← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. OTARI KHVITIA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19428/17, 26/4/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. OTARI KHVITIA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19428/17, 26/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19428/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον

  1. OTARI KHVITIA
  2. ELGUJA KHUBUA Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 26.4.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Αργυρού με κα Α. Αριστείδου Για τους Κατηγορούμενους 1,2: κ. Πάρης Λοϊζου Κατηγορούμενοι 1,2 παρόντες Κα Νίνο Νικογκοσόβα ορκίζεται να εκτελεί χρέη μεταφράστριας στα Γεωργιανά Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι στις 4 Νοεμβρίου 2017 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το ουσιαστικό αδίκημα, δηλαδή το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255,262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη τόπο και χρόνο με την πρώτη κατηγορία, έκλεψαν από τον Γιώργο Σάββα από την Λεμεσό, το χρηματικό ποσό των €16,000, περιουσία του πιο πάνω. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως ΜΚ 1 κατέθεσε Ο αστυφύλακας 2854 κύριος Κλείτος Σωκράτους, ο οποίος είναι και ο ανακριτής της παρούσας υποθέσεως. Υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 1 και έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ
  5. Κατά τον ίδιο, ουσιαστικά η κλοπή συνίστατο στην ανταλλαγή του ποσού των €16,000 που έδωσε ο ΜΚ4 με 50 πλαστά χαρτονομίσματα των €
  6. Αναφέρθηκε και σε άλλα δύο περιστατικά σε ημερομηνίες 31 Οκτωβρίου 2017 και 3 Νοεμβρίου 2017, τα οποία δεν είναι επίδικα. Ακολούθως, αναφέρει το τι έγινε για να ληφθούν παρειακά επιχρίσματα και γενικά στην λήψη των τεκμηρίων, όπως είναι τα χαρτονομίσματα και η τσάντα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην παρούσα διαδικασία. Ακολούθως κάνει αναφορά στην σύλληψη των κατηγορουμένων, το ότι έδωσε σε αυτούς το έντυπο δικαιωμάτων, στην λήψη συμπληρωματικών καταθέσεων από τους παραπονούμενους και ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους. Προφορικά αναγνώρισε τους κατηγορούμενους, καταθέτοντας τις καταθέσεις τους, την έκθεση του ινστιτούτου νευρολογίας και γενετικής, τα πιο πάνω προαναφερθέντα χαρτονομίσματα και τσάντα, καθώς επίσης και τα παρειακά επιχρίσματα των μαρτύρων κατηγορίας 4 και
  7. Αναφέρθηκε στην πορεία της υπόθεσης, το ότι δεν εντοπίστηκαν οι €16,000, δηλαδή το προϊόν της κλοπής και οδηγήθηκαν στην σύλληψη των κατηγορουμένων με βάση την περιγραφή των δραστών και του τρόπου δράσης τους. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι είναι ο τρόπος δράσης των δραστών σε άλλη υπόθεση που απασχόλησε το Παραλίμνι που συνδέει τους υπόπτους και διευκρίνισε το τι του έχουν αναφέρει οι παραπονούμενοι, δηλαδή οι ΜΚ4 και
  8. Παραδέχτηκε ότι ουδείς εκ των κατηγορουμένων δεν είναι και ούτε φαίνεται ηλικίας 40 με 45 ετών και ότι κατηγορούμενοι με βάση το τεκμήριο 6, δηλαδή την έκθεση του ινστιτούτου νευρολογίας και γενετικής, δεν διασυνδέονται με τα χαρτονομίσματα, ότι οχαρτοφύλακας δεν στάλθηκε για επιστημονικές εξετάσεις διότι παραβιάστηκε από τους παραπονούμενους και άλλα τρία άτομα και ότι εάν φυλασσόταν σωστά ο χαρτοφύλακας θα ενίσχυε την μαρτυρία που είχε η αστυνομία. Απέδωσε σε τυπογραφικό λάθος την αναφορά του στην κατάθεση του για ενέργειες που έγιναν στην Λεμεσό, διευκρινίζοντας ότι οι ενέργειες έγιναν στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας, διευκρινίζοντας επίσης ότι ήταν το μόνο άτομο που έλαβε κατάθεση από τους κατηγορούμενους στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Αναφέρθηκε επίσης στα καθήκοντά τους ανακριτής και στην παρουσία διερμηνέα και άλλου συνάδελφου του, δηλαδή του αστυφύλακα 1100 κ. Κωνσταντίνου Πολυκάρπου, που ασχολήθηκε με την αναγνωριστική παράταξη και στη λήψη καταθέσεων από τους παραπονούμενους σε σχέση με την διαδικασία αναγνώρισης που προηγήθηκε και που ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ήταν παρών στη διαδικασία αναγνώρισης, λέγοντας ότι έτυχε ενημέρωσης από το συνάδελφο του και ότι οι κατηγορούμενοι δεν έφεραν ενστάσεις στην διαδικασία αναγνώρισης. Τέλος, αναφέρθηκε στον λόγο που οι κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση και στην σύλληψη τους στην βάση διεθνών ενταλμάτων συλλήψεως. Ως ΜΚ 2 κατέθεσε ο ειδικός αστυφύλακας 5545 κ. Αντρέας Θεοδότου, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 11, στην οποία μετέφερε στα αρμόδια εργαστήρια για επιστημονικές εξετάσεις τα 50 χαρτονομίσματα και τα παρειακά επιχρίσματα των ΜΚ 4 και 5, καταθέτοντας προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο 12, που είναι το σχετικό έντυπο αστ. 161, με το οποίο μετέφερε τα τεκμήρια στο ινστιτούτο νευρολογίας και γενετικής. Στην σύντομη αντεξέταση του, εξέφρασε άγνοια για τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Σημειωτέον ότι η διακίνηση των τεκμηρίων έγινε παραδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι έγινε νομότυπα και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο αυτό το παραδεκτό γεγονός και το ίδιο έγινε με την κατάθεση της διερμηνέως, δηλαδή το τεκμήριο 13, καθώς επίσης και με την κατάθεση του αστυφύλακα 913 κ. Αντώνη Πούλου, δηλαδή το τεκμήριο 14 και που αφορούσε την λήψη τον παρειακών επιχρισμάτων από το ΜΚ
  9. Ως ΜΚ 3 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1100 κ. Κωσταντίνος Πολυκάρπου, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 15, στην οποία αναφέρει ότι ενημέρωσε τον δεύτερο κατηγορούμενο για την πρόθεση του να διενεργήσει αναγνωριστική παράταξη και ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του δια μέσου του διερμηνέα. Ακολούθως πληροφόρησε τον ΜΚ 5 ότι θα έβλεπε ένα πρόσωπο, όπου είδε τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε με το σημάδι στο δεξί του χέρι όπως το κάψιμο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε μεγαλόφωνα το όνομα του, τον αναγνώρισε ο ΜΚ 5 και ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέφερε ότι ουδέποτε πήγε στη Λεμεσό. Ακολούθησε η αναγνώριση από το ΜΚ 4, όπου είπε ότι δεν είναι 100 τοις 100 σίγουρος για τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ακολούθησε η ενημέρωση του πρώτου κατηγορουμένου για την πρόθεσή του να γίνει αναγνωριστική παράταξη και ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε με την βοήθεια διερμηνέα τη συγκατάθεση του και ο ΜΚ 5 είπε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ένας από τους δύο που ήρθαν τις προηγούμενες μέρες και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε μεγαλόφωνα το όνομα του και ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση. Ο μάρτυρας προφορικά έχει αναγνωρίσει τους κατηγορούμενους και κατέθεσε ως τεκμήρια την γραπτή συγκατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου, το ημερολόγιο ενέργειας που αφορά την αναγνώριση από τον ΜΚ 5, ο οποίος αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο από το σημάδι του στο δεξί του χέρι όπως το κάψιμο. Κατέθεσε επίσης το ημερολόγιο ενέργειας, δηλαδή το τεκμήριο 18, που αφορά την ίδια διαδικασία αναγνώρισης για τον δεύτερο κατηγορούμενο από τον ΜΚ4, ο οποίος ανέφερε ότι δεν είναι 100 τοις 100 σίγουρος. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 19 την γραπτή συγκατάθεση του δεύτερου κατηγορουμένου για την διαδικασία αναγνώρισης, και ως τεκμήριο 21 και 22 τα ημερολόγια ενέργειας που αφορούσαν την διαδικασία αναγνώρισης του πρώτου κατηγορουμένου από τους ΜΚ 4 και 5 αντίστοιχα, οι οποίοι απάντησαν ότι δεν είναι σίγουρος και ότι νομίζει ότι είναι ένας από τους δύο που ήρθαν τις προηγούμενες μέρες αντίστοιχα, διευκρινίζοντας ότι οι κατηγορούμενοι αντιλήφθηκαν την διαδικασία αναγνώρισης. Διευκρίνισε επίσης ότι η αναγνώριση έγινε από το σημάδι που είναι σαν το κάψιμο στο χέρι, αλλά ο ίδιος δεν πιστοποίησε αυτήν την αναφορά, λέγοντας μάλιστα ότι ενημέρωσε τον ΜΚ 1 για αυτήν την αναφορά ως προς το σημάδι. Ως ΜΚ 4 κατέθεσε ο κύριος Γιώργος Σάββα, ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 23, στην οποία αναφέρει ότι σε προηγούμενο περιστατικό, το οποίο δεν είναι επίδικο, δύο άτομα ήρθαν στο κατάστημα του για ανταλλαγή συναλλάγματος, πράγμα που έγινε. Ακολούθως, μία μέρα πριν το επίδικο συμβάν, ήρθε ο ένας από τους δύο που ήρθαν την πρώτη φορά στο κατάστημα του μαζί με άλλο άτομο. Τα δύο άτομα που ήρθαν την πρώτη φορά στο κατάστημα είναι ηλικίας 40 με 45 ετών. Μια μέρα πριν το επίδικο συμβάν έχει γίνει ξανά ανταλλαγή συναλλάγματος με τα άτομα που ανέφερε. Την επίδικη ημέρα, προσήλθε στο κατάστημα το άτομο που ήταν πιο ηλικιωμένο και που προσήλθε στο δεύτερο περιστατικό συναλλαγής συναλλάγματος και το οποίο άτομο την επίδικη μέρα κρατούσε ένα μικρό τσαντάκι. Ο μάρτυρας έφερε στο άτομο αυτό 32 χαρτονομίσματα των €500 και τότε έγινε το τέχνασμα με την αλλαγή των χαρτονομισμάτων στο τσαντάκι και το άτομο αυτό έφυγε χωρίς να επιστρέψει, περνώντας ουσιαστικά τα γνήσια χαρτονομίσματα και αφήνοντας τα πλαστά χαρτονομίσματα, δηλαδή τα 50 χαρτονομίσματα των €500, τα οποία και κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο. Περιέγραψε το άτομο που ήταν ο πρωταγωνιστής του επίδικου περιστατικού ως άτομο ηλικίας 70 χρονών, ύψους 1,75, γκριζομάλλης, με μουστάκι, κανονικής σωματικής διάπλασης, μιλούσε καλά την ρωσική γλώσσα και φορούσε ανοιχτόχρωμα ρούχα και θυμόταν ότι στο δεξί του χέρι πάνω από την παλάμη είχε ένα στρογγυλό σημάδι όπως το κάψιμο. Υιοθέτησε επίσης την συμπληρωματική του κατάθεση, δηλαδή το τεκμήριο 24, στην οποία αναφέρει ότι δεν είναι σίγουρος για κανέναν από τους κατηγορούμενους όταν τους είδε στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας. Προφορικά αναγνώρισε τα τεκμήρια 7 και 8, δηλαδή τα πλαστά χαρτονομίσματα και τον χαρτοφύλακα και αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση τουν αναφέρθηκε στην ηλικία των κατηγορουμένων, στην μετάβαση του με το ΜΚ 5 στην Αγία Νάπα για την αναγνωριστική παράταξη, λέγοντας ότι οι κινήσεις και ο σωματότυπος των κατηγορουμένων είναι σχεδόν ο ίδιος και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στο εξωτερικό. Ως ΜΚ 5 και τελευταίος από πλευράς κατηγορούσας αρχής, κατέθεσε ο κ. Σάββας Σάββα. Υιοθέτησε τις καταθέσεις του, δηλαδή τα τεκμήρια 25 και 26 και πιο συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 25, κάνει αναφορά σε μία ανταλλαγή συναλλάγματος σε ημερομηνία, που δεν είναι επίδικη, με δύο αλλοδαπούς και η συναλλαγή ολοκληρώθηκε. Ο αδερφός του του ανέφερε ότι μία μέρα πριν την επίδικη ημερομηνία ήρθαν ξανά τα δύο αυτά άτομα, τα οποία συνοδεύονταν και από ένα άλλο τρίτο άτομο, όπου έγινε ξανά ανταλλαγή συναλλάγματος. Την επίδικη ημέρα, διαπιστώθηκε η κλοπή με το τέχνασμα όπως τα έχει περιγράψει ο ΜΚ
  10. Στην κατάθεσή του την συμπληρωματική, δηλαδή το τεκμήριο 26, αναγνωρίζει από το σημάδι στο χέρι τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως το άτομο που ήρθε και άφησε την βαλίτσα την επίδικη ημέρα, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τα τεκμήρια 7 και
  11. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία, ένα άτομο ήρθε στο κατάστημα του. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις για αλλότρια κίνητρα στην παράθεση της μαρτυρίας του για να εξασφαλίσει το ποσό που κλάπηκε, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι κατηγορούμενοι την επίδικη ημερομηνία δεν βρίσκονταν στην Κύπρο. Αναφέρθηκε επίσης στην ενημέρωση που προηγήθηκε πριν την αναγνωριστική παράταξη και την επίδειξη σε αυτόν φωτογραφιών και περιέγραψε την αναγνώριση που έγινε στον αστυνομικό σταθμό Αγίας Νάπας, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι μέχρι την ημερομηνία που έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, οι κατηγορούμενοι φαίνονται πολύ πιο ηλικιωμένοι, δηλαδή κατά 10 χρόνια, αλλά θα τους αναγνώριζε μέσα από τον τρόπο που γελούν, που μιλούν και το αθώο βλέμμα που βγάζουν, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει συγκρατήσει τα ονόματα των κατηγορουμένων. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και έγινε εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς αυτόν τον σκοπό, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την κατηγορία που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας

(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Ως προς την κατηγορία της κλοπής, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του ΚΕΦ.154. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΥ ΥΠΟΒΑΘΡΟΥ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΥΠΑΓΩΓΗ ΑΥΤΩΝ ΣΤΗΝ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό της δίκης, δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και έχοντας την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία και το Δικαστήριο προβαίνοντας αμιγώς σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και χωρίς να προβαίνει στην αξιολόγηση αυτής, είτε να υπεισέρχεται σε ευρήματα αξιοπιστίας ή αποδεικτικής βαρύτητας της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενώπιον του τέτοια αντιφατική και αντινομική μαρτυρία, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχτεί σε αυτήν και θα πρέπει οι κατηγορούμενοι να αθωωθούν από τις κατηγορίες και απαλλαγούν από την κράτηση τους από αυτό το στάδιο για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω. Συγκεκριμένα, από την όψη της και μόνο η τεθείσα μαρτυρία και μόνο με αντικειμενική θεώρηση αυτής, θα ήταν ακροσφαλές να κληθεί ο οποιοσδήποτε κατηγορούμενος σε απολογία. Το κατηγορητήριο ως έχει και όπως το προώθησε η κατηγορούσα αρχή, έχοντας υπ΄ όψη ότι εμπερικλείεται κατηγορία συνωμοσίας μεταξύ των δύο κατηγορουμένων, θα πρέπει να η κατηγορούσα αρχή να προσκόμιζε μαρτυρία ότι την επίδικη ημέρα, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, συνωμότησαν μεταξύ τους όπως διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής και να υλοποίησαν από κοινού αυτήν την συνωμοσία. Όμως, μια τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διότι αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι την επίδικη ημερομηνία, ένα ήταν το άτομο που προσήλθε στο επίδικο υποστατικό και με το τέχνασμα που έχει γίνει περιγραφή, απέσπασε το χρηματικό ποσό των €16,000, αφήνοντας στο μέρος τα 50 πλαστά χαρτονομίσματα των €
  2. Συνεπώς τίθεται το αμέσως επόμενο σημαντικό ζήτημα, ποιος τελικά από τους δύο κατηγορούμενους ενέχεται με το επίδικο περιστατικό και ποιος θα απαλλαγεί από αυτό το στάδιο. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά απλή. Ουδείς, και το Δικαστήριο εξηγεί. Υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μια τέτοια αντιφατική και αντινομική μαρτυρία, που το Δικαστήριο κρίνει ότι εάν καλούσε οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους σε απολογία, θα δημιουργούσε το εξής ακροσφαλές και επικίνδυνο για τον οποιονδήποτε κατηγορούμενο και τα συμφέροντα του ζήτημα, ήτοι να έχει να αντιμετωπίσει μια υπόθεση, όπου στις γραπτές καταθέσεις αναγνωρίζεται και κατονομάζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος ως το άτομο με το σημάδι στο δεξί του χέρι όπως το κάψιμο ως το άτομο που προσήλθε την επίδικη ημέρα στο κατάστημα και που διέπραξε το αδίκημα της κλοπής με το τέχνασμα που έχει περιγραφεί, ενώ για τον πρώτο κατηγορούμενο να μην υπάρχει βεβαιότητα καν αναγνώρισης του και που αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί και δεύτερο άτομο για την επίδικη ημέρα από την στιγμή που είναι κοινό υπόβαθρο ότι την επίδικη ημέρα ένα ήταν το άτομο που προσήλθε στο επίδικο κατάστημα και διέπραξε το αδίκημα της κλοπής, στην δε ακροαματική διαδικασία να παρατηρείται το εξής αντιφατικό και αντινομικό, ήτοι να αναγνωρίζεται όχι ο δεύτερος, αλλά ο πρώτος κατηγορούμενος ως το άτομο που έχει το πιο πάνω αναφερόμενο σημάδι στο χέρι ως το άτομο που προσήλθε την επίδικη ημέρα στο επίδικο κατάστημα και να διέπραξε το αδίκημα της κλοπής, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος να μην αναγνωρίζεται. Η πιο πάνω αντιφατική και αντινομική μαρτυρία στην όψη της και αντικειμενικά κρινόμενη, δεν παρέχει ευχέρεια στο Δικαστήριο στο να καλέσει σε απολογία οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους, διότι θα δημιουργείτο το εξής παράδοξο, ήτοι να καλείται οποιοσδήποτε εκ των δύο κατηγορουμένων να υπερασπιστεί και να δώσει τις δικές του εξηγήσεις στον πυρήνα της υπόθεσης, ήτοι την αναγνώριση, από την στιγμή που υπάρχει παντελώς αντιφατική εκδοχή ως προς το ζήτημα της αναγνώρισης, ως πιο πάνω έχει εκτεθεί. Όλα αυτά προκύπτουν ευθέως τόσο μέσα από τα πρακτικά της διαδικασίας, στην οποία καταγράφεται ευκρινώς ότι είναι ο πρώτος κατηγορούμενος που έχει αναγνωριστεί μέσα από τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 3, 4 και 5 και που ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν έχει αναγνωριστεί και διασυνδεθεί με το επίδικο συμβάν της επίδικης ημερομηνίας και δεν θα μπορούσε άλλωστε να γίνει εν΄ όψει του κοινού υποβάθρου ότι ένα ήταν το άτομο την επίδικη ημέρα ως πιο πάνω αναφέρθηκε, οι οποίες προφορικές μαρτυρίες είναι απολύτως αντίθετες με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου που καταδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο, ήτοι ότι είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος που αναγνωρίζεται και κατονομάζεται ότι ήταν το άτομο που προσήλθε την επίδικη ημέρα στο επίδικο κατάστημα και διέπραξε το αδίκημα της κλοπής, ενώ για τον πρώτο κατηγορούμενο δεν υπήρχε οποιανδήποτε βεβαιότητα και δεν θα μπορούσε άλλωστε να γίνει, έχοντας υπ΄ όψη ότι την επίδικη ημέρα ένα ήταν το άτομο που προσήλθε, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Αυτό διαφαίνεται, ήτοι το ζήτημα της αναγνώρισης που αναφέρθηκε πιο πάνω, μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 17, 18, 21, 22, 23, 24, 25 και
  3. Μια απλή αντιπαραβολή αυτών των τεκμηρίων, με τις προφορικές μαρτυρίες των Μ.Κ. 3, 4 και 5, καταδεικνύεται εξόφθαλμα η πιο πάνω αντιφατική και αντινομική μαρτυρία για το ποιος κατηγορούμενος αναγνωρίζεται, που στερεί από το Δικαστήριο την δυνατότητα να καλέσει οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους σε απολογία. Τυχόν κλήτευση σε απολογία οποιουδήποτε από τους κατηγορούμενους, διότι εάν θα κλητευόταν κάποιος σε απολογία ένας πρέπει να ήταν, έχοντας υπ΄ όψη ότι ένα άτομο προσήλθε την επίδικη ημέρα στο επίδικο υποστατικό και διέπραξε το αδίκημα και συνεπώς ούτε συνωμοσία θα υπήρχε, θα βρισκόταν ο οποιοσδήποτε κατηγορούμενος να δώσει την δική του εξήγηση και υπεράσπιση σε μια υπόθεση, όπου στις καταθέσεις και στην διαδικασία αναγνώρισης αναγνωρίζεται και κατονομάζεται ο ένας εκ των δύο κατηγορουμένων και διατηρούνται αμφιβολίες για τον άλλον, ενώ προφορικά κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης συνέβη το ακριβώς αντίθετο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και απαλλάσσονται της κράτησης τους από αυτό το στάδιο. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.