερο της έκδοσης των επίδικων επιταγών αλλά κυρίως πολύ πιο πριν την ανταλλαγή της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας Τεκμήριο 6 κατά την οποία φαίνεται ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί το οφειλόμενο ποσό προς την παραπονούμενη. Ο ΜΚ1 ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, έδιδε εξηγήσεις στα όσα του υποβάλλονταν από πλευράς υπεράσπισης και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία του η οποία υποστηρίζεται από τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, εκτός των όσων ανέφερε εν σχέση με το Τεκμήριο 28 για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Η ΜΚ2, Μαρία Παναγίδου Κώστα, στην κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 κατάσταση λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης από τον οποίο εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές, ανέφερε το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 15.3.13 και ότι η κίνηση του λογαριασμού ήταν εντός του ορίου που παραχώρησε η τράπεζα. Ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης πληρωμής τους από τον εκδότη και κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 επιστολή ημερ. 28.3.13 από την 1η κατηγορούμενη προς την τράπεζα με οδηγίες για ανάκληση πληρωμής αριθμού επιταγών περιλαμβανομένων και των επίδικων, λόγω διαφοράς υπολοίπου. Αντεξεταζόμενη της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 31 και επιβεβαίωσε τις πληρωμές που έγιναν στην παραπονούμενη την 1.2.13 για ποσό €50.000, 5.3.13 για ποσό €10.000, 20.5.13 για ποσό €5.000 και δυο πληρωμές στις 22.5.13 για €5.000 έκαστη. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ2 αφορούσε αδιαμφησβήτητα γεγονότα και κατά τα λοιπά η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία, ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση, Τεκμήριο Β. Στη γραπτή δήλωση του αναφέρει ότι η διαδικασία που ακολουθείτο κατά τη συνεργασία τους ήταν η εξής: γινόταν η παραγγελία, τιμολογείτο, αποστελλόταν η επιταγή για το οφειλόμενο ποσό - όχι για να κατατεθεί αλλά για να κρατείται από την παραπονούμενη ως εγγύηση- γινόταν η πώληση του εμπορεύματος και μετά την πώληση γινόταν έμβασμα, τονίζοντας ότι το έμβασμα γινόταν μετά την είσπραξη από την πώληση. Γι' αυτό μέχρι το έτος 2013 η παραπονούμενη δεν κατέθετε καμία επιταγή και δεν διατηρούσε λογαριασμό στην Κύπρο. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου αριθμός επιταγών αντικαταστάθηκε, όπως επιβεβαιώνεται κατά τον ίδιο από τα Τεκμήρια 5 και 17 όπου στις 31.10.11 φαίνεται να έγινε αντικατάσταση επιταγής όπου το υπόλοιπο ήταν €284.741,82 και μετά την αντικατάσταση το υπόλοιπο ανήλθε στο ποσό των €384.741,
  12. Στις 18.12.12 εκδοθήκαν και παραδοθήκαν οι 9 επιταγές στον ΜΚ
  13. Λόγω διαφοράς στο υπόλοιπο οι επιταγές είχαν ανακληθεί, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ΜΚ1 πριν καν ανοιχτεί ο λογαριασμός της παραπονούμενης σε τράπεζα στην Κύπρο. Από επικοινωνία που είχε ο ίδιος του με τους μετόχους είχε διαφανεί διαφορά στο ποσό που η κάθε πλευρά διαπίστωνε ως υπόλοιπο, όπως παραδέχτηκε ο ΜΚ1 στην παρ. 6 του Τεκμηρίου
  14. Σε κάποια από τις συναντήσεις που έγινε στην Κύπρο συζητήθηκε η διαφορά στο υπόλοιπο και αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο ότι η παραπονούμενη θα προχωρούσε στο άνοιγμα λογαριασμού στην Κύπρο και ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι θα γινόταν ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Η πάγια τακτική που ακολουθείτο ήταν όταν μια επιταγή εξοφλείτο μέσω εμβάσματος η επιταγή επιστρέφετο. Ενώ η επιταγή 96825230 είχε επιστραφεί και θεωρείτο ως εξοφλημένη, η παραπονούμενη στο Τεκμήριο 8 θεωρεί ότι υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο για την εν λόγω επιταγή παρ' όλο όπου στην Αγωγή αξίωναν ολόκληρο το ποσό της επιταγής. Κατά τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη δεν γνώριζε ακριβώς ποιο ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο και την μια ζητούσαν €444.260.