Ιωάννου ν. Ήρωα, Υπόθεση: 16070/17, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση: 16070/17 Μεταξύ: XXXXX Ιωάννου, εκ Λεμεσού Παραπονούμενος -ν- XXXXX Ήρωα, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2018 Για Παραπονούμενο: κος Σ. Φασουλιώτης. Για Κατηγορούμενη: κος Ν. Χαραλαμπίδης. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Αποδίδεται σε αυτήν ότι κατά ή περί την 13.7.2016 εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου και παρέδωσε σε αυτόν την επιταγή με αριθμό XXXXX6102 της Τράπεζας Κύπρου Λτδ για το ποσό των €59.500.- έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, η οποία μετά την παρουσίαση της στην τράπεζα δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορούμενης και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Η επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Κατά τη δίκη παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Πέραν των πιο πάνω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας επιτελέστηκε εν σχέση με τα ουσιώδη επίδικα θέματα και ιδιαίτερα εκείνα που είναι υπό αμφισβήτηση (βλ. R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1Β AAΔ 1074, SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 89/2011, 13/4/2016). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, εις το βαθμό που σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, σημειώνω ότι πλείστα από τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα δεν αμφισβητούνται, όπως η υπογραφή της επίδικης επιταγής και παράδοση της στον παραπονούμενο από την κατηγορούμενη, η παρουσίαση της στην τράπεζα και η μη πληρωμή της εντός 15 ημερών. Σημείο έντονης αντιπαράθεσης αποτέλεσε η θέση της υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος δεν είχε ολοκληρώσει τις εργασίες ξυλουργικών, αλουμινίων και καλωδιώσεων μέχρι την 15.9.16 και σύμφωνα με τον όρο 9(
- ix)της μεταξύ τους συμφωνίας (Τεκμήριο 3) δεν είχε δικαίωμα να καταθέσει την επιταγή. Πέραν τούτου η κατηγορούμενη προέβαλε την θέση ότι διέθετε κεφάλαια στην τράπεζα στην οποία κατατέθηκε η επιταγή, σε άλλους λογαριασμούς αλλά κατά την ίδια, η επίδικη επιταγή δεν έπρεπε να πληρωθεί. Ο παραπονούμενος δεν αμφισβητεί ότι οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν σύμφωνα με τα όσα προνοούνται στη συμφωνία, επιρρίπτοντας όμως ευθύνη για την καθυστέρηση στην κατηγορούμενη. Οι θέσεις αμφοτέρων πλευρών αναπτύχθηκαν επίσης με τις τελικές τους αγορεύσεις οι οποίες έχουν επίσης μελετηθεί και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Φιλίππου (ΜΚ1), τραπεζικός υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου. Ανέφερε ότι ο λογαριασμός XXXXX3766 ανήκει στην κατηγορούμενη και αναγνώρισε την επίδικη επιταγή με αριθμό XXXXX6102, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. Η επιταγή αυτή όπως είπε παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση στην τράπεζα στις 27.9.16 και επιστράφηκε με την αιτιολογία να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα και δεν ξαναπαρουσιάστηκε. Ο εν λόγω λογαριασμός είχε όριο €6.000.- και κατά την ημερομηνία παρουσίασης της επίδικης επιταγής είχε χρεωστικό υπόλοιπο €5.010.-. Εξ όσων γνωρίζει, η κατηγορούμενη, δεν έστειλε οποιαδήποτε επιστολή για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εξ όσων θυμάται η κατηγορούμενη ενημερώθηκε από την υπεύθυνη του λογαριασμού της, XXXXX Τρυγωνάκη, για την κατάθεση της επιταγής και όπως φάνηκε από τη συνομιλία η επιταγή δεν θα καλυπτόταν, εξού και επιστράφηκε. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η κατηγορούμενη διέθετε και άλλους λογαριασμούς κατά τον ουσιώδη χρόνο στην τράπεζα οι οποίοι ήταν οι εξής και είχαν τα ακόλουθα υπόλοιπα την 27.9.16 όπου κατατέθηκε η επιταγή: αρ. λογαριασμού XXXXX9198 υπόλοιπο €26.641.-, λογαριασμός προειδοποίησης 180 ημερών, δικαιούχος η κατηγορούμενη, αρ. λογαριασμού XXXXX5490 υπόλοιπο €8.721.- λογαριασμός προειδοποίησης 180 ημερών εις το όνομα της κατηγορούμενης και του XXXXX Πατσαλή, αρ. λογαριασμού XXXXX8867 υπόλοιπο €10.616.- λογαριασμός προειδοποίησης 180 ημερών εις το όνομα της κατηγορούμενης και του XXXXX Πατσαλή και αρ. λογαριασμού XXXXX1473 υπόλοιπο €14.998.- λογαριασμός ταμιευτηρίου εις το όνομα της κατηγορούμενης και XXXXX Πατσαλή από τον οποίο μπορούσε να γίνει άμεση ανάληψη. Πρόσθεσε ότι εξ όσων γνωρίζει δεν δόθηκε οποιαδήποτε προειδοποίηση σε σχέση με τους λογαριασμούς όπου απαιτείται προειδοποίηση. Η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν έχει αμφισβητηθεί, ανέφερε όσα γνωρίζει εν σχέση με την επίδικη επιταγή και τους τραπεζικούς λογαριασμούς της κατηγορούμενης που διατηρεί στην τράπεζα Κύπρου. Εις ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τη συνομιλία της κατηγορούμενης με την XXXXX Τρυγωνάκη (ΜΥ2) επιβεβαιώνεται όπως θα διαφανεί πιο κάτω τόσο από την κατηγορούμενη όσο και από την ίδια την ΜΥ2, η οποία παρουσιάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Συνεπώς ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του αποδεκτή. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι εργολάβος και περί τον Δεκέμβριο 2015 συμβλήθηκε με την κατηγορούμενη και τον σύζυγο της για την αγορά τεμαχίου και ανέγερση κατοικίας. Σε κάποιο στάδιο του ζητήθηκε να μεταβιβάσει το τεμάχιο εις το όνομα της κατηγορούμενης για να εξασφαλίσει δάνειο από τράπεζα. Για να διευκολύνει την κατηγορούμενη ζήτησε να γίνει ένα τροποποιητικό συμβόλαιο στο οποίο να γίνεται μια εκτίμηση της περιουσίας που μεταβιβάζεται κατά την ημέρα που θα γινόταν η μεταβίβαση του ακινήτου και κατέληξαν μεταξύ τους, περιλαμβανομένου και του συμβούλου της κατηγορούμενης, XXXXX Λακκοτρύπη, ότι η αξία την συγκεκριμένη ημέρα ήταν €250.000.- Τα χρήματα που του είχε δώσει μέχρι τότε η κατηγορούμενη ήταν €190.500.