Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάστρου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15494/15, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B102 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15494/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον
- XXXXX Μάστρου
- XXXXX Μαυρομμάτης --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30.05.2018 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή : κ. A. Μανώλη Για τους κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Ν. Τσαρδελλή Κατηγορούμενοι 1 και 2 : παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες έκαστος. Συγκεκριμένα μία κατηγορία έκαστος για παράβαση των υποχρεώσεων αγοραστή μεταχειρισμένων αντικειμένων, κατά παράβαση των άρθρων 2, 9Β
(1)
(3)
(4), 22 και 24 του Περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμου 52(Ι)/2009 όπως τροποποιήθηκε (βλ. τις κατηγορίες 2 και 4 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω δύο κατηγοριών, την 24ην Νοεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να διατηρήσουν βιβλίο καταγραφής αγορών μεταχειρισμένων αντικειμένων στο οποίο να προέβαιναν σε λεπτομερή περιγραφή, περιλαμβανομένου του αριθμού τεμαχίων και το βάρος των μεταχειρισμένων αντικειμένων ή κραμάτων πολύτιμων μετάλλων που προέρχονται από λιώσιμο μεταχειρισμένων αντικειμένων που αγόρασαν, καθώς επίσης και τα στοιχεία του πωλητή. Επίσης αντιμετωπίζουν μία κατηγορία έκαστος για κλεπταποδοχή κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. τις κατηγορίες 1 και 3 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, την 24ην Νοεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, αποδέχτηκαν περιουσία δηλαδή χρυσαφικά που ήταν περιουσία της XXXXX Γρηγορίου, από τη Λεμεσό, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι κατηγορούμενοι κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας έχουν προβεί σε παραδοχή αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 4 πιο πάνω. Ως εκ τούτου η ακρόαση προχώρησε μέχρι τέλους για τις κατηγορίες 1 και 3, οι οποίες αποτελούν και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 μάρτυρες και στα πλαίσια της μαρτυρίας τους κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια, ενώ να σημειωθεί ότι οι καταθέσεις άλλων προσώπων κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Έγινε ακόμη ένα παραδεκτό γεγονός. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στις κατηγορίες 1 και 3 πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Ουδείς εκ των κατηγορούμενων κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτώς την αγόρευση του και απλά τόνισε προφορικά κάποια σημεία από την αγόρευση του. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα οι συνήγοροι ανέφεραν με τις αγορεύσεις τους και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι δεν θα προβεί σε εκτενή παράθεση περίληψης της μαρτυρίας και θα αρκεστεί σε συνοπτική, κατά το δυνατόν, αναφορά σε αυτήν. Εξάλλου το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και το παραδεκτό γεγονός έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο της. Εκ συμφώνου κατατεθείσα - Η κατάθεση της γυναίκας Αστυφύλακα XXXXX0, XXXXX Φοιτίδου (κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 1: στις 24/11/14 κατέγραψε ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης
- - Η ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης 1 ημερ.24/11/14 (κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς το γεγονός της λήψης της από την Γ/Αστ.XXXXX0) Τεκμήριο
- - Η κατάθεση της Αστυφύλακος XXXXX4, XXXXX Περικλέους, ημερομηνίας 13/12/2014 (κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 3: Αναφέρεται στην καταγγελία που έγινε στο ΤΑΕ στις 24/11/14 από τον XXXXX Γρηγορίου για διάρρηξη της κατοικίας του την ίδια μέρα, στην κλαπείσα περιουσία και τις εξετάσεις που έγιναν επί τόπου στη σκηνή. - Η κατάθεση του XXXXX Γρηγορίου, ημερομηνίας 24/11/2014 (κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 4: αναφέρεται στη διάρρηξη που έγινε στην κατοικία τους στις 24/11/14 και την κλαπείσα περιουσία. - Η κατάθεση της XXXXX Γρηγορίου, ημερομηνίας 28/11/2014 (κατατέθηκε εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου της) Τεκμήριο 5: συμπληρωματικά με άλλη κατάθεση που έδωσε αναφέρεται σε κάποια επιπλέον αντικείμενα που κλάπηκαν από την οικία της και δεν ανέφερε προηγουμένως, ενώ στη συνέχεια λέει ότι αναγνωρίζει ως δικά της τα χρυσαφικά που βρήκε η αστυνομία και τα οποία είδε στα γραφεία του τμήματος. Παραδεκτό γεγονός Η λήψη, καταγραφή, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση των τεκμηρίων της υπόθεσης της Αστυνομίας, έγινε σύμφωνα με τον Νόμο χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα των πιο πάνω γεγονότων. Δια ζώσης Μ.Κ.1 Λοχ. XXXXX2 XXXXX Χρίστου Ανέφερε κατ' αρχήν ότι υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό του Αγίου Ιωάννη, ενώ τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων της επαρχίας Λεμεσού. Στη συνέχεια αναγνώρισε την κατάθεση του για την υπόθεση ημερ. 13/12/2014, με επισυνημμένο κατάλογο τεκμηρίων (τεκμ.6) και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της. Ως προς τον κατάλογο είπε ότι ετοιμάστηκε από τον ίδιο και αφορά αυτά που του είχε παραδώσει ο Αρχιαστυφύλακας XXXXX7 XXXXX Πουγιούκκας, ο οποίος έκαμε την επιχείρηση στο κατάστημα. Τα χρυσαφικά έχουν παραδοθεί έναντι αποδείξεως στον ιδιοκτήτη, ενώ τα υπ. αρ' 1 και 2 τεκμήρια στον κατάλογο είναι στην κατοχή του. Πρόκειται για το μπλε τετράδιο το οποίο στην ετικέτα αναγράφει το όνομα «XXXXX Μάστρου» και το μπλοκ αποδείξεων αγοράς και πώλησης της εταιρείας Goldbuyers, με αύξων αριθμό 22501 - 22550, τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Στην κατάθεση του να σημειωθεί αναφέρει ότι στις 24/11/14 ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα την ίδια μέρα παρέλαβε από τον Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Πουγιούκα τα τεκμήρια του καταλόγου και σημειώνει τι αναφέρθηκε από τον τελευταίο. Πιο συγκεκριμένα αυτός μετέβη με τον Α/Αστ.XXXXX4 στο κατάστημα αγοράς χρυσαφικών με την ονομασία Gold Buyers στη Λεμεσό για έλεγχο κατά πόσο στο μέρος βρίσκονται χρυσαφικά τα οποία είναι προϊόντα κλοπών και διαρρήξεων. Εκεί υπεύθυνη ήταν η 1η κατηγορούμενη και με γραπτή της συγκατάθεση έγινε έλεγχος στο βιβλίο αγορών του καταστήματος με αύξων αριθμό 22501-
- Διαπιστώθηκε ότι δεν τηρείτο ορθά σύμφωνα με το Νόμο. Επίσης σε συρτάρι του γραφείου βρήκε 4 σακουλάκια χρυσαφικά που αποτελούσαν την τελευταία αγορά του καταστήματος και αφορούσαν την απόδειξη αρ.
- Ακολούθως αναφέρει ότι την 28/11/14 προσήλθε στα γραφεία τους η XXXXX Γρηγορίου, σύζυγος του XXXXX Γρηγορίου ο οποίος στις 24/11/14 κατάγγειλε τη διάρρηξη της κατοικίας του και κλοπή από μέσα διαφόρων χρυσαφικών και κοσμημάτων και αφού επιθεώρησε τα χρυσαφικά που παραλήφθηκαν από το αναφερόμενο κατάστημα τα αναγνώρισε ως την περιουσία της που κλάπηκε. Στις 29/11/14 κατέγραψε ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς, ενώ στις 10/12/14 κατηγόρησε γραπτώς την 1η κατηγορούμενη. Ακολούθως ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα εξής : (α) Παρατηρήσεις από το βιβλιάριο αποδείξεων αγοράς - πληρωμής της εταιρείας M.A. Goldbuyers Ltd (δηλ. από το τεκμ.8) ως τεκμήριο
- Είναι από τις εξετάσεις που έκαναν κατά τη διερεύνηση και είναι οι παρατηρήσεις που έχουν κάνει σύμφωνα με τις αποδείξεις που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο αποδείξεων. (β) Την γραπτή κατηγορία εν σχέση με την κατηγορούμενη 1, ημερομηνίας 10/12/2014, ως Τεκμήριο 10 και την γραπτή κατηγορία εν σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ημερομηνίας 29/11/2014, ως Τεκμήριο
- (γ) Την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 2, ημερομηνίας 29/11/2014, ως Τεκμήριο
- (δ) Δέσμη αποτελούμενη από πέντε σελίδες του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Αστυνομίας, με στοιχεία προσώπων που αναφέρονται στις παρατηρήσεις του μάρτυρα στο τεκμ.9, ως Τεκμήριο
