Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κεστεκίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5986/15, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5986/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- XXXXX Κεστεκίδη 2.XXXXX Κεστεκίδη 3.XXXXX Δήμου Κατηγορουμένων ------------------------ Ημερομηνία: 30.05.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα Αριστείδου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες, γι' αυτούς ο κ. Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενος 3 παρών, γι' αυτόν ο κ. Ν. Νεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση, ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος την 24.5.2014 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στο XXXXX Νικοδήμου από τη Λεμεσό. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη δεύτερη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, παράνομα επιτέθηκε κατά του XXXXX Νικοδήμου από τη Λεμεσό. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την τρίτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στο XXXXX Νικοδήμου από τη Λεμεσό. Ο τρίτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις υπόλοιπες τρεις κατηγορίες και που έχουν ως ακολούθως: Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο τρίτος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη τόπο και χρόνο, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στο XXXXX Νικοδήμου από τη Λεμεσό. Η πέμπτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο τρίτος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, παράνομα επιτέθηκε κατά του XXXXX Νικοδήμου από τη Λεμεσό. Η έκτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91 Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο τρίτος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, προκάλεσε ανησυχία στο XXXXX Νικοδήμου από τη Λεμεσό, απειλώντας τον με παράνομη πράξη, δηλαδή του είπε: «αν δεν ανοίξεις την είσοδο εν να σε σκοτώσω». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. XXXXX Νικοδήμου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, στον χώρο στάθμευσης του Mall στη Λεμεσό, ο πατέρας του, ήτοι ο Μ.Κ. 2, διοργάνωσε έκθεση με είδη κήπου και ο ίδιος πήγε εκεί για να τον βοηθήσει, εκτελώντας χρέη εισόδου και να κόβει εισιτήρια, το αντίτιμο της εσόδου ήταν €5 και άκουσε διάφορα παράπονα για την κίνηση αυτή, διότι δεν υπήρχε αυξημένη προσέλευση. Σε κάποια φάση ήρθε προς το μέρος ο πρώτος κατηγορούμενος και άρχισε να συζητά με τον πατέρα του για το θέμα της εισόδου και ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος έπιασε τον πατέρα του από τον λαιμό και από τον γιακά, χωρίς να είναι σίγουρος. Αμέσως σηκώστηκε και στάθηκε μπροστά από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος τον γρονθοκόπησε άπαξ στο πρόσωπο. Τότε ο μάρτυρας πήγε στο μέρος του για να τον σπρώξει και να τον απομακρύνει και τότε ένιωσε έναν δυνατό πόνο στον ώμο, όπου παρουσιάζει πρόβλημα από τον καιρό που υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, τον έπιασαν από τον λαιμό και τον ώμο και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος τον γρονθοκόπησε άπαξ, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και άρχισαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να τον κλωτσούν. Μετά δεν θυμόταν τίποτα και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Δεν κτύπησε τους κατηγορούμενους 1 και 2, παρά μόνο μπήκε μπροστά για να προστατεύσει τον πατέρα του. Προφορικά, αναγνώρισε τους κατηγορούμενους 1 και 2, ότι κτυπήθηκε στον δεξί ώμο και στο δεξί μέρος του κεφαλιού του, στην έκταση που θυμόταν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1, στο αντίτιμο των €5 που υπήρχε την επίδικη μέρα για να επιτραπεί η είσοδος στην έκθεση που διοργάνωσε ο πατέρας του και τα παράπονα που υπήρχαν από εκθέτες και που στόχο είχαν τον πατέρα του, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο πατέρας του εκνευρίστηκε συνεπεία των πιο πάνω παραπόνων. Περιέγραψε την σκηνή όπου μια γυναίκα ενδιαφέρθηκε να εισέλθει στην έκθεση, όπου ο πατέρας του ζήτησε το αντίτιμο της εισόδου και ο πρώτος κατηγορούμενος ενδιαφέρθηκε να της δώσει πρόσκληση εισόδου, χωρίς να θυμάται ο μάρτυρας εάν υπήρχαν προσκλήσεις για την συγκεκριμένη έκθεση. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν ο πατέρας του κτύπησε τον πρώτο κατηγορούμενο αρπάζοντας τον από τον λαιμό πάνω στον θυμό του όταν συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα θα κατείχε πρόσκληση για να εισέλθει στην έκθεση και ούτε ήταν σε θέση να θυμάται κατά πόσο ο πρώτος κατηγορούμενος προσπαθούσε να βγάλει τα χέρια του Μ.Κ. 2 από τον λαιμό του και μπήκε ο ίδιος στη φάση όταν και άλλο πρόσωπο προσπαθούσε να απομακρύνει τον πατέρα του. Ανέφερε ότι ήταν στην προσπάθεια του να αμυνθεί όταν ένιωσε τον πόνο στον ώμο του και πιο συγκεκριμένα ότι δέχθηκε κτυπήματα στην προσπάθεια να χωρίσει τον πατέρα του από τον πρώτο κατηγορούμενο, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ψεύδεται. Ανέφερε επίσης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του απολογήθηκε στο νοσοκομείο, στην παρουσία αστυνομικού, αρνούμενος επίσης αντίθετη υποβληθείσα θέση. Αναφέρθηκε επίσης και στην υπόθεση όπου για το ίδιο περιστατικό ο ίδιος και ο πατέρας του είναι κατηγορούμενοι, καθώς επίσης και στην αγωγή που κίνησε ο πρώτος κατηγορούμενος εναντίον του για τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος ότι υπέστη συνεπεία του επίδικου περιστατικού. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι δεν έχει κτυπηθεί ο ίδιος και ο πατέρας του από οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους, καθώς και το πως έγινε το επίδικο περιστατικό που κύριο άξονα ήταν ότι αυτός και ο πατέρας του κτυπούσαν τον πρώτο κατηγορούμενο και οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι προσέτρεξαν για να απομακρύνουν τον πρώτο κατηγορούμενο από αυτόν και τον πατέρα του και από τα κτυπήματα που προκάλεσαν στον πρώτο κατηγορούμενο, συνεπεία των οποίων προκλήθηκε αμυντικό κάταγμα ωλένης. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. XXXXX Νικοδήμου, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του - τεκμήρια 2 και 3, καθώς επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 4 το διαφημιστικό της έκθεσης που έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο. Ουσιαστική είναι η κατάθεση του - τεκμήριο 2, διότι η κατάθεση του - τεκμήριο 3 επικεντρώνεται στην έκφραση παραπόνου ότι κτυπήθηκε από τους κατηγορούμενους 1 και 3 και επιπρόσθετα ότι ο κατηγορούμενος 3 τον έχει απειλήσει και εξυβρίσει (η έβδομη κατηγορία έχει διακοπεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και συνεπώς δεν θα απαχολήσει το Δικαστήριο). Στην κατάθεση του - τεκμήριο 2, αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, κατά την διάρκεια της έκθεσης που υπήρχε στον χώρο στάθμευσης του Mall στην Λεμεσό, τον προσέγγισε ο πρώτος κατηγορούμενος και του είπε ΄΄Θα κλείσει η είσοδος και δεν θα κόψετε άλλα εισιτήρια΄΄ και χωρίς να του απαντήσει ο μάρτυρας, ο πρώτος κατηγορούμενος χειρονομούσε και τον έσπρωχνε για να τον κτυπήσει. Τότε ο γιός του, ήτοι ο Μ.Κ. 1, προσπάθησε να επέμβει για να τους χωρίσει και τότε ήταν που ο τρίτος κατηγορούμενος τον άρπαξε από πίσω, περνώντας το χέρι του από το λαιμό και τότε είδε τους κατηγορούμενους 1 και 2 να κτυπούν τον Μ.Κ. 1 με γροθιές στο κεφάλι, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος κτύπησε τον γιό του στην κοιλιά με το γόνατο του και τότε ο γιός του έπεσε κάτω στο έδαφος λιπόθυμος και τότε ο τρίτος κατηγορούμενος τον άφησε και πήγε προς το μέρος του γιου του και τον κλώτσησε στο κεφάλι. Σε όλη την διάρκεια του επεισοδίου, ο τρίτος κατηγορούμενος τον έβριζε με την φράση ΄΄είσαι ένας παλιάνθρωπος΄΄ και τον απειλούσε με την φράση ΄΄Αν δεν ανοίξεις την είσοδο εν να σε σκοτώσω΄΄. Ο μάρτυρας δεν ενεπλάκηκε στον καυγά, λόγω του ότι τον κρατούσε ο τρίτος κατηγορούμενος και ούτε έχει κτυπήσει κάποιον, ούτε ο γιός του κτύπησε κάποιον, αλλά αντίθετα τον κτύπησαν. Ο γιός του βρισκόταν στο έδαφος για πάνω από 20 λεπτά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο, όπου εκεί εξετάστηκε από τους ιατρούς, οι οποίοι διαπίστωσαν εξάρθρωση δεξιού ώμου και διάσειση. Προφορικά στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τους κατηγορούμενους και περιέγραψε το πως έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και την διάρκεια του, ήτοι το πως του επιτέθηκαν και τα κίνητρα τους που ήταν οικονομικά και την διαφωνία τους να καταβάλλεται αντίτιμο για να επιτρέπεται η είσοδος. Δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα στο παρελθόν με τους κατηγορούμενους τους οποίους γνώριζε από άλλες εκθέσεις και για τον ίδιο η έκθεση διαλύθηκε όταν ο γιος του έπεσε στο έδαφος και ανέμενε το ασθενοφόρο να έρθει να τον παραλάβει, όπου και τον συνόδευσε στο νοσοκομείο, αφήνοντας την έκθεση έρμαιο στους κατηγορούμενους, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, αλλά σε κατοπινό στάδιο επέστρεψε. Προηγήθηκε παράπονο του ιδίου στην αστυνομία όταν έδινε την κατάθεση του, καθώς επίσης και σε άλλες διαδικασίες που εκκρεμούν, ήτοι αστικής και ποινικής φύσεως εναντίον του ιδίου και του γιου του, ενώ ο ίδιος δεν έχει κινήσει άλλες διαδικασίες, διότι δεν έλαβε έγκαιρα νομική συμβουλή. Περιέγραψε επίσης τον τρόπο που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κτύπησαν τον γιο του στην κοιλιά και στο κεφάλι αντίστοιχα, προσπάθησε ανεπιτυχώς να προσεγγίσει τους πρώτους δύο κατηγορούμενους, όπως διευκρίνησε κατά την αντεξέταση του, για να αποσυρθεί αμοιβαία το οποιοδήποτε παράπονο αλλά εκδιώχθηκε και δεν έγινε οποιαδήποτε αντίστοιχη προσέγγιση από τους κατηγορούμενους, εμμένοντας ο ίδιος στην θέση του ότι εξακολουθεί να έχει παράπονο και από τους τρεις κατηγορούμενους. Η αντεξέταση του ήταν μακρά, έντονη και διήρκησε δύο δικασίμους. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων 1 και 2, δεν θυμόταν με ακρίβεια την ημερομηνία και την ώρα που έδωσε την κατάθεση του, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ειδοποιήθηκε για να δώσει κατάθεση στην αστυνομία, το ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε, την επίστηση που έγινε πριν δώσει κατάθεση, την παραμονή του ιδίου και του γιου του υπό κράτηση για ένα βράδυ, την μετάβαση του στην αστυνομία μαζί με τον γιο του, όπου στην διαδρομή προς στην αστυνομία δεν συζήτησαν το επίδικο περιστατικό και τον λόγο μετάβασης τους στην αστυνομία, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι οι κατηγορούμενοι σκηνοθέτησαν την εκδοχή τους, την οποία και απορρίπτει, ήτοι ότι αυτός και ο γιος του δεν κτύπησαν κανέναν και κατά τον ίδιο το ένταλμα σύλληψης που υπήρχε εναντίον του δεν υφίστατο και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ανέφερε τα όσα αναγράφονται στην κατάθεση του για να αποποιηθεί των ευθυνών του. Περιέγραψε εκ νέου για το πως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κτυπούσαν τον γιο του και εξέφρασε άγνοια για την οποιανδήποτε σωματική βλάβη του κατηγορούμενου 1, δίνοντας όμως έμφαση ότι ο κατηγορούμενος 1 προσέγγισε τον γιο του και τον παρακάλεσε να μην τον καταγγείλει όταν είδε ότι ο γιος του είχε υποστεί βλάβη, αφήνοντας αιχμές και σκιές ως προς την αυθεντικότητα του ιατρικού πιστοποιητικού του ιδιώτη θεράποντα ιατρού του κατηγορούμενου 1, λέγοντας ότι οι δυο τους πάνε περίπατο μαζί με τις μοτοσικλέτες και ευχήθηκε να υπήρχε ιατρικό πιστοποιητικό από το νοσοκομείο, αν και κατά την θέση του το ιατρικό πρόβλημα του πρώτου κατηγορούμενου και τα οποιαδήποτε τραύματα του προϋπήρχαν και έδωσε τις δικές του ερμηνείες ως προς το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ. XXXXX Τρύφωνος του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού. Περιέγραψε επίσης την συμπεριφορά των κατηγορουμένων πριν το επίδικο περιστατικό, όπου εναντιονόντουσαν στην καταβολή αντιτίμου στην είσοδο και τα όσα ακολούθησαν του επίδικου περιστατικού με την ανεξέλεγκτη είσοδο, με παράθεση συγκεκριμένων παραδειγμάτων που ανέφερε ο ίδιος, καθώς και με παραδείγματα που του υποβλήθηκαν ότι έλαβαν χώρα. Αρνήθηκε εκ νέου υποβληθείσες θέσεις για το πως έγινε το επίδικο περιστατικό, δίνοντας επίσης την δική του εκδοχή, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι όλα τελείωσαν όταν λιποθύμησε ο γιος του και από τον φόβο τους έτρεξαν να τον βρουν στο νοσοκομείο, όπου ο γιος του πήγε πρώτος στο νοσοκομείο και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος που πήγε στο νοσοκομείο, αλλά και για τα κίνητρα του να ειδοποιήσει την αστυνομία. Αναφέρθηκε επίσης στους λόγους που δεν έχει προβεί σε καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής και γενικά την νομική συμβουλή που έλαβε, αφήνοντας αιχμές στα κίνητρα έγερσης της αγωγής εναντίον του, έχοντας υπ΄ όψη το χρονικό σημείο έγερσης της αγωγής, ήτοι στην εκπνοή της προθεσμίας όπου υπήρχε το δικαίωμα έγερσης αγωγής. Ανέφερε επίσης ότι έχει δώσει στην αστυνομία των εκθετών που έλαβαν μέρος στην έκθεση την επίδικη μέρα. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του τρίτου κατηγορουμένου, ανέφερε ότι επαναλαμβάνει τα όσα περιγράφει στην κατάθεση του και περιέγραψε πως έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και την εμπλοκή του κάθε κατηγορούμενου και την χρονική στιγμή που ενεπλάκησαν και ειδικότερα ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο αυτός τον έπιασε από τον λαιμό και τον εξουδετέρωσε και ακολούθως κλώτσησε τον γιο του στο κεφάλι, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως κύριο άξονα ότι ο τρίτος κατηγορούμενος ενεπλάκηκε στο επίδικο περιστατικό για να χωρίσει τους Μ.Κ. 1 και 2 από το να κτυπούν τον πρώτο κατηγορούμενο και όχι για να πιάσει από τον λαιμό τον μάρτυρα και ούτε να τον απειλήσει ή να τον εξυβρίσει ή να κτυπήσει τον γιο του, αποδίδοντας ταυτόχρονα ο μάρτυρας οικονομικά κίνητρα του τρίτου κατηγορούμενου με το να εξαναγκάσει τον μάρτυρα να ανοίξει την είσοδο και να εργαστεί ο τρίτος κατηγορούμενος καλύτερα. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι αποπειράθηκε να κτυπήσει τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος τον προειδοποίησε να μην κτυπήσει κανένα και εκεί έληξε το όλο περιστατικό και ότι σκοπός του τρίτου κατηγορουμένου ήταν να τον προστατεύσει να μην διαπράξει άλλο αδίκημα, λόγω και της γνωριμίας μεταξύ τους. Έδωσε επίσης κάποιες τοποθετήσεις ως προς το ζήτημα της εισόδου στην έκθεση και τα παράπονα που υπήρχαν για το αντίτιμο της εισόδου, αναφερόμενος επίσης και σε προηγούμενες συμμετοχές των κατηγορουμένων σε άλλες εκθέσεις στο παρελθόν. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο τα αλλότρια κίνητρα του μάρτυρα στο να καταγγείλει τον κατηγορούμενο 3, ήτοι την απόπειρα εξουδετέρωσης της μαρτυρίας του πρώτου κατηγορούμενου ως παραπονούμενου. Αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες και τον χρόνο όπου έγινε η καταγγελία στην αστυνομία και την κατάθεση που έδωσε σε αυτήν, ήτοι τα τεκμήρια 2 και
- Κατά την επανεξέταση του κατατέθηκε το τεκμήριο 6, που αφορά εκκρεμούσα αγωγή που εκκρεμεί εναντίον του ιδίου και του γιου του ως εναγόμενους και με ενάγοντα τον πρώτο κατηγορούμενο και έδωσε τις δικές του τοποθετήσεις για αυτήν την αγωγή. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο αστυφύλακας κ. XXXXX Βρυωνή, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 7, στην οποία επικεντρώνεται στα καθήκοντα του ως ανακριτής και πιο συγκεκριμένα στην λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον τρίτο κατηγορούμενο, τους ισχυρισμούς που αυτός έδωσε και ότι τον κατηγορούσε γραπτώς, του επίστησε την προσοχή στον νόμο και αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Προφορικά κατέθεσε ως τεκμήρια 8 και 9 την γραπτή κατάθεση που έδωσε ο τρίτος κατηγορούμενος και την κατηγορία που του απαγγέλθηκε στην οποία απάντησε μη παραδοχή, αναγνώρισε δε στο εδώλιο του κατηγορουμένου τον τρίτο κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των κατηγορουμένων 1 και 2, ανέφερε ότι δεν ήταν εις γνώση του εάν προηγουμένως λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις από τους Μ.Κ. 1 και 2 και κατά πόσο διερευνάτο υπόθεση επίθεσης προκαλούσας βαριάς σωματικής βλάβης. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο αστυφύλακας XXXXX2 κ. XXXXX Πουλλαδόφωνος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 10, στην οποία κάνει αναφορά στα καθήκοντα του ως ανακριτής και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Συγκεκριμένα κάνει αναφορά στην λήψη του παραπόνου από τον Μ.Κ. 2 ότι ο γιος του κτυπήθηκε από κάποια άτομα, μετέβηκε στην σκηνή όπου δεν βρήκε τους Μ.Κ. 1 και 2 λόγω της μετάβασης τους στο νοσοκομείο. Τότε μετέβηκε και ο ίδιος στο νοσοκομείο, όπου συνάντησε τον Μ.Κ. 1, ο οποίος του ανέφερε ότι τον κτύπησαν οι κατηγορούμενοι και του χορήγησε ιατρικό έντυπο και τον κάλεσε στον σταθμό για να δώσει κατάθεση. Απο εξετάσεις που διενήργησε διαπίστωσε ότι στο επεισόδιο συμμετείχαν οι Μ.Κ. 1 και 2 και οι κατηγορούμενοι. Μετέβηκε εκ νέου στο μέρος όπου έγινε το περιστατικό, όπου εκεί αυτήν την φορά συνάντησε τον Μ.Κ. 1, ο οποίος του εξέφρασε και αυτός παράπονο και του εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το συμβάν, έλαβε όμως παράπονο και από τους κατηγορούμενους, για το οποίο περιστατικό ενημερώθηκε το ΤΑΕ Λεμεσού και διερευνούσε την υπόθεση. Έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορούμενους 1 και 2 για διερευνώμενη υπόθεσης επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και οι οποίοι όταν κατηγορήθηκαν και τους επιστήθηκε η προσοχή τους στον νόμο απάντησαν ότι δεν παραδέχονται. Προφορικά και ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε τις ανακριτικές καταθέσεις που έλαβε από τους κατηγορούμενους 1 και 2, τις κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν, ήτοι τα τεκμήρια 11 έως 14, αντίστοιχα, καθώς επίσης και ως τεκμήριο 15 το παραπεμπτικό έντυπο για ιατρική εξέταση του Μ.Κ. 1, όπου συμπλήρωσε το πρώτο μέρος αυτού και ο ιατρός το δεύτερο και το παρέλαβε ο ίδιος από το νοσοκομείο. Στην αντεξέταση του, έδωσε περισσότερες διευκρινήσεις για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής από τα όσα του ανέφεραν οι κατηγορούμενοι και οι Μ.Κ. 1 και 2 και τα παράπονα που εξέφρασαν και τις εκδοχές του, καθώς επίσης και τις ενέργειες που είχε προβεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης τόσο επί τόπου στην σκηνή, όπου εκεί μετέβηκε δύο φορές, τους εκεί παρευρισκόμενους και στο ότι δεν κατέστη εφικτό να ληφθεί άλλη επιπρόσθετη μαρτυρία, πέραν των άμεσα εμπλεκόμενων, για τους λόγους που επεξήγησε, καθώς και πως περιήλθε στην αντίληψη του το τεκμήριο 15 και τι αυτό περιέχει. Ως Μ.Κ. 5, κατέθεσε ο Δρ. XXXXX Δημοσθένους, τα προσόντα του οποίου είναι παραδεκτά. Υιοθέτησε την ιατρική του έκθεση, ήτοι το δεύτερο μέρος του τεκμηρίου 15, περιγράφοντας την εξέταση που διενήργησε στις 24/5/2014 στον Μ.Κ. 1 και τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα ως ιατρός, επεξηγώντας επίσης την διαδικασία που ακολουθείται για την σύνταξη των ιατρικών πιστοποιητικών. Του υποδείχθηκε επίσης το τεκμήριο 16, το οποίο επίσης αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά τον Μ.Κ. 1, εκφράζοντας την άποψη ότι τα τραύματα ήταν πρόσφατα, χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει τον μηχανισμό κάκωσης. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε στο τι μπορεί προκαλέσει το κεφαλομάτωμα, κοινώς ως καρούμπαλο, επεξήγησε τις ώρες που αναγράφονται σε αυτό και πως γενικά γίνεται τέτοια αναγραφή, τονίζοντας επίσης ότι ο Μ.Κ. 1 δεν είχε κάταγμα, ο δε ώμος του ήταν φουσκωμένος, ήτοι το ένα χέρι ήταν διαφορετικό από το άλλο. Επεξήγησε την πηγή προέλευσης των αναφορών που γίνονται για ξυλοδαρμό και συμπλοκή και ο Μ.Κ. 1 του ανέφερε ότι υπήρχε πρόβλημα στον ώμο του από τον καιρό που υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία και ότι είχε συχνά πρόβλημα εξάρθρωσης του ώμου, δίνοντας επίσης την δική του ερμηνεία για το πως και πότε μπορεί να εξαρθρωθεί ένας ώμος, να επέλθει διάσειση, κεφαλομάτωμα, καθώς επίσης και κάταγμα στην μεσότητα της ωλένης. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Κ. 1 δεν είχε εκδορές, ερυθρότητα, ούτε έτρεχε αίμα, δεν εντόπισε τίποτε στο τριχωτό της κεφαλής, παρά μόνο στο μέτωπο. Ολοκληρώνοντας την μαρτυρία του ο πιο πάνω μάρτυρας, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, σχετικό είναι το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Αναφορικά με το αδίκημα της κοινής επίθεσης, το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: "Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές". Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574. Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται. Αναφορικά με το αδίκημα της απειλής, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: << Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη>>. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: 91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το κριτήριο και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το κριτήριο κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κριτήριο θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς τον Μ.Κ. 5 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως ιατρός - εμπειρογνώμονας, έχοντας υπ΄ όψη ότι τα προσόντα του και γενικά η ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας, η αξιολόγηση του θα γίνει και από αυτό το πέπλο. Ο εμπειρογνώμονας, επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Με γνώμονα, πυξίδα και οδοδείκτη λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που τέθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, οι Μ.Κ. 3 και 4 θα αξιολογηθούν κάτω και από αυτό το πέπλο. Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ως προς τα τεκμήρια που κατατέθηκαν προς αναγνώριση και παρέμειναν ως τέτοια, δεν θα αποδοθούν σε αυτά οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι παρέμειναν ως τεκμήρια προς αναγνώριση και δεν έχουν κατατεθεί ως κανονικά τεκμήρια. Ως προς την επιλογή των κατηγορουμένων να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και τον τρόπο που αυτή αξιολογείται, στην υπόθεση Α.Δ. εναντίον Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/14 ημερομηνίας 22 Ιουνίου 2016, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γιώργος Ερωτοκρίτου, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης». Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω πλαίσιο που διέπει την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης, κρίνει ότι εν΄ όψει της απουσίας άλλης μαρτυρίας από πλευράς υπεράσπισης που να επιβεβαιώνει την εκδοχή της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι υποβληθείσες θέσεις από πλευράς υπεράσπισης για το πως έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, που είναι και ο πυρήνας της υπεράσπισης, δεν έγιναν αποδεκτές από τους Μ.Κ. 1 και 2, δεν αφήνουν άλλο περιθώριο στο Δικαστήριο από το να κρίνει ότι οι ανώμοτες δηλώσεις δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική αξία. Το γεγονός ότι μέσα από αυτές, γίνεται παραπομπή στις κατεθέσεις των κατηγορουμένων, αυτές οι καταθέσεις δεν δύνανται να έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι οι κατηγορούμενοι δεν τις υιοθέτησαν ενόρκως ή με διαβεβαίωση, έτσι ώστε να δοκιμαστούν μέσα από την βάσανο της αντεξέτασης. Έχοντας υπ΄ όψη το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν κατέθεσαν ενόρκως και ούτε προσκόμισαν μάρτυρες υπεράσπισης, οι θέσεις που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι στους μάρτυρες κατηγορίας και που δεν έχουν γίνει αποδεκτές, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική αξία. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία, σε συνδυασμό με τα παραδεκτά γεγονότα, για εξαχθούν εκείνα τα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα και κατά πόσο υπάγονται αυτά στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Αναμφίβολα λοιπόν, οι μάρτυρες - κλειδιά στην παρούσα υπόθεση, ήταν οι Μ.Κ. 1 και 2, οι οποίοι ήταν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες και λόγω ακριβώς αυτής τους της ιδιότητας, το Δικαστήριο τους έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω παρακολούθηση στην δια ζώσης τους μαρτυρίας, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει τέτοιες αντιφάσεις στις μαρτυρίες τους, που δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επουσιώδεις και δικαιολογημένες, με αποτέλεσμα οι εν λόγω αντιφάσεις, να κλονίζουν σε τέτοιο βαθμό την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων, που δεν παρέχουν στο Δικαστήριο εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν εκείνα τα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, που να υπάγονται στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω. Κατ΄ αρχήν, έχει αναλωθεί αρκετός χρόνος κατά την αντεξέταση για τα ζητήματα που αφορούν εκκρεμούσες διαδικασίες αστικής και ποινικής φύσεως, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα ζητήματα δεν διαδραματίζουν οποιονδήποτε αποφασιστικό ρόλο για να κριθεί η αξιοπιστία των Μ.Κ. 1 και 2, διότι αφορούν διαδικασίες που θα κληθούν άλλα αρμόδια Δικαστήρια να εξετάσουν. Επίσης αναλώθηκε αρκετός χρόνος κατά την αντεξέταση στο κατά πόσο ποια ήταν η πλευρά που εξέφρασε πρώτη το παράπονο της εναντίον της άλλης και κατά πόσο ανακρίνονταν όταν έδιναν τις καταθέσεις τους ή κατά πόσο υπέβαλλαν παράπονο. Αναμφίβολα, αυτά τα ζητήματα δεν διαδραματίζουν οποιονδήποτε αποφασιστικό ρόλο στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας, διότι δεν εξαρτάται η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εάν προέβη πρώτος ή όχι σε οποιανδήποτε καταγγελία και κατά πόσο έδινε κατάθεση ως ύποπτος ή ως παραπονούμενος. Το κατά πόσο είχαν δοθεί προσκλήσεις για να εισέρχονται άτομα στον χώρο όπου έγιναν οι προσκλήσεις, είναι ένα επουσιώδης ζήτημα και που δεν θα κριθεί η αξιοπιστία των μαρτύρων και που εν πάση περιπτώσει, οι Μ.Κ. 1 και 2 δεν ήταν σε θέση να θυμούνται επακριβώς εάν υπήρχαν, οι δε υποβληθείσες θέσεις ότι υπήρχαν, παρέμειναν αναπόδεικτες, διότι δεν προσκομίστηκε η ανάλογη μαρτυρία. Το Δικαστήριο προχωρεί στην παράθεση εκείνων των ουσιωδών κενών και αντιφάσεων στις μαρτυρίες των Μ.Κ. 1 και 2, που το Δικαστήριο κρίνει ότι ήταν σε τέτοιο βαθμό και έκταση, που δεν παρέχουν στο Δικαστήριο εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που με την σειρά τους θα υπάγονταν στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ. 1, στην κατάθεση του αναφέρει ότι είδε τον πρώτο κατηγορούμενο να πιάνει από τον λαιμό ή από τον γιακκά τον Μ.Κ. 2, προφορικά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ακριβώς κατά πόσο ο πρώτος κατηγορούμενος έπιασε από τον λαιμό τον πατέρα του, ήτοι τον Μ.Κ. 2 ή από τον γιακά και αυτό το κενό μνήμης δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως δικαιολογημένο, διότι άπτεται ακριβώς του πυρήνα των γεγονότων που ήταν έντονα και όχι για κάποιο επουσιώδης γεγονός ή λεπτομέρεια, που είναι απόλυτα φυσικό κάποιος να μην θυμάται με την πάροδο του χρόνου. Επί αυτού του σημείου μάλιστα, ο Μ.Κ. 2 στην κατάθεση του παρουσιάζει έναν διαφορετικό τρόπο εκτύλιξης του συμβάντος και πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισε να τον σπρώχνει για να τον κτυπήσει. Η δε αναφορά του ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο πατέρας του κτύπησε τον πρώτο κατηγορούμενο, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια προσπάθεια κάλυψης του πατέρα του. Ο Μ.Κ. 1, στην κατάθεση του - τεκμήριο 1, δεν κάνει καμία αναφορά για προβαλλόμενη θέση ότι τελούσε υπό καθεστώς άμυνας, καθ΄ ότι στην κατάθεση του αναφέρει ότι πήγε να σπρώξει τον πρώτο κατηγορούμενο για να τον απομακρύνει αφού προηγουμένως ο πρώτος κατηγορούμενος τον κτύπησε, ενώ προφορικά έχει αναφέρει ότι ήταν αμυνόμενος και ότι ο πόνος στον ώμο άρχισε όταν τον κτυπούσαν, προβάλοντας δηλαδή μια διαφορετική εκδοχή ως προς την αιτία πρόκλησης των πόνων στων ώμο, ήτοι υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές για αυτό το ζήτημα, διότι ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι προήλθαν από το σπρώξιμο του ιδίου προς τον πρώτο κατηγορούμενο, καθώς επίσης προβάλλει την θέση ότι προήλθαν από τα κτυπήματα που δέχθηκε, πέραν βεβαίως της προβληθείσας για πρώτη φορά προφορικώς ότι τελούσε υπό καθεστώς άμυνας. Επίσης, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστη η αναφορά του Μ.Κ. 1 ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του απολογήθηκε στο νοσοκομείο, διότι στην κατάθεση του, το μόνο που λέει ότι έλαβε χώρα στο νοσοκομείο, ήταν ότι προσήλθε η αστυνομία και θα αναμενόταν ως λογική εξέλιξη, εάν πράγματι ο πρώτος κατηγορούμενος απολογείτο στον Μ.Κ. 1, να γινόταν αναφορά στην κατάθεση του για να ενισχυθεί η εκδοχή του. Η δε αναφορά του ότι δεν θυμόταν σε ποιο μέρος του νοσοκομείου έγινε η εν λόγω απολογία, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι ενέπιπτε στην όλη αμήχανη στάση του κατά την ακροαματική διαδικασία. Επί αυτού του σημείου, ο Μ.Κ. 2, αρχικά έχει ουσιαστικά αποδομήσει την αναφορά του Μ.Κ. 1 περί απολογίας εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, διότι ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι δεν έχει γίνει οποιαδήποτε προσέγγιση εκ μέρους των κατηγορουμένων προς αυτόν τον σκοπό, αλλά απεναντίας η μόνη προσέγγιση, ήταν από τον ίδιο προς τους κατηγορούμενους 1 και 2 δια μέσου της μητέρας τους για απόσυρση των κατηγοριών, πρωτοβουλία η οποία δεν έτυχε θετικής ανταπόκρισης από την άλλη πλευρά. Σε κατοπινό στάδιο όμως, αντιλαμβανόμενος προφανώς αυτήν την αντίφαση και για να ευθυγραμμιστεί, αλλά και να ενισχύσει την εκδοχή του Μ.Κ. 1, ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παρακαλούσε τον Μ.Κ. 1 να μην τον καταγγείλει. Επιπρόσθετα δε, ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι παρών στην εν λόγω απολογία ήταν και αστυνομικός, ενώ τέτοια μαρτυρία από αστυνομικό δεν έχει προσκομισθεί και ούτε επιβεβαιωθεί. Ενώ ο Μ.Κ. 1 δεν κάποια κάποια αναφορά στην εμπλοκή του τρίτου κατηγορούμενου, ο Μ.Κ. 2 παρουσιάζει έναν τέτοιο βαθμό εμπλοκής τρίτου κατηγορούμενου, που είναι πραγματικά απορίας άξιο που δεν αναφέρθηκε καν ο Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος ουσιαστικά τον εξουδετέρωσε, αρπάζοντας τον από τον λαιμό και το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να αναφερόταν και από τον Μ.Κ. 1 ένα τόσο σημαντικό γεγονός, που αναμφίβολα δεν αποτελεί κάποια επουσιώδη λεπτομέρεια ή γεγονός, αλλά αφορά τον καθ΄ εαυτό πυρήνα της εκδοχής τους. Ο Μ.Κ. 2 περιέγραψε χαρακτηριστικά τον τρόπο που ο δεύτερος κατηγορούμενος κτύπησε τον Μ.Κ. 1 στην κοιλιά, ενώ ο Μ.Κ. 1 δεν περιέγραψε ένα τέτοιο χαρακτηριστικό κτύπημα στην κοιλιά, ήτοι με το γόνατο του ο δεύτερος κατηγορούμενος να κτυπά τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 2 περιέπεσε σε αμφιταλαντεύσεις και αντιφάσεις, προβάλλοντας διαδοχικά διαφορετικό τρόπο δράσης του τρίτου κατηγορούμενου εναντίον του Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα, έχει προβάλει την θέση ότι ενώ ο Μ.Κ. 1 ήταν λιπόθυμος, ο τρίτος κατηγορούμενος τον κτύπησε στο κεφάλι, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι όταν ο Μ.Κ. 1 έμεινε αναίσθητος έληξε το όλο περιστατικό, σε άλλο στάδιο είπε ότι με την τελευταία κλωτσιά τελείωσαν όλα και σε άλλο σημείο ανέφερε ότι ο Μ.Κ. 1 ενδεχομένως να λιποθύμησε από τις κλωτσιές που δέχθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο. Η προσπάθεια του μάρτυρα να αφήσει σκιές αναφορικά με τις συνθήκες λήψης του ιατρικού πιστοποιητικού, ήτοι του τεκμηρίου 17, καθώς επίσης και του περιεχομένου του, κάνοντας αναφορά για φιλικές σχέσεις του πρώτου κατηγορουμένου με τον θεράποντα ιατρού του, λέγοντας επίσης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ας πρόσεχε που κτυπούσε, πέφτει στο κενό, διότι το τεκμήριο 17 κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου του, εξαλείφοντας κάθε περιθώριο αμφισβήτησης του, από την στιγμή μάλιστα που το τεκμήριο 17 κάνει αναφορά για μετατοπισμένο αμυντικό κάταγμα ωλένης δεξιά που υπέστη ο πρώτος κατηγορούμενος. Ως προς την αναφορά του Μ.Κ. 2 περί απειλών που εκτοξεύθηκαν από τον τρίτο κατηγορούμενο προς το πρόσωπο του, επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει ενώπιον του εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο, διότι ο μεν Μ.Κ. 1, όντας παρών στον χώρο και αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του όλου περιστατικού, δεν κάνει καν αναφορά για τον τρίτο κατηγορούμενο, ως πιο πάνω αναφέρεται και είναι απορίας άξιο πως ο Μ.Κ. 1 να μην άκουσε να απειλείται ο Μ.Κ. 2 από τον τρίτο κατηγορούμενο, από την στιγμή μάλιστα που ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος τον απειλούσε με πολύ δυνατή φωνή. Το λογικό θα ήταν επομένως, αυτή η απειλή που εκτοξεύθηκε από τον τρίτο κατηγορούμενο με δυνατή φωνή, ως η εκδοχή από τον Μ.Κ. 2, να γινόταν αντιληπτή από τον Μ.Κ. 1, ενώ τίποτα δεν ανέφερε ο Μ.Κ. 1 περί τούτου. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, οι μαρτυρίες των Μ.Κ. 1 και 2 δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο, λόγω ακριβώς των πιο πάνω κενών και αντιφάσεων. Ως προς τον Μ.Κ. 3, χωρίς κανένα δισταγμό το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη και εν πάση περιπτώσει, τα καθήκοντα του επικεντρώθηκαν στην λήψη κατάθεσης από τον τρίτο κατηγορούμενο και την απαγγελία σε αυτόν σχετικών κατηγοριών και δεν διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο, ως εκτελών χρέη ανακριτή, έστω και σε αυτήν την περιορισμένη έκταση. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, αυτός ήταν ο κύριος ανακριτής της υπόθεσης, διότι ήταν και το άτομο που διενήργησε δύο φορές επιτόπια εξέταση στον χώρο όπου έγινε το επίδικο συμβάν, δέχθηκε τα παράπονα από τους εκεί παρευρισκομένους που κατονόμασε, έλαβε τις καταθέσεις και απήγγειλε τις κατηγορίες από τους κατηγορουμένους 1 και
- Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας ως ανακριτής, εκτέλεσε στο ακέραιο, με αντικειμενικότητα και αμεροληψία τα καθήκοντα του ως ανακριτής, διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο αναφορικά με τις ενέργειες που έχει προβεί ως εξεταστής, τι υπόθεση επακριβώς εξέταζε και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως π.χ. ότι ήταν δέκτης των παραπόνων από τους άμεσα εμπλεκόμενους, τον χώρο και τον τόπο όπου δέχθηκε τα εν λόγω παράπονα και τι αυτά περιλάμβαναν. Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να αποσιωπήσει ή να παραποιήσει γεγονότα. Έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας αναζήτησε επιπρόσθετη μαρτυρία στον χώρο από άλλα πρόσωπα και ότι αυτή η προσπάθεια του έπεσε στο κενό, για τους λόγους που ανέφερε και που ήταν κυρίως η απροθυμία προσώπων να καταθέσουν. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα κρίνεται ως αξιόπιστη. Τέλος, ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, αυτός κρίνεται και κάτω από το πέπλο του εμπειρογνώμονα, με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση των πραγματογνωμόνων, ως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Αναμφίβολα ο εν λόγω μάρτυρας είναι πραγματογνώμονας, εν΄ όψει του ότι τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Το Δικαστήριο, κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει διαπιστώσει ότι προσήλθε ο μάρτυρας για να διαφωτίσει το Δικαστήριο, μέσα από την επιστημονική του κατάρτιση και εμπειρία, ως προς την κλινική εικόνα του Μ.Κ. 1 και αναμφίβολα δεν έχει διαπιστώσει οποιανδήποτε απόπειρα του μάρτυρα όπως μεροληπτήσει υπέρ του Μ.Κ.
- Διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξέτασε τον Μ.Κ. 1 και τα ευρήματα και συμπεράσματα του που προήλθαν από αυτήν την εξέταση και επεξήγησε τα όσα περιέχονται στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε, ήτοι το τεκμήριο 15, καθώς επίσης και την πηγή της γνώσης του. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο μάρτυρας αυτός εντόπισε τα τραύματα που υπήρχαν στον Μ.Κ. 1, ήτοι η κάκωση ώμου, ο οποίος ήταν φουσκωμένος, η ελαφριά διάσειση και το κεφαλομάτωμα (καρούμπαλο), το οποίο ήταν πρόσφατο.. Κοινός παρονομαστής όμως των εξηγήσεων, των ερμηνειών και γενικά της μαρτυρίας του, ήταν ότι ο μηχανισμός, ήτοι ο τρόπος και γενικά η αιτία που προκλήθηκαν αυτά, μπορούν να ποικίλουν, δίνοντας μάλιστα συγκεκριμένα παραδείγματα, μέσα από τα οποία ορισμένα συμβαδίζουν με την εκδοχή που παρουσίασαν οι Μ.Κ. 1 και 2, ήτοι από κτύπημα, αφήνοντας βεβαίως και ανοικτό το παράθυρο για άλλες αιτίες και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως απόλυτα λογικό και αναμενόμενο, διότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε όχι ως αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας, αλλά ως εμπειρογνώμονας. Από την στιγμή όμως, που το Δικαστήριο έκρινε με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτυριών των Μ.Κ. 1 και 2 ότι οι μαρτυρίες τους δεν παρέχουν στο Δικαστήριο εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να αποδεικνύουν τις επίδικες κατηγορίες, αναμφίβολα, δεν δύναται η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα να επιβεβαιώσει ή να ενισχύσει την εκδοχή των Μ.Κ. 1 και 2, ήτοι ότι ο Μ.Κ. 1 παρουσίασε τα εν λόγω τραύματα λόγω της επίθεσης που δέχθηκε από τους κατηγορούμενους, μη ύπαρξης δηλαδή ασφαλούς μαρτυρικού υποβάθρου που να καταδεικνύει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ επίθεσης και τραυμάτων, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι μέσα από το τεκμήριο 17, το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεκτό, γίνεται λόγος για μετατοπισμένο αμυντικό κάταγμα ωλένης δεξιά, τραύμα που ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και μέσα από το τεκμήριο 18, το περιεχόμενο του οποίου επίσης είναι παραδεκτό, όπου γίνεται και σε αυτό λόγος για οίδημα στην ίδια ουσιαστικά περιοχή, καθώς επίσης και για κάταγμα στην ωλένη. Συνεπώς, από την στιγμή που υπάρχει ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 φέρει αμυντικό τραύμα, το ασφαλές συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί, είναι ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν αμυνόμενος και κατ΄ επέκταση, δεν συμβαδίζει με την εκδοχή και γενικά τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 1 και 2, που παρουσίασαν τον πρώτο κατηγορούμενο να επιτίθεται και εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή τους δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αποδεκτή μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο