← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σιακαλλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9586/2017, 25/5/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σιακαλλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9586/2017, 25/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9586/2017 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα αρχή ν.

  1. XXXXX Σιακαλλής
  2. XXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Μ. Ιωαννίδου για Ι.Μοδίτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε από το Ν.70(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 26η Ιουλίου 2008 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, εξέδωσαν στον XXXXX Ιεροδιακόνου από την Αθηαίνου, την επιταγή με αριθμό XXXXX3105 για το ποσό των €65.000.- πληρωτέα την 26/07/2008 η οποία όταν παρουσιάστηκε στις 30/07/2008 στην τράπεζα από την οποία εκδόθηκε δεν εξοφλήθη λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των εκδοτών της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες, ενώ η κατάθεση ενός προσώπου κατατέθηκε εκ συμφώνου (βλ. τεκμ.12). Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έδωσαν ενόρκως μαρτυρία. Δεν κάλεσαν μάρτυρες υπεράσπισης. Να σημειωθεί επίσης ότι συνολικά κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 12 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτώς την τελική της αγόρευση. Όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΚ1 Αστ. XXXXX1 XXXXX Φρίξου Αναφέρθηκε στην καταγγελία του παραπονούμενου (ΜΚ3) στο ΤΑΕ Λεμεσού την 21.11.16 για την παρούσα υπόθεση και στη λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τους κατηγορούμενους, τους οποίους στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς (βλ. την κατάθεση της τεκμήριο 1). Κατέθεσε δε ενώπιον του Δικαστηρίου την επίδικη επιταγή ως Τεκμήριο 2, τις εν λόγω ανακριτικές καταθέσεις και γραπτές κατηγορίες ως Τεκμήρια 3 - 6, καθώς επίσης τα Τεκμήρια 7 -
  2. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι στην ίδια δεν έγινε οποιοδήποτε άλλο παράπονο πέραν από τις 21.11.
  3. ΜΚ2 XXXXX Βακανά Παναγιώτου Αναγνώρισε κατ'αρχήν την κατάθεση της ημερ. 07.03.17, Τεκμήριο
  4. Εις αυτήν αναφέρει ότι η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2 (την οποία αναγνώρισε) επιστράφηκε στο δικαιούχο της λόγω μη επαρκών υπολοίπων, οι υπογραφές των εκδοτών έχουν ελεγχθεί και είναι ορθές σύμφωνα με το δείγμα της τράπεζας, της τότε ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς και ο λογαριασμός των εκδοτών είναι πλέον κλειστός. Οι εκδότες ήταν οι κατηγορούμενοι. Η επιταγή κατατέθηκε την 30.07.08 όπως φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού των εκδοτών που δόθηκε. Στην κατάσταση λογαριασμού που υπάρχει στο Τεκμήριο 8 και αφορά τον επίδικο λογαριασμό φαίνεται πότε κατατέθηκε η επίδικη επιταγή (βλ. 1η σελίδα). Στην αντεξέταση της είπε ότι ήταν προηγουμένως στη ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς. Ακολούθως απάντησε σε ερωτήσεις για την επίδικη επιταγή. Μεταξύ άλλων είπε ότι η μπλε σφραγίδα στην επιταγή σημαίνει ότι πήγε στην τράπεζα ενώ η κόκκινη είναι δική τους για να πάει πίσω. Επέμενε δε ότι με βάση τις υπογραφές που φαίνονται στο σύστημα τους, οι υπογραφές στην επιταγή ανήκουν στους κατηγορούμενους. Τέλος είπε ότι ο παραπονούμενος ειδοποιήθηκε από τις 30.07.
  5. ΜΚ3 XXXXX Ιεροδιακόνου Στην κατάθεση του Τεκμήριο 10, την οποία αναγνώρισε, αναφέρεται σε δανεισμό του XXXXX Σιακαλλή ποσού Λ.Κ.7.000 το καλοκαίρι του 2008 για να πληρώσει εντάλματα και να μην πάει φυλακή, παρουσία του γιου του XXXXX και της κόρης του XXXXX, με υπόσχεση να του τα επιστρέψει σε μια βδομάδα. Στη συνέχεια εξηγεί πως το ποσό δανεισμού έφτασε τις €100.000 και πως εξελίχθηκαν τα πράγματα στη συνέχεια όταν πλέον το ποσό ήταν €178.
  6. Την 26.07.08 του εδόθη η επίδικη επιταγή για €65.000 και την 30.07.08 άλλη μια επιταγή για €20.000, αμφότερες της ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς και οι οποίες εκδόθηκαν από τους κατηγορούμενους. Τις έκαμε αμφότερες κατάθεση στο λογαριασμό του στη ΣΠΕ Αθηαίνου αλλά σε 20 περίπου μέρες τον ειδοποίησε η τράπεζα ότι ήταν ακάλυπτες. Στην αντεξέταση του είπε ότι την επιταγή τη συμπλήρωσε ο XXXXX ή η αδελφή του, ενώ ακολούθως είπε ο XXXXX Κωνσταντίνου. Στη συνέχεια είπε πρέπει να είναι η αδελφή του η XXXXX. Ως προς τις υπογραφές είπε ότι τις έβαλε ο XXXXX Σιακαλλής. Ο XXXXX υπόγραψε μπροστά του και η αδελφή του θα υπόγραφε στο γραφείο. Την επιταγή του την έδωσε ο XXXXX Σιακαλλής. Αρνήθηκε ότι δεν υπόγραψαν οι κατηγορούμενοι την επιταγή. Ως προς το γιατί καθυστέρησε να πάει στην Αστυνομία ανέφερε ότι πήγε σε πολλούς σταθμούς και στο Αρχηγείο Αστυνομίας, πήγε 6 φορές στη Λεμεσό στο CID και δεν έπιαναν την υπόθεση του και αποφάσισε να σταματήσει μέχρι που βρήκε κάποιον και έπιασε την υπόθεση του. Όπου μπορούσε να πάει πήγε και του έλεγαν ότι δεν πιάνουν επιταγές. Ακόμη είπε ότι αποτάθηκε σε δικηγόρο και τον συμβούλεψε να πάει στην Αστυνομία. Είπε επίσης ότι δεν του έδωσε κανένα ποσό ο Σιακαλλής. Τέλος είπε ότι για τα λεφτά αυτά τους είπε να βάλουν τόκο στο γραμμάτιο αλλά δεν ξέρει πόσο έβαλε. Κατάθεση της XXXXX Έλληνα ημερ. 04/01/17 (κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της) τεκμήριο 12 : Αναφέρει ότι είναι λειτουργός του τμήματος τρεχούμενων της Περιφερειακής ΣΠΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με διάταγμα προσαγωγής εγγράφων που παρέλαβαν παραδίδει (στην Αστυνομία) αντίγραφα των στοιχείων των ατόμων που εξέδωσαν την ακάλυπτη επιταγή υπ'αρ.XXXXX
  7. Η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Επίσης επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2008 στο οποίο εμφανίζεται ανεπάρκεια καταθέσεων για κάλυψη του ποσού της εν λόγω επιταγής. Οι δικαιούχοι του λογαριασμού είναι οι κατηγορούμενοι και δικαίωμα υπογραφής έχουν δύο εκ των δύο. Κατηγορούμενος 1 Στην κυρίως εξέταση του κατ' αρχήν βλέποντας την επίδικη επιταγή, τεκμήριο 2, ανέφερε ότι αναγνωρίζει το λογαριασμό στην επιταγή, αλλά δεν συμπλήρωσε την επιταγή ούτε υπέγραψε. Στη συνέχεια δε είπε ότι την επιταγή αυτή δεν θυμάται αν τη συμπλήρωσε ή αν υπόγραψε, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι δεν είναι ο γραφικός του χαρακτήρας. Ως προς τον λογαριασμό στην τράπεζα είπε ότι αυτός δεν υπάρχει. Έχει πολλά χρόνια που σταμάτησε και συγκεκριμένα 8 με 10 περίπου. Με τον XXXXX Ιεροδιακόνου δηλαδή τον παραπονούμενο δεν είχε καμία σχέση και ανέφερε ότι αυτός ήξερε τον πατέρα του. Δεν θυμάται αν είχαν συναλλαγές και είπε ότι τον ήξερε (και ο ίδιος), γνωρίζονταν μεταξύ τους. Δεν ρώτησε τον πατέρα του για την παρούσα επιταγή και δεν γνωρίζει ποιος παρέδωσε την επιταγή στον Ιεροδιακόνου διότι έχει πολλά χρόνια και δεν θυμάται. Κοίταξε να βρει τα μπλοκ των επιταγών αλλά δεν τα βρήκε δυστυχώς λόγω του ότι έχει πολλά χρόνια. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν ενημερώθηκε από την τράπεζα για την ύπαρξη της επίδικης επιταγής και έτυχε ενημέρωσης από τη μέρα που τους εστάλη κλήση για να έρθουν στο δικαστήριο. Δεν γνωρίζει τον λόγο της μη εξόφλησής της και δεν γνωρίζει τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας που δέχτηκε την επιταγή. Ο παραπονούμενος δεν τους έστειλε προειδοποιητική επιστολή αυτά τα 10 χρόνια, ούτε τους κινήθηκε αγωγή. Πληροφορίες από την τράπεζα αναφορικά με την παραλαβή της επιταγής έμαθε εδώ στο δικαστήριο όταν ήρθε υπάλληλος της συνεργατικής. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι ο λογαριασμός δεν χρησιμοποιείται τα τελευταία 8-10 χρόνια. Μπορεί και να έκλεισε αλλά δεν γνωρίζει και δεν θυμάται. Ο λογαριασμός αυτός ήταν κοινός και ο άλλος εξουσιοδοτημένους για να υπογραφεί ήταν ο XXXXX Κωνσταντίνου. Δεν θυμάται πότε ανοίχτηκε ο λογαριασμός, ενώ ως προς το λόγο που ανοίχτηκε είπε ότι είχαν μία εταιρεία που έχτισαν ένα σπίτι. Στην συνέχεια συμφώνησε ότι η ΣΠΕ εξέδωσε βιβλιάριο επιταγών και ερωτώμενος αν η επίδικη επιταγή είναι από το συγκεκριμένο βιβλιάριο ανέφερε ότι δεν θυμάται πόσα μπλοκ είχαν. Δεν θυμάται ποσά βιβλιάρια και αν είναι από συγκεκριμένο μπλοκ επιταγών. Επίσης συμφώνησε ότι κατά το άνοιγμα του λογαριασμού μαζί με τον XXXXX Κωνσταντίνου η τράπεζα τους είχες ζητήσει έγγραφα μαζί με δείγματα υπογραφής τους σε έντυπα αλλά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το λόγο. Ακολούθως όμως συμφώνησε ότι τους τις ζήτησε για να τις συγκρίνει με τις υπογραφές στις επιταγές που θα εξέδιδαν. Όσον αφορά το σπίτι στο οποίο αναφέρθηκε είπε ότι δεν θυμάται πότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες όμως το σπίτι τελείωσε και όλες οι εργασίες αποπερατώθηκαν από την εταιρεία τους. Αυτό έγινε πριν περίπου 8 με 10 χρόνια, χωρίς να θυμάται ακριβώς. Ακόμη είπε ότι δεν θυμάται να υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα με τούτο τον κοινό λογαριασμό. Το μόνο πρόβλημα είναι η επιταγή τεκμήριο
  8. Αφού επανέλαβε ότι δεν αναγνωρίζει τον γραφικό του χαρακτήρα ούτε την υπογραφή του, συνέχισε λέγοντας ότι δεν ξέρουν πώς βρέθηκε στα χέρια του (παραπονούμενου) η συγκεκριμένη επιταγή. Με τον 2ο κατηγορούμενο είναι συγγενείς και συγκεκριμένα είναι ξάδερφός του. Όσον αφορά τον συγκεκριμένο λογαριασμό ανέφερε ότι τα χρήματα που κατέθεσαν προέρχονταν από δάνειο ύψους 500 - 700 χιλιάδες ευρώ περίπου και τα λεφτά αυτά μεταφέρθηκαν από το δάνειο στον κοινό λογαριασμό με μόνο σκοπό την πληρωμή των εργασιών για το σπίτι. Από αυτόν γίνονταν μόνον πληρωμές για το σπίτι και νομίζει δεν κατέθεταν χρήματα. Δεν θυμάται αν κατέθεταν επιταγές διότι έχει χρόνια. Ο XXXXX Σιακαλλής είναι ο πατέρας του και ανέφερε ότι το κατάστημα με είδη οικοδομής που είχε στην Αγία φύλα έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Θυμάται ότι ο πατέρας του συναντήθηκε με τον XXXXX Ιεροδιακόνου μία φορά και τους είδε μαζί αλλά δεν ήταν παρούσα η αδερφή του η XXXXX ούτε και ο ίδιος ήταν μαζί τους. Δεν γνωρίζει αν ο πατέρας του είχε οποιαδήποτε εντάλματα και κινδύνευε να πάει φυλακή και δεν γνωρίζει οτιδήποτε περί όσων ανέφερε ο ιεροδιακόνου για χρήματα που δάνεισε στον πατέρα του για πληρωμή ενταλμάτων για να μην πάει φυλακή. Σε υποβολή ότι είναι ένας από τους εκδότες της επιταγής και είναι δική του υπογραφή στην επιταγή, η οποία αντιστοιχεί στα δείγματα της τράπεζας, ανέφερε ότι δεν υπόγραψε και είπε ακόμα ότι δεν θυμάται την επιταγή αυτή. Ερωτώμενος δε γιατί όταν κλήθηκε από την αστυνομία και πληροφορήθηκε ότι θα του λαμβανόταν κατάθεση δεν είπε αυτά που λέει σήμερα απάντησε ότι αυτό που είπε είναι ότι έχει να πει θα το πει στο δικαστήριο. Τέλος είπε ότι στο τεκμήριο 5 υπάρχει μονογραφή αλλά δεν ξέρει αν είναι δική. Κατηγορούμενος 2 Καταρχήν όσον αφορά τον αναφερόμενο λογαριασμό στο τεκμήριο 2 ανέφερε ότι δημιουργήθηκε για να κάνουν ένα σπίτι στον Πύργο. Δεν ισχύει σήμερα και η ισχύς του έπαυσε πριν 8-10 χρόνια περίπου. Είπε δε ότι δεν συμπλήρωσε ο ίδιος την επιταγή και δεν είναι ο γραφικός του χαρακτήρας, ενώ η υπογραφή δεν μοιάζει ούτε κατά διάνοια με τη δική του. Με τον παραπονούμενο δεν έχει καμία σχέση και για πρώτη φορά τον είδε στο δικαστήριο. Για την επίδικη επιταγή ενημερώθηκε πρώτη φορά όταν του έφεραν την κλήση για το δικαστήριο και παραξενεύτηκε. Προσπάθησε να βρει το βιβλιάριο επιταγών αλλά δεν βρήκε κάτι, ενώ ανέφερε πως προσωπικά δεν ενημερώθηκε από την τράπεζα όταν επιστράφηκε η επιταγή. Δεν του έχει σταλεί προειδοποιητική επιστολή ούτε και κινήθηκε οποιαδήποτε αγωγή. Ανέφερε δε ότι οι συναλλαγές τους στον εν λόγω λογαριασμό δεν αφορούσαν έτσι μεγάλα ποσά. Ο XXXXX Σιακαλλής είναι θείος του, αδερφός της μητέρας του, ενώ η XXXXX ξαδέλφη του. Δεν έδωσε δικαίωμα σε οποιοδήποτε να υπογράψει δικές του επιταγές και δεν θυμάται αν υπήρξε παρόμοιο περιστατικό να υπογράφουν επιταγές δικές τους από κάποιο άλλο. Για τις εργασίες του σπιτιού συνεργάστηκε μόνο με τον XXXXX και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οποιοδήποτε πρόβλημα στο σπίτι το Σιακαλλή με εντάλματα. Δεν αποδόθηκε στην τράπεζα για να ζητήσει εξηγήσεις για την επιταγή αφού δεν γνώριζε την ύπαρξη της. Μετά προσπάθησε να βρει τα βιβλιάρια αλλά πέρασε τόσος καιρός. Στην αντεξέταση του ερωτώμενος αφού δεν υπέγραψε γιατί όταν πήρε την κλήση δεν πήγε στην αστυνομία να προβεί σε καταγγελία είπε ότι ίσως έκανε λάθος και έπρεπε να το κάνει, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν πήγε στην αστυνομία να δώσει κατάθεση δεν τους είπε ότι κάποιος του έκλεψε την επιταγή ή οτιδήποτε άλλο. Με δεδομένο δε ότι πρώτα τον κάλεσε η αστυνομία για κατάθεση και του εξήγησε τον λόγο και μετά έλαβε την κλήση για το δικαστήριο ερωτήθηκε για ποιαν έκπληξη μίλησε και ανέφερε ότι δεν ήξερε και δεν είχε συναναστραφεί ξανά με αστυνομίες και δικαστήρια και μπορεί να έκανε λάθος. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Όσον αφορά τον λογαριασμό αυτός ήταν κοινός με τον ξάδερφό του, 1ο κατηγορούμενο και δικαίωμα υπογραφής είχαν και οι δύο. Απάντησε δε και σε κάποιες άλλες ερωτήσεις αναφορικά με τον λογαριασμό αλλά και το σπίτι το οποίο έχτισαν αλλά και σε διάφορες υποβολές, αρνούμενος ότι μία εκ των υπογραφών στην επιταγή είναι δική του και είναι ίδια με το δείγμα υπογραφών που είχε τράπεζα αλλά και ότι η επιταγή τεκμήριο 2 συμπληρώθηκε και υπογράφηκε δεόντως εις γνώση του. Τέλος ανέφερε ότι από ότι θυμάται παρακολουθούσε το λογαριασμό. Όχι μέρα με τη μέρα αλλά τον παρακολουθούσε. Ερωτώμενος δε για συγκεκριμένες μεταφορές που φαίνονται στον λογαριασμό είπε ότι δεν θυμάται μετά από τόσα χρόνια ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Αστ. XXXXX1 XXXXX Φρίξου Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη ως προς τις ενέργειες της. Γι΄ αυτό γίνεται αποδεκτή. ΜΚ2 XXXXX Βακανά Παναγιώτου Η μάρτυρας κατέθεσε με βάση όσα γνώριζε και τα στοιχεία που είχε ενώπιον της. Παρέμεινε σταθερή καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Ήταν άμεση και σαφής. Χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή και ως προς το θέμα των υπογραφών στην επιταγή αφού θεωρώ ότι ήταν σαφής και θετική επί του θέματος, ενώ ουδόλως κλονίστηκε η μαρτυρίας της επί του θέματος εκ της αντεξέτασης που έτυχε. Παρεμβάλλω εδώ ότι η μαρτυρία της και ο θετικός τρόπος που κατέθεσε για το θέμα των υπογραφών, έχοντας υπόψη τα δείγματα υπογραφής που τηρούνται στην τράπεζα, κρίνεται αποδεκτός ως προς την πατρότητα των υπογραφών (βλ. Μάρω Χ''Ιωάννου -v- Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 ΑΑΔ 62 και Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135, αλλά και τα συγγράμματα των κ.κ. Χριστάκη Λουκά, με τίτλο Τραπεζική Επιταγή, τόμος 2, σελ.391-395 και Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, με τίτλο το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση, σελ.365-369). Σε συνδυασμό δε με όσα αναφέρονται στην κατάθεση της Ηλιάνας Έλληνα τεκμ.12, εκ συμφώνου κατατεθείσας υπενθυμίζω για την αλήθεια του περιεχομένου της, δεν χωρεί καμία απολύτως αμφιβολία για το ότι οι δύο υπογραφές στην επιταγή ανήκουν στους κατηγορούμενους 1 και 2. ΜΚ3 XXXXX Ιεροδιακόνου Ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι ένας άνθρωπος μεγάλης ηλικίας, του οποίου η μαρτυρία χαρακτηρίζεται από σύγχυση. Όμως έχοντας παρακολουθήσει το μάρτυρα ενώ κατέθετε, τον τρόπο που απαντούσε δηλ. με απλό λόγο και φυσικό τρόπο και τις απαντήσεις του, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε την αλήθεια ως προς το λόγο που έφτασε στα χέρια του η επιταγή, ότι ένας εκ των υπογραφέων είναι ο XXXXX Σιακαλλής και η επιταγή εδόθη από τον τελευταίο αλλά και για την κατάθεση της επιταγής για πληρωμή, την επιστροφή της και ότι μέχρι σήμερα δεν έλαβε κανένα ποσό. Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ή και το τεκμήριο 12 που κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου του δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Κατηγορούμενος 1 Ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος έχει κάνει πολύ κακή εντύπωση στο Δικαστήριο σαν μάρτυρας. Έχοντας παρατηρήσει προσεκτικά τον μάρτυρα ενώ κατέθετε, την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο και τις απαντήσεις του είμαι πεπεισμένος, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι είπε ψέματα. Πριν απαντήσει στις ερωτήσεις που του γίνονταν σκεφτόταν, μάλιστα σε κάποια σημεία υπερβολικά ή και αφύσικα για το είδος των ερωτήσεων που του γίνονταν, ενώ να σημειώσω ακόμη την παρατήρηση μου ότι ζητούσε συνέχεια επανάληψη των ερωτήσεων. Αυτά αντιλήφθηκα να τα κάνει όχι για άλλο λόγο αλλά επειδή προσπαθούσε να σκεφτεί τις απαντήσεις του και ν' αποφύγει να πει κάτι που θεωρούσε ότι θα τον ενοχοποιήσει. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την προσπάθεια του να εκμαιεύσει κάποια αντίδραση από τη δικηγόρο του βλέποντας την επίμονα ή από τον κατηγορούμενο 2, τα οποία είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά. Επίσης το γεγονός ότι έλεγε ψέματα ήταν πολύ έντονο όταν του ετέθη στην αντεξέταση του ότι η υπογραφή του είναι στην επιταγή και συνάδει με το δείγμα υπογραφής στην τράπεζα. Έβλεπε την επιταγή, ξεροκατάπινε, χωρίς να δίδει κάποια απάντηση για αρκετή ώρα και τελικά είπε με τρεμάμενη φωνή πως δεν υπέγραψε. Ήταν εμφανές ότι έλεγε ψέματα. Επίσης ένα χαρακτηριστικό στη μαρτυρία του ήταν η στάση γενικής άρνησης που τήρησε, θεωρώντας προφανώς ότι χωρίς να λέει πολλά θα μπορούσε να ξεγελάσει το Δικαστήριο. Επίσης ότι έλεγε ψέματα προκύπτει και από το εξής. Ενώ έλεγε ότι δεν υπόγραψε και δεν συμπλήρωσε την επιταγή, είπε σε κάποια στιγμή ότι δεν θυμάται αν τη συμπλήρωσε ή αν υπόγραψε. Αν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτός. Πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται κάποιος, έχοντας μπροστά του και βλέποντας την επιταγή, ότι δεν υπόγραψε και την ίδια στιγμή να λέει δεν θυμάται, αφήνοντας δηλαδή ανοικτό το ενδεχόμενο να υπόγραψε. Και τι σημαίνει δεν θυμάται αν υπόγραψε. Οι υπογραφές στην επιταγή είναι μπροστά του και τις βλέπει. Γνωρίζει και την υπογραφή του. Είτε υπόγραψε είτε όχι. Να μην θυμάται αν υπόγραψε δεν γίνεται και το μόνο συμπέρασμα από την απάντηση του αυτή είναι ότι επέλεξε ηθελημένα να λέει ψέματα. Περαιτέρω σημειώνεται ότι η αναφορά του ότι δεν μίλησε με τον πατέρα του για την συγκεκριμένη επιταγή είναι εντελώς παράλογη. Αν είναι δυνατόν να προκύπτει ένα τόσο σοβαρό θέμα με μια επιταγή €65.000.-, να κατηγορείται για την έκδοση της, να είναι σε γνώση του ότι ο πατέρας του γνωρίζει τον παραπονούμενο και να μην μιλήσει με τον πατέρα του για το θέμα. Είναι ξεκάθαρο για το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να αποφύγει την ουσία και την σύνδεση του πατέρα του με το όλο θέμα, όπως εξήγησε ο παραπονούμενος. Όπως έκανε και με το θέμα των ενταλμάτων του πατέρα του λέγοντας απλά ότι δεν θυμάται οτιδήποτε. Επίσης ν' αναφέρω ότι επιβεβαίωση ότι γνώριζε πολύ καλά ότι υπόγραψε την επιταγή και για την έκδοση της αποτελούν θεωρώ και τα εξής, τα οποία ισχύουν και για τον κατηγορούμενο 2, του οποίου οι δικαιολογίες που εδόθησαν σημειώνω δεν είναι αποδεκτές ως μη λογικές και ψεύτικες. Έστω ότι έμαθαν για την επιταγή όταν κλήθηκαν από την Αστυνομία. Πως είναι δυνατό να μην «φέρουν τον κόσμο ανάποδα» για να μάθουν τι ακριβώς έγινε, εφόσον λένε ότι δεν έχουν καμία σχέση με μια επιταγή €65.000.- και για την οποία κατηγορούνται, να μην πάνε στην τράπεζα και να ζητήσουν στοιχεία, να μην καταγγείλουν υπόθεση στην Αστυνομία και να ζητήσουν γραφολογικές εξετάσεις. Και πως είναι δυνατόν εν πάση περιπτώσει ουδείς εξ' αυτών στην κατάθεση που έδωσε να μην αναφέρει ότι δεν υπόγραψε και δεν έχει καμία σχέση με την επιταγή αυτή. Στοιχείο αναξιοπιστίας δε για τον κατηγορούμενο 1 και την υπεράσπιση γενικότερα προκύπτει και ως εκ της μη αναγνώρισης δήθεν της υπογραφής του στο τεκμ.5, όταν σημειώνω η ΜΚ1 που τον κατηγόρησε γραπτώς δεν αντεξετάστηκε ποτέ για το τεκμ.5 και δεν της υποβλήθηκε ποτέ ότι δεν είναι η υπογραφή του. Εν κατακλείδι δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Κατηγορούμενος 2 Κατ' αρχήν να σημειώσω ότι ισχύουν οι αναφορές πιο πάνω για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, ο οποίος επίσης δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι αυτός είπε επίσης ψέματα. Τήρησε την ίδια στάση άρνησης, χωρίς να πείσει ούτε κατ' ελάχιστο με τη μαρτυρία του. Επίσης η άγνοια που δήλωσε για την επιταγή αυτή λέγοντας ότι εξεπλάγην με την λήψη της κλήσης για το Δικαστήριο αφενός προκύπτει να μην ευσταθεί ως εκ του ότι κλήθηκε προηγουμένως στην Αστυνομία, άρα γνώριζε. Όμως το πιο ουσιαστικό είναι η παραδοχή του ότι παρακολουθούσε την κίνηση του λογαριασμού και είναι παράλογο να ισχυρίζεται ότι δεν είδε την επιστροφή της συγκεκριμένης επιταγής ποσού €65.000 ευρώ και δεν ήξερε για την ύπαρξη της. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι το ποσό αυτό είναι μεγάλο εν σχέση με τα ποσά που πλήρωναν από τον λογαριασμό, ενώ περαιτέρω ότι από τον λογαριασμό αυτό πλήρωναν ποσά για το σπίτι που έχτιζαν. Ακριβώς με βάση αυτά λέω ότι φαίνεται ξεκάθαρα το μέγεθος του ψεύδους από μέρους του αφού με αυτά τα δεδομένα και με την παρακολούθηση του λογαριασμού είναι παράλογο να ισχυρίζεται ότι πέρασε έτσι απλά μια επιταγή με αυτό το μεγάλο ποσό και δεν την είδε. Συνεπώς δεν αποδέχομαι ούτε τη δική του μαρτυρία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ως αντάλλαγμα για οφειλή του πατέρα του 1ου κατηγορούμενου και θείου του 2ου κατηγορούμενου, εξέδωσαν στις 26/07/08 προς τον παραπονούμενο την επίδικη επιταγή τεκμ. 2, την οποία υπόγραψαν αμφότεροι. Η επιταγή κατατέθηκε από τον παραπονούμενο στην ΣΠΕ Αθηαίνου για πληρωμή στις 29/07/2008 και την επόμενη μέρα δηλ. 30/07/2008 παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δηλαδή στην ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς αλλά αυτή δεν πληρώθηκε και επιστράφηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων ή και ως ακάλυπτη. Η επιταγή μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών και παραμένει απλήρωτη μέχρι και σήμερα. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Ως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει το αδίκημα που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και τα ευρήματα πιο πάνω ότι έχει αποδειχθεί η κατηγορία. Στο σημείο αυτό αναφέρεται πως κατά την κρίση μου ενισχυτική μαρτυρία για την έκδοση της επιταγής από τους κατηγορούμενους, τη γνώση τους για την έκδοση αλλά και την συμπλήρωση και παράδοση της στον παραπονούμενο αποτελούν τα ψέματα τους πιο πάνω. Στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/2015 ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ν. ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΧΡΙΣΤΟΥ, ημερ.28 Σεπτεμβρίου 2017, γίνεται αναφορά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269, η οποία όπως αναφέρθηκε συνοψίζει τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς το ζήτημα του τι συνιστά «ψεύδος κατηγορούμενου: «
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα.» Βλ. επίσης το σύγγραμμα Το Δίκαιο Της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Β'Έκδοση, σελ. 504-509. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εδώ κατά την κρίση μου ηθελημένα είπαν ψέματα στο Δικαστήριο, εν γνώση του αδικήματος που αντιμετωπίζουν και ότι ακριβώς εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Σαφώς τα ψέματα τους αφορούσαν ουσιώδες γεγονός. Η υπογραφή της επιταγής από τους κατηγορούμενους αποδείχθηκε μέσα από την μαρτυρία της τραπεζικού ΜΚ2 και της XXXXX Έλληνα (βλ. τεκμ.12). Περαιτέρω ως προς τον κατηγορούμενο 2, το ψέμα του ότι δεν γνώριζε περί της ύπαρξης της επιταγής κλπ αποδεικνύεται θεωρώ μέσα από δική του παραδοχή ότι παρακολουθούσε τον λογαριασμό. Κατ' επέκταση τα ψέματα των κατηγορούμενων εδώ λαμβάνονται υπόψη ως ενισχυτική μαρτυρία σε βάρος τους. Παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου (αρ.30
(2)του Συντάγματος και αρ.6
(1)της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) Η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων έχει αναλώσει ένα μεγάλο μέρος της αγόρευσης της για το πιο πάνω θέμα, το οποίο θεωρώ είναι το κατάλληλο σημείο για να εξεταστεί. Ευθέως αναφέρω, με κάθε σεβασμό, πως δεν με βρίσκει σύμφωνο η ανάλυση που κάνει. Η ουσία του πράγματος κατά την κρίση μου είναι η εξής. Στην Ποινική Έφεση Αρ. 7369 ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 αναφέρθηκαν τα εξής: " Κατά την εξέταση του τί αποτελεί «εύλογο χρόνο» πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανομένων ειδικώς της πολυπλοκότητας των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που εγείρονται, της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών (Zimmermann and Steiner v. Switzerland
(1984)6 E.H.R.R 17). .............. Στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου αρχίζει από την ημερομηνία της διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας της εφέσεως (Eckle v. Federal Republic of Germany
(1983)5 E.H.R.R. 1). Ένα πρόσωπο υπόκειται σε κατηγορία εντός της έννοιας του αρ. 6 της Σύμβασης όταν ειδοποιείται επισήμως για τους εναντίον του ισχυρισμούς ή όταν επηρεάζεται ουσιωδώς από τη διαδικασία που καταχωρείται εναντίον του (Deweer v. Belgium (1979-80) 2 E.H.R.R. 439). Σε μια εύκολη υπόθεση (straight forward) αυτή είναι η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος κατηγορείται από την Αστυνομία (Ewing v. U.K.
(1988)10 E.H.R.R. 141 και Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, 105). Πλην όμως σε υποθέσεις όπου καθυστερεί η διατύπωση του κατηγορητηρίου ο χρόνος δυνατόν να αρχίζει από την ημερομηνία της σύλληψης ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ενημερώνεται (becomes aware) ότι εξετάζεται άμεσα η πιθανότητα ποινικής δίωξης του (X. v. U.K.
(1978)14 D.R. 26). " Άρα το υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίστηκε η συνήγορος για την εισήγηση της και η συνεχής επανάληψη στην αγόρευση της των 10 χρόνων από το αδίκημα είναι θεωρώ λανθασμένο. Εδώ οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν γραπτώς στις 24/01/17 (τεκμ.5) και 09/02/17 (τεκμ.3) αντίστοιχα. Από εδώ ξεκινά ο χρόνος για να εξεταστεί το θέμα που εγείρεται. Η υπόθεση δε ακολούθως σημειώνω καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 23/06/17 και η παρούσα απόφαση εκδίδεται 25/05/
  1. Η πλευρά της Υπεράσπισης δεν μπορεί συνεπώς να ισχυρίζεται παραβίαση του δικαιώματος για εκδίκαση εντός ευλόγου χρόνου. Συνεπώς η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Μη δίκαιη δίκη και χειροτέρευση της θέσης των κατηγορούμενων. Οι κατηγορούμενοι τέλος ισχυρίζονται μη δίκαιη δίκη και χειροτέρευση της θέσης τους. Λόγω της παρόδου μεγάλου χρόνου έχει επηρεαστεί ισχυρίζονται η υπεράσπιση τους γιατί ούτε μαρτυρικό υλικό έχουν στην κατοχή τους ούτε τους τραπεζικούς υπαλλήλους που είχαν άμεση σχέση με την επιταγή μπόρεσαν να μάθουν ώστε να τους δοθεί κάποια εξήγηση για την επιταγή. Η θέση αυτή θα πρέπει ν' απορριφθεί. Κατ' αρχήν το θέμα τίθεται γενικά και αόριστα. Ουδεμία χειροτέρευση της θέσης τους και μη δίκαιη δίκη καταδεικνύονται. Ποιο είναι το μαρτυρικό υλικό που δεν έχουν στην κατοχή τους, δεν εξηγούν. Ούτε γιατί δεν έμαθαν τους τραπεζικούς. Από εκεί και πέρα να σημειώσω ότι κανένας εκ των κατηγορούμενων δεν ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του προσπάθεια εντοπισμού οιουδήποτε τραπεζικού και μη εντοπισμό του. Ουδείς εξ' αυτών είπε ότι πήγε οποτεδήποτε στη συνεργατική ή επικοινώνησε με την συνεργατική ή έστειλε κάποια επιστολή και ζήτησε να μάθει οτιδήποτε και δεν του παρασχέθηκαν οι πληροφορίες που ζητά. Όμως ακόμη και όταν η κατηγορούσα αρχή τους πρόσφερε την ευκαιρία να ρωτήσουν και να μάθουν ότι ήθελαν σχετικά με την επίδικη επιταγή και τον λογαριασμό, παρουσιάζοντας την ΜΚ2, δεν το έκαναν. Καμία ερώτηση δεν της υπόβαλαν μέσα από την οποία να φαίνεται ότι τους υπολείπεται κάτι για να έχουν καλύτερη εικόνα της υπόθεσης. Καμία ερώτηση δεν της υπόβαλαν για να μάθουν για συγκεκριμένο τραπεζικό που είχε σχέση με την επιταγή, κατά τα λεγόμενα τους. Και εν τέλει τίποτε δεν ζητήθηκε από τη μάρτυρα να παρουσιάσει. Ακόμη όμως και όταν τους εδόθη η ευκαιρία να παρουσιάσουν μάρτυρες δεν το έκαναν. Με αυτά υπόψη θεωρώ την θέση τους παντελώς αβάσιμη. Πέραν τούτου όμως νιώθω την ανάγκη, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση των κατηγορούμενων, να πω και το εξής. Είναι σαφές για το Δικαστήριο γιατί οι κατηγορούμενοι δεν προσπάθησαν και δεν έφεραν άλλη μαρτυρία, παρά μόνον ισχυρίζονται γενικά και αόριστα ότι δεν μπόρεσαν να μάθουν κλπ. Γνώριζαν ότι όποια μαρτυρία και να έφερναν το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο δηλ. μέσα από αυτήν απλά θα επιβεβαιώνονταν όσα αναφέρει το Δικαστήριο πιο πάνω ως συμπέρασμα. Πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου και λανθασμένη νομική βάση και γεγονότα Η απλή αναφορά σε πολλαπλότητα του κατηγορητηρίου και λανθασμένη νομική βάση και γεγονότα στην τελευταία σελίδα της αγόρευσης, χωρίς άλλο, δεν θα με απασχολήσουν διότι δεν παρέχονται οιεσδήποτε λεπτομέρειες και ελλείπει παντελώς το υπόβαθρο για την εξέταση αυτού του θέματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
  2. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο βρίσκει ένοχους τους κατηγορούμενους. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.