- Στην αντεξέταση του είπε ότι από τις έρευνες τους προέκυψε ότι ιδιοκτήτης του καταστήματος ήταν η εταιρεία M.A. Goldbuyers Ltd, αλλά δεν κατηγορήθηκε η εταιρεία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατηγορήθηκε ο ιδιοκτήτης. Η εταιρεία είχε άδεια για άσκηση εργασιών αγοράς χρυσού σύμφωνα με τον Νόμο. Ζητήθηκε δε από το μάρτυρα και προέβη σε κατάθεση του πιστοποιητικού εγγραφής της εν λόγω εταιρείας στο μητρώο αγοραστών μεταχειρισμένων αντικειμένων, με αριθμό μητρώου Α40 (τεκμήριο 14Α) και του πιστοποιητικού εγγραφής της εταιρείας στο μητρώο κοσμηματοπωλών, με αριθμό μητρώου Π1247 (Τεκμήριο 14Β). Είπε δε στη συνέχεια ότι η εταιρεία αυτή, η οποία είχε άδεια με βάση τον Νόμο περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων και Πολύτιμα Μέταλλα, Νόμος 52(I)/2009, έκανε αγοραπωλησίες χρυσού. Δικαιούταν να πουλήσει και να αγοράσει ταυτόχρονα κάποιο κομμάτι χρυσαφικών, το οποίο κάποιος πήγαινε να πουλήσει. Δεν γνωρίζει όμως αν είναι στη βάση του βάρους του χρυσού που είχε το κόσμημα που αγόραζε. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι πρέπει να καταγράψει τα στοιχεία τα ορθά από τον πωλητή σε συγκεκριμένο μητρώο, θα γίνει ο έλεγχος από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον κύριο Μαυρομμάτη, ότι τηρούνται ορθά από την υπάλληλο του και μετά από κάποιαν χρονική περίοδο, αφού διαπιστώσει ότι τα χρυσαφικά τα οποία αγοράστηκαν δεν αποτελούν προϊόν κλοπής, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση διαρρήξεως, τότε γίνεται κάποια άλλη διαδικασία την οποία δεν γνωρίζει. Τα αφήνει κάποιο χρονικό διάστημα στο κατάστημα πριν αυτά αλλοιωθούν ή διατεθούν αλλιώς. Ο Νόμος προβλέπει 10 μέρες να μην προχωρήσουν στο λιώσιμο τους. Αυτή η περίοδος τίθεται σε περίπτωση ελέγχου από την Αστυνομία για να μπορεί να εξακριβώσει μέσα σε εκείνο το δεκαήμερο κατά πόσο είναι κλεμμένα. Ακολούθως ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση ότι το μόνο που ενδιαφέρει για την αγορά και αυτό είναι που εφαρμόζεται βάσει της Νομοθεσίας, είναι το βάρος του χρυσού και είπε ότι είναι και η περιγραφή του χρυσαφικού το οποίο πωλείται. Σε υποβολή δε ότι δεν ενδιαφέρει τίποτε άλλο την εταιρεία πέραν του βάρους του χρυσού για την αγορά απάντησε ότι την εταιρεία μπορεί να μην την ενδιαφέρει, ενδιαφέρει όμως το πρόσωπο από το οποίο κλάπηκαν τα χρυσαφικά. Ως προς την μη καταγραφή των πραγματικών στοιχείων στην απόδειξη ημερομηνίας 24/11/2014, αρ. 22529, ανέφερε ότι έπρεπε να ελέγξει τα στοιχεία. Σε υποβολή δε ότι στην προκειμένη περίπτωση ζητήθηκε η ταυτότητα, δεν την είχε μαζί του και είπε το όνομα με τον αριθμό ταυτότητας και όπως τα είπε σημειώθηκαν, ανέφερε ότι δεν διαφωνεί ότι έτσι έγιναν τα πράγματα, αλλά έκαμε λάθος. Έπρεπε να μην παραλάβει τα χρυσαφικά τα οποία ήταν κλοπιμαία, να μην δώσει τα χρήματα της αγοράς, να πάει ο πωλητής σπίτι του να φέρει την ταυτότητα, να το πιστοποιήσει και μετά να του κάμει την αγοραπωλησία. Για τον κατάλογο που παρουσίασε με τα συμπεράσματα του από το βιβλίο των αποδείξεων, είπε ότι σ' αυτόν αναφέρονται κάποιες περιπτώσεις που βρήκαν αποδείξεις που κατέγραφαν ονόματα και αριθμούς ταυτοτήτων που δεν ταίριαζαν και κατέγραφαν «πλάκα χρυσού» πάνω, δηλ. παρατυπίες. Ήταν 5 περιπτώσεις, συν μία του δράστη δηλ.
- Όσον αφορά το τεκμ.15, ημερ. 24/11/14, δεν διαφώνησε ότι αφορά απόδειξη με την οποία ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στην Αστυνομία τα χρυσαφικά που αφορούσαν τρεις αποδείξεις που είναι μέσα στη λίστα που ανέφερε και στις παρατηρήσεις που έκαμε μέσα που το βιβλίο ήτοι την 22525, την 22526 και την
- Δεν το είχε όμως υπόψη του. Ως προς το τεκμ.16 δε ανέφερε ότι είναι απόδειξη παραλαβής περιουσίας η οποία επιστράφηκε πίσω στον κατηγορούμενο 2 και είναι ημερ. 04/12/
- Αφορούσε την επιστροφή των κοσμημάτων τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν ως κλοπιμαία και είναι μέρος απ' αυτά που ο ίδιος παρέδωσε με βάση την προηγούμενη απόδειξη. Οι παρατηρήσεις που έγιναν από το βιβλίο αποδείξεων αγοράς ‑ πληρωμής της εταιρείας, αφορούν τα αναγραφόμενα πάνω στο βιβλίο για να αποδείξουν ότι δεν καταγράφονταν ούτε εδώ, ούτε στο μητρώο το οποίο τηρούσε η κατηγορούμενη 1, η περιγραφή των χρυσαφικών τα οποία αγόραζε. Όσον αφορά τα άλλα, ναι, όσα χρυσαφικά δεν αναγνωρίστηκαν ως κλοπιμαία από την κυρία Γρηγορίου από την οποία έγινε η διάρρηξη πριν, επιστράφηκαν στον κατηγορούμενο
- Αυτό που ήθελαν να δείξουν με τις αποδείξεις και το μητρώο, είναι ότι δεν το τηρούσε ορθά σύμφωνα με τον Κανονισμό που διέπει τον Νόμο περί Πολύτιμων Μετάλλων και Σήμανσης. Αυτό ήθελαν να αποδείξουν και ότι γράφει πάνω στην απόδειξη «μια πλάκα χρυσού», αφού δεν υπάρχει μια πλάκα χρυσού. Πέραν από τις παρατηρήσεις του, όπου αναφέρονται οι 5-6 περιπτώσεις όπου καταγράφουν «μια πλάκα χρυσού» και τα στοιχεία δεν συνάδουν με τον πωλητή, οι υπόλοιπες αποδείξεις ήταν σωστές. Ελέγχθηκε όλο το μπλοκ των αποδείξεων. Σε υποβολή ότι τα κοσμήματα τα οποία αναφέρονταν στις αποδείξεις που αναφέρονται στις παρατηρήσεις που έγραψε, παρουσιάστηκαν στην Αστυνομία, παραδόθηκαν, έγινε έλεγχος από την Αστυνομία και επιστράφηκαν, διότι δεν ήταν κλεμμένα στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης, συμφώνησε αλλά είπε περαιτέρω ότι δεν ήταν στα πλαίσια διερεύνησης των αδικημάτων που εξέτασε. Δεν συμφώνησε όμως με υποβολή ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε αυτά τα συγκεκριμένα σακουλάκια, τα συγκεκριμένα κοσμήματα, είναι επειδή ακριβώς ο μάρτυρας είχε προβεί σε τούτες τις παρατηρήσεις, ήβρε τούτες τις αποδείξεις οι οποίες φαίνονταν κατά την άποψη του ύποπτες και του ζήτησαν να προσκομίσει τούτα τα πράγματα, γι' αυτό τα προσκόμισε. Μ.Κ.2 Α/Αστ. XXXXX7 XXXXX Πουγιούκκας Κατ' αρχήν είπε ότι υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας. Τον Νοέμβριο του 2014 υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λεμεσού. Στη συνέχεια αναγνώρισε την κατάθεση του για την παρούσα υπόθεση, ημερομηνίας 29/11/14 (τεκμ.17), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εις αυτήν αναφέρει ότι στις 24/11/14 μετέβη με τον Α/Αστ.XXXXX4 στο κατάστημα αγοράς χρυσαφικών με την ονομασία Gold Buyers στη Λεμεσό για έλεγχο στο μέρος κατά πόσο βρίσκονται χρυσαφικά τα οποία είναι προϊόντα κλοπών και διαρρήξεων. Υπεύθυνη στο μέρος ήταν η κατηγορούμενη 1, η οποία υπέγραψε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα στο μέρος. Στη συνέχεια ο μάρτυρας καταγράφει τις διαπιστώσεις του κατόπιν ελέγχου του βιβλίου αποδείξεων αγορών του καταστήματος με αύξων αριθμό 22501-22550 και την πληροφόρηση αμέσως μετά της κατηγορούμενης 1 ότι διαπράττει αδικήματα. Λέει δε ότι ακολούθως σε συρτάρι του γραφείου βρήκαν 4 σακουλάκια με χρυσαφικά και τα οποία αποτελούσαν την τελευταία αγορά της ημέρας και την απόδειξη με αρ.
- Τα χρυσαφικά καταγράφηκαν. Επίσης στο γραφείο βρήκε και ένα τετράδιο καταγραφής αγορών. Όλα τα ανευρεθέντα παραδόθηκαν στον Λοχ.XXXXX2 την ίδια μέρα και ο τελευταίος ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ακολούθως κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την γραπτή συγκατάθεση για έρευνα στο υποστατικό ημερομηνίας 24.11.14, υπογεγραμμένη από την κατηγορούμενη 1 (τεκμ.18). Στο πίσω μέρος έχει καταγράψει όλα τα χρυσαφικά που βρέθηκαν στα σακουλάκια που παρέλαβε από το κατάστημα. Ακόμη κατέθεσε απόδειξη παράδοσης Τεκμηρίων τα οποία παρέλαβε από την κατηγορούμενη 1 (τεκμ.19) και κατάλογο της ευρεθείσας περιουσίας που ανευρέθηκε και παραλήφθηκε στις 24.11.14 στο κατάστημα αγοράς χρυσαφικών με την ονομασία M.A.Goldbuyers Ltd στην οδό XXXXX XXXXX αρ. 9Β2 στη Λεμεσό (τεκμ.20). Όσον αφορά το Τεκμήριο 8 είπε ότι είναι το μπλοκ αποδείξεων της συγκεκριμένης εταιρείας με αύξων αριθμό από 22501 μέχρι 22550 και είναι το μπλοκ στο οποίο βρέθηκαν οι αποδείξεις που έγιναν οι παραποιήσεις και η τελευταία απόδειξη με αριθμό 22529 της τελευταίας μέρας δηλαδή 24.11.
- Στη συγκεκριμένη απόδειξη με αύξων αριθμό 22529 ημερομηνίας 24.11.14, στη θέση ονοματεπώνυμο αναγράφεται το όνομα Λουκία Σπύρου, διεύθυνση δεν έχει καταχωρημένη, στον αριθμό δελτίου ταυτότητας αναγράφεται ο αριθμός XXXXX2813, τηλέφωνο επικοινωνίας 96381129, γράφει από το κατάστημα Γερμασόγεια, το ποσό των €3.750, με την υπογραφή της κυρίας XXXXX Μάστρου. Επίσης στο χώρο που υπάρχει για την περιγραφή των τεμαχίων στον αύξων αριθμό γράφει «1» και στην περιγραφή «πλάκα χρυσού 18 καρατίων». Από έλεγχο που διενήργησε διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός δελτίου ταυτότητας που αναγράφεται XXXXX2813 ως να είναι της XXXXX Σπύρου, από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος αριθμός δελτίου ταυτότητας ανήκει στον XXXXX Πρη με ημερομηνία γέννησης 16.5.1977 από την Λάρνακα. Επίσης η περιγραφή που υπάρχει στην απόδειξη αντιστοιχεί με την ποσότητα που βρήκαν στα τέσσερα σακουλάκια χρυσαφικών κατά τον έλεγχο. Τούτες οι αποδείξεις που αναφέρονται 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 στην κατάθεση του, είναι από τούτο το βιβλίο. Για το τεκμ.7 ανέφερε ότι είναι το τετράδιο το οποίο παραλήφθηκε την ίδια ημερομηνία, στο οποίο καταγράφονται κινήσεις που έκανε το κατάστημα και περιλαμβάνεται και η ημερομηνία 24.11.14 που περιλαμβάνει το ποσό των €3.
- Στο εν λόγω Τεκμήριο φαίνονται και όλες οι αγορές όπως τις έχει αριθμήσει στην κατάθεση του Τεκμήριο 17, από 1 μέχρι 7 στις αντίστοιχες ημερομηνίες. Το Τεκμήριο 9 δε ανέφερε ότι είναι οι παρατηρήσεις από το βιβλιάριο αποδείξεων αγοράς/πληρωμών της εταιρείας M.A.Goldbuyers Ltd στην οποία διαπίστωσε και κατέγραψε στην κατάθεση του από 1 μέχρι
- Επίσης είπε ότι το Τεκμήριο 13 είναι ο έλεγχος των αριθμών δελτίων ταυτότητας που αναφέρονται στις παρατηρήσεις από 1 μέχρι 7, των προσώπων που ανήκουν οι αριθμοί οι οποίοι καταγράφηκαν στο μπλοκ των αποδείξεων, τεκμήριο
- Σημείωσε δε ότι σε δύο εκ των περιπτώσεων, δηλαδή στον αριθμό 2 και στον αριθμό 6, δεν υπάρχουν καταχωρημένοι αριθμοί δελτίων ταυτότητας. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι έτυχε αρκετές φορές να κάνει έρευνα σε συγκεκριμένα υποστατικά αλλά δεν έτυχε κάποιας εκπαίδευσης γι΄ αυτό το θέμα. Κάποιες οδηγίες όμως όσο αφορά τη νομοθεσία περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης τους έχουν δοθεί. Στη συνέχεια συμφώνησε ότι αυτή η εταιρεία, που έχει άδεια και αγοράζει χρυσό, είναι στη βάση του βάρους που αγοράζουν τα χρυσαφικά γιατί προχωρούν μετά και τα λιώνουν και εκείνο που μένει είναι το βάρος σε χρυσό. Απλά πρέπει είπε να προχωρήσουν στη διαδικασία παραλαβής και καταγραφής, πριν ακολουθήσουν κάποιες άλλες διαδικασίες, η οποία δεν τηρήθηκε. Όμως το ποσό που καθορίζεται ως τίμημα αγοράς των χρυσαφικών, συμφωνεί ότι είναι στη βάση του βάρους. Βλέποντας το τεκμ.15 είπε ότι είναι μία απόδειξη παραλαβής Τεκμηρίων, με την οποία όμως δεν έχει κάποια σχέση και δεν την έκανε ο ίδιος. Αφορά όμως παράδοση συγκεκριμένων αντικειμένων από τον κατηγορούμενο 2 προς ένα συνάδελφο του. Συμφώνησε δε ότι έχει τρεις αποδείξεις πάνω στο Τεκμήριο 15 με συγκεκριμένα αντικείμενα δηλ. τις αποδείξεις με αρ. 22525, 22526 και 22527 και ότι είναι 3 εκ των αποδείξεων από τις επτά περιπτώσεις που καταγράφει στην κατάθεση του. Συμφώνησε ακόμη ότι μετά που εντοπίστηκαν στα μπλοκ αποδείξεων οι επτά περιπτώσεις που καταγράφει στην κατάθεση του, ζητήθηκαν προφανώς από τον κατηγορούμενο 2 και παρέδωσε τα αντικείμενα, τουλάχιστον για τις τρεις από τις επτά περιπτώσεις. Όμως τη συγκεκριμένη ημερομηνία δηλαδή τις 24.11.14 που έγινε η έρευνα, τα συγκεκριμένα κομμάτια δεν έχουν κάποια σχέση με τα σακουλάκια που βρήκαν στην έρευνα. Συμφωνώντας στη συνέχεια ότι ήταν στα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία τα τρία σακουλάκια και δεν ήταν στο κατάστημα στη Λεμεσό που έκαναν έρευνα και ακόμη ότι ενόψει της διαπίστωσης που έκαναν στο μπλοκ αποδείξεων ότι υπάρχουν 7 αποδείξεις που τα στοιχεία δεν ήταν πραγματικά και ότι αναγράφετο «πλάκα χρυσού» ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε και παρέδωσε τα τρία από αυτά σε συνάδελφο του. Διευκρίνισε δε ότι με τους αύξοντες αριθμούς που αναφέρονται εδώ δηλαδή 22525, 22526, 22527, ο ίδιος αναφέρθηκε στην κατάθεση του ότι δεν τηρήθηκε η σχετική διαδικασία. Δηλαδή ότι ήταν λανθασμένα τα στοιχεία. Δεν αναφέρεται σε αντικείμενα που φαίνεται καταγράφηκαν στη συγκεκριμένη απόδειξη. Για το τεκμ.16 ανέφερε ότι είναι μία απόδειξη επιστροφής Τεκμηρίων και συμφώνησε ότι συγκεκριμένα κοσμήματα τα οποία καταγράφονται εκεί προφανώς ελέγχθηκαν από την αστυνομία και επειδή δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε μεμπτό επιστράφηκαν στον κατηγορούμενο
- Περαιτέρω συμφώνησε ότι τα κοσμήματα που εντόπισε στο κατάστημα στη Λεμεσό, αναφέρονται στην απόδειξη αριθμός 22529 που είναι απόδειξη της ίδιας μέρας την οποία έκαναν την έρευνα και ότι αυτά δεν πήγαν Λευκωσία στο κατάστημα και τα βρήκαν στη Λεμεσό. Επίσης ότι δεν ήταν παρών ο κατηγορούμενος 2 κατά την έρευνα, αλλά ανέφερε πως δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε δει ούτε γνώριζε για τα κοσμήματα αυτά. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε ότι δεν θυμάται αν τα χρυσαφικά που βρήκαν είχαν πάνω πέτρες πολύτιμες ή αν ήταν αφαιρεμένες. Έχουν παρέλθει 4 χρόνια σχεδόν. Βλέποντας δε το τεκμήριο 18 ανέφερε ότι υπάρχουν μόνο πέντε δακτυλίδια τα οποία ήταν χωρίς πολύτιμους λίθους. Εν σχέση με το Τεκμήριο 8 δηλ. το μπλοκ αποδείξεων και την απόδειξη με αριθμό 22509, ανέφερε ότι αυτή αναγράφει ως ημερομηνία 17.11.14 και έχει μια βδομάδα διαφορά εν σχέση με την έρευνα τους. Ως αντικείμενα αναγράφει μία πλάκα χρυσού. Η εν λόγω απόδειξη δεν είναι μέσα στις επτά που είχε καταγράψει και είπε ότι προφανώς ελέγχθηκε και για να μην καταγραφεί ήταν σωστά. Το ίδιο ισχύει και για την απόδειξη
- Στην απόδειξη 22515 γράφει ένα σταυρό, δύο καδένες και δύο πλάκες. Αναφορά δε σε πλάκες, χωρίς συγκεκριμενοποίηση, υπάρχει και σε άλλες αποδείξεις. Σε υποβολή ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε, κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να δημιουργήσει εύλογη υπόνοια ότι τα εν λόγω αντικείμενα ήταν κλοπιμαία, διερωτήθηκε εφόσον δεν ήταν κλοπιμαία ποιος ο λόγος να γραφτεί στο μπλοκ αποδείξεων μία σκέτη πλάκα χρυσού και να μην καταγραφούν όλα τα αντικείμενα, όπως επίσης και τα σωστά στοιχεία. Για την απόδειξη 22509 που του υπεδείχθη προηγουμένως και πάλι αυτό που αναφέρεται είναι πλάκα χρυσού και μπορεί όντως τα στοιχεία του προσώπου το οποίο πώλησε τα κοσμήματα τη συγκεκριμένη μέρα να καταγράφηκαν σωστά. Τέλος, για τις 3 περιπτώσεις από τις 7 που καταγράφει στην κατάθεση του και στις οποίες πάλι αναφέρονται σε πλάκες χρυσού, συμφώνησε ότι παραλήφθηκαν τα κοσμήματα από την υπηρεσία τους, ελέγχθηκαν και δεν ήταν κλοπιμαία και επιστράφηκαν πίσω στον κατηγορούμενο 2 αλλά διευκρίνισε ότι εν σχέση με αυτές τις 3 περιπτώσεις πάλιν δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες και εντόπισε λανθασμένα στοιχεία. Κατηγορούμενη 1 Κατ' αρχήν στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την γραπτή της κατάθεση, τεκμ.2 και ανέφερε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της. Ακολούθως εξήγησε ότι στην επιχείρηση που εργάζεσαι οι παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο που συμφωνούν με τον πελάτη την αγορά χρυσαφικών είναι το βάρος του χρυσού, καθώς και τα καράτια που έχουν και ανάλογα με την τιμή που υπάρχει στο χρηματιστήριο για τον χρυσό τη συγκεκριμένη μέρα, είναι και η τιμή που αγοράζουν το χρυσό. Όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται ανέφερε ότι πρώτα ελέγχουν τα χρυσά για τη γνησιότητα τους. Μετά τα ζυγίζουν για να δουν πόσο είναι το βάρος τους και αναλόγως βγάζουν και την τιμή της αγοράς. Για το θέμα της γνησιότητας υπάρχουν ειδικά φάρμακα που δείχνουν τη γνησιότητα των χρυσών. Κάθε καράτιο έχει το δικό του φάρμακο. Πιο συγκεκριμένα υπάρχει μια ειδική πλάκα στην οποία χδέρνουν πάνω το χρυσαφικό και μετά βάζουν το φάρμακο και ελέγχουν ανάλογα με την αντίδραση του φαρμάκου τη γνησιότητα του, δηλ. πόσων καρατίων είναι και αν είναι χρυσό. Είπε ακόμη ότι υπάρχουν διαφορετικά καράτια χρυσού. Υπάρχουν 9 καράτια, 14, 18, 22 και
- Η τιμή, ανάλογα με το καράτιο, καθορίζεται από το Χρηματιστήριο. Όταν αλλάξει η τιμή στο Χρηματιστήριο, τους ενημερώνουν από την εταιρεία να αλλάξουν και την τιμή αγοράς. Η τιμή μπορεί να κάνει και 1‑2 μήνες να αλλάξει. Τα χρυσαφικά που αγοράζει από πελάτες παραλαμβάνονται από τα κεντρικά της εταιρείας κάθε λίγες μέρες. Κάθε 3‑4 μέρες, ανάλογα με τα πόσα χρυσαφικά έχει αγοράσει. Όταν αυξηθεί η ποσότητα, τους ενημερώνουν να έρθουν να τα πάρουν. Εκείνη τη μέρα που ήρθε η Αστυνομία και έκαμε τον έλεγχο, δεν είχε ενημερώσει πριν την αγορά κάποιον για την αγορά των χρυσών. Μετά την αγορά ναι, γιατί είχε αρκετή ποσότητα και τους ενημέρωσε να έρθουν να τα παραλάβουν, αλλά μέχρι τη στιγμή που ήρθε η Αστυνομία, δεν ήρθε κάποιος. Αφού επανέλαβε ότι είναι στη βάση του βάρους που αγοράζουν τα χρυσαφικά, είπε ότι ένα κόσμημα μπορεί να έχει πάνω διαμάντια ή άλλους πολύτιμους λίθους. Αυτοί δεν αφαιρούν όμως διαμάντια ή οτιδήποτε άλλο, παίρνουν μόνο το βάρος του χρυσού. Συνήθως όταν ένα χρυσαφικό έχει πάνω πολύτιμους λίθους αυτοί αφαιρούνται από τους πελάτες ή ζητούν από τους ίδιους να τους αφαιρέσουν για να μην τους υπολογίσουν και τους λένε το καθαρό βάρος. Σε περίπτωση που αφαιρέσουν οι ίδιοι τους πολύτιμους λίθους τους δίνουν πίσω στον πελάτη, είναι δικοί του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα χρυσαφικά που εντοπίστηκαν μετά που έγινε ο έλεγχος από την Αστυνομία, δεν είχαν πολύτιμους λίθους πάνω. Φαίνεται ότι είχαν αφαιρεθεί. Υπήρχαν κάποια δακτυλίδια που ήταν φανερό ότι υπήρχαν κάποιοι λίθοι οι οποίοι είχαν αφαιρεθεί. Εξήγησε περαιτέρω ότι για τα συγκεκριμένα χρυσαφικά που εντοπίστηκαν από την Αστυνομία, τα οποία ήταν κλεμμένα, έχει αναγράψει στην απόδειξη «πλάκα χρυσού» και ο λόγος είναι γιατί όταν είναι μεγάλη ποσότητα, παίρνει πολύ χρόνο η καταγραφή τους αναλυτικά και έτσι συμφωνήσαν, για να μην χάνουν χρόνο και επειδή παλιά τους είχαν κλέψει και πολλές φορές περιμένουν και άλλοι πελάτες, για να τελειώνουν γρήγορα γράφουν «πλάκα χρυσού» και μετά όταν εν να παν στην εταιρεία θα φωτογραφηθούν και θα αναλυθούν εκεί. Δεν θυμάται ακριβώς πότε τους έκλεψαν, μπορεί να ήταν κανέναν χρόνο πριν και ήταν σε άλλο κατάστημα. Και οι οδηγίες αυτές που δόθηκαν ήταν περίπου τον ίδιο καιρό με το περιστατικό εκείνο. Για τις άλλες αποδείξεις που είχαν εντοπιστεί στο βιβλίο αποδείξεων που κρατούν στο κατάστημα και έγραφαν «πλάκα χρυσού», εξ' όσων γνωρίζει τα συγκεκριμένα χρυσαφικά δεν ήταν κλεμμένα. Τα πήγαν και για έλεγχο και τους τα επέστρεψαν πίσω. Ο ίδιος ο πελάτης που τους έφερε τα κλεμμένα τα χρυσαφικά τη μέρα που έκαμε τον έλεγχο η Αστυνομία, είχε ξανάρθει στο κατάστημα ακόμα μια φορά την προηγούμενη βδομάδα και της έφερε ξανά χρυσαφικά και ήταν μέσα σε εκείνα που έχουν ελέγξει. Αυτά τους τα επέστρεψε πίσω η Αστυνομία. Για το Τεκμήριο 7 είπε ότι είναι το μητρώο όπου καταγράφουν τις αγορές της ημέρας και αναλυτικά πόσα καράτια και πόσα γραμμάρια ήταν για κάθε πελάτη. Γράφει μετά που θα φύγει ο πελάτης. Συγκεκριμένα καταγράφει τις αγορές της ημέρας πιο αναλυτικά, γράφοντας πόσα καράτια, πόσα γραμμάρια και πόσα λεφτά έδωσε στον κάθε πελάτη και το όνομα του. Για τη συγκεκριμένη αγορά που έκαμε την έρευνα η Αστυνομία και εντόπισε ότι ήταν κλεμμένα τα χρυσαφικά, εδώ έγραψε στη σελίδα 24/11/14, άσχετα αν έχει γράψει εκεί «πλάκα χρυσού», αναλυτικά «9 καράτια, 14 καράτια και 22 καράτια». Είναι η τελευταία σελίδα. Μετά της πήραν το βιβλίο. Στη σελίδα αυτή έχει κάνει 5 αγορές και η συγκεκριμένη είναι η 2η αγορά της ημέρας. Αυτά που κατέγραψε αντιστοιχούν στην ποσότητα του χρυσού που έχει πάρει, στο βάρος και τα καράτια του. Δεν καταγράφει εκεί το κάθε χρυσαφικό αλλά τα έχει χωρίσει σε τέσσερις κατηγορίες, ανάλογα με τα καράτια των χρυσαφικών που έχει πάρει. Και έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις αναφορικά με το τι ακριβώς καταγράφεται. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση της είπε ότι δεν γνώριζε ότι αυτά τα χρυσαφικά που παρέλαβε στις 24/11 ήταν κλοπιμαία. Στην αντεξέταση της είπε κατ' αρχήν εν σχέση με τη σελίδα που ενδιαφέρει στο Τεκμήριο 7 και τη δεύτερη αγορά της ημέρας στην οποία αναφέρθηκε πριν, ότι η κυρία XXXXX Σταύρου ήταν η σύζυγος του πελάτη. Έδωσε τα στοιχεία της γυναίκας του. Δεν θυμάται το όνομα του. Είχε έρθει και την προηγούμενη βδομάδα και ήταν η δεύτερη φορά που ερχόταν και της έφερνε χρυσαφικά. Της έτυχε και άλλες φορές να θέλουν να τα γράψουν πάνω στο όνομα της γυναίκας τους ή να έρθει η γυναίκα και να θέλει να τα γράψει πάνω στον άντρα της γιατί είναι δικά του και θέλει να του πάρει την απόδειξη, ή της μάμας τους. Ανέφερε δε ότι όταν κάποιος άντρας πελάτης της δώσει ένα γυναικείο όνομα το οποίο καταγράφει, ζητά και την ταυτότητα και το τηλέφωνο του πελάτη. Είναι γραμμένα μέσα στο μπλοκ των αποδείξεων. Στο τεκμήριο 8 είναι η απόδειξη 22529, έχει τηλέφωνο και αριθμό ταυτότητας, τα οποία της είπε ο πελάτης ότι είναι της γυναίκας του. Η μάρτυρας στη συνέχεια είπε ότι όντως ίσως να ήταν πιο σωστό να καταγράψει τα στοιχεία του προσώπου που παρουσιάστηκε και παραδέχεται ότι έκανε λάθος γιατί έπρεπε να βλέπει την ταυτότητα και δεν κράτησε σωστά τα στοιχεία. Από εκείνη την ημέρα πλέον χωρίς ταυτότητα δεν παίρνει τίποτε χρυσαφικά. Προηγουμένως μερικές φορές όταν δεν είχαν μαζί τους την ταυτότητα τους έλεγε να της την πουν προφορικά, όχι πάντα. Είχε οδηγίες από την εταιρεία, όταν δεν έχουν την ταυτότητα τους μαζί τους να της την λεν προφορικά. Δεν θυμάται ποιος από την εταιρεία έδωσε τις οδηγίες γιατί είχε επικοινωνία με πολλά άτομα στην εταιρεία, συνήθως μιλούσαν με το λογιστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση το όνομα του πραγματικού πελάτη δεν το θυμάται. Είχε έρθει την προηγούμενη βδομάδα, το ανάφερε και στην κατάθεση της. Ήταν Έλληνας, μιλούσε ελληνικά. Η προηγούμενη απόδειξη ήταν η υπ' αριθμό 22525, ημερομηνίας 21/11 και έχει πει συγκεκριμένα (στην κατάθεση της) ότι αφορά έναν πελάτη τον οποίο πρώτη φορά έβλεπε εκείνη την ημέρα, αλλά τον ξαναείδε σήμερα αφού επέστρεψε με νέα χρυσαφικά. Η απόδειξη με αρ. 22529 είναι η δεύτερη φορά που ήρθε. Την ώρα που της έπαιρναν κατάθεση της έδειξαν την απόδειξη 22525 και είχε δει το όνομα του και τους είπε ότι είναι ο ίδιος πελάτης και τον περιέγραψε. Μάλιστα κλήθηκε και στην Αστυνομία μετά από λίγες μέρες για να τον αναγνωρίσει, αλλά δεν ήταν εκείνος. Ακολούθως είπε εν σχέση με την απόδειξη αρ.22525 (βλ. τεκμήριο 8) ότι δεν της έδειξε κάποια ταυτότητα αυτός ο αναφερόμενος XXXXX Κωνσταντίνου. Του την ζήτησε και πάντα την ζητά. Αλλά μερικές φορές, όταν για κάποιον λόγο δεν θέλουν να τα δώσουν, είτε γιατί ντρέπονται ή δεν θέλουν να δώσουν τα στοιχεία, είτε γιατί δεν την έχουν μαζί τους, τους λέει να της την πουν προφορικά. Σε υποβολή ότι αυτό γίνεται και όταν είναι κλεψιμιά απάντησε ότι τούτο δεν το ήξερε. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν είχε μαζί του την ταυτότητα του. Όταν δε της λέχθηκε ότι στην κατάθεση της αναφέρει κάτι άλλο ότι δηλαδή «Ο εν λόγω άντρας δεν μου έδωσε ταυτότητα, παρά μόνο μου ανάφερε τον αριθμό τον οποίο κατέγραψα», απάντησε ότι της είπε τον αριθμό και τον κατέγραψε και διερωτήθηκε τι διαφορετικό είπε. Ενώ στη συνέχεια σε περαιτέρω ερωτήσεις είπε ότι μπορεί να το διατύπωσε διαφορετικά. Πάντα ζητά την ταυτότητα. Ως προς την αναφορά στην κατάθεση της ότι «Δεν γίνεται πάντα ο έλεγχος αυτός, αφού ορισμένες φορές ο πελάτης είτε δεν έχει μαζί του οποιοδήποτε έγγραφο, είτε δεν θέλει να υποδείξει τα στοιχεία του», είπε ότι πάντα το ζητά, αλλά δεν γίνεται πάντα ο έλεγχος. Δηλαδή πάντα ζητά να δει την ταυτότητα, εάν δεν την έχει μαζί του, της λέει προφορικά τα νούμερα. Σε ερώτηση δε αν θα μπορούσε να έρθει στο κατάστημα κάποιος, να της πει ένα όνομα άλλο και αυτό να την ικανοποιούσε, απάντησε ότι δεν το είχε σκεφτεί ότι μπορεί να της έλεγε λάθος στοιχεία. Θεώρησε ότι της έδινε τα δικά του στοιχεία. Περαιτέρω ανέφερε ότι τη δουλειά αυτή την κάνει 6 χρόνια. Τότε ήταν o δεύτερος χρόνος και δεν της ξανάτυχε να υποπτευθεί οτιδήποτε ύποπτο. Μετά από εκείνη την ημέρα δεν έχει ξαναπάρει τίποτε χωρίς να δει ταυτότητα. Συμφώνησε δε ότι σε εκείνα τα 2 χρόνια που δούλευε τότε, έβλεπε καθημερινά πολλή κόσμο που ερχόταν εκεί και πάντα έκανε την ίδια διαδικασία και ακόμη ανέφερε ότι αυτές οι 7 περιπτώσεις δεν ήταν οι μοναδικές που ζήτησε να δει στοιχεία και δεν της έδωσαν. Έτυχε και άλλες φορές. Αυτές ήταν οι τελευταίες όμως φορές που δεν είχε δει στοιχεία. Διευκρίνισε δε στη συνέχεια ότι για την αγορά των χρυσαφικών στην προκειμένη περίπτωση την ώρα που έκανε την αγορά δεν πήρε οδηγίες. Δεν παίρνει οδηγίες την ώρα που κάνει την αγορά. Είναι μόνη της στο κατάστημα και κάνει τις αγορές. Εξάλλου γι' αυτό τα γράφει και στο τετράδιο, γιατί τους στέλνει κάθε βράδυ ένα email με τις αγορές της. Ως προς τις οδηγίες που έχει από την εταιρεία να γράφει «πλάκα χρυσού», είπε ότι απ' ό,τι θυμάται είναι ο κύριος Χρίστος που της είπε πολύ παλιά, όμως όχι τελευταίως. Ο λόγος που γινόταν τούτο ήταν γιατί παίρνει πολύ χρόνο η διαδικασία και παλιά τους είχαν ληστέψει και ένα κατάστημα με αυτόν τον τρόπο και για να μην μένουν εκτεθειμένα πολλή ώρα τα χρυσαφικά, γράφουν «πλάκα χρυσού» και μετά στέλνονται στην εταιρεία για να φωτογραφηθούν. Η σωστή διαδικασία είναι να αναγράφονται αναλυτικά και το ξέρει ότι δεν τηρούσε σωστά τα στοιχεία. Δέχτηκε δε ότι τούτη τη διαδικασία την ήξερε από την πρώτη μέρα που έπιασε δουλειά στην εταιρεία αυτήν και ήξερε ότι έπρεπε να καταγράφει ορθά τα στοιχεία του πελάτη, αφού τα επιβεβαιώσει και να καταγράφει και το τι ακριβώς της παρέδιδε. Το αναγνωρίζει ότι έκαμε λάθος και το παραδέχτηκε. Είπε δε στη συνέχεια για τις οδηγίες του διευθυντή της, του 2ου κατηγορούμενου, για να μην καταγράφει τα χρυσαφικά αναλυτικά και να γράφει «μία πλάκα χρυσού» ότι αυτό ήταν μόνο σε περιπτώσεις που ήταν μεγάλη ποσότητα. Συμφωνεί όμως ότι τούτες οι οδηγίες δεν είναι οι ενδεδειγμένες από τον Νόμο. Και σε ότι αφορά την καταγραφή των στοιχείων που έκανε χωρίς να βλέπει ταυτότητες, επανέλαβε ότι της είχαν πει όταν δεν της δώσουν ταυτότητα να της την πουν προφορικά, χωρίς να θυμάται όμως ποιος της έδωσε τη συγκεκριμένη οδηγία γιατί υπάρχουν και άλλα άτομα στην εταιρεία. Η μάρτυρας έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις αναφορικά με τις καταχωρήσεις που κάμνει στο μητρώο και στις αποδείξεις αγοράς, πότε θεωρείται πολλή η ποσότητα ούτως ώστε να γράφει «πλάκα χρυσού» όπως είπε προηγουμένως και τη διαδικασία με την φωτογράφηση όταν τα έστελνε στην εταιρεία. Για την επίδικη περίπτωση στο Τεκμήριο 7 που γράφει XXXXX Σταύρου, ανέφερε ότι ήταν πολλά τα κομμάτια. Ήταν τέσσερα σακουλάκια χρυσαφικά. Στην προηγούμενη καταχώρηση της πιο πάνω στο Τεκμήριο 7 ήταν 49,7 γραμμάρια. Εδώ δεν γράφει όμως πόσα κομμάτια είναι στο τιμολόγιο. Τώρα δεν ξέρει αν έχει γράψει «πλάκα χρυσού». Αν δεν έχει γράψει «πλάκα χρυσού», θα γράφει αναλυτικά πόσα ήταν. Δεν θυμάται όμως μετά που 3‑4 χρόνια και είπε ότι αντιστοιχεί στο τιμολόγιο αρ.
- Βλέποντας δε το τελευταίο αυτό τιμολόγιο επιβεβαίωσε ότι είναι μια πλάκα χρυσού αλλά δεν ξέρει πόσα κομμάτια ήταν τούτο. Για την απόδειξη αγοράς 22529 θυμάται ότι ήταν πολλά κομμάτια γιατί αυτά τα συγκεκριμένα τα παράλαβε η Αστυνομία εκείνη την ημέρα. Τα άνοιξαν μπροστά της και τα κατέγραψαν αναλυτικά και μετά για τα συγκεκριμένα έγινε ολόκληρη ιστορία. Είναι τα συγκεκριμένα τα οποία γίνεται το θέμα, γι' αυτό το θυμάται. Για την καταχώρηση ημερομηνίας 22/11/2014 ανέφερε ότι έναν πελάτη είχε εκείνη την ημέρα. Είναι μεγάλη ποσότητα, απ' ό,τι φαίνεται, γιατί είναι πολλά τα γραμμάρια. Γράφει 55,5 γραμμάρια των 18 καρατίων, 23,5 γραμμάρια των 14 καρατίων και 1,4 γραμμάρια των 9 καρατίων. Υποθέτει ότι είναι μεγάλη ποσότητα επειδή έχει πολλή βάρος, χωρίς να είναι σίγουρο τώρα. Συνήθως όταν είναι πολλή το βάρος είναι πολλή και η ποσότητα, χωρίς να είναι σίγουρη, δεν μπορεί να ξέρει πόσα κομμάτια ήταν. Η μάρτυρας δε στη συνέχεια ερωτήθηκε και απάντησε για διάφορες άλλες ημερομηνίες και τις καταγραφές που έκανε, διευκρινίζοντας ότι υπάρχουν περιπτώσεις που έγραψε «μια πλάκα χρυσού» γιατί όντως ήταν πλάκα χρυσού. Υπάρχουν και πλάκες χρυσού που κάνουν αγορά και μπορεί να έχει γράψει «πλάκα χρυσού» γιατί ήταν πλάκα χρυσού. Για την απόδειξη 22525, ημερομηνίας 21/11, που φέρει όνομα XXXXX Κωνσταντίνου, είπε ότι είναι το άτομο το οποίο έφερε και την αγορά που συζητούμε για τις 24/
- Είναι πολλή ποσότητα αυτή, περίπου 65 γραμμάρια σύνολο. Στην απόδειξη γράφει «μια πλάκα χρυσού». Και το ίδιο έγινε και τη δεύτερη φορά, οπότε πάλιν έφερε πολλά, περίπου 200 γραμμάρια. Και για τις 2 περιπτώσεις πλήρωσε σχεδόν 5.000 ευρώ. Αρνήθηκε ότι το γεγονός ότι ήρθε άντρας και της έδωσε το όνομα XXXXX Σταύρου και του έδωσε €4.000 μετρητά ήταν εσκεμμένο και είπε ότι δεν ήξερε ότι μπορεί να μην είναι δικά του. Δεν της έδωσε να καταλάβει ότι της δίνει λάθος στοιχεία. Αντιθέτως, επειδή ήταν μεγάλη ποσότητα, ήταν μέσα στο μαγαζί πάνω από μίαν ώρα να τα ελέγξουν, μιλούσαν και δεν έδειξε να βιάζεται. Δεν θυμάται να έδειξε να ήταν αγχωμένος ή να δείξει κάτι που να καταλάβει ότι μπορεί να μην είναι δικά του, οπόταν όταν της είπε «Γράψε τα πάνω στη γυναίκα μου», δεν της φάνηκε κάτι ύποπτο. Αν της φαινόταν ύποπτο δεν θα τα έπιανε. Δεν είχε λόγο να τα πάρει και να διακινδυνεύσει να βρεθεί σε αυτή τη θέση, τη στιγμή που είναι μια απλή υπάλληλος στην εταιρεία. Ο μισθός της είναι €800 και δεν παίρνει προμήθεια. Η εταιρεία είπε θα βγάλει το κέρδος της από αυτά τα πράγματα. Αφού έδωσε δε εξηγήσεις για διάφορες καταχωρήσεις που εμφαίνονται στο τεκμ.7 και ανέφερε ότι δεν είχε προσέξει ότι τόσο το δελτίο ταυτότητας που της έδωσε την πρώτη φορά, όσο και το τηλέφωνο επικοινωνίας που της έδωσε τη δεύτερη φορά, είναι σχεδόν πανομοιότυπα, με διαφορά ένα γράμμα (την πρώτη φορά της έδωσε δελτίο ταυτότητας «XXXXX1823», ενώ τη δεύτερη φορά δελτίο ταυτότητας «XXXXX2813» και επίσης το τηλέφωνο την πρώτη φορά είναι «XXXXX3119» και τη δεύτερη φορά «XXXXX1129»). Αρνήθηκε δε ότι εσκεμμένα δεν το πρόσεξε και πως γνώριζε ότι τα χρυσαφικά που της έφερε ήταν κλοπιμαία. Επίσης είπε ότι δεν είχε λόγο να πιάσει τηλέφωνο για να διαπιστώσει κάτι, ούτε πέρασε από τον νου της ότι μπορεί να ήταν κλοπιμαία. Γενικότερα έχοντας υπόψη και τις άλλες περιπτώσεις με τα λανθασμένα στοιχεία είπε ότι δεν σκέφτηκε να κάμει καμιά φορά τούτο το τηλεφώνημα. Η δουλειά της ανέφερε είναι να αγοράζει χρυσαφικά. Έκαμε τη δουλειά της. Ο κατηγορούμενος 2 ως έχει προαναφερθεί περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: " Εκφράζω τη λύπη μου για το γεγονός ότι η επιχείρηση στην οποία είμαι διευθυντής ταλαιπωρεί τη δικαιοσύνη με την υπόθεση αυτή. Η επιχείρηση μας κατέχει όλες τις από του Νόμου απαιτούμενες άδειες για αγορά χρυσού. Αγοράζοντας το χρυσό αυτός μεταφέρεται στα κεντρικά μας γραφεία όπου φυλάγεται για 10 μέρες προτού οδηγηθεί για λιώσιμο. Η αγορά του χρυσού στα καταστήματα μας γίνεται αποκλειστικά με βάση το βάρος του χρυσού αφού στη συνέχεια όπως ανέφερα αυτό οδηγηθεί για λιώσιμο. Την τιμή αγοράς την καθορίζει η εταιρεία στη βάση της τιμής του στα χρηματιστήρια διεθνώς. Θα πρέπει να τονίσω ότι δεν γνώριζα ότι στις 24/11/14 είχαν αγοραστεί στο κατάστημα της Λεμεσού τα επίδικα χρυσαφικά αφού εγώ τη στιγμή της αγοράς ήμουν στα κεντρικά γραφεία της Λευκωσίας. Ούτε βρισκόμουν εκεί την ώρα της αγοράς και ούτε ενημερώθηκα, κάτι που ουδέποτε γίνεται τη στιγμή της αγοράς. Αναγνωρίζω και απολογούμαι για το γεγονός ότι στην επιχείρηση μας δεν τηρούνταν αυστηρά οι διαδικασίες διακρίβωσης των στοιχείων του πωλητή και καταγραφής των αντικειμένων. Είμαι επιχειρηματίας, διατηρώ αρκετές επιχειρήσεις και είμαι απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις μου απέναντι στις αρχές. Σας διαβεβαιώνω ότι σε καμία περίπτωση η εταιρεία μας δεν θα ρίσκαρε αγοράζοντας εν γνώση της κλοπιμαία αντικείμενα. " Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Όσον αφορά τους μάρτυρες κατηγορίας 1 και 2 σημειώνω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία τους, με εξαίρεση τα σημεία στα οποία γίνεται αναφορά αμέσως πιο κάτω και για τους λόγους που εξηγώ. Έδωσαν σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις ως προς τις ενέργειες τους και μέσα από τη μαρτυρία τους σημειώνω δεν προκύπτει οτιδήποτε που να δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία εν σχέση με την αξιοπιστία τους. Ενήργησαν δε θεωρώ αντικειμενικά στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Όσον αφορά τον ΜΚ1 δεν είναι αποδεκτή μόνον η θέση που εξέφρασε ότι για την αγορά των χρυσαφικών πέραν από το βάρος του χρυσού ενδιαφέρει και η περιγραφή του χρυσαφικού το οποίο πωλείται. Κατ' αρχήν επειδή δεν ήταν προφανέστατα γνώστης του θέματος. Κατά δεύτερον επειδή η μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία συνάδει επί του θέματος με αυτή της κατηγορούμενης 1, μαρτυρίες που γίνονται επίσης αποδεκτές, συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι για την αγορά χρυσαφικών αυτό που λαμβάνεται υπόψη είναι το βάρος του χρυσού. Για τον ΜΚ2 θα αναφερθώ μόνον στο σκεπτικό και το ακόλουθο συμπέρασμα του περί ύπαρξης υπονοιών ότι επρόκειτο για κλοπιμαία χρυσαφικά. Ότι θα αναφέρω εδώ είναι πως βεβαίως ο μάρτυρας ερωτώμενος είπε την άποψη του, η οποία όμως δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο για την εξαγωγή οιωνδήποτε συμπερασμάτων. Για το θέμα της ύπαρξης υπονοιών ή ακόμη της γνώσης των κατηγορουμένων θα αποφανθεί το Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας και απαιτείται βεβαίως δικαστική κρίση. Όσον αφορά τη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου ή και τα τεκμήρια 1, 3, 4 και 5 που κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους και το παραδεκτό γεγονός δεν χρειάζεται θεωρώ να λεχθεί τίποτε περισσότερο πέραν του ότι αυτή θεωρείται δεδομένη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γιαννίδης v. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ.7007
(2002)2 Α.Α.Δ. 143), γίνεται αποδεκτή και αποτελεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Στρεφόμενος στην κατηγορούμενη 1 αναφέρω ευθέως πως δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μάρτυρας, την οποία παρακολούθησα πολύ προσεκτικά ενώ κατέθετε, ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια. Κατέθεσε με ένα φυσικό τρόπο, ήταν άμεση και σαφής. Επίσης θα πρέπει να σημειώσω τις παραδοχές της σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της ότι ακολουθούσε λανθασμένη διαδικασία αναφορικά με την καταγραφή των χρυσαφικών και των στοιχείων του πελάτη, αλλά και ότι είχε λάβει οδηγίες από τον κατηγορούμενο 2 για καταγραφή «πλάκας χρυσού» για τους λόγους που εξήγησε. Αυτά κρίνω ήταν στοιχεία που απλά επιβεβαιώνουν την ειλικρίνεια της. Η σφαιρική μελέτη της μαρτυρίας της δε κατά την κρίση μου επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές και συνεπώς κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία της, με την σημείωση όμως και πάλιν ότι είναι το Δικαστήριο που θα αποφανθεί για τυχόν γνώση ή υποψία της για το κατά πόσο ήταν κλοπιμαία τα χρυσαφικά και αυτό το αναφέρω έχοντας υπόψη τις σχετικές αναφορές στη μαρτυρία της. Ερχόμενος στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 αναφέρω ότι στο μεγαλύτερο μέρος της γίνεται αποδεκτή αφού συνάδει με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Αν ο κατηγορούμενος 2 όμως είναι επιχειρηματίας που διατηρεί αρκετές επιχειρήσεις και είναι απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντι στις αρχές, αυτό δεν είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ούτε και υπάρχει σχετική μαρτυρία που να το υποστηρίζει, αν και τούτο είναι θεωρώ άνευ σημασίας για την παρούσα υπόθεση. Επίσης ως προς το ότι σε καμία περίπτωση η εταιρεία δεν θα ρίσκαρε αγοράζοντας εν γνώση της κλοπιμαία αντικείμενα αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό διότι ακριβώς αφορά την ουσία του πράγματος και το Δικαστήριο θα αποφανθεί για τούτο αφού προβεί σε αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής: Στις 24/11/14 έγινε έρευνα από την Αστυνομία στο κατάστημα αγοράς χρυσαφικών με την ονομασία GOLDBUYERS στη Λεμεσό για έλεγχο κατά πόσο στο μέρος βρίσκονται χρυσαφικά τα οποία είναι προϊόντα κλοπών και διαρρήξεων. Η εν λόγω επιχείρηση να σημειωθεί ανήκει στην εταιρεία M.A. GOLDBUYERS LTD, της οποίας διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος
- Η εταιρεία αυτή δε κατά την πιο πάνω ημερομηνία είχε άδεια αγοράς μεταξύ άλλων μεταχειρισμένων αντικειμένων από χρυσό και ασήμι με βάση το Ν.52(Ι)/
- Στο ρηθέν κατάστημα υπεύθυνη ήταν η κατηγορούμενη
- Από τον έλεγχο της Αστυνομίας βρέθηκαν στο γραφείο του καταστήματος 4 σακουλάκια με χρυσαφικά, τα οποία αποτελούσαν την τελευταία αγορά του καταστήματος με βάση την απόδειξη αγοράς αρ.
- Τα εν λόγω χρυσαφικά προέκυψε ότι αποτελούσαν τα χρυσαφικά που κλάπηκαν προηγουμένως την ίδια μέρα κατόπιν διάρρηξης στην οικία των Γρηγόρη Γρηγορίου και Χριστίνας Χριστοφίδου Γρηγορίου, από Λεμεσό. Όσον αφορά την απόδειξη με αρ. 22529 πιο πάνω, ημερομηνίας 24/11/2014, εις την οποία αναγράφεται στην περιγραφή «1 πλάκα χρυσού» και ποσό πληρωμής €3750.- στο όνομα της XXXXX Σπύρου με αρ ΔΤ: XXXXX2813 και τηλέφωνο επικοινωνίας XXXXX1129, να σημειωθεί ότι άγνωστο πρόσωπο που στις 21/11/14 είχε επισκεφθεί ξανά το κατάστημα και έδωσε το όνομα XXXXX Κωνσταντίνου, ζήτησε από την κατηγορούμενη 1 όπως εκδοθεί στο όνομα της XXXXX Σταύρου η οποία ως ανέφερε ήταν η σύζυγος του, δίδοντας μεταξύ άλλων αριθμό ταυτότητας της υποτιθέμενης συζύγου του. Από εξετάσεις όμως που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο αναφερόμενος αριθμός δελτίου ταυτότητας ανήκει στον XXXXX Πρή, ημερομηνία γέννησης 16/5/1977, από την Λάρνακα. Πέραν της πιο πάνω απόδειξης, εντοπίστηκαν να σημειωθεί άλλες 4 αποδείξεις στο βιβλίο αποδείξεων αγορών του καταστήματος (αρ.22504, 22525, 22526 και 22527) οι οποίες αφού ελέγχθηκαν οδήγησαν σε παρόμοιο αποτέλεσμα ως ανωτέρω δηλ. ο αρ. ταυτότητας που αναγραφόταν αφορούσε άλλο πρόσωπο άσχετο με το αναφερόμενο στην απόδειξη, ενώ άλλες 2 αποδείξεις (αρ.22513 και 22528) δεν είχαν σημειωμένα αρ. ταυτότητας και διεύθυνση. Για την περίπτωση της απόδειξης 22529 πιο πάνω που ενδιαφέρει εδω αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη 1 ένεκα της μεγάλης ποσότητας χρυσαφικών και για να μην σπαταληθεί χρόνος για καταγραφή στην απόδειξη αναλυτικά όλων των χρυσαφικών, ενήργησε με βάση τις οδηγίες που είχε από τον κατηγορούμενο 2 αναγράφοντας στην απόδειξη και πιο συγκεκριμένα στο σημείο όπου υπάρχει η περιγραφή των μεταχειρισμένων αντικειμένων που αγοράστηκαν «1 πλάκα χρυσού». Επιπλέον, επειδή το πρόσωπο που παρουσιάστηκε για να πωλήσει τα χρυσαφικά δεν είχε μαζί του ταυτότητα κατέγραψε το όνομα και την ταυτότητα που της ανέφερε, ακολουθώντας τις οδηγίες που είχε πάρει από την εταιρεία, δηλαδή όταν δεν έχουν την ταυτότητα τους μαζί τους να της την λένε προφορικά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Tο άρθρο 306 του Κεφ.154, στο οποίο εδράζονται οι κατηγορίες 1 και 3 που μας απασχολούν, προνοεί τα εξής: «
- Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων. » Από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής είναι: · Η από τον κατηγορούμενο αποδοχή ή κατακράτηση περιουσίας. · Η περιουσία αυτή να είναι προϊόν κλοπής ή να αποκτήθηκε κάτω από περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Η αποτυχία απόδειξης κλοπής της περιουσίας συνεπάγεται μοιραία, αποτυχία απόδειξης κατηγορίας για κλεπταποδοχή (Βλ. R. v. Matthews 34 Cr. App. R. 55 & R. v. Johnson, 6 Cr. App. R. 218). · Η γνώση του κατηγορουμένου ότι η περιουσία αυτή αποτελεί προϊόν κλοπής ή ότι αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που να συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα συστατικά του αδικήματος. Ως προς τον κατηγορούμενο 2 να σημειώσω ότι η αποδοχή έγινε μέσω της εταιρείας του, με άδεια για αγορά τέτοιων χρυσαφικών και της υπαλλήλου του, κατηγορούμενης 2, εν γνώσει του βεβαίως ότι καθημερινά γίνονται τέτοιες αγορές και ότι η κατηγορούμενη 2 έχει εξουσιοδότηση να προβαίνει σε τέτοιες αγορές. Απομένει η εξέταση του τρίτου συστατικού στοιχείου, δηλαδή του κατά πόσον οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν ότι τα χρυσαφικά ήταν κλοπιμαία. Το στοιχείο της γνώσης ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος, έχει απασχολήσει επί μακρόν την Αγγλική όσον και την δική μας Νομολογία. Η αναφορά στις Αγγλικές αποφάσεις γίνεται γιατί το άρθρο 306 του δικού μας Ποινικού Κώδικα, είναι παρόμοιο με το καταργηθέν άρθρο 33
(1)του Larceny Act 1916 της Αγγλίας με τη διαφορά πως στο δικό μας άρθρο περιλαμβάνεται και η κατακράτηση της περιουσίας. Ως προς την απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea), η Αγγλική διάταξη ταυτιζόταν με την δική μας αφού και εκεί χρησιμοποιείται η λέξη "knowing". Η θέση του Criminal Law Revision Committee όπως περιγράφεται στο σύγγραμμα Smith & Hogan Criminal Law, 4η έκδοση, σελ. 613 ήταν πως η τότε υφιστάμενη Αγγλική νομοθεσία έπρεπε να βελτιωθεί. Το 1968 θεσπίστηκε στην Αγγλία ο νόμος Theft Act 1968, του οποίου το άρθρο 22
(1)αναφέρει τα πιο κάτω: "a person handles stolen goods if (otherwise than in the course of steeling) knowing or believing them to be stolen goods he dishonestly receives the goods ..". Προκύπτει ότι στόχος του Άγγλου νομοθέτη με την πιο πάνω τροποποίηση ήταν να συμπεριλάβει στο πνεύμα του Νόμου την έννοια της εθελοτυφλίας "willful blindness", πράγμα που όμως σύμφωνα με τους συγγραφείς του προαναφερθέντος συγγράμματος, απέτυχε να πράξει. Έτσι στην υπόθεση Ηall
(1985)81 Cr.App.R.260, τονίστηκε ότι η υποψία (suspicion) δεν μπορεί να εξισώνεται με την πίστη (belief) και πως μόνο η άμεση πληροφόρηση στοιχειοθετεί βεβαιότητα ως προς την γνώση ενώ η συμπερασματική βεβαιότητα, αποτελεί απλά ισχυρή υποψία η οποία όμως δεν αρκεί για τους σκοπούς απόδειξης του αδικήματος του πιο πάνω άρθρου. Το θέμα πραγματεύεται και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 όπου στην σελ. 322 παρ. B4.141, με παραπομπή σε Αγγλική Νομολογία, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: . . . it must be proved that the defendant was aware of the theft or that he believed the goods to be stolen. Suspicion that they were stolen, even coupled with the fact that he shut his eyes to the circumstances, is not enough, although these matters may be taken into account . . . in deciding whether or not the necessary knowledge or belief existed. This is certainly preferable to the definition attempted in Hall, but the definition of belief remains imprecise. Does belief on balance of probabilities suffice, or must the defendant have felt sure of it, beyond reasonable doubt? In Forsyth, the Court of Appeal merely observed, rather unhelpfully, that 'between suspicion and belief there may be a range of awareness' and it would therefore be safer to assume that the stricter concept of belief applies. In other words, a person believes that goods are stolen only if he harbours no serious or substantial doubt as to that fact. A person who is invited to deal with goods which he suspects may be stolen and who deliberately asks no questions might sometimes be considered dishonest, but is not guilty of handling. Dealers in second-hand goods know that from time to time they may be offered goods which turn out to be stolen, but cannot cross-examine their suppliers every time they buy. On the other hand, a person who has already concluded that the goods he is being offered must be stolen (for example, because the serial number has been removed from the car stereo he is being offered for a knock-down price by the man in the pub, and he knows that there is no other explanation for it) cannot set up his failure to ask questions as a defence. He is in fact only pretending to be blind to the truth. See Griffiths
(1974)60 Cr App R
- See also F3.
- Στην Ινδία όπου το ποινικό δίκαιο προσομοιάζει με το δικό μας, το αδίκημα διέπεται από το άρθρο 411 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα και είναι ευρύτερο αφού διαζευκτικά της γνώσης (knowledge), μπορεί να στοιχειοθετηθεί επίσης αν αποδειχθεί πως υπήρχε λόγος για τον κατηγορούμενο να πιστεύει ότι πρόκειται για κλοπιμαία περιουσία (having reason to believe the same to be stolen property). Η φράση "knowing or having reason to believe" ερμηνεύεται στο σύγγραμμα Penal Code of India του Gour, 4ος Τόμος στη σελίδα 3406 ως ακολούθως: "These words are stronger than the words "suspect" and involve the necessity of showing that the circumstances were such that a reasonable man must have felt convinced in his mind that the property with which he has dealing must be stolen property". Στη σελ. 3419 αναφέρεται πως τόσο η λέξη "knowledge" όπως και η λέξη "belief" χρησιμοποιούνται ejusdem generis και αμφότερες υπονοούν την ύπαρξη και παρουσία των γεγονότων και των συνθηκών εκείνων από τις οποίες ο κατηγορούμενος είτε αντιλήφθηκε είτε έπρεπε να είχε αντιληφθεί την ιδιότητα της περιουσίας ως κλαπείσας. Γίνεται επίσης αναφορά σε Ινδική Νομολογία στην οποία αναφέρεται ότι: "The knowledge charged in the indictment need not be such knowledge as would be acquired if the prisoner had actually seen the lead stolen: it is sufficient if you think the circumstances accompanying the transaction were such as to make the prisoner believe that it had been stolen". Αναφέρεται περαιτέρω πως: "The word "knowledge" in this connection means merely mental cognition and not visual perception. It merely implies that the receiver had such facts brought to his notice as could not but have led him to believe that the property was stolen and could not have been honestly obtained. Consequently, both knowledge and belief imply the presence of certain facts from which the accused might have drawn the inevitable conclusion". Στην δική μας νομολογία, το στοιχείο της γνώσης ως συστατικό στοιχείο ενός αδικήματος, ανάγεται στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου και μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση των περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και αποδεικνύουν την γνώση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς το στοιχείο της γνώσης τότε αυτός πρέπει να αθωωθεί (βλ. Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104, 115). Στην υπόθεση Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 258,268 που αφορούσε το αδίκημα της κλεπταποδοχής, τονίστηκε ότι ως θέμα αρχής η αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους, μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Το βάρος απόδειξης της γνώσης του κατηγορούμενου, παραμένει στην κατηγορούσα αρχή και αυτή αποδεικνύεται είτε άμεσα είτε με περιστατική μαρτυρία. Η περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποκλείει κάθε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής. Τα περιστατικά δηλαδή πρέπει να συνηγορούν μόνο υπέρ της ενοχής και να είναι ασυμβίβαστα με την πιθανότητα κάθε άλλου ενδεχόμενου. Στην υπόθεση Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69, 70 αφού επισημαίνεται ότι η γνώση είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλεπταποδοχής, αναφέρονται τα πιο κάτω: ".the prisoner was in recent possession of a stolen article and it was open to him to rebut the inference of guilty knowledge by an explanation which, even if it was not believed, might reasonably be true". Γίνεται δηλαδή επίκληση του τεκμηρίου της ένοχης γνώσης όπως εξηγείται στο σύγγραμμα "H Απόδειξη", του Γ. Κακογιάννη, σελ. 58, παρ. 4-25. Επίσης στην υπόθεση Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75, αναφέρεται πως σε περιπτώσεις κλεπταποδοχής, όταν αποδεικνύεται κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας τότε τεκμαίρεται πως ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα προϊόντα ήταν αποτέλεσμα κλοπής εκτός αν υπάρχει μαρτυρία περί του αντιθέτου. Αυτό όμως δεν καταδεικνύεται ως νομικό δόγμα αλλά ως ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία για να καταδειχθεί κατά πόσον στοιχειοθετείται το αδίκημα. Στην υπόθεση αυτή γίνεται μνεία στην Αγγλική απόφαση D.P.P. v. Nieser
(1959)1 Q.B. 254 όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: ". where property has been stolen and there is nothing in the circumstances to point to the accused's having himself committed the crime of stealing, the proper inference from its being found in his possession may be that he received the property, knowing, not merely that it had been unlawfully obtained, but knowing that it had been stolen. Such inference is justified by the fact that by far the commonest way in which property is unlawfully obtained is by stealing". Σχετική ως προς την απόδειξη της γνώσης ως συστατικού στοιχείου του αδικήματος είναι και η σχετικά πρόσφατη απόφαση Keneth Nwafor Chima v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 455. Στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι το αντικείμενο που παρέλαβε μέσω μεταφορικής εταιρείας, περιείχε ναρκωτικά. Το κακουργιοδικείο δεν αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς, παραπέμποντας σε περιστατική μαρτυρία που απεδείκνυε την γνώση του για το περιεχόμενο του δέματος. Ως τέτοια θεωρήθηκε ο χώρος που τοποθετήθηκε το δέμα, οι αντιδράσεις του με τις δηλώσεις του, τα ψέματα που είπε στην αστυνομία αλλά και η δήλωση του ότι το κλειδωμένο δωμάτιο δεν ήταν δικό του και ότι δεν είχε τα κλειδιά. Ιδιαίτερα τα ψέματα, κρίθηκε ότι ήσαν ηθελημένα, αναφέρονταν σε ουσιώδη ζητήματα και στόχευαν με επίγνωση ενοχής να αποσυνδέσουν τον κατηγορούμενο από τα ναρκωτικά. Η πιο πάνω προσέγγιση του κακουργιοδικείου, έγινε δεκτή από το Εφετείο. Από την πιο πάνω ανάλυση αλλά κυρίως από την εξέταση της Κυπριακής νομολογίας, προκύπτει ότι οι εφαρμοστέες στην Κύπρο αρχές επί του θέματος είναι οι ακόλουθες: - Όπου δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία περί της γνώσης του κατηγορουμένου ότι το υλικό που κατέχει είναι κλοπιμαίο, η γνώση αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία. - Ελλείψει δυνατότητας εισχώρησης στο μυαλό ενός κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί επακριβώς τι γνώριζε, το Δικαστήριο με βάση το ενώπιον του υλικό, μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα γνώσης, λαμβάνοντας υπόψη τη νοητική ικανότητα του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, την πείρα του στη ζωή, την ικανότητα του να αντιληφθεί και να εκτιμήσει καταστάσεις αλλά και του τρόπου που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης. - Η περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποκλείει κάθε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις του κατηγορουμένου δημιουργούν αμφιβολία ως προς το στοιχείο της γνώσης τότε αυτός πρέπει να αθωωθεί. - Η περιστατική μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα και συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση και από τις οποίες ο κατηγορούμενος είτε αντιλήφθηκε είτε έπρεπε να είχε αντιληφθεί την ιδιότητα της περιουσίας ως κλαπείσας. - Στοιχεία όπως κατοχή πρόσφατα κλαπείσας περιουσίας και αγορά κλαπέντων εμπορευμάτων σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την αξία τους, μπορεί να ενισχύσει μαρτυρία για την ύπαρξη γνώσης για την προέλευση τους και παράλληλα να αποτελέσει αυτοτελή μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας και έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την αποδεκτή μαρτυρία, κρίνω ότι η αστυνομία δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι την γνώση των κατηγορουμένων ότι τα χρυσαφικά ήταν κλοπιμαία. Κατά πρώτον εν σχέση με τον κατηγορούμενο 2 να πω ότι πέραν του ότι αυτός είναι διευθυντής της εταιρείας, δεν εδόθη άλλη μαρτυρία περί τέτοιας γνώσης του ούτε και τα γεγονότα καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Επίσης να σημειώσω ότι ο κατηγορούμενος 2 την επίδικη μέρα αλλά πιο συγκεκριμένα κατά την αγορά των χρυσαφικών δεν ήταν παρών και εν πάση περιπτώσει δεν είχε προσωπική εμπλοκή στην αγορά τους. Εν κατακλείδι δεν υπάρχουν στοιχεία που συνδυασμένα μεταξύ τους να οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ερχόμενος τώρα στην κατηγορούμενη 2 και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παραδέχθηκε την αγορά των χρυσαφικών θεωρώ πως αυτές δεν αποτελούν περιστατική μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει γνώση της ότι αυτά ήταν κλοπιμαία. Η κατηγορούμενη 2 χωρίς αμφιβολία ακολουθούσε λανθασμένη διαδικασία στην καταγραφή των αντικειμένων, έχοντας σχετικές οδηγίες για τούτο από τον εργοδότη της αλλά και στην λήψη και καταγραφή των στοιχείων των πελατών. Το έχει παραδεχτεί στη μαρτυρία της, ενώ έχει παραδεχτεί και την 2η κατηγορία στο κατηγορητήριο σχετικά. Όμως αυτά θεωρώ από μόνα τους πως δεν οδηγούν σε συμπέρασμα γνώσης. Πριν αφήσω την παρούσα απόφαση μου να σημειώσω πως έχω εξετάσει το θέμα του κατά πόσο έχει αποδειχθεί το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας (άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα), όμως οι συνθήκες απόκτησης των χρυσαφικών, από εταιρεία που είχε άδεια αγοράς με βάση το νόμο και κατά τη συνήθη άσκηση των δραστηριοτήτων της, η έκδοση νόμιμης απόδειξης για την αγορά, συν ότι η κατηγορούμενη 1 ακολουθούσε στην ουσία οδηγίες ως προς την διαδικασία αγοράς και περαιτέρω όσα η ίδια ανέφερε τα οποία έπεισαν το Δικαστήριο ότι δεν της ηγέρθησαν οιεσδήποτε υποψίες με βάση τη συμπεριφορά του προσώπου που της πώλησε τα χρυσαφικά, με οδηγούν να καταλήξω ότι δεν πληρούται το συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος για ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι τα χρυσαφικά ήταν κλοπιμαία, αλλά σε κάθε περίπτωση θεωρώ πως έχει αποδειχθεί από την Υπεράσπιση στον απαιτούμενο βαθμό (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) η νόμιμη απόκτηση της περιουσίας (βλ.αρ.309). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Αστυνομία απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 1 και 3 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται από τις κατηγορίες αυτές ανάλογα. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο