ADIRAX TRADING CO. LTD ν. EUROOST LTD κ.α., Υπόθεση: 17742/17, 25/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση: 17742/17 Μεταξύ: ADIRAX TRADING CO. LTD Παραπονούμενη -ν-
- EUROOST LTD
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 25η Μαΐου 2018 Για Παραπονούμενη: κος Χρίστου (Θ. 241) Για Κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση. Για 2η Κατηγορούμενη: κος Παπαμιχαλόπουλος (Θ. 189) Κατηγορούμενη 2 παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, για την έκδοση της επιταγής με αριθμό XXXXX7588 ημερ. 2.6.17 για το ποσό των €6.717.- η οποία δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της και λόγω παγοποίησης του λογαριασμού της. Η 1η κατηγορούμενη δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία και η υπόθεση γι' αυτήν οδηγήθηκε σε απόδειξη. Η 2η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την 2η κατηγορία δυνάμει των άρθρων 20 και 305Α του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, κατηγορείται ότι ως διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης ενήργησε και/ή παρέλειψε να ενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο και/ή παρείχε συνδρομή και/ή προήγαγε την 1η κατηγορούμενη να εκδώσει την ως άνω επιταγή η οποία δεν εξοφλήθηκε για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Πρώτη μάρτυρας παρουσιάστηκε η XXXXX Μαρνέρου (ΜΚ1), η οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο Α τη γραπτή δήλωση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Όπως αναφέρει στη γραπτή της δήλωση η μάρτυρας είναι λογίστρια της παραπονούμενης εταιρείας η οποία ασχολείται με την αγοραπωλησία κοτόπουλων χονδρικά. Ιδιοκτήτης και γενικός διευθυντής της εταιρείας αυτής είναι ο XXXXX Hanbla από τη Λιβύη ο οποίος αυτό το διάστημα απουσιάζει στο εξωτερικό. Αντίγραφα πιστοποιητικών της παραπονούμενης εταιρείας κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την ΜΚ1 το Δεκέμβριο 2017 την επισκέφθηκε στο γραφείο της ο πιο πάνω ιδιοκτήτης της παραπονούμενης ο οποίος της ανέφερε ότι η 1η κατηγορούμενη τον Ιούνιο 2017 εξέδωσε και παρέδωσε στον ίδιο την επιταγή με αρ. XXXXX7588 την οποία παρουσίασε στην Τράπεζα στις 6.6.17 και δεν εξοφλήθηκε λόγω παγοποίησης του λογαριασμού και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο πέραν των 15 ημερών. Η επίδικη επιταγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και παραδόθηκε στην ίδια από τον πιο πάνω ιδιοκτήτη της παραπονούμενης. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε αφορούσε την επίδικη επιταγή, είτε από ποιον υπογράφηκε είτε από ποιον παραδόθηκε στον διευθυντή της παραπονούμενης. Δεύτερος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο τραπεζικός υπάλληλος XXXXX Φραντζής (ΜΚ2) ο οποίος εργάζεται στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Εν σχέση με την 1η κατηγορούμενη ανέφερε ότι αυτή διατηρεί λογαριασμό στην τράπεζα και διευθύντρια είναι η 2η κατηγορούμενη (Τεκμήριο 4). Για τον εν λόγω λογαριασμό εξουσιοδοτημένα πρόσωπα προς υπογραφή ήταν η 2η κατηγορούμενη και ο Γεωργίου XXXXX (Τεκμήριο 5) σύμφωνα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 1ης κατηγορούμενης (Τεκμήριο 3). Αναφορικά με την επίδικη επιταγή ανέφερε ότι αυτή κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και παρουσιάστηκε κοντά τους για να πληρωθεί, όμως ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος στο κεντρικό αρχείο πληροφοριών από 10.1.
- Η υπογραφή όπως είπε επί της επίδικης επιταγής σύμφωνα με τα δείγματα υπογραφής που έχει η τράπεζα είναι του Γεωργίου. Μετά την επιστροφή της επιταγής όπως είπε σταθερή ενέργεια που γίνεται, στέλνονται SMS στα mobiles των πελατών, πρέπει όπως είπε να στάλθηκε και στη διευθύντρια. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 6 κατάσταση του λογαριασμού με αριθμό XXXXX218 0, από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την 2.6.17 ο πιο πάνω λογαριασμός είχε υπόλοιπο €
- Ανέφερε επίσης ότι παρ' όλο όπου η σφραγίδα κατάθεσης είναι ατελής, η επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου όπως φαίνεται και από το πίσω μέρος της επιταγής όπου γράφει «Bank of Cyprus». Όπως επίσης φαίνεται κατατέθηκε στις 2.6.17 στην Τράπεζα Κύπρου και 6.6.17 επιστράφηκε με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Ερωτηθείς ποιο πρόσωπο χειρίζεται το λογαριασμό εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης αρχικά ανέφερε ο διευθυντής, ήτοι η 2η κατηγορούμενη η οποία εξουσιοδότησε τον Γεωργίου να υπογράφει επιταγές. Ακολούθως σε υποβολή που του έχει τεθεί ότι τον λογαριασμό της εταιρείας τον διαχειριζόταν ο Γεωργίου και σε άλλες ερωτήσεις που του τέθηκαν ως αυτολεξή καταγράφω πιο κάτω, απάντησε: «A. Ναι, μπορεί να είναι έτσι, γιατί η κυρία XXXXX δεν είναι καταχωρημένη στο ΚΑΠ σαν άτομο προσωπικά. Είναι η εταιρεία της και ο κύριος Γεωργίου κατατεθειμένοι στο ΚΑΠ. E. Επίσης σας υποβάλλω ότι τις επιταγές της εταιρείας τις υπέγραφε ο κύριος Γεωργίου. A. Ναι, η συγκεκριμένη επιταγή που έχω μπροστά μου ναι, είναι υπογραμμένη και για να καταχωρηθεί στο ΚΑΠ ο κύριος Γεωργίου, σημαίνει υπόγραψε και άλλες επιταγές. E. Εντάξει, εγώ σας υποβάλλω ότι όλες τις επιταγές τις υπόγραφε ο κύριος Γεωργίου. A. Εντάξει, διότι η κυρία XXXXX δεν είναι καταχωρημένη στο ΚΑΠ, η εταιρεία της είναι καταχωρημένη στο ΚΑΠ. E. Τι σημαίνει αυτό; A. Σημαίνει ότι δεν έκδωσε επιταγές που να μην είχαν λεφτά μέσα η κυρία XXXXX.» Πιο πάνω κατέγραψα συνοπτικά την προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την παραπονούμενη η οποία παρουσιάστηκε και για σκοπούς απόδειξης της 1ης κατηγορίας εναντίον της 1ης κατηγορούμενης. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης από πλευράς παραπονούμενης, υποβλήθηκε η εισήγηση από πλευράς της 2ης κατηγορούμενης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της λόγω του ότι με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί δεν αποδυκνείεται το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει. Από την άλλη ο συνήγορος της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η 2η κατηγορούμενη η οποία θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Οι αρχές οι οποίες καθορίζουν τον τρόπο άσκησης της κρίσης του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο έχουν ανακεφαλαιωθεί στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, 16/12/2016, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Η διαχρονική θέση της νομολογίας αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως κρίση, είναι η ακόλουθη: «Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.250. Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητικού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Δέστε μεταξύ άλλων: (
- a)Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045 (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1 (
- c)Ellis v. Jones[1973] 2 All E.R. 893 (
- d)R. V. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061 (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr. App. R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.» (Δέστε Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133).» Είναι σημαντικό δε να τονιστεί ότι η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441), ούτε και δικαιολογείται η κλήση ενός κατηγορούμενου σε απολογία όταν ουσιαστικά κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να συμπληρώσει τα κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Η απόδειξη της κατηγορίας εναντίον της 2ης κατηγορούμενης, η οποία κατηγορείται ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, προϋποθέτει την παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας η οποία θα μπορούσε ακόμα και στον ελάχιστο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό να καταδείξει την γνώση της για τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, εν αντιθέση με την περίπτωση της 1ης κατηγορούμενης όπου γι' αυτήν ως εκδότης το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα είναι αυστηρής ευθύνης. Καθοδήγηση για τα πιο πάνω αντλώ από πολύ πρόσφατη νομολογία, και συγκεκριμένα από την απόφαση στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018, στην οποία λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι νοητό να τεθεί υπό αμφισβήτηση, ότι η Κατηγορούσα Αρχή, επιβαρύνεται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων της αποδιδόμενης σε κατηγορούμενο εγκληματικής πράξης, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Π.Κ.[1] Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο στη νοητική λειτουργία, μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία που την αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Στη δε περίπτωση όπου αναζητείται η ένοχη πρόθεση του διευθυντή, εδώ κατηγορουμένου 2, ως συνεργού δυνάμει του άρθρου 20 του Π.Κ. θα πρέπει να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι γνώριζε τα ουσιαστικά στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα (Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερης κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφ. Αρ. 121/2014, ημερ. 16.12.2016).»(η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Δεν παραβλέπω επίσης την υποχρέωση που βαραίνει την κατηγορούσα αρχή ακόμα και στο στάδιο αυτό να καταδείξει τα πρωτογενή γεγονότα όπως αυτά διαγράφονται εις το κατηγορητήριο κατά τρόπο που να δικαιολογεί τη συνέχιση της δίκης. Για το ζήτημα αυτό, στη 2η κατηγορία αποδίδεται ρητά στην 2η κατηγορούμενη ότι ως διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης «ενήργησε και/ή παρέλειψε να ενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο και/ή παρείχε συνδρομή και/ή προήγαγε την 1η κατηγορούμενη να εκδώσει την επίδικη επιταγή». Καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αναφορικά με οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη της 2ης κατηγορούμενης ούτε λέχθηκε με ποιο τρόπο κατά την κατηγορούσα αρχή αυτή παρείχε συνδρομή ή προήγαγε την 1η κατηγορούμενη στην έκδοση της επίδικης επιταγής. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου τέτοια μαρτυρία που θα μπορούσε έστω στο ελάχιστο επίπεδο που αναμένεται σε αυτό το στάδιο, να καταδείξει ποια ήταν η συμμετοχή και ο ρόλος της 2ης κατηγορούμενης στην 1η κατηγορούμενη τόσο από πλευράς διοικητικής αλλά και οικονομικής διαχείρισης. Η ΜΚ1 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο της 2ης κατηγορούμενης, ούτε γνώριζε να αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με την υπογραφή και παράδοση της επίδικης επιταγής στην παραπονούμενη. Σύμφωνα επίσης με τον ΜΚ2, μπορεί μεν να ανέφερε ότι η 2η κατηγορούμενη εξουσιοδότησε τον Γεωργίου να υπογράφει επιταγές, δεν ανέφερε όμως οποιοδήποτε άλλο γεγονός το οποίο θα μπορούσε να καταδείξει τη σχέση της 2ης κατηγορούμενης με τον επίδικο λογαριασμό κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτοι το 2017, εφόσον η όποια εξουσιοδότηση φαίνεται να δόθηκε το 2012. Η μαρτυρία του ΜΚ2 στην οποία γίνεται κάποια αναφορά στο πρόσωπο της 2ης κατηγορούμενης και χωρίς να αξιολογείται αυτή, δεν στοιχειοθετεί στον ελάχιστο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό την απαιτούμενη γνώση της 2ης κατηγορούμενης για τα ουσιαστικά στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα της έκδοσης της επίδικης επιταγής από την 1η κατηγορούμενη. Πέραν του ότι σύμφωνα με τον ΜΚ2 η 2η κατηγορούμενη είναι διευθύντρια της 1ης κατηγορούμενης και εξουσιοδότησε σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 τον Γεωργίου να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης το 2012, κανένα άλλο στοιχείο ή μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που θα μπορούσε να καταδείξει την απαιτούμενη γνώση της 2ης κατηγορούμενης για τα όσα συνθέτουν την έκδοση της συγκεκριμένης επίδικης επιταγής αλλά και την διαχείριση και λειτουργία του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, με αποτέλεσμα να ελλείπει παντελώς το απαιτούμενο υπόβαθρο που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της 2ης κατηγορούμενης. Για τους πιο πάνω λόγους, η προσκομισθείσα μαρτυρία εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την 2η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει η 2η κατηγορούμενη, με αποτέλεσμα η κλήση της σε απολογία θα είχε ως αποτέλεσμα την συμπλήρωση των κενών στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, απόφαση Έντιμου Δικαστή κ. Ναθαναήλ). Εις ότι αφορά την 1η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη, η μαρτυρία γι' αυτήν παρέμεινε αναντίλεκτη. Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον Γεωργίου, εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προς τούτο, παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε στις 6.6.17 μετά από κατάθεση της σε άλλη τράπεζα στις 2.6.17 και δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης παγοποιήθηκε - ΚΑΠ. Αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη, ενόψει της πιο πάνω μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της κατηγορίας εναντίον της 1ης κατηγορούμενης και η οποία γι' αυτήν παρέμεινε αναντίλεκτη, καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη με την 1η κατηγορία και απέδειξε αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ενόψει των πιο πάνω, η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία. Εις ότι αφορά την 2η κατηγορούμενη σύμφωνα με τα όσα ανέφερα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της στην 2η κατηγορία και αυτή αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 2η κατηγορία. Τα έξοδα αναφορικά με την 2η κατηγορούμενη επιδικάζονται υπέρ της και εναντίον της παραπονούμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο