← Κύπρος

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Τιμολέοντα Θεμιστοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 1330/16, 11/4/2018

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Τιμολέοντα Θεμιστοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 1330/16, 11/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:8 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1330/16 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Τιμολέοντα Θεμιστοκλέους Κατηγορoύμενου - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 11.04.2018 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης και κ. Ζ. Συμεού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Μ. Ιωάννου Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά την κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης. Δεν παραδέχτηκε την εν λόγω κατηγορία, με επακόλουθο η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακροαματική διαδικασία. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η πιο πάνω κατηγορία αντικαταστάθηκε με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας. Την 14.03.2018 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας, ήτοι ότι κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, επέφερε το θάνατο του γιού του Οδυσσέα Θεμιστοκλέους. Το τραγικό συμβάν έλαβε χώραν τη 14.10.

  1. Τα γεγονότα που συνέθεσαν την ετυμηγορία του Δικαστηρίου, διατυπώνονται στο εκτενές σκεπτικό της απόφασης που εκφωνήσαμε την 14.03.
  2. Παραθέτουμε κατωτέρω, συνοπτικά, τα ευρήματα μας. Ο κατηγορούμενος είναι ο πατέρας του θύματος και του Αλέξανδρου Θεμιστοκλέους, Μ.Κ.23 και σύζυγος της Χριστίνας, μητέρας των δύο αγοριών. Το τραγικό θύμα, ο Οδυσσέας Θεμιστοκλέους ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, 20 ετών και ήταν στρατιώτης. Υπηρετούσε στο στρατόπεδο Παραμύθας. Ο αδελφός του Αλέξανδρος, Μ.Κ.23 ήταν 21 ετών και ήταν φοιτητής σε Κολλέγιο. Η οικογένεια διέμενε σε μονοκατοικία στο χωριό Παραμύθα. Στην ίδια οικία διέμενε και η μητέρα της Χριστίνας, Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24 Το τραγικό συμβάν έλαβε χώρα στην αυλή της πιο πάνω κατοικίας. Κατά τον επίδικο χρόνο στην κατοικία ήταν τα δύο αδέλφια, ήτοι ο Οδυσσέας και ο Αλέξανδρος, Μ.Κ.23, η γιαγιά τους Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24 και ο κατηγορούμενος. Η μητέρα απουσίαζε από την οικία, βρισκόταν στην εργασία της. Τα δύο αδέλφια, ήτοι ο Οδυσσέας και ο Αλέξανδρος, και ο κατηγορούμενος βρισκόντουσαν στα υπνοδωμάτια τους ενώ η γιαγιά τους Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24, περιφερόταν μέσα στο σπίτι. Ο Ανδρέας Ιωσηφίδης, Μ.Κ.34, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο λίγη ώρα πριν το τραγικό επεισόδιο και συγκεκριμένα η ώρα 1:40 μ.μ. Αντικείμενο της συνομιλίας τους ήταν η εγχείρηση που θα υποβαλλόταν ο Οδυσσέας στη μύτη. Ο μάρτυρας προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει, μέσω κάποιου γνωστού του, «να επισπεύσει» την εν λόγω εγχείρηση. Ο γνωστός του, τού ζήτησε τον αριθμό της ταυτότητας του Οδυσσέα και ως εκ τούτου ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο πέντε λεπτά αργότερα και του ζήτησε το πιο πάνω στοιχείο. Ο κατηγορούμενος κάλεσε τότε τον Οδυσσέα φωνάζοντας του, «Οδυσσέα, Οδυσσέα». Ο Οδυσσέας ανταποκρίθηκε και ο κατηγορούμενος του είπε «είναι ο θείος σου και θέλει το νούμερο της ταυτότητας σου». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έδωσε στο μάρτυρα τον αριθμό της ταυτότητας του Οδυσσέα. Όταν ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι κάποιο λάθος υπήρχε με τον αριθμό της ταυτότητας που του δόθηκε, τηλεφώνησε εκ νέου στον κατηγορούμενο για να λάβει το σωστό αριθμό. Ο κατηγορούμενος φώναξε, «Οδυσσέα, Οδυσσέα θέλει σε ο θείος σου να σου μιλήσει» και στη συνέχεια του είπε «είναι για να σε κανονίσει να πας πιο γρήγορα για εγχείρηση». Ο Οδυσσέας κάτι του απάντησε το οποίο ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να ακούσει και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς αυτόν του είπε «δεν έρκεται, διότι είπε μου ότι δεν θέλει να πάει πιο γρήγορα, να τελειώσει τον στρατό και άμα τελειώσει τον στρατό θα πάει και να μείνουμε ως δαμαί. Δεν θα κάμουμε, κάνουμε τίποτε». Μετά από την πιο πάνω στιχομυθία ο μάρτυρας έκλεισε το τηλέφωνο. Η ώρα 2:00 το μεσημέρι της ημέρας εκείνης η Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24, ήταν στην κουζίνα του σπιτιού μαζί με τον εγγονό της Αλέξανδρο Θεμιστοκλέους, Μ.Κ.23, και ετοίμαζε φαγητό. Όταν η Μ.Κ.24 ετοίμασε το φαγητό, τηλεφώνησε στον εγγονό της τον Οδυσσέα και αυτός όταν απάντησε το τηλέφωνο της είπε ότι θα ερχόταν για να φάνε. Μια ώρα νωρίτερα είχε πάει στην κουζίνα και ο κατηγορούμενος για να πάρει το φαγητό που είχε ετοιμάσει ειδικά η πεθερά του για εκείνον. Ο κατηγορούμενος πήρε το πιάτο με το φαγητό και το πήρε στο υπνοδωμάτιο του. Όταν η Μ.Κ.24 έβαλε το φαγητό στο τραπέζι, πήγε στο υπνοδωμάτιο της για να πάρει τα χάπια της. Στο χώρο που η οικογένεια χρησιμοποιούσε ως σαλόνι-κουζίνα, παρέμεινε μόνο ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος κάθισε στον καναπέ που ήταν στο σαλόνι και τοποθέτησε το πιάτο του με το φαγητό πάνω σε ένα χαμηλό τραπέζι που βρισκόταν μπροστά του. Ενώ ο Αλέξανδρος καθόταν στον καναπέ και έτρωγε, ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του Οδυσσέα που βρισκόταν στην αυλή και ήταν ανεξάρτητο από την κύρια οικία. Ο κατηγορούμενος συζήτησε με τον Οδυσσέα για ένα αυτοκίνητο, συγκεκριμένα του ζητούσε να του δώσει τα κλειδιά του οχήματος Land Rover που ήταν γραμμένο στο όνομα του κατηγορούμενου. Ο Οδυσσέας αρνείτο να το πράξει γιατί χρειαζόταν το όχημα για να επιστρέψει στον στρατό όπου υπηρετούσε. Αμέσως μετά την πιο πάνω συζήτηση, ο κατηγορούμενος μπήκε στο υπνοδωμάτιο του, πήρε το κυνηγετικό του όπλο, Τεκμήριο 7 που βρισκόταν φυλαγμένο σε ερμάρι του υπνοδωματίου του και στη συνέχεια βγήκε έξω στην αυλή φωνάζοντας δυνατά, «εν να κάμνετε ότι θέλετε, ε να σε παίξω». Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του Οδυσσέα. Την ίδια ώρα ο Οδυσσέας βγήκε έξω από το δωμάτιο του. Ο Αλέξανδρος Θεμιστοκλέους, Μ.Κ.23, αντιλαμβανόμενος τότε ότι κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί, σηκώθηκε από τον καναπέ. Όταν έφθασε στην πόρτα της κουζίνας που ήταν ανοικτή, είδε τον πατέρα του να σημαδεύει με το όπλο τον αδελφό του. Ο Οδυσσέας στεκόταν μπροστά από τον κατηγορούμενο «παγωμένος». Προτού προλάβει ο Μ.Κ.23 να αντιδράσει, ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τον Οδυσσέα στην κοιλιακή χώρα, εξ επαφής. Μετά τον πρώτο πυροβολισμό, ο κατηγορούμενος συνέχισε να σημαδεύει τον Οδυσσέα και ο Αλέξανδρος έτρεξε προς το μέρος του για να του πάρει το όπλο. Έγινε μια μάχη-πάλη μεταξύ τους, στην προσπάθεια του Αλέξανδρου να του αποσπάσει το όπλο, Τεκμήριο
  3. Κατά την πιο πάνω πάλη, ο κατηγορούμενος πάτησε για δεύτερη φορά τη σκανδάλη του κυνηγετικού όπλου, οι κάννες του οποίου ήταν στραμμένες προς τα πάνω. Ο Αλέξανδρος κατάφερε και απέσπασε το όπλο από τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας το εν λόγω όπλο, χτύπησε τον κατηγορούμενο στο κεφάλι και αμέσως μετά έριξε το όπλο με δύναμη στο έδαφος, σπάζοντας το κοντάκι του, Τεκμήριο
  4. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να δώσει στον αδελφό του το φιλί της ζωής, αλλά μάταια. Άρχισε τότε να φωνάζει για βοήθεια. Τον άκουσε η γιαγιά του, Eugenia Dutulescu, Μ.Κ.24 και βγήκε έξω στην αυλή. Όταν ο Αλέξανδρος την είδε προσπάθησε να την αποτρέψει από το να βγει στην αυλή και να δει τον αδελφό του. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε στο Νοσοκομείο. Ο Οδυσσέας υπέκυψε στα τραύματα του λίγη ώρα μετά τον πυροβολισμό. Ο θάνατος του προκλήθηκε από τον πυροβολισμό που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο στην κοιλιακή χώρα. Με βάση την κατάληξη μας ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που πυροβολούσε, είχε πρόθεση όχι απλά να διαπράξει παράνομη πράξη, ήτοι να πυροβολήσει, αλλά και πρόθεση να επιφέρει το θάνατο του θύματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος επιμένει ότι είναι αθώος. Ήταν η θέση του ότι λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων, των περιστατικών και των ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης, τού στερήθηκε το δικαίωμα της δίκαιας δίκης. Δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι κανένα όργανο της Δημοκρατίας δεν έδωσε οποιανδήποτε δικαιολογία για τους σοβαρούς τραυματισμούς του και ουδείς έχει διωχθεί για αυτούς. Η καταδίκη του, σύμφωνα πάντα με τον ίδιον, ήταν εσφαλμένη και αποτέλεσμα κακής ανακριτικής διαδικασίας. Προέβη στη συνέχεια σε εκτενή αναφορά στη μαρτυρία για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση του, ήτοι την αθωότητα του. Στη συνέχεια εισηγήθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση, ότι ο κατηγορούμενος μετά τη τρίμηνη νοσηλεία του στο Νοσοκομείο μεταφέρθηκε «... εις τις Κεντρικές Φυλακές και παρέμεινε για περίοδο 800 ημερών αναμένοντας τη δίκη του» και δεν διαγνώστηκαν τα δικαιώματα του εντός ευλόγου χρόνου. Αρχίζοντας από το τελευταίο θέμα θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το αδίκημα διαπράχθηκε τη 14.10.
  5. Κατά το επίδικο συμβάν ο κατηγορούμενος τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά και διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο όπου παρέμεινε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Μέλαθρο Αγωνιστών. Η υπό κρίση υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου για πρώτη φορά την 1.03.
  6. Από την 1.03.2016 μέχρι και την 26.01.17 η υπόθεση αναβαλλόταν μετά από αιτήματα της Υπεράσπισης για να της δοθεί χρόνος να προετοιμαστεί και για να διοριστεί δικηγόρος. Διορίστηκε δικηγόρος με νομική αρωγή, μετά από σχετική αίτηση. Ο κατηγορούμενος άλλαξε τρεις δικηγόρους και διόρισε, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, με έξοδα της Δημοκρατίας, εμπειρογνώμονα για να τον βοηθήσει στην Υπεράσπιση του. Η ακρόαση άρχισε την 26.01.2017 και ολοκληρώθηκε ένα περίπου χρόνο αργότερα τη 15.01.
  7. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν 35 μάρτυρες και εκ μέρους της Υπεράσπισης
  8. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας δεν ήταν απλό, συμμετείχαν σε αυτό μεγάλος αριθμός αστυνομικών, ενώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας αφορούσε επιστημονικά θέματα. Μετά την έναρξη της ακρόασης η υπόθεση αναβλήθηκε δύο φορές μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, δύο φορές μετά από αίτημα της Υπεράσπισης και μια φορά λόγω κωλύματος του Δικαστηρίου. Η απόφαση εκδόθηκε τη 14.03.
  9. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας και Πεγειώτης[1] , υποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση ως μετριαστικός παράγοντας, συναρτάται με τη μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη αλλά και με το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου δυνάμει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος σε δίκαιη δίκη. Οι ίδιες αρχές τονίσθηκαν και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας και Στυλιανού[2]. Στην πιο πάνω υπόθεση, που αφορούσε πρόκληση θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπέρμετρη βαρύτητα κατά την επιβολή της ποινής στον παράγοντα της καθυστέρησης και ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Στην προκείμενη περίπτωση δεν αναφέρθηκε ο,τιδήποτε που να δείχνει ότι εξαιτίας της προαναφερομένης καθυστέρησης στην προώθηση και εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, ο εφεσίβλητος δεν έτυχε δίκαιης δίκης ή ότι επηρεάστηκε δυσμενώς, από την επιβολή ποινής, εξαιτίας αλλαγής οποιωνδήποτε συνθηκών, που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια της καθυστέρησης.» Κατά την εξέταση του πιο πάνω παράγοντα, ήτοι της καθυστέρησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης μεταξύ των οποίων την περιπλοκότητα της υπόθεσης, τη φύση των αδικημάτων, τον αριθμό των κατηγοριών, τον αριθμό των μαρτύρων και των παραπονουμένων, το χρόνο που διέρρευσε, τους λόγους της καθυστέρησης και το πρόγραμμα του Δικαστηρίου. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Παντελή Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας[3], όπου λέχθηκαν σχετικά τα πιο κάτω : «. Ο χρόνος μεταξύ της καταγγελίας (καλοκαίρι 2000) και Οκτωβρίου του 2001 δεν κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο, όπως υπέβαλε ο εφεσείων, αρκούντως υπερβολικός ώστε η δίκη να χάσει το χαρακτήρα της χρηστής δίκης. Συμφωνούμε με αυτή την κρίση που βασίζεται σε στερεό έδαφος, δηλαδή το μεγάλο αριθμό παραπονουμένων, τη μεγάλη περίοδο των αδικημάτων (σχεδόν δεκαετία) και στην ίδια τη φύση των αδικημάτων σε συσχετισμό με την αστυνομική προσπάθεια που χρειάστηκε για την εξιχνίαση τους. Ούτε ο χρόνος των 11 μηνών που χρειάστηκε για την περάτωση της δίκης, αφού η υπόθεση αναβλήθηκε σε δύο ή τρεις περιπτώσεις, πλήττει καίρια τα θέσμια της δίκαιης δίκης. Αν αναλογισθεί ένας τον αυξανόμενο αριθμό σοβαρών υποθέσεων που απασχολούν τα Κακουργιοδικεία. Το ευκταίο φυσικά, που δεν εγκαταλείπεται, είναι η πιο έγκαιρη εκδίκαση. Εν πάση περιπτώσει, όπως προελέχθη, λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση από άλλη σκοπιά άνκαι η φύση της υπόθεσης ήταν τέτοια που, όπως ήδη είπαμε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταγγελία των αδικημάτων.» Έχοντας υπόψη το ιστορικό της πιο πάνω υπόθεσης, όπως το έχουμε παραθέσει ανωτέρω, καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης σε βαθμό που να επηρεάζει τη δίκαιη δίκη. Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση, παρατηρούμε ότι στην καθυστέρηση αυτή συνέβαλε η ίδια η Υπεράσπιση σε σημαντικό βαθμό, με την αλλαγή των δικηγόρων, το διορισμό εμπειρογνώμονα και την αντεξέταση μαρτύρων, η μαρτυρία των οποίων ήταν στην ουσία αποδεκτή από αυτή και θα μπορούσε κάλλιστα να δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα[4]. Η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος, λόγω των πράξεων και των παραλείψεων των ανακριτικών αρχών, δεν έτυχε δίκαιης δίκης, δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το παρόν δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε στην ουσία το δικαστήριο να επανεξετάσει τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του και να αναθεωρήσει την τελική ετυμηγορία του, έργο εντελώς ανεπίτρεπτο. Στρεφόμενοι στις συνθήκες κάτω από τις οποίες φονεύθηκε ο Οδυσσέας διαπιστώνουμε ότι είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικές για τον κατηγορούμενο. Παρατηρούμε ότι δεν είχε προηγηθεί του εγκλήματος οποιαδήποτε πρόκληση εκ μέρους του Οδυσσέα ή έστω κάποιο συμβάν που θα μπορούσε να δικαιολογήσει συναισθηματική φόρτιση ή απώλεια αυτοελέγχου του κατηγορουμένου. Αντιθέτως, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι την ημέρα του τραγικού συμβάντος ο κατηγορούμενος και ο Οδυσσέας ελάχιστη επαφή είχαν μεταξύ τους. Προκύπτει επίσης ότι οι δύο άνδρες δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν τσακωθεί σοβαρά. Το μόνο «αμάρτημα» του θύματος ήταν ότι αρνήθηκε να παραδώσει τα κλειδιά του οχήματος που ο κατηγορούμενος του είχε ζητήσει. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν μπορούσε να αποδεχθεί αυτή την «απείθεια» του γιου του, κατευθύνθηκε αμέσως μετά στο υπνοδωμάτιο του, πήρε το κυνηγετικό όπλο και στη συνέχεια βγήκε στην αυλή φωνάζοντας δυνατά «εν να κάμνετε ότι θέλετε εν να σε παίξω». Σημάδευσε τον άτυχο Οδυσσέα, ο οποίος μόλις τον είδε δεν αντέδρασε αλλά στεκόταν ακίνητος απέναντι από τον πατέρα του, «παγωμένος». Στη συνέχεια πυροβόλησε το ίδιο του το παιδί, εν ψυχρώ στην κοιλιά και θα τον πυροβολούσε και δεύτερη φορά αν δεν επενέβαινε ο Αλέξανδρος και του άρπαζε το όπλο. Παράλληλα με τα πιο πάνω λαμβάνουμε όμως υπόψη ότι το συμβάν εκτυλίχθηκε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, δεν επρόκειτο για προσχεδιασμένη πράξη, γεγονός που μειώνει σε κάποιο βαθμό τη σοβαρότητα του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, στοιχείο που θα αποτελούσε ελαφρυντικό παράγοντα καθότι θα εξέφραζε τη μεταμέλεια του[5]. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο κατηγορούμενος δεν περιορίσθηκε να αρνηθεί τη δική του εμπλοκή αλλά σε μια από τις εκδοχές που πρόβαλε ενέπλεξε και το γιό του Αλέξανδρο, ενώ κατά την κυρίως αγόρευση του έκανε ειδική αναφορά, για πρώτη φορά, στην εν διαστάσει σύζυγο του και μητέρα του θύματος, αφήνοντας αιχμές, εμμέσως πλην σαφώς ότι και αυτή εμπλέκετο στη φόνευση του γιού της. Κρίνουμε ότι η πιο πάνω ενέργεια του να εμπλέξει το ίδιο του το παιδί, στην αποτρόπαια πράξη που ο ίδιος εκτέλεσε και στη συνέχεια και την εν διαστάσει σύζυγο του αποκαλύπτει άτομο σκληρό και αδίστακτο. Η επιβολή ποινής είναι μια ουσιαστική πτυχή της ποινικής διαδικασίας. Πρόκειται για ένα έργο δύσκολο και επίπονο που πρέπει να γίνεται με τη μεγίστη προσοχή[6]. To Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη αριθμό παραγόντων, που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να συγκρούονται μεταξύ τους και πρέπει να τους εξισορροπήσει για να διασφαλισθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνος Λευκαρίτης ν. Δημοκρατίας και Νίκος Νικολάου ν. Δημοκρατίας[7]: «Η δικαστική διεργασία για την επιμέτρηση της ποινής δεν είναι εύκολη. Πρώτιστος στόχος του Δικαστηρίου είναι να σταθμίσει και συνεκτιμήσει όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων της επίδρασης της εγκληματικής συμπεριφοράς στο θύμα, των περιστάσεων του κατηγορούμενου, αλλά και του δημοσίου συμφέροντος για επισήμανση της αποδοκιμασίας της κοινωνίας, ώστε να φθάσει, στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, στην καταλληλότερη και πλέον αρμόζουσα και δίκαιη ποινή.» Η σοβαρότητα του αδικήματος της ανθρωποκτονίας είναι δεδομένη. Αντικατοπτρίζεται τόσο μέσα από την ανώτατη ποινή που προνοεί ο Νόμος, ήτοι την ισόβια φυλάκιση όσο και από την ίδια τη φύση του αδικήματος που εμπεριέχει το στοιχείο της αφαίρεσης ανθρώπινης ζωής. H ανθρωποκτονία αποτελεί το σοβαρότερο μετά το φόνο έγκλημα, όχι μόνο κατά το Νόμο της Πολιτείας αλλά και με βάση την κοινή αντίληψη και ηθική της κοινωνίας. Η ιερότητα της ζωής και η προστασία της αποτελούν την πρώτη σε ιεράρχηση μέριμνα της κάθε πολιτισμένης κοινωνίας[8]. Στην υπόθεση Ονησίλου και Δημοκρατίας[9], διακηρύχθηκε ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της το μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρησή της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι΄ αυτόν το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης. Στον καθορισμό της εγκληματικότητας του δράστη λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο σχεδιασμός και ο βαθμός αδιαφορίας για την ανθρώπινη ύπαρξη[10]. Το έγκλημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος και η θανάτωση του τραγικού θύματος, χωρίς να προηγηθεί κάποια πρόκληση ή έστω κάποιο συμβάν που να δικαιολογεί συναισθηματική φόρτιση, καταδεικνύουν πως είναι άτομο που η απομάκρυνση του από την κοινωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα καθίσταται επιβεβλημένη. Το μόνο «αμάρτημα» του θύματος ήταν ότι ήθελε να επιστρέψει στο στρατό με το αυτοκίνητο που του είχε παραχωρήσει ο κατηγορούμενος. Από την άλλη όμως η αρχή της εξατομίκευσης, μας υποχρεώνει να λάβουμε υπόψη τους ελαφρυντικούς παράγοντες που η νομολογία έχει αναγνωρίσει στο πρόσωπο ενός κατηγορούμενου, ακόμη και για τα πιο στυγερά εγκλήματα. Η εξατομίκευση της ποινής είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί όμως να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σε αδικήματα όπως το υπό κρίση αδίκημα[11]. Επί τη βάση λοιπόν της πιο πάνω Νομολογιακής Αρχής, λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβάλουμε στον κατηγορούμενο: Τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του ως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, τις οποίες και συνοψίζουμε. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Φοίτησε μέχρι την Γ' τάξη Δημοτικού σχολείου και έπειτα διέκοψε λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του. Ξεκίνησε να εργάζεται από νεαρή ηλικία, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας του. Απασχολήθηκε αρχικά ως εργάτης επιδιορθώσεων και κατασκευών βαρκών. Σε ηλικία 18 ετών περίπου, ξεκίνησε να εργάζεται ως οδηγός ταξί, επάγγελμα το οποίο ασκούσε για 16 χρόνια περίπου. Στη συνέχεια, διατηρούσε για 15 χρόνια περίπου τρία καταστήματα video club, στην περιοχή της Λεμεσού. Μετά την πώληση των καταστημάτων, συνέχισε να εργάζεται ως οδηγός ταξί και minibus για 2-3 χρόνια. Τα τελευταία χρόνια και μέχρι τη σύλληψη του, απασχολείτο ως επαγγελματίας ψαράς. Νυμφεύτηκε τέσσερις συνολικά φορές. Από τον πρώτο γάμο απέκτησε ένα παιδί, τη φροντίδα του οποίου ανέλαβε η μητέρα του. Ένα παιδί απέκτησε και από το δεύτερο γάμο του, τη φροντίδα του οποίου ανέλαβε και σε αυτή την περίπτωση η μητέρα του. Ο κατηγορούμενος δεν διατηρεί σχέσεις με τα πιο πάνω παιδιά του. Πριν 24 περίπου χρόνια, τέλεσε τέταρτο γάμο με γυναίκα Ρουμανικής καταγωγής, την Χριστίνα. Από το γάμο του αυτό απέκτησε τα δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο και τον Οδυσσέα, ήτοι το άτυχο θύμα. Με βάση τα ευρήματα μας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο συμβάν κτυπήθηκε στο κεφάλι από το γιο του Αλέξανδρο, Μ.Κ.23, κατά την προσπάθεια του τελευταίου να του αποσπάσει το φονικό όπλο και να τον εμποδίσει να πυροβολήσει για δεύτερη φορά τον αδελφό του. Λόγω του κτυπήματος νοσηλεύθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο και στη συνέχεια στο Μέλαθρο Αγωνιστών. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι λόγω του κτυπήματος ο κατηγορούμενος πάσχει από επιληψία. Τα πιο πάνω αποτελούν από μόνα τους ένα είδος εξωδικαστικής τιμωρίας για τον κατηγορούμενο και λαμβάνονται υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες[12]. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που λαμβάνουμε δεόντως και σοβαρά υπόψη. Ο κατηγορούμενος όπως και πιο πάνω αναφέρεται, είναι ηλικίας 73 ετών και δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Αυτό το στοιχείο που όπως και η σχετική επί του θέματος νομολογία αναγνωρίζει (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου Λουκά[13]), πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη αφού το λευκό ποινικό μητρώο ενός προσώπου αποτελεί τις αποταμιεύσεις της ζωής του τις οποίες μπορεί να επικαλεστεί και να χρησιμοποιήσει στην κατάλληλη περίπτωση. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε και στην ηλικία του κατηγορουμένου. Για το στοιχείο αυτό αντλούμε καθοδήγηση από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδη Χρίστου[14]. Το Εφετείο, παραμέρισε την αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου και έκρινε ένοχο τον Εφεσίβλητο, που κατάφερε κτυπήματα στο κεφάλι του θύματος, ήτοι της σύζυγου του με το μπαστούνι του, αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο αποτέλεσμα αυτών των κτυπημάτων. Το Εφετείο αφού έλαβε σοβαρά υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του σε συνδυασμό με την προχωρημένη ηλικία του, τού επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Ο Εφεσίβλητος ήταν 86 ετών. Παραθέτουμε αυτούσια την αναφορά που γίνεται στο θέμα της ηλικίας. «Στην υπόθεση R. v. Tussler

(1920)15 Cr. App. Rep. 59 και Pittas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 137, καθορίστηκε ότι η μεγάλη ηλικία ενός κατηγορουμένου και η ενδεχόμενη ταλαιπωρία λόγω προχωρημένης ηλικίας λειτουργεί ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας.» Όπως έχει παρατηρηθεί στην υπόθεση R. v. Lucas, R. v. Walsh
(2000)All E.R. CD 183, είναι σημαντικό όταν επιβάλλεται ποινή σε άτομο προχωρημένης ηλικίας, να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος για το συγκεκριμένο άτομο και το αποτέλεσμα μιας ποινής φυλάκισης σε αυτόν είναι δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής του είναι μικρότερη. Τονίστηκε, ταυτοχρόνως, ότι σε τέτοια περίπτωση πρέπει να διατηρείται για τον καταδικασθέντα «φως στο τέλος της σήραγγας», έχοντας υπόψη ακριβώς την προσδοκία ζωής ενός ηλικιωμένου ατόμου. Θα πρέπει όμως στο σημείο αυτό να υπομνησθεί ιδιαιτέρως ότι για αδικήματα σοβαρής μορφής, όπως το υπό συζήτηση, οι προσωπικές περιστάσεις και ιδιαιτέρως η ηλικία, δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία καθότι τα δικαστήρια θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα προς άτομα προχωρημένης ηλικίας. (Βλ. Chokami v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 189 και Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2012, ημερ. 13 Οκτωβρίου 2015). Κρίνουμε λοιπόν ότι για τον κατηγορούμενο ο παράγοντας αυτός, ήτοι της ηλικίας, σε συνάρτηση με τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες, τους οποίους έχουμε παραθέσει ανωτέρω, δικαιολογούν την προς το ευνοϊκότερο από άλλες παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, κολάσιμη αντιμετώπιση του. Βέβαια η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό από την υπόθεση Ευρυπίδη Χρίστου (ανωτέρω), καθότι σε εκείνη ο Εφεσίβλητος κτύπησε το θύμα με μπαστούνι, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του, δεν υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου ότι την κτύπησε με σκοπό να τη σκοτώσει, ενώ αντιθέτως στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος πυροβόλησε το θύμα εξ επαφής με κυνηγετικό όπλο. Πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν να επιφέρει το θάνατο του θύματος. Πέραν τούτου ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση είναι νεώτερος κατά 13 έτη από τον Εφεσίβλητο. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει και πιο πάνω η επιμέτρηση της ποινής είναι διαδικασία εξισορρόπησης πολλών παραγόντων αλλά και της διαμορφωθείσας διά της νομολογίας τάσης αναφορικά με το ύψος και το είδος των επιβαλλομένων ποινών για παρομοίας φύσεως αδικήματα. Οι προηγούμενες αποφάσεις είναι καθοδηγητικές όχι όμως απόλυτα καθοριστικής σημασίας και αυτό διότι η κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται και με βάση τα δικά της γεγονότα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά[15]. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικές εκ των πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις οποίες είτε επικυρώθηκαν είτε διαφοροποιήθηκαν ποινές που επιβλήθηκαν σε κατηγορούμενους που βρέθηκαν ένοχοι στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Στην Τσιάκκας v. Αστυνομίας[16], το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 15 ετών, χαρακτηρίζοντας την ως επιεική, που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο ηλικίας 20 ετών. Ο κατηγορούμενος εισήλθε παρανόμως στην οικία του καλύτερου του φίλου, όταν αυτός απουσίαζε και μαχαίρωσε τη σύζυγο του φίλου του, επιφέροντας σε αυτήν δεκατέσσερα τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι όπου η αφαίρεση ζωής είναι το αποτέλεσμα ηθελημένης παράνομης πράξης, δικαιολογείται η επιβολή πολύχρονης φυλάκισης. Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση στην υπόθεση Geoffrey Michael John Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας[17]. Στην Aristidou v. The Republic[18], ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το φόνο εκ προμελέτης δύο προσώπων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε κατηγορία ανθρωποκτονίας. Το Εφετείο επέβαλε στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 25 ετών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αυξεντίου[19] επικυρώθηκε εικοσαετής ποινή φυλάκισης σε μεσήλικα ο οποίος πυροβόλησε και θανάτωσε για ασήμαντη αφορμή δύο γείτονες του. Οι ίδιες ποινές επικυρώθηκαν στην υπόθεση Malik και άλλος ν. Δημοκρατίας[20], σε νεαρούς αλλοδαπούς που θανάτωσαν με άγριο τρόπο νεαρό ομοεθνή τους. Κατά συνέπεια, αυτό που τώρα προέχει είναι η απόφανση μας αναφορικά με το ύψος της ποινής που θα επιβάλουμε να είναι η αρμόζουσα και δίκαιη υπό τις περιστάσεις και να αντανακλά τη σοβαρότητα του εγκλήματος που διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο. Αφού συνεκτιμήσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας που αυτός έχει βρεθεί ένοχος ποινή φυλάκισης 10 έτη. Στο χρόνο φυλάκισης να συνυπολογισθεί ο χρόνος προφυλάκισης του κατηγορουμένου ήτοι από 15.01.2016. Τα έξοδα 400 ευρώ να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια κατάσχονται. (Υπ.) ................ Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Ανθρωποκτονία [1]
(2001)2 Α.Α.Δ 617 [2]
(2009)2 Α.Α.Δ. 543 [3]
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 [4] Γενικός Εισαγγελέας και Στυλιανού
(2012)2 Α.Α.Δ. 671 [5] Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671 [6] Antonis Christofides v. R.
(1970)2 C.L.R. 78 [7] Ποινικές Εφέσεις 135/14 και 138/14, ημερομηνίας 22.11.2016 [8] Βλ. σχετικά Σάββα και Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 291, 299 [9]
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, 584 [10] Βλ. σχετικά Σάββα και Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 291, 299 [11] Γενικός Εισαγγελέας και Τσαπατσάρη
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 [12] Gregoriou v. Police
(1987)2 C.L.R. 196 [13]
(1992)2 Α.Α.Δ. 241 [14] Ποινική Έφεση 20/2015, ημερομηνίας 6.11.2017 [15] Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, 130-131 [16]
(1997)2 Α.Α.Δ. 349 [17]
(1998)2 Α.Α.Δ. 417 [18]
(1967)2 C.L.R. 43 [19]
(2005)2 Α.Α.Δ. 197 [20]
(2006)2 Α.Α.Δ. 36 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.