- τελικά ανακάλυψαν λάθος και ζητούσαν €437.000.- και μετά πρόσθεταν τόκους οι οποίοι όμως προϋπήρχαν και πάνω στα ποσά των τιμολογίων. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι επιταγές θα κατατίθονταν, ανακλήθηκε η πληρωμή των επιταγών μέχρι να βρεθεί μια λύση και γι' αυτό συνέχισε να μεταφέρει διάφορα ποσά (Τεκμήρια 24-27). Αρνήθηκε ότι γνωρίζει κάποιο κο Μπούτρο και ότι χρωστούσε σε αυτόν χρήματα. Ανέφερε τέλος ότι η πληρωμή των επιταγών ανακλήθηκε αφού υπήρξε διαφορά στο υπόλοιπο, γεγονός το οποίο γνώριζε η παραπονούμενη και ο ΜΚ1, αφού αντί να προσπαθήσουν να βρεθεί μια λύση αποφάσισαν να καταθέσουν τις επιταγές οι οποίες δοθήκαν ως εγγύηση ως η επί χρόνια τακτική. Αν δεν γινόταν ανάκληση όπως είπε, οι επιταγές θα πληρώνονταν. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση του ότι στα τόσα χρόνια συνεργασίας ουδέποτε κατατίθονταν επιταγές εξού και δεν υπήρχε λογαριασμός της παραπονούμενης σε τράπεζα στην Κύπρο, επιμένοντας ότι οι επιταγές δίδονταν πάντα ως εγγύηση. Τέθηκε στον κατηγορούμενο η υποβολή ότι το οφειλόμενο ποσό είναι €384.260.- μετά την αφαίρεση των εμβασμάτων που έγιναν. Θέση του κατηγορούμενου αποτέλεσε ότι με βάση τους δικούς του υπολογισμούς είναι €373.451,27σ Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6 και το ηλεκτρονικό μήνυμα που έστειλε στις 26.9.
  15. Ανέφερε ότι υποσχέθηκε πολλές φορές για τις πληρωμές τις οποίες όμως δεν κατάφερε να κάνει εφόσον οι πελάτες του δεν πλήρωναν όπως του υπόσχονταν και μετά από πιέσεις της παραπονούμενης εξέδωσε τις επιταγές. Κατά τον ίδιο η συμφωνία δεν προνοούσε να πληρώνονται οι επιταγές που εξέδιδε αλλά πρώτα θα εισέπραττε από τους πελάτες του και μετά θα γινόταν η πληρωμή. Στη συνέχεια όμως η παραπονούμενη ήθελε να μεταφέρει το φορτίο όπως είπε από τους πελάτες στον ίδιο, εξού και έκανε προσπάθεια μέσω τράπεζας για να εξασφαλίσει δάνειο. Ερωτηθείς κατά πόσο ο ίδιος του ζήτησε κάποιο πλάνο αποπληρωμής ανέφερε ότι ο ίδιος του δεν ζήτησε αλλά η παραπονούμενη του ζήτησε να αλλάξει πλάνο αποπληρωμής. Η υπεράσπιση των κατηγορουμένων όσον αφορά το εύλογο της ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών εστιάστηκε στην ισχυριζόμενη διαφορά στο οφειλόμενο υπόλοιπο προς την παραπονούμενη και αυτός ήταν ο λόγος ο οποίος δόθηκε στην τράπεζα κατά την ανάκληση. Πέραν τούτου, ουσιαστική θέση του κατηγορούμενου αποτέλεσε ότι οι επίδικες επιταγές δεν εκδοθήκαν με σκοπό να κατατεθούν σε τράπεζα εφόσον η πρακτική μεταξύ των δυο πλευρών ήταν πάντοτε να γίνεται παραγγελία προϊόντων, να παραδίδονται στην κατηγορούμενη 1 και ακολούθως με την πώληση να εκδίδονται οι επιταγές οι οποίες ακολούθως πληρώνονταν με μετρητά και επιστρέφονταν ή γινόταν αντικατάσταση αυτών. Ο ΜΚ1 δεν αμφισβήτησε ότι περίπου έτσι ήταν ο τρόπος πληρωμής των εμπορευμάτων που πωλούσε η παραπονούμενη στην 1η κατηγορούμενη. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι υπήρχε διαφορά στο υπόλοιπο και αυτός ήταν ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών δεν μπορεί υπό το φως της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί να κριθεί πειστική. Κατ' αρχάς ο κατηγορούμενος φαίνεται να παραγνωρίζει το γεγονός ότι το πλαίσιο εις το οποίο εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές δεν φαίνεται να αφορούσε το σύνηθες πλαίσιο συναλλαγών των δυο πλευρών, δηλαδή παραγγελία και παράδοση εμπορευμάτων, αλλά διευθέτηση οφειλόμενου υπολοίπου. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το Τεκμήριο 6 όπου φαίνεται ότι με επιστολή του ιδίου ημερ. 22.9.12 ζητά τρόπο διευθέτησης του υπολοίπου πληρώνοντας κάποιο ποσό μηνιαίως. Με την ίδια επιστολή επίσης ζητά από τους μετόχους της παραπονούμενης την επιβολή τόκου επί του υπολοίπου αυτού. Η πρόταση του ιδίου για πληρωμή €50.000.- μηνιαίως γίνεται αποδεκτή όπως φαίνεται στην επιστολή του Τεκμηρίου 6 ημερ. 31.10.12 στην οποία μάλιστα καταγράφεται το ποσό του υπολοίπου €437.000.- πλέον τόκους. Το ως άνω υπόλοιπο φαίνεται να γνωστοποιείται στον 2ο κατηγορούμενο επίσης και με την επιστολή 18.10.12 (Τεκμήριο 6). Ακολούθως, και μετά την πιο πάνω διευθέτηση, στις 18.12.12 εκδίδεται αριθμός επιταγών περιλαμβανομένων και των επίδικων οι οποίες στο σύνολο τους αφορούν το συνολικά οφειλόμενο ποσό το οποίο ανέφερε ο ΜΚ
  16. Σε κανένα στάδιο δεν φαίνεται να αντέδρασε ο κατηγορούμενος στο ποσό το οποίο ζητήθηκε ως υπόλοιπο ούτε και κατά τη μαρτυρία του έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο ενώ αρχικά είχε αποδεχτεί το υπόλοιπο ως αυτό αναφέρεται εις το Τεκμήριο 6 ακολούθως διαφώνησε με αυτό. Ακόμα και με την επιστολή Τεκμήριο 15 την οποία έστειλε ο ίδιος στον ΜΚ1 στις 9.7.13, μετά την ανάκληση πληρωμής των επιταγών, δεν εκφράζει την όποια διαφωνία του ούτε όμως αναφέρει οτιδήποτε από τα όσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως με το Τεκμήριο 15 αναφέρει τα ακόλουθα στον ΜΚ1: «..Τώρα για τα παλιά υπόλοιπα μετά από την τελευταία μας τηλεφωνική επικοινωνία έχω νιώσει ότι μπορεί να χάσεις την δουλειά σου και ένοχος θα είμαι εγώ. Όμως θέλω να ξέρεις ότι ποτέ δεν είχα τέτοιο σκοπό ούτε μπορώ να φορτωθώ τέτοιο βάρος στη συνείδηση μου. Γι' αυτό σε παρακαλώ πες τους να προχωρήσουν με οποιονδήποτε τρόπο θέλουν...Αυτό που κάναμε μαζί ήταν οι διάφορες προσπάθειες για να βρούμε λύση και να πληρωθούν ή τουλάχιστον να έχουν εγγύηση της πληρωμής των λεφτών τους.» Η θέση επίσης του κατηγορούμενου ότι και οι επίδικες επιταγές δοθήκαν ως εγγύηση της πληρωμής προς την παραπονούμενη και όχι για να κατατεθούν, έρχεται σε αντίφαση και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15, εφόσον όπως καταγράφεται αυτολεξή πιο πάνω, έγινε προσπάθεια με τον ΜΚ1 για να γίνει πληρωμή ή τουλάχιστον να υπάρχει εγγύηση για την πληρωμή, χωρίς να γίνεται ξεκάθαρη αναφορά από τον ίδιο ότι οι επιταγές δοθήσαν μόνο ως εγγύηση και όχι για να κατατεθούν. Πέραν των πιο πάνω, στο Τεκμήριο 15 δεν φαίνεται η όποια αντίδραση του κατηγορούμενου για την κατάθεση των επιταγών. Δεν παραβλέπω επίσης το γεγονός ότι ενώ ο κατηγορούμενος ήταν έντονος για την ύπαρξη διαφοράς υπολοίπου, μετά την ανάκληση πληρωμής των επίδικων επιταγών κατά τον ίδιο προέβαινε σε πληρωμές έναντι του ποσού των επιταγών. Εις ότι αφορά τη θέση του ότι η επιταγή 96825230 ενώ έχει εξοφληθεί στο Τεκμήριο 8 περιλαμβάνεται στο χρεωστικό υπόλοιπο, η θέση του αυτή δεν υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 8, εφόσον το μέρος των επιταγών 96825230 και 96825231που έχει πληρωθεί, φαίνεται να έχει αφαιρεθεί. Πέραν τούτου, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν εξετάζεται ποιο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο ούτε όμως ποιο ποσό παρέμεινε ως υπόλοιπο μετά τις όποιες πληρωμές τυχόν έγιναν από τους κατηγορούμενους. Συνεπώς ποια από τα εμβάσματα που έγιναν μετά την ανάκληση των επιταγών αφορούσαν ή όχι το ποσό των επιταγών δεν είναι σχετικό, εφόσον ουσιώδης χρόνος για τον οποίο κρίνεται η αξιοπιστία του κατηγορούμενου είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή των επίδικων επιταγών, ήτοι η 28.3.13 και τι πίστευε σε εκείνο το χρονικό σημείο. Εκτός τούτου, ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε ότι μετά από οποιοδήποτε από τα εμβάσματα που έγιναν ή άλλες πληρωμές, το υπόλοιπο είχε μειωθεί ούτε τέθηκε συγκεκριμένα εις τον ΜΚ1 ότι μετά την πληρωμή συγκεκριμένου εμβάσματος το ποσό του υπολοίπου θα έπρεπε να είχε διαφοροποιηθεί. Το γεγονός ότι άλλα ποσά διεκδικεί η παραπονούμενη με την Αγωγή της και ότι οι επίδικες επιταγές δεν περιληφθήκαν σε προηγούμενη ποινική υπόθεση κρίνονται άσχετα με την παρούσα υπόθεση για λόγους τους οποίους ήδη κατέγραψα πιο πάνω, ζητήματα τα οποία εν πάση περιπτώσει ουδόλως μπορούν να στηρίξουν την εκδοχή του κατηγορούμενου, κυρίως λόγω της ύπαρξης των Τεκμηρίων 6 και
  17. Σημειώνω τέλος, ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς κατηγορούμενου, περιέχει την συμφωνία στην οποία ο κατηγορούμενος κατέληξε με δική του μάλιστα προτροπή με τον Ισπανό μέτοχο της παραπονούμενης για την αποπληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου χωρίς μάλιστα το υπόλοιπο αυτό να είχε αμφισβητηθεί. Η συμφωνία αυτή για διευθέτηση όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6 είχε αυτοτέλεια και εις το εν λόγω τεκμήριο εξηγούνται τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν τον κατηγορούμενο να εκδώσει και παραδώσει τις επίδικες επιταγές. Ο κατηγορούμενος με τα όσα ανέφερε ενώπιον μου φαίνεται να παραγνωρίζει την διάσταση αυτή της υπόθεσης, εμμένοντας χωρίς εξήγηση στη θέση του ότι οι επιταγές δοθήκαν μόνο ως εγγύηση. Η εκδοχή του κατηγορούμενου δεν μπορεί να κριθεί πειστική και για ακόμα ένα λόγο. Δεν ήταν ξεκάθαρος και συγκεκριμένος στο που έγκειται η διαφορά του στο υπόλοιπο. Ανέφερε ότι ο ίδιος του καταλήγει σε άλλο ποσό ήτοι στο ποσό των €373.451,27σ χωρίς όμως να αναφέρει πως προκύπτει η διαφορά αυτή και χωρίς να αναφέρει πότε διαπίστωσε την διαφορά αυτή, από τη στιγμή όπου ακόμα και μετά την ανάκληση πληρωμής των επιταγών φαίνεται να προβαίνει σε πληρωμές έναντι αυτών. Πέραν των πιο πάνω ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί πειστικός και για ακόμα ένα λόγο. Αποτέλεσε έντονη θέση του ότι η παραπονούμενη άνοιξε λογαριασμό στην Κύπρο με σκοπό να κατατεθούν οι επιταγές, ενώ προηγουμένως δεν λειτουργούσε λογαριασμό σε τράπεζα στην Κύπρο. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι το πότε και για ποιο λόγο η παραππονούμενη αιτήθηκε και λειτούργησε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο, δεν μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό επίδικο ζήτημα. Θέση όμως του κατηγορούμενου αποτέλεσε ότι μετά όπου πληροφορήθηκε για το άνοιγμα του λογαριασμού ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών, γεγονός το οποίο φαίνεται να τον ενόχλησε έντονα. Η θέση του αυτή έρχεται σε αντίφαση με την προωθούμενη εκδοχή του ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών ήταν η διαφορά υπολοίπου. Η μη αμφισβήτηση του υπολοίπου από πλευράς κατηγορουμένων σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την ανάκληση, αντιθέτως η αποδοχή αυτού σύμφωνα με τα Τεκμήρια 6 και 15 σε συνάρτηση με το γεγονός ότι μόλις ο κατηγορούμενος πληροφορείται για το άνοιγμα του λογαριασμού, προχωρεί στην ανάκληση πληρωμής των επιταγών, τότε μόνο ερωτηματικά προκαλεί η όλη συμπεριφορά που επέδειξε κλονίζοντας παράλληλα την αξιοπιστία του και την πειστικότητα της εκδοχής του. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ότι τον πίεζαν συνέχεια για την πληρωμή του υπολοίπου μέχρι που του ζητούσαν και ακίνητη περιουσία, εξού και εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, φαίνεται από το Τεκμήριο 6 ότι μόνος του ο κατηγορούμενος προέβηκε σε πρόταση για διευθέτηση του υπολοίπου. Και αυτό έρχεται και πάλι σε αντίφαση με τη θέση την οποία ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος δεν ζήτησε πλάνο αποπληρωμής αλλά η παραπονούμενη ζήτησε να αλλάξει τον τρόπο που γίνονταν οι πληρωμές. Ενόψει των πιο πάνω και κυρίως των αντιφάσεων που παρατηρούνται μεταξύ της δια ζώσης μαρτυρίας του κατηγορούμενου και των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί κυρίως των τεκμηρίων 6 και 15, καταλήγω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 στερείτε πειστικότητας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται. Επόμενη μάρτυρας από πλευράς υπεράσπισης παρουσιάστηκε η τραπεζική υπάλληλος Μαρία Παναγίδου Κώστα (ΜΥ2), η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ανέφερε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 34 για την περίοδο από 1.1.10 μέχρι 31.12.13 δεν πληρώθηκε οποιαδήποτε επιταγή προς όφελος της παραπονούμενης αλλά γίνονταν εμβάσματα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται. Ανέφερε επίσης ότι τα τραπεζικά μέτρα λαμβάνονταν μετά την 26.3.
  18. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε ούτε όμως πρόσθεσε οτιδήποτε εις τα αμφισβητούμενα ουσιώδη επίδικα ζητήματα. Παρά τούτο, η μάρτυρας κρίνεται ειλικρινής και η μαρτυρία της αποδεκτή. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μου καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Η παραπονούμενη πωλούσε εμπορεύματα στην 1η κατηγορούμενη, διευθυντής της οποίας είναι ο 2ος κατηγορούμενος. - Την 26.9.12 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 6), ο 2ος κατηγορούμενος ζητά από την παραπονούμενη να προτείνει σχέδιο πληρωμών (".I would like to give you a plan for payments.) και εισηγήθηκε όπως τεθεί επίσης τόκος (.for this I suggest you find a solution to the delays by imposing an interest or whatever you are suggested in order to make you feel better."). - Με επιστολή ημερ. 18.10.12 προς τον 2ο κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6) αναφέρεται ότι το υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €437.000.- εις το οποίο θα προστεθεί τόκος. - Με επιστολή του ημερ. 30.10.12 (Τεκμήριο 6) ο 2ος κατηγορούμενος εισηγείται την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού με μηνιαίες πληρωμές των €50.000.- και η πρόταση του γίνεται αποδεκτή στις 31.10.12 με επιστολή προς τον 2ο κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6). - Στις 18.12.12 ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε αριθμό επιταγών περιλαμβανομένων και των επίδικων προς εξόφληση του ως άνω χρέους εις το οποίο προστέθηκε τόκος για το ποσό των €7.164,
  19. Το ποσό των τόκων περιλαμβάνεται εις τις επιταγές. - Με οδηγίες προς την τράπεζα Κύπρου ημερ. 28.3.13 η 1η κατηγορούμενη με υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου, ανακάλεσε την πληρωμή αριθμού επιταγών περιλαμβανομένων και των επίδικων (Τεκμήριο 32) λόγω διαφοράς ως προς το υπόλοιπο λογαριασμού. - Οι επιταγές Τεκμήρια 9 και 10 παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα προς πληρωμή και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα « 305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (βλ. Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Εις ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αφορούν το κατηγορητήριο, σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2), είναι η έκδοση των επίδικων επιταγών και η ανάκληση της πληρωμής τους από τον εκδότη πριν ή κατά την ημερομηνία όπου αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Τα συστατικά αυτά στοιχεία δεν έχουν αμφισβητηθεί και σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα έχουν αποδειχθεί. Όπως επίσης έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και για τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος αποδέχτηκε ότι στις 18.12.12 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και ότι ανακάλεσε την πληρωμή τους με σχετική εντολή προς την τράπεζα (Τεκμήριο 32). Σύμφωνα με τη νομολογία, μετά την απόδειξη των πιο πάνω συστατικών στοιχείων, το βάρος μεταφέρεται στους ώμους της υπεράσπισης να αποδείξει εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ανάκληση έγινε έχοντας εύλογη αιτία, η οποία εξετάζεται υπό το φως του λόγου που δίδεται στην τράπεζα κατά την ανάκληση. Η εύλογη αιτία συνδέεται με την καλή πίστη και θα πρέπει η πεποίθηση του εκδότη ότι έχει εύλογη αιτία για την ανάκληση, να είναι ειλικρινής. Τα στοιχεία αυτά εξετάζονται χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις των διαδίκων, παρά μόνο εντός του πλαισίου του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.
  1. (βλ. ενδεικτικά ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. A.S.G. SOLAR TECHNOLOGIES LIMITED, Ποινική Έφεση 147/
  2. 28.11.17, ΦΩΤΙΟΥ ν. EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 704, N.C. DIAMONDS CO. LTD v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Συνεπώς, δεν αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει ή να καταλήξει επί ζητημάτων που αφορούν τυχόν αστικές διαφορές που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων, ούτε το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης θα εξετάσει και να καταλήξει ποιο είναι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό προς την παραπονούμενη από τους κατηγορούμενους. Αυτό το οποίο απομένει επομένως να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων απέδειξαν ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσαν την πληρωμή των επιταγών συνιστά εύλογη αιτία εν τη εννοία του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου για τους λόγους που έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση της δεν έγινε αποδεκτή, γεγονός το οποίο αφήνει έκθετη σε απόρριψη την υπεράσπιση που προέβαλε ο ουσιαστικός μάρτυρας υπεράσπισης ήτοι ο 2ος κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι δεν διεφάνηκε σε οποιοδήποτε στάδιο η αμφισβήτηση του υπολοίπου από πλευράς κατηγορουμένων παρά μόνο η αποδοχή αυτού η οποία οδήγησε και στην έκδοση των επίδικων επιταγών καταλήγω ότι η επίκληση της διαφοράς ως προς το υπόλοιπο αποτέλεσε πρόφαση και εκ των υστέρων σκέψη των κατηγορουμένων. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη εξήγηση εφόσον δεν έχει διαφανεί το ζήτημα αυτό της διαφοράς υπολοίπου να είχε εγερθεί προηγουμένως. Επομένως, οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν εις το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση της ανάκλησης πληρωμής των επιταγών με εύλογη αιτία. Τέλος, διαπιστώνω ότι εις τις λεπτομέρειες αδικημάτων αναφέρεται ως ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών η 31.8.13 (1η και 2η κατηγορία), 30.9.13 (3η κατηγορία) και 31.8.13 (4η κατηγορία) ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ημερομηνία έκδοσης των επιταγών είναι η 18.12.12. Η διάσταση αυτή, δεν έχει εγερθεί ως ζήτημα από οποιανδήποτε πλευρά. Έχοντας όμως υπόψη μου ότι η ημερομηνία έκδοσης των επιταγών ήτοι η 18.12.12 δεν αμφισβητήθηκε ούτε ο χρόνος έκδοσης αποτέλεσε ουσιώδη επίδικο ζήτημα, καταλήγω ότι δεν έχει επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η πλευρά της υπεράσπισης. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι στις λεπτομέρειες αδικημάτων κάθε κατηγορίας πριν την καταγραφή συγκεκριμένης ημερομηνίας καταγράφεται η φράση «κατά ή περί». Επομένως υπό τα πιο πάνω δεδομένα δεν κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση ή μεταβολή του κατηγορητηρίου. (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 458 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015). Υπό το φως των πιο πάνω και εφόσον οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την προβαλλόμενη υπεράσπιση τους, κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που έκαστος εξ' αυτών αντιμετωπίζει. ................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.