- τα οποία έλαβε από την τράπεζα και η κατηγορούμενη ανέλαβε να πληρώσει το υπόλοιπο των €59.500.- εκδίδοντας προσωπική της επιταγή περί την 13.7.16, η οποία όπως είπε εκδόθηκε από την κατηγορούμενη στην παρουσία του και του παραδόθηκε από την ίδια. Ακολούθως, λίγες μέρες πριν την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής, η οποία ήταν πληρωτέα την 20.9.16, ενημέρωσε την κατηγορούμενη για την πρόθεση του να καταθέσει την επιταγή και αυτή του ζήτησε να καθυστερήσει την κατάθεση της για καμιά βδομάδα. Κατέθεσε την επιταγή και μετά από 4-5 ημέρες τον ενημέρωσε η τράπεζα ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε και παραμένει απλήρωτη μέχρι και σήμερα. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της συμφωνίας ημερ. 23.12.15 η οποία υπογράφηκε μεταξύ του, της συζύγου του και του γιου του, ως ιδιοκτήτες του τεμαχίου και της κατηγορούμενης και του συζύγου της XXXXX Πατσάλη, ως αγοραστές. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 η αξία πώλησης του ακινήτου και ανέγερσης κατοικίας ανερχόταν σε €300.000.- πλέον Φ.Π.Α. Επανέλαβε τη θέση του ότι για να βοηθήσει την κατηγορούμενη στην λήψη του δανείου και για να υποθηκευτεί το ακίνητο συμφώνησε να μεταβιβαστεί εις το όνομα της εξού και καταρτίστηκε η τροποποιητική συμφωνία Τεκμήριο 3, αρνούμενος ότι ήταν δική του απαίτηση να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της. Ερωτήθηκε κατά πόσο σύμφωνα με τον όρο 9(
- ix)του Τεκμηρίου 3 η επιταγή δόθηκε να κατέχεται από αυτόν ως εγγύηση μέχρι την 15.9.16 και μέχρι την πληρωμή των €70.000.- νοουμένου ότι μέχρι τότε θα ολοκληρώνονταν οι ξυλουργικές εργασίες, τα αλουμίνια και καλωδιώσεις. Θέση του παραπονούμενου αποτέλεσε ότι οι εργασίες αυτές δεν είχαν ολοκληρωθεί εξ υπαιτιότητας της κατηγορούμενης ούτε και είχε πληρωθεί το ποσό των €70.000.- ενώ μεγαλύτερο μέρος των εργασιών αυτών είχαν ολοκληρωθεί και μόλις η κατηγορούμενη απέκτησε τον τίτλο του τεμαχίου, με διάφορες προφάσεις προσπαθούσε να ακυρώσει τις συμφωνίες. Οι ουσιαστικές θέσεις οι οποίες τέθηκαν στον παραπονούμενο και πως αυτός απάντησε κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν αυτολεξή, προς πληρέστερη εικόνα των εξηγήσεων που έδωσε ο παραπονούμενος στις θέσεις της υπεράσπισης: «Ε. Συμφωνείτε μαζί μου ότι ήταν όρος της συμφωνίας, της τροποποιητικής συμφωνίας όπως καταγράφεται στην τελευταία παράγραφο, ότι εσείς, ο πωλητής, εσείς και οι άλλοι 2 θα δικαιούστε να εξαργυρώσετε την επιταγή μόνο σε περίπτωση που ο αγοραστής αποδεδειγμένα αρνείτο ή αδυνατούσε να συμμορφωθεί με τους όρους τους αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και της τροποποιητικής συμφωνίας Τεκμήριο 2 και 3; Α. Κοιτάξετε, σας το είπα και την περασμένη δικάσιμο, εγώ μεταβίβασα την περιουσία μου η οποία είναι εκτιμημένης αξίας και από τα 2 μέρη, συμφωνημένη και καταγραμμένη στο συμβόλαιο 250 000, τη μέρα που μεταβίβαζα είχα πάρει 190 500 και η κυρία Μαρία μου έκδωσε μια επιταγή 59 500 για να μου εξοφλά την περιουσία μου που τη συγκεκριμένη μέρα της παρέδιδα, άρα οι άλλες προϋποθέσεις που μπήκαν, μπήκαν, δεν θα το χαρακτηρίσω για ποιο λόγο μπήκαν. Αν έπαιρνα τις 70 000 που λέει ένας όρος παρακάτω θα επέστρεφα την επιταγή...Δεν τις πήρα ποτέ.» Ακολούθως παραπέμφθηκε στον όρο 9 (
- ix)της συμφωνίας, και ερωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση και ο παραπονούμενος απάντησε: «A. Όχι να εγγυηθεί εμένα, να εγγυηθεί την κυρία XXXXX η επιταγή, δηλαδή να εγγυηθεί το λαβείν μου. Είναι ξεκάθαρο και στο μυαλό της κυρίας XXXXX και όλους σας ότι εγώ δέχτηκα να μεταβιβάσω νοουμένου ότι θα μου δώσει, επειδή δεν μου έφερε την επιταγή, δέχτηκα να πιάσω μια επιταγή 59 500, που είναι ξεκάθαρο αυτό το πράμα, για να μου εξοφλά την περιουσία μου τη μέρα που μεταβίβαζα, τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. .... E. Καταγράφονται όσα έχουν πληρωθεί που είναι 190 500 χωρίς Φ.Π.Α, υπολείπεται λέτε 50 500 και σας εκδίδεται μια επιταγή 59500 η οποία θα επιστραφεί σε περίπτωση που γίνουν συγκεκριμένες εργασίες, άρα είναι εγγύηση όπως λέει και η συγκεκριμένη συμφωνία ότι σε περίπτωση που εκτελέσω αυτά τα πράγματα θα πληρωθώ 70 000 αλλά έχω παραβιάσει τη συμφωνία και μπορώ να εξαργυρώσω την επιταγή Α. Σωστά, όμως δεν πήρα ούτε 70 000 ούτε το λαβείν μου από τις επιπλέον εργασίες που ξεπερνούσαν την τότε περίοδο τις 30000. Πήρα μέρος των επιπλέον εργασιών, από το συμβόλαιο δεν θυμάμαι να πήρα, αν πήρα 5000 μόνο. Δεν ευθύνομαι εγώ, εγώ είχα τελειώσει και τα αλουμίνια και τις καλωδιώσεις ως εκεί που μπορούσα. Με τον πελεκάνο μας έφερε τα πρώτα σχέδια για να κάνουμε ερμάρια τον Νοέμβριο του '16, 3 μήνες μετά, εγώ δεν μπορούσα να τελειώσω με τον πελεκάνο για να μπορώ να πιάσω τις 70 συν τα έξτρα για να δώσω την επιταγή πίσω. Η επιταγή ήταν απλώς εγγύηση ότι θα πάρω το λαβείν μου για τις 250 000, την περιουσία που μεταβίβαζα εκείνη την ώρα. Δεν εγγυάτουν εμένα η επιταγή αλλά την κυρία XXXXX έναντι μου, όχι εμένα ότι θα κάμω τις εργασίες για να πιάσω την επιταγή. .... Κος Χαραλαμπίδης: Συμφωνείτε ότι σύμφωνα με τον ίδιο όρο της συμφωνίας εσείς δικαιούσασταν να εξαργυρώσετε την επιταγή μόνο όταν αποδεδειγμένα ο αγοραστής, δηλαδή η κατηγορουμένη και ο σύζυγος της αρνείτο ή αδυνατούσε να συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας, σωστά; Μάρτυρας: Κανένα όρο η κυρία XXXXX δεν τήρησε και σας λέω και παρουσιάζω και τεκμήριο ότι στις 28 Νοεμβρίου του '16 έχουν εκδοθεί σχέδια για την κουζίνα, μιλάμε για 3 μήνες μετά που έπρεπε να πληρωθώ την επιταγή εγώ από τον Λακκοτρύπη αρχιτέκτονα της κυρίας XXXXX που τον έφερε και διόρισε για να επιβλέπει και μου έφερε τα πρώτα σχέδια για ξυλουργικά 28 Νοεμβρίου του '16. Πώς μπορούσα εγώ Σεπτέμβρη του '16 να είχα τελειωμένα τα ξυλουργικά και να εισπράξω την επιταγή μου; Η επιταγή ξεκαθαρίζω ότι ήταν για να μου εξοφλά την περιουσία την οποία της μεταβίβαζα τη συγκεκριμένη μέρα. Τώρα αν έκαμα λάθος, που είναι πολλά τα λάθη που έκαμα για το συγκεκριμένο συμβόλαιο και με τη συμφωνία με την κυρία Μαρία και όλα τα λάθη που έκαμα τα πληρώνω και θα τα πληρώσω, αλλά δεν μπορώ να πληρώσω λάθη που εκάμαν άλλοι. E. Σας υποβάλλω ότι η κατηγορουμένη και ο σύζυγος της ουδέποτε αρνήθηκαν ή αδυνατούσαν να συμμορφωθούν με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και της τροποποιητικής συμφωνίας. A. Έχω εδώ για να κατατεθούν σαν τεκμήριο, δεν ξέρω ο δικηγόρος μου τι λέει, έχω στοιχεία που μέχρι 24.4.17 παρουσιάζαν μου σχέδια πώς θα τελειώσω το σπίτι. Έκαναν μετατροπές συνέχεια, έδιωξαν τον κύριο Στέλιο και έφεραν κάποιο κύριο Παναγιωτίδη και ο κύριος Παναγιωτίδης έκαμε έκθεση και η έκθεση 3 σελίδων τους έλεγε τι εργασίες, τι ενέργειες πρέπει να κάμουν, τι υλικά να προμηθεύσουν για να τελειώσω το σπίτι. E. Αντίθετα σας υποβάλλω ότι εσείς από την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας στις 13.7.16 μέχρι και 15 Σεπτεμβρίου του '16 που έπρεπε να έχετε ολοκληρώσει τα ξυλουργικά, αλουμίνια και καλωδιώσεις δεν κάνετε τίποτα παρότι είχατε μόλις εισπράξει ένα ποσό ανερχόμενο στις 124 548, 30 σεντ τον Μάρτη του '16. Α. Τον Μάρτη του '16 με γραπτή δήλωση και παραδοχή να πληρώσω 16 080 για παραγγελία αλουμινίων, έχω τα, μπορώ να τα παρουσιάσω σαν τεκμήριο. 27.4.17 μου έδωσαν σχέδια για κάποιες εργασίες που ήθελαν είτε έξω είτε μέσα στο σπίτι. Τον Μάρτη είχαμε συμφωνήσει το ποσό που θα με πλήρωναν για τις επιπλέον εργασίες όσον αφορά τα αλουμίνια, 26 Μαρτίου του ΄16 και εγώ τον Μάιο του '16 είχα ολοκληρώσει τα αλουμίνια... Όσον αφορά τις καλωδιώσεις που λέει το συμβόλαιο εγώ τις ολοκλήρωσα όλες μέχρι εκεί που μπορούσα. Έφερε σύστημα συναγερμού, μετά εβάλαν πώς θα τελειώσει ο ηλεκτρολόγος, μετά παράγγελναν κουζίνα, την κουζίνα την αλλάξαν 3 τόπους. Πώς μπορούσε ο ηλεκτρολόγος να ολοκληρώσει; Ο πελεκάνος πώς μπορούσε να ολοκληρώσει αφού στιγμής τα πρώτα σχέδια μου τα έδωσαν 28 Νοεμβρίου του '16 και στην πίεση μου ότι έχω να παίρνω και από το συμβόλαιο χρήματα, έχω να παίρνω και από επιπλέον εργασίες και ήρθε και η ημερομηνία της επιταγής, ειδοποίησα την κυρία Μαρία 3 μέρες πριν ότι την επιταγή θα την καταθέσω και μου λέει "κατέθεσε την" και κατέθεσα την. Επιστράφηκε η επιταγή, μου λέει "θα σου δώσω έναντι για τις επιπλέον και δώσε μου λίγο χρόνο". Με περίπαιζε για 6 μήνες τότε και μετά που εγίνηκε η μεγάλη πίεση άλλαξε κλειδωνιές και μου είπε "να πάεις στο καλό".» Αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 και 7 επιστολή ημερ. 2.3.17 και 19.3.17 αντίστοιχα, οι οποίες στάληκαν στον ίδιο από την κατηγορούμενη ζητώντας του να προβεί άμεσα στην ολοκλήρωση των εργασιών. Κατατέθηκαν επίσης οι επιστολές ημερ. 24.5.17 και 2.6. 17 (Τεκμήρια 8 και 9) οι οποίες ανταλλαγήκαν μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών αναφορικά με ισχυριζόμενες παραβάσεις της συμφωνίας. Αυτό που ουσιαστικά τέθηκε στον παραπονούμενο είναι ότι δεν υποχρεούτο η κατηγορούμενη να πληρώσει το ποσό των €70.000.- λόγω της μη ολοκλήρωσης των εργασιών και ως εκ τούτου ο παραπονούμενος έχασε και όποιο δικαίωμα είχε από την επίδικη επιταγή. Από τη μαρτυρία του παραπονούμενου, προκύπτει κατ' αρχάς ότι αυτός δεν αμφισβητεί ότι οι εργασίες που ανέφερε η κατηγορούμενη, δεν έγιναν όπως αυτές φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 5 και 5Α. Έντονη θέση του όμως αποτέλεσε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ολοκληρωθήκαν οι εργασίες των ξυλουργικών, αλουμινίων και καλωδιώσεων ήταν η καθυστέρηση η οποία προκαλείτο από την κατηγορούμενη, για τους λόγους τους οποίου εξήγησε και τεκμηρίωσε όπως φαίνεται από τα πιο πάνω αποσπάσματα της μαρτυρίας του. Υποστήριξε περαιτέρω ότι μεγάλο μέρος των πιο πάνω εργασιών είχαν γίνει και απέμεινε μόνο ένας μέρος τους για το οποίο ανέμεναν οδηγίες ή προμήθεια υλικών από την κατηγορούμενη. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται και από τον ΜΥ3, ο οποίος αναφέρθηκε σε μέρος των εργασιών για τα ξυλουργικά, αλουμίνια και καλωδιώσεις οι οποίες υπολείπονταν να ολοκληρωθούν με ενέργειες που έπρεπε να γίνουν από αμφότερες πλευρές. Οι θέσεις του παραπονούμενου για το λόγο τον οποίο οι υπό αμφισβήτηση εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν φαίνεται να ενόχλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο για τις εργασίες αυτές πριν την 15.9.16 και ούτε φαίνεται σε κανένα στάδιο να ζητά από τον παραπονούμενο να επιστρέψει την επιταγή. Αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας του παραπονούμενου, διαπιστώνω ότι ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν παρατηρώ οποιαδήποτε αντίφαση στα λεγόμενα του. Τεκμηρίωσε και εξήγησε πλήρως την εκδοχή του και η αξιοπίστια του δεν έχει κλονιστεί παρά την μακρά αντεξέταση που υπέστη. Η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Κληθείς σε απολογία, η κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως, καταθέτοντας ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση Τεκμήριο Α. Ουσιαστικά σε αυτήν καταγράφει την εκδοχή της ότι ο παραπονούμενος ενώ είχε προπληρωθεί για μεγάλο μέρος των εργασιών καθυστερούσε στην ολοκλήρωση της οικείας ενώ η ίδια της προσπαθούσε με τους συμβούλους της να βρεθεί μια λύση για να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Αρνήθηκε ότι το ποσό της επίδικης επιταγής αφορούσε τη διαφορά στην συμφωνημένη αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβίβασης και επέμενε ότι εάν ολοκληρώνονταν οι εργασίες ξυλουργικών, αλουμινίων και καλωδιώσεις θα πλήρωνε το ποσό των €70.000.- πλέον Φ.Π.Α. και η επιταγή θα επιστρεφόταν στην ίδια από τον παραπονούμενο. Αναφέρει επίσης ότι η ίδια είχε παραδώσει τα σχέδια για τα ξυλουργικά πολύ ενωρίτερα ενώ ο παραπονούμενος ξεκίνησε να τα τοποθετεί στις 4.10.16. Τα αλουμίνια όπως είπε επίσης ήταν έτοιμα με σχέδια από την αρχή και δεν ήταν δική τους ευθύνη να βρεθούν κατασκευαστικές λύσεις. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 10, 13, 15, 16 και 19 σχέδια τα οποία κατά την ίδια είχαν ετοιμαστεί και δοθεί στον παραπονούμενο και τους συνεργάτες του και δεν δικαιολογούσε την καθυστέρηση του παραπονούμενου στην εκτέλεση των εργασιών. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια 22 - 25 αποδείξεις είσπραξης τις οποίες λάμβανε από τον παραπονούμενο για πληρωμές που γίνονταν. Κατά την ίδια εφόσον γίνονταν κανονικά οι πληρωμές σύμφωνα με τις πιο πάνω αποδείξεις δεν της πέρασε από το μυαλό ότι ο παραπονούμενος θα προχωρούσε στην κατάθεση της επιταγής. Αντεξεταζόμενη της υποδείχθηκε η απόδειξη είσπραξης Τεκμήριο 26 για το ποσό των €32.058.- με ημερομηνία 3.11.16 στην οποία αναγράφεται ότι η πληρωμή αφορά εργασίες που έγιναν πριν τον Σεπτέμβριο 2016. Ερωτηθείς τι αφορά αυτή η απόδειξη απάντησε ότι είναι προκαταβολή για τις εργασίες των €70.000.- όχι όμως για εργασίες που έγιναν. Κατά την ίδια ο παραπονούμενος ζήτησε χρήματα για να προχωρήσει το σπίτι και αποδέχτηκαν για να ολοκληρωθούν οι εργασίες, υποστηρίζοντας ότι το ποσό αυτό του Τεκμηρίου 26 αφορούσε εργασίες που θα γίνονταν μετά την πληρωμή. Η εν λόγω πληρωμή όπως είπε έγινε από το σύζυγο της ενώ η ίδια έλαβε γνώση του περιεχομένου της απόδειξης πριν τη δίκη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 κατάσταση την οποία διατηρούσε η ίδια αναφορικά με τις πληρωμές που γίνονταν προς τον παραπονούμενο. Τις υποδείχθηκαν επίσης τα Τεκμήρια 28 και 29 τα οποία φέρουν τον τίτλο Διατακτικό πληρωμής ημερ. 11.7.16 και 28.9.16 αντίστοιχα, τα οποία κατά την ίδια δεν ήταν διατακτικά αλλά κατάσταση όπου αναφέρονται αναλυτικά οι εργασίες και η αξία τους και είναι υπογραμμένα από τον παραπονούμενο και την κατηγορούμενη, η οποία αναγνώρισε την υπογραφή της και ανέφερε ότι αποδέχτηκε το περιεχόμενο τους. Εν σχέση με την επίδικη επιταγή ανέφερε ότι πληροφορήθηκε από την τράπεζα στις 27.9.16 συγκεκριμένα από την XXXXX Τρυγωνάκη ότι παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή και ερωτήθηκε αν θα μεταφέρει χρήματα για να πληρωθεί και η απάντηση της ήταν ότι η επιταγή ήταν μόνο εγγύηση και δεν πρέπει να πληρωθεί. Δεν μπορούσε όπως είπε να ανακαλέσει την πληρωμή της γιατί ήδη είχε κατατεθεί και δεν πέρασε από το μυαλό της ότι θα πληρωνόταν εφόσον αφορούσε εργασίες οι οποίες ήταν σε πρώιμο στάδιο. Αρνήθηκε ότι ενημερώθηκε από τον παραπονούμενο πριν να καταθέσει την επιταγή και αν ενημερωνόταν θα του ζητούσε να μην την καταθέσει. Της υποδείχθηκε επίσης το σχέδιο κουζίνας Τεκμήριο 32 το οποίο όπως είπε υπογράφηκε περίπου στις 28.11.16 γιατί ο παραπονούμενος ζητούσε σχέδιο υπογραμμένο για να προχωρήσει στην κατασκευή και τοποθέτηση της και παρ' όλο όπου τα σχέδια ήταν έτοιμα 28.11.16 τοποθετήθηκε στις 17.2.17 (Τεκμήριο 34) και ο γρανίτης παραγγέλθηκε στις 30.3.17 (Τεκμήριο 33). Το Τεκμήριο 35 όπως είπε, σχέδια φωτισμού, είχαν δοθεί και προηγουμένως αλλά το τύπωσε ξανά στις 27.4.17 για να το δώσει στον ηλεκτρολόγο. Πιο πάνω έχω καταγράψει κατά συνοπτικό τρόπο τη μαρτυρία και εκδοχή της κατηγορούμενης. Τονίζω βεβαίως ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας της και τα τεκμήρια που έχει καταθέσει όπως αυτά καταγράφονται εις τα πρακτικά. Αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούμενης υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί, διαπιστώνω ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με την απαιτούμενη πειστικότητα τα όσα η ίδια πιστεύει για τους ακόλουθους λόγους: Στη συμφωνία Τεκμήριο 3 εις τον επίμαχο όρο 9 (
- ix)προβλέπονται τα ακόλουθα: «Συμφωνείται ότι η αξία του ακινήτου κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης ανέρχεται στις €250,000 ευρώ + ΦΠΑ. Ως εκ τούτου ο Αγοραστής οφείλει στον Πωλητή σύμφωνα με τις εργασίες που έχουν διεκπεραιωθεί μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης στην οικία και σύμφωνα με τις πληρωμές που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το ποσόν των €59,500 ευρώ + ΦΠΑ. Ως εγγύηση του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού, ο Αγοραστής θα εκδώσει επιταγή στον Πωλητή αξίας €59.500 και ημερομηνίας 20/09/2016. Ο Πωλητής υποχρεούται να κατέχει την επιταγή τουλάχιστον μέχρι τις 15/09/16. Στην περίπτωση που προχωρήσουν κανονικά οι εργασίες και πληρωθεί το ποσόν των €70.000 + Φ.Π.Α. με την ολοκλήρωση των ξυλουργικών, αλουμινίων και καλωδίωσης μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου 2016, ο Πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει την επιταγή στον Αγοραστή. Ο Πωλητής δικαιούται να εξαργυρώσει την εν λόγω επιταγή μόνο σε περίπτωση που ο Αγοραστής αποδειγμένα αρνείται ή αδυνατεί να συμμορφωθεί με τους όρους του Αγοραπωλητήριου Εγγράφου και της Παρούσας Τροποποιητικής Συμφωνίας.» Φαίνεται από τα πιο πάνω ότι η επίδικη επιταγή συνδέεται με το υπόλοιπο της αξίας της περιουσίας η οποία είχε μεταβιβαστεί προηγουμένως στους αγοραστές από τον παραπονούμενο και δόθηκε ως εγγύηση πληρωμής του υπολοίπου αυτού των €59.500.- και ο παραπονούμενος υποχρεούτο μάλιστα να την κατέχει τουλάχιστον μέχρι την 15.9.16. Από την άλλη, και παρά τη ρητή αναφορά των πιο πάνω εις το Τεκμήριο 3, η κατηγορούμενη στην μαρτυρία της ήταν έντονη ότι η επίδικη επιταγή δεν είχε καμία σχέση με τη συμφωνηθείσα αξία της περιουσίας που μεταβιβάστηκε. Το ότι και οι δυο πλευρές σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 επέλεξαν να συνδέσουν την πληρωμή της επιταγής και με άλλα ζητήματα όπως φαίνεται στον επίμαχο όρο, δεν αναιρεί την πρόθεση τους η οποία καταγράφηκε στο Τεκμήριο 3 ότι «Ως εγγύηση του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού, ο Αγοραστής θα εκδώσει επιταγή στον Πωλητή αξίας €59.500 και ημερομηνίας 20/09/2016.» Σύμφωνα με τη νομολογία το κριτήριο για την ερμηνεία συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1Β ΑΑΔ 1156). Εν προκειμένω θεωρώ ότι η διατύπωση του επίμαχου όρου είναι ξεκάθαρη και δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι με την επίδικη επιταγή η κατηγορούμενη εγγυήθηκε το ποσό των €59.500.- Ακολούθως, εάν πληρωνόταν το ποσό των €70.000.- πλέον ΦΠΑ μέχρι την 15.9.16 με την ολοκλήρωση των ξυλουργικών, αλουμινίων και καλωδιώσεων, η επιταγή θα επιστρέφετο στην κατηγορούμενη. Πέραν των πιο πάνω σύμφωνα με τον όρο αυτό της συμφωνίας Τεκμήριο 3, η επιταγή θα μπορούσε να εξαργυρωθεί από τον παραπονούμενο εάν η κατηγορούμενη ή ο σύζυγος της ως αγοραστές δεν συμμορφώνονταν ή αρνούνταν να συμμορφωθούν με τη συμφωνία. Όλα τα πιο πάνω σε συνάρτηση με το αποδεκτό γεγονός ότι το ποσό των €70.000.- πλέον Φ.Π.Α. μέχρι την 15.9.16 δεν είχε πληρωθεί, δεν δικαιολογούν και δεν τεκμηριώνουν την πεποίθηση της κατηγορούμενης ότι η πληρωμή της επιταγής ήταν μόνο και άμεσα συνυφασμένη με την ολοκλήρωση των ξυλουργικών, αλουμινίων και καλωδιώσεων. Η κατηγορούμενη δεν μπορεί να κριθεί πειστική για ακόμα ένα λόγο. Ενώ η πιο πάνω ημερομηνία 15.9.16 είχε παρέλθει και ενώ σύμφωνα με την κατηγορούμενη ο παραπονούμενος καθυστερούσε τις εργασίες, δεν έχει διαφανεί σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την 15.9.16 είτε να διαμαρτυρήθηκε για οποιοδήποτε λόγο είτε να είχε ζητήσει την επιστροφή της επιταγής είτε να είχε ανακαλέσει την πληρωμή της. Ούτε καν μέχρι την ημερομηνία όπου αυτή ήταν πληρωτέα ήτοι την 20.9.16 δεν φαίνεται η κατηγορούμενη να προέβηκε σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω ενέργειες. Η έντονη αντίδραση της για την συμπεριφορά του παραπονούμενου και τα όσα του καταλογίζει τα οποία ήταν υπόψη της πριν την ημερομηνία όπου η επιταγή κατέστη πληρωτέα, δεν δικαιολογούν την αδράνεια της και την μη λήψη μέτρων για να της επιστραφεί η επιταγή εάν σε εκείνο το ουσιώδες χρονικό σημείο είχε την πεποίθηση ότι δεν έπρεπε να κατατεθεί η επιταγή. Η κατηγορούμενη έδωσε την εντύπωση ότι είχε πλήρη επίγνωση και διαχειριζόταν πλήρως την κάθε λεπτομέρεια της συμφωνίας και της ανέγερσης της οικείας, ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού και ήταν ενήμερη όπως παρουσίασε στο Δικαστήριο για κάθε εργασία που γινόταν στο εργοτάξιο. Η εικόνα αυτή που παρουσίασε δεν δικαιολογεί την εξήγηση της ότι απλά δεν ανέμενε να κατατεθεί η επιταγή, εφόσον κατά την ίδια κατά το χρόνο όπου αυτή ήταν πληρωτέα, ήδη είχε διαφωνίες με τον παραπονούμενο. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το ποσό των €70.000.- πλέον ΦΠΑ δεν πληρώθηκε μέχρι την 15.9.17, για τους λόγους τους οποίους προβάλλει η ίδια. Από τη στιγμή όμως που γνώριζε ότι η μη πληρωμή του πιο πάνω ποσού έδιδε στον παραπονούμενο το δικαίωμα να κατέχει την επιταγή, όχι μόνο και πάλι δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για να της επιστραφεί, αλλά αντιθέτως και ενώ πληροφορήθηκε στις 27.9.16 από την τραπεζικό ΜΥ2 ότι η επιταγή κατατέθηκε, στις 28.9.16, δηλαδή την επομένη, υπέγραψε το Τεκμήριο 29 χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και ενώ καταγράφονται σε αυτό οι εκκρεμότητες δεν αναφέρεται οτιδήποτε αναφορικά με τα ξυλουργικά και καλωδιώσεις, παρά μόνο για κάποια ελαττώματα στα αλουμίνια τα οποία έχριζαν επιδιόρθωσης. Πέραν των πιο πάνω ενώ η κατηγορούμενη κατέθεσε τις αποδείξεις Τεκμήρια 22 - 25 για πληρωμές που έγιναν έναντι του συμβολαίου, φάνηκε κατά την αντεξέταση της ότι δεν κατέθεσε την απόδειξη Τεκμήριο 26 ημερ. 3.11.16 για το ποσό των €32.058 που πληρώθηκε όπως αναφέρεται στην απόδειξη αυτή έναντι εργασιών που έγιναν πριν τον Σεπτέμβριο
- Δικαιολόγησε το γεγονός ότι δεν κατέθεσε στην κυρίως εξέταση της την απόδειξη αυτή γιατί δεν το θεώρησε αναγκαίο και ανέφερε ότι είδε το περιεχόμενο της μόνο στα πλαίσια της υπόθεσης. Το Τεκμήριο 26 αποτελεί ακόμα ένα λόγο για τον οποίο η κατηγορούμενη δεν κρίνεται πειστική. Δεν είναι δυνατόν ούτε αναμενόμενο ενώ ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος δεν εδικαιούτο να καταθέσει την επιταγή λόγω της καθυστέρησης που προκαλούσε και ότι η ίδια της τηρούσε πιστά τους όρους της συμφωνίας πληρώνοντας κανονικά τον παραπονούμενο, στις 3.11.16 και ενώ κατά την ίδια είχε επέλθει η ρήξη στην σχέση τους, πλήρωσε στον παραπονούμενο το ποσό των €32.058.- οι οποίες μάλιστα αφορούσαν εργασίες που έγιναν πριν τον Σεπτέμβριο του
- Διεφάνηκε ότι η κατηγορούμενη δεν κατέθεσε την απόδειξη αυτή γιατί ήθελε να αποκρύψει το γεγονός αυτό το οποίο δημιουργεί ουσιαστικό ρήγμα στην εκδοχή της. Ούτε και κρίνεται πειστική η εξήγηση που έδωσε ότι δεν είχε προσέξει τι αναφερόταν στην απόδειξη Τεκμήριο 26, εφόσον όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 27, κατάσταση πληρωμών την οποία ετοίμασε η ίδια, η πληρωμή αυτή που αφορά το Τεκμήριο 26 καταγράφεται από την ίδια με περιγραφή «Μέρος των €70.000.- πλέον ΦΠΑ που θα πληρώνονταν με τα ξυλουργικά, αλουμίνια και καλωδίωση». Δεν είναι δυνατόν η ίδια της να λαμβάνει μια απόδειξη με την περιγραφή που αναφέρεται σε αυτήν και η ίδια της εις την κατάσταση την οποία ετοίμασε να καταγράφει άλλα. Τέλος, η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον αυτή καταρρίπτεται από τη μαρτυρία που παρουσίασε η ίδια. Σύμφωνα με τον επιμετρητή ποσοτήτων XXXXX Παναγιωτίδη (ΜΥ3) και τα όσα καταγράφει εις τα Τεκμήρια 41 και 42, του οποίου η μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί, πολλές από τις εργασίες που έπρεπε να ολοκληρωθούν αφορούσαν ενέργειες οι οποίες έπρεπε να γίνουν και από πλευράς κατηγορούμενης. Ως θα διαφανεί πιο κάτω ναι μεν ο ΜΥ3 διαπίστωσε τις εργασίες που υπολείπονται και ποιου υποχρέωση ήταν τον Απρίλιο του 2017, όμως οι εργασίες οι οποίες καταγράφονται ότι υπολείπονται αφορούν κατά μεγάλο μέρος και ενέργειες που έπρεπε να γίνουν και από πλευράς κατηγορούμενης, η οποία όμως με τη μαρτυρία της ήταν έντονη ότι η ίδια της ενεργούσε πάντοτε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα και πάντοτε ήταν τυπική με όσες υποχρέωσες είχε αναλάβει. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούμενης δεν κρίνεται πειστική εφόσον δεν υποστηρίζεται από την υπόλοιπη μαρτυρία που παρουσίασε αλλά και η ίδια της δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει την εκδοχή της. Συνεπώς, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται από πλευράς παραπονούμενου, η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή. Επόμενη μάρτυρας υπεράσπισης παρουσιάστηκε η XXXXX Τρυγωνάκη (ΜΥ2) η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Γνωρίζει όπως είπε την κατηγορούμενη της οποίας χειριζόταν τους λογαριασμούς της. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 36 - 40 καταστάσεις λογαριασμών στους οποίους αναφέρθηκε ο ΜΚ1 και αναφέρθηκε επίσης σε ακόμα ένα τρεχούμενο λογαριασμό εις τον οποίο δεν αναφέρθηκε ο ΜΚ1, με αριθμό XXXXX2269 (Τεκμήριο 36) εις το όνομα της κατηγορούμενης, με υπόλοιπο για την περίοδο 1.9.16 - 30.9.16 €54.147,46σ. Αναφέρθηκε στα πιστωτικά υπόλοιπα των λογαριασμών και ότι η κατηγορούμενη θα μπορούσε να προβεί σε ανάληψη χωρίς τη συγκατάθεση το συζύγου της, συνδικαιούχου των λογαριασμών και να πληρώσει οποιαδήποτε υποχρέωση ανά πάσα στιγμή. Όταν παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή η ίδια της επικοινώνησε με την κατηγορούμενη και την ρώτησε κατά πόσο θα μεταφέρει χρήματα και η κατηγορούμενη της είπε να την στείλει πίσω. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι εις τον λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή δεν υπήρχαν χρήματα για να πληρωθεί η επιταγή. Η μαρτυρία της ΜΥ2 επιβεβαιώνει τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1, δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης παρουσιάστηκε ο XXXXX Παναγιωτίδης (ΜΥ3). Είναι επιμετρητής ποσοτήτων ανέφερε τα προσόντα του τα οποία δεν αμφισβητηθήκαν όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Επικοινώνησε μαζί του όπως είπε η κατηγορούμενη τον Απρίλιο 2017 ζητώντας του να βοηθήσει στην επιτάχυνση των εργασιών για την ολοκλήρωση της οικείας της. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις εργασίες οι οποίες κατά τον ίδιο δεν ήταν ολοκληρωμένες τις οποίες κατέγραψε εις το Τεκμήριο 41 υποδεικνύοντας σε κάθε πλευρά ποιου ήταν η ευθύνη για να γίνει. Σημειώνω ότι οι παρατηρήσεις και η εμπλοκή του δεν αφορούν τον ουσιώδη επίδικο χρόνο όπου παρουσιάστηκε η επιταγή για πληρωμή. Κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 43 και 44 δέσμη φωτογραφιών ημερ. 25.4.17 και 28.4.17 τις οποίες περιέγραψε. Αναφέρθηκε σε κάποιες αλλαγές οι οποίες έγιναν καθ υπόδειξη του για κάποιες θύρες οι οποίες έπρεπε να σχεδιαστούν και σύμφωνα με το Τεκμήριο 41 και 42 έπρεπε ο σχεδιασμός να γίνει από τους αγοραστές. Ανέφερε επίσης απαντώντας σε σχετική ερώτηση ότι ευθύνη για την παραγωγή σχεδίων σε περιπτώσεις αλλαγών έχει ο πωλητής υπογραμμίζοντας όμως ότι απαιτούνται οι σαφείς οδηγίες του αγοραστή οι οποίοι επιθυμούν τις αλλαγές, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι ενόψει των προσόντων του μάρτυρα αυτού δεν έχω αμφιβολία ότι κατέθεσε ενώπιον μου ως εμπειρογνώμονας η μαρτυρία του οποίου θα βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Τονίζω ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει κατ' ουσία τις όποιες συμβατικές διαφορές των δυο πλευρών. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΥ3 είναι ότι και οι δυο πλευρές έπρεπε να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία του ότι εις ότι αφορά τις εργασίες αλουμινίων, καλωδιώσεων και ξυλουργικών είχε απομείνει ένα μικρό μέρος αυτών να ολοκληρωθούν για τις οποίες αναμένονταν κάποιες ενέργειες να γίνουν και από πλευράς κατηγορούμενης. Η μαρτυρία του δεν υποστηρίζει τη μαρτυρία της κατηγορούμενης, στο βαθμό όπου αυτή αφορά την παρούσα ποινική υπόθεση, εφόσον η ίδια της δεν είχε υποστηρίξει ή αποδεχτεί ότι η ίδια της έπρεπε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια και αρνείτο κάθε ευθύνη, ενώ κατά τον ΜΥ3 και η κατηγορούμενη από πλευράς της ακόμα και μέχρι τον Απρίλιο 2017 έπρεπε να προμηθεύσει τον παραπονούμενο με φωτιστικά, να δώσει σχέδια για τις θύρες, να επιλέξει γρανίτη, να δοθούν οδηγίες για την εγκατάσταση του τζακιού κλπ όπως αναφέρεται λεπτομερώς στα Τεκμήρια που κατέθεσε. Η μαρτυρία του η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, αφορά βεβαίως τον Απρίλιο 2017, ενώ η όποια ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης εξετάζεται με ουσιώδη χρόνο τον Σεπτέμβριο του
- Αυτό το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του και αφορά τα επίδικα ζητήματα είναι επαναλαμβάνω ότι και οι δυο πλευρές κατά τον ΜΥ3, έπρεπε να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την ολοκλήρωση των εργασιών, συμπεριλαμβανομένης και της κατηγορούμενης κάτι το οποίο η ίδια αρνήθηκε έντονα. Η μαρτυρία του ΜΥ3 δεν έχει αμφισβητηθεί, εξήγησε τις διαπιστώσεις του και τα συμπεράσματα του επαρκώς και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή εις τον βαθμό που αφορά την εξέταση των επίδικων ζητημάτων εις τα πλαίσια της υπόθεσης αυτής που εξετάζεται η τυχόν ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, αλλά και τα όσα παρέμειναν αδιαμφησβήτητα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Εις τα πλαίσια της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 13.7.16 (Τεκμήριο 3), η κατηγορούμενη υπέγραψε και παρέδωσε στον παραπονούμενο την επίδικη επιταγή πληρωτέα την 20.9.
- - Η επιταγή υπογράφηκε και παραδόθηκε στον παραπονούμενο σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στον όρο 9(ix) του Τεκμηρίου 3 ως αυτός καταγράφεται πιο πάνω. - Μέχρι την 15.9.16 οι αγοραστές δεν πλήρωσαν στον παραπονούμενο το ποσό των €70.000.- πλέον Φ.Π.Α. - Μέρος των εργασιών των ξυλουργικών, αλουμινίων και καλωδιώσεων δεν είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την 15.9.16 λόγω του ότι ο παραπονούμενος ανέμενε οδηγίες, σχέδια και προμήθεια υλικών από την κατηγορούμενη. - Η επιταγή κατατέθηκε από τον παραπονούμενο στην Τράπεζα στις 23.9.16 και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» σύμφωνα με σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 27.9.
- - Η κατηγορούμενη διέθετε και άλλους λογαριασμούς στην τράπεζα Κύπρου ως αυτοί καταγράφονται πιο πάνω (Τεκμήρια 36 - 40) στους οποίους υπήρχαν πιστωτικά υπόλοιπα. - Η κατηγορούμενη με οδηγίες της στην τραπεζικό XXXXX Τρυγωνάκη, δεν μετέφερε χρήματα στον επίδικο λογαριασμό για να πληρωθεί η επιταγή. - Η επιταγή παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. - Η κατηγορούμενη πριν την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής ήτοι την 20.9.16, δεν ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής ούτε ζήτησε από τον παραπονούμενο την επιστροφή της. Ως και πιο πάνω έχει αναφερθεί η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία στη βάση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προβλέπει τα εξής: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών, από την παρουσίαση της, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10,000.00) ή και στις δύο ποινές.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να αποδείξει ο παραπονούμενος είναι:
- Η έκδοση επιταγής
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως διεφάνηκε κατά το στάδιο της ακρόασης και όπως επίσης καταγράφεται στην τελική αγόρευση της κατηγορούμενης, η έκδοση της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη, η παρουσίαση της στην τράπεζα προς πληρωμή στις 23.9.17 και η μη πληρωμή της εντός 15 ημερών, δεν αμφισβητούνται. Το συστατικό στοιχείο το οποίο αμφισβητείται από την υπεράσπιση είναι ο λόγος μη πληρωμής της επιταγής, ήτοι λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, εφόσον σύμφωνα με την υπεράσπιση η κατηγορούμενη διέθετε κεφάλαια στην τράπεζα γενικά. Εις ότι αφορά το λόγο μη πληρωμής της επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(4)(γ) του Κεφ. 154 η σφραγίδα που φέρει η επίδικη επιταγή αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς το περιεχόμενο της. Σύμφωνα με τις σφραγίδες που φαίνονται στην επίδικη επιταγή φαίνεται ότι αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 23.9.16 και σφραγίστηκε στις 27.9.16 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Σύμφωνα με τη σφραγίδα που φέρει η επίδικη επιταγή και συνιστά μαχητό τεκμήριο για το λόγο μη πληρωμής, φαίνεται ως λόγος μη πληρωμής «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Το γεγονός ότι η επιταγή φέρει σφραγίδα «να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» κάτι τέτοιο δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση επανακατάθεσης της, ούτε τέτοια υποχρέωση προβλέπεται από το Νόμο και ως λόγος μη πληρωμής της παραμένει η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων (Wellfit Engineering Co Ltd και Άλλος ν. Άκη Xαπίδη,
(2004)2 Α.Α.Δ. 271) Εις ότι αφορά το πιο πάνω ζήτημα, θέση του παραπονούμενου όπως διεφάνηκε από την τελική αγόρευση του κ Φασουλιώτη αποτέλεσε ότι η απόδειξη του συστατικού στοιχείου της έλλειψης κεφαλαίων όπως ερμηνεύθηκε στην υπόθεσης Πασχάλη άλλος ν. Αστυνομίας,
(1993)2 Α.Α.Δ. 283 και Wellfit Engineering (ανωτέρω η οποία αφορούσε επιταγή η οποία εκδόθηκε την 12.12.96) αφορούσαν το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα όπως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών στις πιο πάνω υποθέσεις, όπου το άρθρο 305Α
(1)ως ίσχυε μέχρι την αντικατάσταση του από τον Νόμο 36(Ι)/1997, γινόταν σε αυτό ρητή πρόνοια σε διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη «..εν αυτή.» ήτοι γενικά στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή. Στο άρθρο 305Α
(1)όπως ισχύει σήμερα, μετά την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο 36(Ι)/1997 δεν υπάρχει τέτοια αναφορά παρά του ότι γίνεται αναφορά σε «διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη». Η υπόθεση Πασχάλη (ανωτέρω) εξέτασε συγκεκριμένα τον όρο «εν αυτή» δίδοντας την ερμηνεία της λέξης αυτής ότι περιλαμβάνει όλα τα διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη στην τράπεζα του γενικότερα. Παρά του ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 305Α
(1)ως ισχύει σήμερα σε διαθέσιμα κεφάλαια «εν αυτή», είμαι της άποψης ότι η αναφορά σε διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη, παραπέμπει και πάλι σε κεφάλαια του εκδότη γενικά στην συγκεκριμένη τράπεζα. Για την εν λόγω κατάληξη μου λαμβάνω υπόψη ότι στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018, έγινε αναφορά στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd (ανωτέρω), χωρίς να γίνει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στο αποτέλεσμα ενόψει της διαφοράς εις το λεκτικό του άρθρου ως ισχύει σήμερα. Εις ότι αφορά δε το συστατικό στοιχείο της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη, στην πιο πάνω υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD (βλ. ανωτέρω) λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Είναι στο τέλος της ημέρας που θα κριθεί αν υπήρξε μετάθεση του αποδεικτικού βάρους της έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον ουσιώδη χρόνο (Wellfit Engineering Co Ltd κ.α. ν. Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271), όπου και θα αξιολογηθούν άλλα γεγονότα και συμπεριφορές τις οποίες λανθασμένα το Δικαστήριο δεν ενέταξε στη γενική εικόνα.» Προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω ότι στην προκειμένη περίπτωση ενόψει του μαχητού τεκμηρίου που υφίσταται με την ένδειξη της σφραγίδας ως προς το λόγο μη πληρωμής της επιταγής, το βάρος πλέον μεταφέρεται στην κατηγορούμενη η οποία πρέπει να αποδείξει ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθεί η επίδικη επιταγή, είτε από το λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή είτε από άλλους λογαριασμούς τους οποίους διατηρούσε στην εν λόγω τράπεζα αξιολογώντας, όπως αναφέρεται στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES ανωτέρω, «άλλα γεγονότα και συμπεριφορές». Σημειώνω κατ' αρχάς ότι στην προκειμένη περίπτωση η προβολή της υπεράσπισης των διαθεσίμων κεφαλαίων από πλευράς κατηγορούμενης δεν υποστηρίζεται από την όλη εκδοχή της καθώς επίσης έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την ουσιαστική της θέση ότι η επίδικη επιταγή δεν έπρεπε να πληρωθεί για τους λόγους που υποστήριξε. Δεν μπορεί η κατηγορούμενη από τη μια να ισχυρίζεται ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή της επιταγής αλλά από την άλλη να είναι έντονη και κάθετη ότι η ίδια της δεν κατέστησε τα κεφάλαια αυτά διαθέσιμα για τους δικούς της λόγους. Το ότι υπήρχαν χρήματα σε άλλους λογαριασμούς της κατηγορούμενης είτε σε προσωπικούς της είτε σε κοινούς με τον σύζυγο της, τα οποία όμως δεν ήταν διαθέσιμα κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής για να πληρωθεί η επιταγή δεν αναιρεί το γεγονός ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων την στιγμή όπου αυτή παρουσιάστηκε προς πληρωμή στην τράπεζα και παρέμεινε απλήρωτη για 15 ημέρες ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής απόφασης της κατηγορούμενης και ενώ κατά την ίδια υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Τονίζω περαιτέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο λόγος που τα όποια κεφάλαια της κατηγορούμενης δεν ήταν διαθέσιμα κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίασης της επίδικης επιταγής ήταν αποτέλεσμα συνειδητής ενέργειας και απόφασης της ίδιας της κατηγορούμενης, εφόσον σύμφωνα με την μαρτυρία της τραπεζικού XXXXX Τρυγωνάκη (ΜΥ2), ενώ θα μπορούσε να καταστήσει τα απαιτούμενα κεφάλαια για πληρωμή της επιταγής διαθέσιμα, με τις πράξεις της κατέστησε όλα τα κεφάλαια της μη διαθέσιμα για την πληρωμή της επίδικης επιταγής, κατά τρόπο που εμποδίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να ισχυρίζεται ότι υπήρχαν τέτοια κεφάλαια διαθέσιμα. Κλείνοντας με το ζήτημα αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι η έννοια των διαθεσίμων κεφαλαίων δεν μπορεί να ερμηνευτεί σε απομόνωση από τις όποιες ενέργειες της κατηγορούμενης ή με τον τρόπο όπου τέτοια κεφάλαια είναι διαθέσιμα. Το να είναι διαθέσιμα τα κεφάλαια για πληρωμή της επιταγής δεν νοείται μόνο να υπάρχουν χρήματα κατατεθειμένα σε λογαριασμό από τον οποίο θα μπορούσε να πληρωθεί η επιταγή. Διαθέσιμα κεφάλαια με την απλή ερμηνεία των λέξεων σημαίνει αυτά να είναι διαθέσιμα κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα για να πληρωθεί χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από πλευράς είτε του εκδότη είτε της τράπεζας. Στην προκειμένη περίπτωση όπου αριθμός λογαριασμών που διατηρούσε η κατηγορούμενη ήταν δεσμευμένοι αλλά και η ίδια της δεν επέτρεψε τη μεταφορά χρημάτων στον λογαριασμό για να πληρωθεί η επιταγή, συνεπάγεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τα κεφάλαια αυτά δεν ήταν διαθέσιμα κατά τρόπο που θα μπορούσαν να διατεθούν προς πληρωμή της επιταγής ανά πάσα στιγμή, καθιστώντας τα έτσι μη διαθέσιμα. Ως εκ των πιο πάνω η κατηγορούμενη απέτυχε να τεκμηριώσει ότι κατά το χρόνο παρουσίασης και κατάθεσης της επιταγής υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή της επιταγής και αυτό ενόψει των ενεργειών της, και συνεπώς έχει καταδειχθεί ότι ο λόγος μη πληρωμής της επιταγής είναι τα ανεπαρκή υπόλοιπα όπως φαίνεται στην σφραγίδα του Τεκμηρίου 1. Ως εκ των πιο πάνω, αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της μη πληρωμής της επιταγής λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της κατηγορούμενης. Τέλος θα πρέπει να εξεταστεί η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο παραπονούμενος κατά το χρόνο κατάθεσης της επιταγής δεν ήταν κάτοχος εν τη εννοία του Νόμου και δεν είχε δικαίωμα στην παρουσίαση και πληρωμή της επίδικης επιταγής ενόψει του πιο πάνω όρου της συμφωνίας Τεκμήριο 3 ο οποίος καταγράφηκε αυτούσιος. Σύμφωνα με το άρθρο του Κεφ. 262 «"κάτοχος" σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών.» Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη εξέδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενο την επίδικη επιταγή ως πληρωμή έναντι της αξίας της αγοράς τεμαχίου και ανέγερσης κατοικίας όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 3. Η νόμιμη κατοχή της επιταγής από τον παραπονούμενο ουδέποτε αμφισβητήθηκε πριν την ημερομηνία πληρωμής της, ούτε όταν αυτή κατέστη πληρωτέα παρατηρήθηκε οποιαδήποτε αντίδραση από την κατηγορούμενη και ενώ αυτή εγνώριζε ότι η επιταγή κατέχετο από τον παραπονούμενο από τον Ιούλιο 2016 και ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα του να κατέχει αυτή πριν την ημερομηνία όπου ήταν πληρωτέα την 20.9.16. Προνοείται περαιτέρω με τον όρο 9(ix) του Τεκμηρίου 3 ότι ο παραπονούμενος θα υποχρεούται μάλιστα να κατέχει την επιταγή μέχρι την 15.9.16 όπου και πάλι μέχρι τότε η κατηγορούμενη δεν αμφισβήτησε την υποχρέωση του παραπονούμενου να κατέχει την επιταγή. Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, είναι αρκετό ότι η επιταγή δόθηκε για αξία στον παραπονούμενο ήτοι εις τα πλαίσια της συμφωνίας πώλησης τεμαχίου και ανέγερσης κατοικίας σύμφωνα με τον όρο 9(ix) του Τεκμηρίου 3 και η νόμιμη κατοχή της επιταγής από τον ίδιο κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και εμποδίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την κατηγορούμενη να καταθέσει την επιταγή. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν προβαίνει σε εξέταση των συμβατικών διαφορών των δυο πλευρών ούτε και η παράβαση συμφωνίας μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση στο αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154. (Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, Λούτσιου Νέλλη ν. Αστυνομίας (Αρ. 2),
(2003)2 Α.Α.Δ. 343). Εις το βαθμό που απαιτείται, για σκοπούς εξέτασης ποινικής ευθύνης εις τα πλαίσια του άρθρου 305Α
(1), έχει αποδειχθεί ότι ο παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο όπου εκδόθηκε και του παραδόθηκε η επίδικη επιταγή ήταν κάτοχος αυτής εν τη εννοία του Κεφ. 262. Από τη στιγμή όπου ο παραπονούμενος ήταν κάτοχος αυτής για αξία, εφόσον αφορούσε μέρος του τιμήματος αγοράς και ανέγερσης κατοικίας, και η μαρτυρία του στο σύνολο της έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο, περιλαμβανομένης και αυτής που αφορούσε το αντάλλαγμα, τότε το βάρος απόδειξης μετατέθηκε εις τους ώμους της κατηγορούμενης να αποδείξει το αντίθετο, όπου ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας της απέτυχε να αποσείσει το βάρος αυτό (Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, Γιαννάκης Τριφταρίδης ν. Σάββα Ηρακλέους, Ποινική Έφεση 340/15, ημερομηνίας 18.11.2017). Η μαρτυρία της κατηγορούμενης όπως προαναφέρθηκε επεκτάθηκε σε ζητήματα που δεν μπορούν να κριθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπου μάλιστα το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει είναι αυστηρής ευθύνης, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η απόδειξη οποιασδήποτε πρόθεσης από μέρους της για την μη πληρωμή της επιταγής. Συνεπώς, η ενασχόληση του παρόντος Δικαστηρίου με θέματα όπως αυτά έχουν προωθηθεί από πλευράς υπεράσπισης, θα καταστρατηγούσε το πνεύμα και σκοπό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα αλλά και την ποινική φύση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, η οποία διατηρεί κάθε δικαίωμα να εγείρει οποιοδήποτε απαίτηση για παράβαση συμφωνίας ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου. Ως εκ των πιο πάνω η επί του προκειμένου εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τα όσα κατέγραψα πιο πάνω καταλήγω ότι ο παραπονούμενος απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και απέδειξε την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, η ενασχόληση με την εισήγηση του κου Φασουλιώτη ότι η κατηγορούμενη θα μπορούσε να κριθεί ένοχη επί τη βάση του άρθρου 305Α
(2)δεν κρίνεται αναγκαία. Συνεπώς η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο