Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Σίμος Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 26018/15, 10/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26018/15 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής Και Σίμος Χριστοφόρου Kατηγορούμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία: 10.04.2018 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για Κατηγορούμενο: κα. Ν. Ηροδότου μαζί με κ.Αντωνίου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ O κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της κλοπής από υπηρέτη, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα της υπόθεσης περιλαμβάνονται στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.23/03/18 και δεν θα τα επαναλάβω. Αρκούμαι εδώ να παραθέσω αυτούσια τα ευρήματα και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου : « ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία Stademos Hotels Ltd και συγκεκριμένα στο λογιστήριο της εταιρείας. Ήταν πιο συγκεκριμένα εργοδοτούμενος στην εταιρεία από το
- Σε ελέγχους που ξεκίνησε από μέσα Ιουλίου - αρχές Αυγούστου 2015 ο αρχιλογιστής της εταιρείας, ΜΚ3, διαπιστώθηκαν κάποιες περίεργες εγγραφές που ήταν καταχωρημένες από τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα ήταν ακύρωση επιταγών και μεταφορά τους σε προηγούμενο μήνα. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο γραφείο του ΜΚ3 στις 07/08/15 για να δουν το θέμα και σε κάποια στιγμή, κατόπιν ερωτήσεων του ΜΚ3 σχετικά με τις πιο πάνω πράξεις, ο κατηγορούμενος έκλεισε την πόρτα και του είπε ότι πήρε χρήματα από την εταιρεία από εισπράξεις διαφόρων χρεωστών τα οποία δεν παρέδωσε ποτέ για κατάθεση σε λογαριασμό της εταιρείας. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να δώσει όλα τα στοιχεία και αυτός παρέδωσε αποδείξεις που πήρε χρήματα συνολικού ποσού 2546 ευρώ (βλ. τεκμ. 2 και 5-9). Ο ΜΚ3 τον ρώτησε τον λόγο που πήρε αυτό το ποσό και είπε ότι είχε ανάγκη από χρήματα. Επίσης ο κατηγορούμενος, όταν του ζητήθηκε από τον ΜΚ3 να εξηγήσει πως έκανε τις εγγραφές που εντόπισε και ήταν περίεργες, είπε ότι εντόπισε ισόποσες επιταγές άλλων πελατών που αντιστοιχούσαν στα χρήματα που πήρε και τις μετέφερε στο υπό εξέταση διάστημα για να του αποκρύπτει την μη κατάθεση των παρακρατηθέντων από αυτόν χρημάτων (βλ. τεκμ.3 και 4). Στην ουσία δηλαδή αυτό που έκανε ο κατηγορούμενος ήταν να μεταφέρει τις 2 επιταγές των πελατών της εταιρείας που αναφέρονται στα τεκμ.3 και 4 από τον Ιούλιο στον Ιούνιο, με δεδομένο ότι ο έλεγχος ήταν για την πρώτη εξαμηνία του 2015 ήτοι μέχρι 30 Ιουνίου, διαγράφοντας τες από τον Ιούλιο, για να φαίνεται ότι δικαιολογούνταν τα ποσά που εκκρεμούσαν στον ενδιάμεσο λογαριασμό και να μην φανεί ότι λείπει το ως άνω ποσό, ενώ ακολούθως τις επανέφερε. Ο ΜΚ3 του είπε ότι αυτό αποτελεί σοβαρό αδίκημα και ο κατηγορούμενος του είπε να του έχει εμπιστοσύνη και θα επιστρέψει τα χρήματα. Ακολούθησε ενημέρωση του οικονομικού διευθυντή ΜΚ4 από τον ΜΚ
- Την Δευτέρα 10/08/15 το πρωί ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε από τον ΜΚ3 ότι είναι σε υποχρεωτική άδεια αλλά αρνήθηκε, είπε ότι ήθελε να μείνει στη δουλειά και μετά απεχώρησε. Ακολούθως, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, επέστρεψε και παρέδωσε στους ΜΚ3 και 4 το ποσό των 2500 ευρώ, λέγοντας τους ότι είναι το ποσό που πήρε. Μετά την παραλαβή των χρημάτων παραδόθηκε δια χειρός επιστολή απόλυσης στον κατηγορούμενο ένεκα των πιο πάνω, για την παραλαβή της οποίας δεν υπόγραψε. » Και το συμπέρασμα : « ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας και ότι το ποσό των 2.546 ευρώ που είχε στην κατοχή του είναι περιουσία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και ανήκε στην παραπονούμενη εταιρεία. Στοιχειοθετούνται λοιπόν τρία από τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Αυτά άλλωστε δεν ήταν ποτέ αμφισβητούμενα. Επίσης έχοντας υπόψη : α. Ότι ο κατηγορούμενος είσπραξε τα χρήματα των τεκμηρίων 2 και 5-9 στις αντίστοιχες ημερομηνίες και δεν τα έδωσε για κατάθεση και ή δεν τα κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, β. Ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο να κρατά αυτά τα χρήματα και μάλιστα για μήνες, ανάλογα με το πότε εισπράχθηκαν και μέχρι και τον Αύγουστο που προέκυψε η παρούσα υπόθεση, γ. Την χρησιμοποίηση την ίδια στιγμή των 2 επιταγών πελατών της εταιρείας για ποσό ίσο περίπου με το ποσό των τεκμηρίων 2 και 5-9 που πήρε και οι εγγραφές που έκανε με βάση τα τεκμ. 3 και 4 για ν' αποφύγει τον έλεγχο, και δ. Την παραδοχή του στον ΜΚ3 ότι πήρε τα χρήματα αυτά γιατί τα είχε ανάγκη, δείχνουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολία ότι όταν πήρε τα χρήματα αυτά ενήργησε δόλια και ιδιοποιήθηκε τα χρήματα αυτά που είσπραξε για λογαριασμό της εταιρείας χωρίς τη συγκατάθεση των εργοδοτών του. Άρα θεωρώ πως πληρούνται και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. » H ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής έδωσε έμφαση στα εξής: 1) Στο γεγονός ότι το ποσό των €2.500.- είχε δοθεί από τον κατηγορούμενο στους παραπονούμενους πριν την εμπλοκή της αστυνομίας. Εξ' ου και η βεβαίωση των παραπονουμένων ημερομηνίας 28.3.18 που παρουσίασε στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. 2) i. Στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, στις οποίες έκανε εκτενή αναφορά σε συνάρτηση πάντα και με όσα αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία έχει ετοιμαστεί. ii. Στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. 3) Στο λευκό του ποινικό μητρώο. Κατέληξε δε η συνήγορος στην εισήγηση όπως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε ποινή στερητική της ελευθερίας αυτή να ανασταλεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της κλοπής από υπηρέτη προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη για το υπό κρίση αδίκημα ποινή, αυξήθηκε με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Ν.43(Ι)/2000από 7 έτη σε 10 έτη φυλάκιση και ακολούθως με τον Νόμο 84
(1)/2012 από 10 έτη σε 14 έτη φυλάκιση. Με τον τρόπο αυτό και τη σταδιακή αύξηση ο νομοθέτης θέλησε προφανέστατα να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο αδίκημα της κλοπής υπό υπηρέτη σε αντίθεση με άλλα αδικήματα κλοπής για τα οποία προβλέπεται ελαφρότερη ποινή φυλάκισης, ενώ περαιτέρω θα έλεγα ότι καταδεικνύεται η ανησυχία του και η διαπίστωση πως διαχρονικά οι παλαιότερες ποινές δεν ήταν ικανές να καταστείλουν τέτοιας φύσης αδικήματα τα οποία σταδιακά παρουσιάζουν αυξητική τάση, καθιστώντας την ανάγκη αυστηρότερης ποινής για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και την πάταξη τέτοιων φαινομένων. Στο σύγγραμμα G. M. Pikis Sentencing in Cyprus
(1978)στη σελ. 63, τονίζεται η σοβαρότητα αυτής της φύσεως των αδικημάτων και οι επιπτώσεις που προκαλούνται στην οικονομική ζωή του τόπου από τη διάπραξη τους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «High standards of fidelity are expected of employees in the public and private sectors in the discharge of their duties and of persons acting in a fiduciary capacity, such as agents or trustees. Stealing by clerks, servants, company directors, agents and trustees is punishable with 7 years imprisonment. The decisions of the Supreme Court in this area indicate that a serious view is invariably taken of offences of this nature, because of their repercussions on the economic life of the country». Η σοβαρότητα των αδικημάτων τονίστηκε επίσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου αναφέρεται ότι αυτή προκύπτει κύρια από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύεται τη σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υπάρχει μεταξύ του και του παραπονούμενου και είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα εκεί όπου ο εργοδότης ή ο αντιπροσωπευόμενος βασίζεται στην αφοσίωση και ειλικρίνεια του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση The Attorney General ν. Vasiliotis
(1967)2 CLR 20 αναφέρθηκε ότι η κλοπή υπό υπαλλήλου τείνει να υπονομεύσει τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι ασκούν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους ως εργοδότες, ή κερδίζουν τα προς το ζην ως υπάλληλοι. Η σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το νόμο. Θα αναφερθώ στην συνέχεια σε μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με επιβολή ποινής στα πιο πάνω αδικήματα. Αυτό όχι βέβαια ως δεσμευτικό προηγούμενο αλλά για να καταδειχθεί η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το Εφετείο αδικήματα αυτής της φύσης. · Στην Πολυδώρου ν. Αστυνομίας
(1984)2 CLR 48, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο υπάλληλο με λευκό μητρώο που είχε επιστρέψει το κλαπέν ποσό. · Στην Αριστοτέλους ν. Αστυνομίας
(1985)2 CLR 212 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών και τονίσθηκε και πάλι ότι η σχέση εμπιστοσύνης εργοδοτών-υπαλλήλων δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο. · Στην Κατσούρης ν. Αστυνομίας
(1988)2 CLR 180, η ποινή των 18 μηνών φυλάκισης μειώθηκε στους 12 μήνες για 58χρονο με λευκό μητρώο και προβλήματα υγείας, ο οποίος επέστρεψε το κλαπέν ποσό. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε το αναπόφευκτο της επιβολής σε τέτοιου είδους αδικήματα, ποινής άμεσης φυλάκισης με σημαντική διάρκεια υπογραμμίζοντας ότι η κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης συνιστά σοβαρό ζήτημα που τείνει να υπονομεύσει τη βάση των οικονομικών δοσοληψιών. · Στην Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 434, επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιδικάστηκε πρωτόδικα. · Επίσης στην Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 701 που αφορούσε το ομοειδές αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, επικυρώθηκε και πάλι ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων, η αποζημίωση του θύματος και η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. · Στην Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, το Εφετείο υιοθέτησε τις αρχές που καθιέρωσαν οι Αγγλικές αποφάσεις Barrick
(1985)7 Cr. App. R. (S) 142 και Clark
(1998)2 Cr. App. R. (S) 95. Τέθηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις, κατευθυντήριες γραμμές στην επιβολή ποινής στα υπό κρίση αδικήματα με διαβάθμιση των περιπτώσεων σε επίπεδο ποινής. Η υπόθεση αφορούσε κλοπή υπό υπαλλήλου (7 κατηγορίες). Η ποινή φυλάκισης μειώθηκε από 2 ½ χρόνια σε 18 μήνες. Στην υπόθεση αυτή ο εφεσείων που παραδέχθηκε ενοχή, ήταν ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχης με τρία μικρά παιδιά και η απόλυση από την εργασία του (εργαζόταν στην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών), θεωρήθηκε καταστροφικό πλήγμα και κατ' επέκταση ελαφρυντικός παράγοντας. · Η υπόθεση Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(1999)2 AAΔ 109, αφορούσε επίσης αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου. Ο κατηγορούμενος ήταν δικηγόρος και είχε οικειοποιηθεί ποσό Λ.Κ.3,000 που του εμπιστεύθηκε πελάτης του με σκοπό να το διαθέσει για τη διευθέτηση διαφοράς του με κάποια εταιρεία. Στην επιμέτρηση της ποινής, λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πιθανή επαγγελματική καταστροφή του κατηγορούμενου και η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, έστω και με δική του ευθύνη. Παρόλα αυτά δωδεκάμηνη ποινή φυλάκισης επικυρώθηκε από το Εφετείο. Επίσης στην προκειμένη περίπτωση δεν διαφεύγει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε το συνολικό ποσό των €2546.- μέσα σε μια περίοδο 5 μηνών περίπου και όχι σε μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά και η προσπάθεια του μετέπειτα να αποκρύψει την παρακράτηση των χρημάτων με τις εγγραφές που έκανε στο σύστημα της εταιρείας προς το σκοπό παραπλάνησης του εργοδότη του. Αυτά βέβαια είναι στοιχεία επιβαρυντικά για το κατηγορούμενο. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος ως αυτή διαφαίνεται μέσα από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας, έχοντας κατά νου και την έξαρση η οποία δυστυχώς παρατηρείται στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης κάτι για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων με παρόμοιας φύσης αδικήματα που καταχωρούνται και άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου καθημερινά. Πάρα τα πιο πάνω δεν εξαλείφεται η ανάγκη που υπάρχει παράλληλα για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Από την άλλη όμως η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω λοιπόν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και ιδιαίτερα: · Το λευκό του ποινικό μητρώο, το οποίο σε συνάρτηση με την ηλικία του δηλαδή 58 ετών και το γεγονός ότι μετά τη διάπραξη του αδικήματος δεν προκύπτει να διέπραξε άλλο αδίκημα ή να παρουσίασε παραβατική συμπεριφορά, καταδεικνύει ότι η παρούσα ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό εν σχέση με τον κατηγορούμενο. · Την πλήρη αποζημίωση των παραπονούμενων εργοδοτών του, η οποία ως προκύπτει και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω έγινε αμέσως μετά τη διαπίστωση της διάπραξης του αδικήματος από μέρους του και πριν οι παραπονούμενοι προβούν σε καταγγελία στην αστυνομία. Εξάλλου οι παραπονούμενοι μέσω της γραπτής δήλωσης τους ημερομηνίας 28.3.18 (Έγγραφο Α) δηλώνουν ότι δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου εν σχέση με την παρούσα ποινική υπόθεση. Νιώθω όμως την ανάγκη εδώ να παρεμβάλω ότι η αποζημίωση στην προκειμένη περίπτωση θα ληφθεί υπόψη ως ένα γεγονός και από τη σκοπιά του ότι οι παραπονούμενοι τελικά δεν υπέστησαν ζημιά. Η επιστροφή του ποσού αρχικά από τον κατηγορούμενο, εφόσον συνοδευόταν από ανάλογη μετέπειτα συμπεριφορά, θα λαμβανόταν υπόψη βέβαια ως ένα στοιχείο μετάνοιας, αναγνώρισης του λάθους του και έμπρακτης μεταμέλειας. Όμως εδώ ο κατηγορούμενος αν και επέστρεψε το ποσό δηλώνοντας ότι είναι αυτό που πήρε, εντούτοις ακολούθως δημιούργησε μια ψεύτικη ιστορία για να δικαιολογήσει την κατοχή του ποσού, αρνήθηκε την κλοπή στην Αστυνομία, αρνήθηκε ενοχή στο Δικαστήριο, ενώ περαιτέρω προκύπτει μέσα από δήλωση του στην έκθεση του γραφείου ευημερίας (βλ. τελευταία παράγραφο), η οποία ετοιμάστηκε μετά την έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου για σκοπούς επιβολής ποινής, ότι συνεχίζει την ίδια άρνηση. Επίσης στην αγόρευση της συνηγόρου του ακριβώς η επιστροφή του ποσού παρουσιάζεται ως ένα δεδομένο και δεν εντοπίζεται καμία αναφορά σε μεταμέλεια. Άρα, παρά την επιστροφή του ποσού, το στοιχείο της μετάνοιας έχει εξανεμιστεί μέσα από τη συμπεριφορά του. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως περαιτέρω έχουν εξηγηθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο του και ιδιαίτερα ότι: · Σήμερα είναι ηλικίας 58 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο ενήλικων παιδιών ηλικίας 34 ετών και 28 ετών αντίστοιχα. Ο μεγαλύτερος γιος του είναι αρραβωνιασμένος και διαμένει με την αρραβωνιαστικιά του στη Λευκωσία, ενώ αναμένεται να τελέσει το καλοκαίρι το γάμο του (βλ. Έγγραφο Στ). Ο μικρότερος γιος του διαμένει μαζί τους. Και τα δύο παιδιά του είναι απόφοιτοι πανεπιστημίων της Ελλάδας του κλάδου Πολιτικών Επιστημών και σήμερα εργάζονται ως σερβιτόροι για κάλυψη των αναγκών τους. Ο κατηγορούμενος εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος (βλ. και Έγγραφο Ζ) με μηνιαίο εισόδημα €1.550, ενώ η σύζυγος του ως κλητήρας σε ναυτιλιακή εταιρεία με μηνιαίο εισόδημα €1.000. · Η οικογένεια έχει χρέη και συγκεκριμένα στεγαστικό δάνειο ύψους €200.000 περίπου σήμερα και τρία σπουδαστικά δάνεια συνολικού ύψους €85.000 περίπου, για τα οποία έχουν γίνει ενέργειες για αναδιάρθρωση τους και αναμένεται να αποφασιστεί η μηνιαία δόση που θα καταβάλλει (βλ. και Έγγραφο Ε). · Η μητέρα του απεβίωσε το 2013 σε ηλικία 85 ετών ενώ ο πατέρας του απεβίωσε το 1972 μετά από εμπλοκή του σε εργατικό ατύχημα και σε ηλικία 52 ετών. Έχει άλλα τρία αδέλφια τα οποία είναι έγγαμα και διαμένουν με τις οικογένειες τους στη Λεμεσό. Να σημειωθεί εδώ ότι μετά το θάνατο του πατέρα του την φροντίδα του κατηγορούμενου και των αδελφιών του επωμίστηκε η μητέρα υποβοηθούμενη σε ψυχολογικό επίπεδο και από συγγενείς και η οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες, μη μπορώντας να καλύψουν ούτε βασικές ανάγκες διατροφής και συντήρησης. · Διατηρεί ικανοποιητικές σχέσεις με τα μέλη της πατρικής του οικογένειας και άριστες σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας του. · Είναι απόφοιτος τεχνικής σχολής του κλάδου δομικών έργων. Με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας ανέλαβε εργασία ως εργάτης στην εταιρεία ΛΟΕΛ και ακολούθως ως λογιστής της εταιρείας, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι το 1991 όπου απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό. Ακολούθως και για περίοδο 24 ετών, μέχρι δηλαδή που επισυνέβησαν τα γεγονότα της παρούσας το 2015, εργάστηκε στους παραπονούμενους ως λογιστής. Από το 2015 και για περίοδο δύο χρόνων ήταν άνεργος ενώ ακολούθως και για τους τελευταίους 7 μήνες πριν τεθεί υπό κράτηση για την παρούσα ανέλαβε εργασία ως αποθηκάριος ιδιωτικής εταιρείας. · Μέσα στα δύο χρόνια πιο πάνω που παρέμεινε άνεργος η οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες και τα δάνεια πιο πάνω δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν. Να σημειωθεί επίσης ότι με την απόλυση του ένεκα των γεγονότων της παρούσας εκτός της μείωσης του μισθού του κατά €1000 περίπου ο κατηγορούμενος έχει χάσει και όλα του τα ωφελήματα που θα απολάμβανε. · Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας από το 2000 και συγκεκριμένα πάσχει από μείζονα κατάθλιψη και παρακολουθείται από ψυχίατρο ενώ περαιτέρω λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (βλ. και Έγγραφο Η). Κατά την κράτηση του για την παρούσα έχει συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. · Είναι άτομο δραστήριο και κοινωνικό. Εμπλέκεται και είναι ενεργό μέλος σε διάφορους φορείς της κοινότητας στην οποία διαμένει. Πιο συγκεκριμένα ήταν Πρόεδρος του Συνδέσμου Γονέων του περιφερειακού δημοτικού σχολείου Καλού Χωριού, Αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Λουβαρά και είναι υπεύθυνος της Τράπεζας Αίματος της κοινότητας του. Επίσης για 35 έτη ήταν και συνεχίζει να είναι μέλος του Αθλητικού Πολιτιστικού Ομίλου Λουβαρά. Είναι ακόμα σταθερός εθελοντής αιμοδότης. Χαίρει εκτίμησης στην κοινότητα του. Εν σχέση με τα πιο πάνω σχετικά είναι σημειώνεται και τα Έγγραφα Β, Γ και Δ ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό ν' αναφερθεί, έχοντας υπόψη όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση της και ειδικότερα για το ότι ο μεγαλύτερος γιος του θ' αναγκαστεί να ακυρώσει το γάμο του σε περίπτωση εγκλεισμού του κατηγορούμενου αλλά και γενικότερες συνέπειες στην οικογένεια του, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει στον παράγοντα αυτό μεγάλη βαρύτητα. Αφενός γιατί με βάση τη Νομολογία, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεν μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων αλλά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov κ.α. -v- Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328). Αφετέρου γιατί ο κατηγορούμενος διέπραξε ένα πολύ σοβαρό αδίκημα, το οποίο η Νομολογία ως αναφέρθηκε θέλει την αντιμετώπιση του με αποτρεπτική ποινή και δια το οποίο όπως επίσης αναφέρθηκε δεν εξέφρασε ποτέ τη μεταμέλεια του. Λέγοντας αυτά σημειώνω εν κατακλείδι ότι το Δικαστήριο θα δώσει στον παράγοντα αυτό την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βαρύτητα. Τέλος ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων. Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Η έκταση φυσικά της ευθύνης του κατηγορούμενου στην εν λόγω καθυστέρηση λαμβάνεται επίσης υπόψην στο δέοντα βαθμό (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Όσον δε αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση μιας υπόθεσης το στοιχείο αυτό επίσης λαμβάνεται υπόψην και ανάλογα λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (βλ. Πεγειώτη κ.ά. ανωτέρω). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία του παραβάτη τείνει ασφαλώς προς το μετριασμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Το επίδικο στην παρούσα αδίκημα διαπράχθηκε μεταξύ των μηνών Ιανουαρίου και Ιουνίου του
- Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για την παρούσα υπόθεση στις 28.8.2015 και η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.12.15 δηλ. χωρίς καθυστέρηση. Από την καταχώρηση της υπόθεσης δε και μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας την 12.9.17 πέρασαν δύο χρόνια περίπου. Για την καθυστέρηση όμως αυτή παρατηρώ ανατρέχοντας στο ιστορικό της υπόθεσης ότι την μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο ίδιος ο κατηγορούμενος με αναβολές που ζήτησε. Ενώ ακολούθως σημειώνεται από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι και την ολοκλήρωση της με την έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου δεν θεωρώ ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση άξια αναφοράς. Ότι λοιπόν θα λάβω υπόψη μου στην επιμέτρηση της ποινής εν σχέση με τον παράγοντα αυτό είναι το γεγονός της παρόδου 2 χρόνων και 9 περίπου μηνών από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σαν ένα δεδομένο. Όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνονται μεν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα δεδομένα που αφορούν στην παρούσα και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα είναι η ποινή φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου ή αν δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του
- Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Πρέπει να σημειωθεί ότι η περίπτωση του κατηγορούμενου στην παρούσα με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα ως προς το θέμα της αναστολής. Χωρίς δε να μου διαφεύγει η σοβαρότητα του αδικήματος, αφού έλαβα υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος ήταν κατά τους επίδικους χρόνους ηλικίας 55 ετών και σήμερα είναι 58 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, το ύψος του ποσού που κλάπηκε και την επιστροφή του στους παραπονούμενους οι οποίοι δεν έχουν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος και το ότι έκτοτε δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, το γεγονός ότι φυλάκιση του θα σημαίνει την απόλυση του από την εργασία του, την οποία εργασία βρήκε μετά από 2 χρόνια που ήταν στην ανεργία και τέλος τις προσωπικές του περιστάσεις και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει, έχω αποφασίσει να του δώσω μια ευκαιρία. Ως εκ των άνω διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ανασταλεί για περίοδο 3 ετών. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). Τα έξοδα της υπόθεσης ήτοι €240 να καταβληθούν άμεσα από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ........................................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Κλοπή από υπηρέτη - άρθρα 268 και 255 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο