Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. SINGH, Αρ. Υπόθεσης: 1152/18, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1152/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - XXXXX SINGH Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ντ. Χατζηκωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο: κος. Ηλ. Κονναρής. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- (1η κατηγορία).
- Χρήση Μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους (2η κατηγορία).
- Μη συμμόρφωση στα φώτα τροχαίας και παραβίαση φωτεινού κόκκινου σηματοδότη (3η κατηγορία).
- Οδήγηση μοτοσικλέτας με άδεια μαθητευομένου και μεταφορά επιβάτη ο οποίος δεν κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος ίδιας κατηγορίας (4η κατηγορία). Τα γεγονότα που περιβάλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων έχουν λάβει χώρα στις 04/01/2018 και έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή γραπτώς ως τεκμήριο Β και με τα οποία η Υπεράσπιση συμφώνησε. Τα γεγονότα ως τέθηκαν έχουν σ ακολούθως: Την 04/01/2018 ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής XXXXX19 εις την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με Ανατολική κατεύθυνση έχοντας ως συνεπιβάτη του το θύμα. Αμφότεροι σύμφωνα με τις μαρτυρίες που εξασφαλίστηκαν έφεραν κράνη ασφαλείας. Εκείνη την ώρα στην περιοχή επικρατούσαν πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες αφού έβρεχε καταρρακτωδώς. Μόλις ο κατηγορούμενος προσέγγισε την φωτοελεγχόμενη διασταύρωση με την Λεωφόρο Ομονοίας και ενώ το φως προς την πορεία τους στα φώτα τροχαίας ήταν κόκκινο αυτός το παραβίασε και παρέλειψε να σταματήσει εισερχόμενος στην συμβολή, με ευθεία πορεία, ακολουθώντας ίδιαν κατεύθυνση δηλαδή ανατολική, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το σαλούν αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX05 το οποίο οδηγούσε ο μάρτυρας 9 στην Λεωφόρο Ομονοίας με νότια κατεύθυνση έχοντας ακόμα τέσσερις ομοεθνείς του μέσα στο αυτοκίνητο, από τα αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα της πορείας της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Από το δυστύχημα το αυτοκίνητο του Μ 9 παρεξέκκλινε της πορείας του προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να χτυπήσει πάνω στα προστατευτικά σιδερένια κάγκελα επί του πεζοδρομίου στην νοτιοανατολική πλευρά της συμβολής (διασταύρωσης) με αποτέλεσμα να τραυματιστούν σοβαρά ο κατηγορούμενος και ο Μ9 ο οποίος εγκλωβίστηκε στα συντρίμμια του αυτοκινήτου του και απεγκλωβίστηκε με την βοήθεια της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και κρίσιμα το θύμα αφού με τον κατηγορούμενο εκτιναχθήκαν από την μοτοσικλέτα τους και κατέληξαν σε παρακείμενο χωράφι στην νοτιοανατολική πλευρά της συμβολής. Οι υπόλοιποι επιβαίνοντες του αυτοκινήτου του Μ 9 τραυματίστηκαν ελαφριά και όλοι μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές και στα δύο ενεχόμενα οχήματα ενώ ζημιά προκλήθηκε επίσης και στα προστατευτικά σιδερένια κάγκελα επί του πεζοδρομίου στην νοτιοανατολική πλευρά της συμβολής. Αφού όλοι οι ενεχόμενοι στο δυστύχημα μεταφέρθηκαν στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γ.Ν Λεμεσού και τους παρασχέθηκαν οι A ' Βοήθειες όλοι οι επιβαίνοντες του οχήματος του Μ9 πλην αυτού απολύθηκαν . Όσον αφορά τους Μ9, τον κατηγορούμενο και το θύμα διαπιστώθηκε ότι ο Μ 9 υπέστηκε κάταγμα κεφαλής, μηριαίου και κοτύλης αριστερού ποδιού όπως και διαμπερές τραύμα και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για να του αφαιρεθεί το ξένο μεταλλικό αντικείμενο από το πόδι. Ο κατηγορούμενος υπέστηκε κάταγμα μηριαίου αριστερού ποδιού και κάκωση αριστερού νεφρού και εισάχθηκε αρχικά στον Θάλαμο της Μ.Ε.Θ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και στην συνέχεια στο Ορθοπεδικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού από όπου και απολύθηκε την 14/01/
- Το θύμα ήταν πολυτραυματίας και μεταξύ άλλων υπέστηκε θλάση εγκεφάλου και ρήξη σπλήνας και εισάχθηκε επίσης στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Ακολούθως ο Μ 16 μαζί με τον Αστυφύλακα XXXXX1 των Ουλαμών πρόληψης Τροχαίων δυστυχημάτων του Τμήματος Τροχαίας Λεμεσού μετέβησαν πρώτοι στην σκηνή του δυστυχήματος όπου και βρήκαν τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές Θέσεις που πήραν μετά το δυστύχημα μαζί με τους ενεχόμενους και διαφύλαξαν την σκηνή του δυστυχήματος μέχρι την άφιξη του εξεταστή της υπόθεσης Αστυφύλακα XXXXX3 Μ 19 και του Αστυφύλακα XXXXX2 Μ 17 του κλάδου διερεύνησης Τροχαίων δυστυχημάτων του Τμήματος Τροχαίας οι οποίοι επίσης βρήκαν τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και διαπίστωσαν ότι τα φώτα Τροχαίας επί της συμβολής λειτουργούσαν κανονικά . Στην συνέχεια ο Μ19, στην σκηνή του δυστυχήματος με την βοήθεια του Μ 17 πήρε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος . Όταν ο Μ 19 τελείωσε από το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, κατά τις επιτόπιες εξετάσεις και έρευνες το , διαπίστωσε ότι από το δυστύχημα προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές και στα δύο ενεχόμενα οχήματα ενώ ζημιά προκλήθηκε επίσης και στα προστατευτικά σιδερένια κάγκελα επί του πεζοδρομίου στην νοτιοανατολική πλευρά της συμβολής. Διαπίστωσε επίσης ότι η ορατότητα και των δύο ενεχομένων οδηγών σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσαν ήταν πέραν των 100 μέτρων λόγω του άπλετου οδικού φωτισμού η οποία όμως περιοριζόταν λόγω των καταρρακτωδών βροχών που έπεφταν στην περιοχή την ώρα του δυστυχήματος. Στην συνέχεια ο Μ 17 πήρε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και από το δικό του κινητό τηλέφωνο κατέγραψε βίντεο με την σκηνή του δυστυχήματος. Με το πέρας των εξετάσεων και ερευνών στην σκηνή του δυστυχήματος του δύο ενεχόμενα οχήματα μεταφέρθηκαν συνοδεία της Αστυνομίας στο τμήμα Τροχαίας για να τύχουν του απαραίτητου μηχανολογικού ελέγχου. Ακολούθως αφού οι Μ 17 και 19 έφυγαν από την σκηνή του δυστυχήματος μετέβησαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο Μ 19 υπόβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρτικό έλεγχο Αλκοτέστ με μηδενική ένδειξη ενώ επειδή λόγω της κατάστασης του δεν μπορούσε να υποβάλει και τον Μ 9 σε προκαταρτικό έλεγχο Αλκοτέστ παρέλαβε από τον θεράποντα Ιατρό του δύο φιαλίδια με δείγμα αίματος για αν τύχουν των απαραιτήτων τοξικολογικών εξετάσεων προς εντοπισμό Αιθυλικής Αλκοόλης και Ναρκωτικών ουσιών τα οποία με την επιστροφή του στο τμήμα τροχαίας καταχώρησε ως τεκμήρια και φύλαξε με ασφάλεια στο ψυγείο τεκμηρίων του σταθμού. Το περιεχόμενο του βίντεο που ο Μ 17 κατέγραψε με το κινητό του τηλέφωνο στην σκηνή του δυστυχήματος, το αντίγραψε σε ένα ψηφιακό δίσκο της Αστυνομίας τον οποίο στην συνέχεια καταχώρησε ως τεκμήριο και φύλαξε με ασφάλεια στην αποθήκη τεκμηρίων του σταθμού. Επίσης ο Μ17 δημιούργησε αντίγραφο του υπό αναφορά ψηφιακού δίσκου το οποίο παρέδωσε στον Μ 19 ο οποίος με την σειρά του τοποθέτησε στον φάκελο της υπόθεσης. Στις 13/01/2018 περί ώρα 1446 ενώ το θύμα ακόμα τύγχανε περίθαλψης στην Μ.Ε.Θ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού απεβίωσε και τον θάνατο του Βεβαίωσε η Μ 3 . Στις 14/01/2018 ο Μ 17 μετέβηκε εκ νέου στην σκηνή του δυστυχήματος όπου πήρε αριθμό φωτογραφιών υπό το φως της ημέρας και αργότερα στο τμήμα Τροχαίας όπου μεταφέρθηκαν από την ημέρα του δυστυχήματος πήρε αριθμό φωτογραφιών γενικής όψης των δύο ενεχομένων οχημάτων . Την 14/01/2018 περί ώρα 1500 στο Νοσοκομείο Λεμεσού ο Μ 17 με την βοήθεια του διερμηνέα Μ 8 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο μετά που αυτός πήρε εξιτήριο από το Νοσοκομείο αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και του επεξήγησε όλα τα Νομικά του δικαιώματα. Την 15/01/2018 περί ώρα 100 , στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού , αφού η αδελφή του θύματος Μ 7 αναγνώρισε την σορό του, στην συνέχεια ο Ιατροδικαστής Δρ. XXXXX Χαραλάμπους, Μ 11 στην παρουσία του Αστυφύλακα XXXXX5 Μ 15, ο οποίος έλαβε αριθμό Φωτογραφιών, διενήργησε την νενομισμένη Νεκροτομή στην σορό του Θύματος και αποφανθεί ως αιτία Θανάτου του τον Πολυτραυματισμό ως είναι κατά Τροχαίο Δυστύχημα. Στις 16/01/2018 ο Μ 17 παρέλαβε από τον Μ 19 τα τεκμήρια της υπόθεσης δηλαδή το χάρτινο πακέτο προς ανίχνευση Αλκοόλης και ναρκωτικών Ουσιών το οποίο περιείχε τα δύο φιαλίδια με το δείγμα αίματος του Μ 9 και τα μετέφερε μέσω της Εγκληματολογικής υπηρεσίας του Αρχηγείου Αστυνομίας στο Γενικό Χημείο του κράτους τα παρέδωσε στην λειτουργό του Χημείου XXXXX Λιβέρη. Κατά την διερεύνηση της υπόθεσης η οποία ακολούθησε ο Μ 19 παρέλαβε από τους Μ 15 και 17 τις δέσμες φωτογραφιών που έλαβαν σχετικά με το δυστύχημα και μαζί με το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο αυτός με την Βοήθεια ΗΎ ζωγράφισε επί κλίμακας 1:300 τοποθέτησε στον φάκελο της υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος και η δέσμη φωτογραφιών από την σκηνή ως Τεκμήριο Β. Περαιτέρω ανάφερε ότι στο σημείο που έλαβε χώρα το δυστύχημα πρόκειται για φωτοελεγχόμενη συμβολή των Λεωφόρων Σπύρου Κυπριανού και Ομονοίας στη Λεμεσό και το όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 65 χ.α.ω. Το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX05 υπέστη ζημιά σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος, στο καπό, προφυλακτήρα, φτερό και ανεμοθώρακα αλλά και στην πισινή αριστερή πλευρά ενώ το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος καταστράφηκε ολοσχερώς. Επίσης ζημιά υπέστησαν τα μεταλλικά κάγκελα στο νότιο μέρος της συμβολής. Τέλος, η κατηγορούσα αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με οιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Ο κ. Κονναρής στην γραπτή αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, την οποία και ανάλυσε ενώπιον του Δικαστηρίου (Έγγραφο Α') αναφέρθηκε κατά πρώτο λόγο στις άσχημες καιρικές συνθήκες κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και στις καταρρακτώδεις βροχές. Ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το μοτοποδήλατο του θύματος με την συγκατάθεση αυτού με αποτέλεσμα την σύγκρουση από την οποία έχασε τη ζωή του το θύμα αφού ο κατηγορούμενος παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι οι καιρικές συνθήκες επηρέαζαν την ορατότητα γεγονός που συνέτεινε στο δυστύχημα και η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ανάγεται σε στιγμιαίο λάθος και αβλεψία. Επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι η είσοδος στην διασταύρωση με κόκκινο φως δεν δεικνύει επιπολαιότητα αλλά στιγμιαίο τραγικό λάθος. Ως μετριαστικό παράγοντα αναφέρει τον σοβαρό τραυματισμό του ίδιου του κατηγορούμενου και την πολύ καλή φιλική σχέση του με το θύμα με το οποίο επέστρεφαν από την εργασία τους αφού είχαν σχολάσει και ενώ το θύμα ζήτησε από τον κατηγορούμενο να οδηγήσει. Αναφέρει ο συνήγορος επιπλέον ότι ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος βρέθηκε να είχε καταναλώσει αλκοόλ πέραν από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο αποδεχόμενος βέβαια ότι η κατανάλωση αυτή δεν επηρέασε τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αποδέχθηκε ότι όντως υπήρξε αλκοόλη στον άλλο οδηγό όμως ουδεμία σχέση είχε η κατανάλωση αυτή με το δυστύχημα καθότι την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος αποτέλεσε η παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη από τον κατηγορούμενο. Αμφότεροι οι κατηγορούμενος και θύμα έφεραν κράνος και ο κυβισμός του μοτοποδηλάτου είναι τέτοιος που δεν θα μπορούσε να είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Επί του σημείου αυτού η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αποδέχθηκε ότι η ταχύτητα του κατηγορούμενου ήταν εντός του ορίου ταχύτητας. Ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε και το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την έκθεση ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 21 ετών άγαμος και τον χρόνο αυτό κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές. Πριν την σύλληψη του διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με συμπατριώτες του στην Λεμεσό ενώ εργαζόταν περιστασιακά με ευκαιριακή απασχόληση ως διανομέας και εισοδήματα περί τα €100= εβδομαδιαίως. Κατάγεται από την Ινδία και προέρχεται από συγκροτημένη, πολυμελή οικογένεια μέτρια κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του ηλικίας 44 ετών σήμερα εργάζεται ως οικοδόμος και η μητέρα του είναι εκπαιδευτικός. Οι γονείς του ζουν στην Ινδία και ως αναφέρθηκε σύνηψαν δάνειο ύψους €7.000= για κάλυψη των σπουδαστικών εξόδων του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ο δεύτερος σε σειρά από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του. Όλα τα αδέλφια του είναι άγαμα και φοιτούν σε σχολεία της χώρας του κα μένουν με τους γονείς του. Ο ίδιος με την αποφοίτηση από το Λύκειο τον 2ο του 2017 ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς φοίτησης και φοιτά σε κολλέγιο της επαρχίας Λεμεσού στον κλάδο Travel and Tourist Management. Τα δίδακτρα καταβάλλονται από τους γονείς του. Μετά που εξαντλήθηκαν οι αποταμιεύσεις των €2.000= που έφερε μαζί του εργαζόταν περιστασιακά και ευκαιριακά ως διανομέας. Μετά το δυστύχημα αντιμετωπίζει προβλήματα με το πόδι του ενώ αναμένει να ολοκληρωθεί η παρούσα υπόθεση για να επιστρέψει στην χώρα του και να βρίσκεται κοντά στην οικογένεια του. Αναφορικά με το δυστύχημα αντιλήφθηκε την σοβαρότητα του παραπτώματος, δηλώνει παραδοχή και εξέφρασε μεταμέλεια ζητώντας την επιείκεια του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε σε σχετική με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα νομολογία αναφέροντας του επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη και στις τύψεις που θα ακολουθούν τον κατηγορούμενο για μια ολόκληρη ζωή συνεπεία της απώλειας της ζωής του φίλου του από δικό του λάθος. Αναφέρθηκε ότι έχει ήδη χάσει ένα χρόνο από την ζωή του καθότι τελεί και υπό κράτηση για 4 περίπου μήνες και ζητά την μέγιστη δυνατή επιείκεια. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας αποτελεί και το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει και για το οποίο παραδέχθηκε ενοχή ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα των πιο πάνω προνοιών, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, το δε άρθρο 20 του ιδίου νόμου, να επιβάλει βαθμούς ποινής. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, διατυπώθηκαν εκ νέου οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr.App.R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις συνοψίζω κάτωθι ως ακολούθως:
- Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
- Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
- Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
- Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 παρατίθενται περαιτέρω στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
- Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη.
- Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό.
- Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται. Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις που εξετάζει την επιβολή ποινής στο αδίκημα του άρθρου 2010 είναι κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, και αν ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος ή αλόγιστος ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το δυστύχημα οφειλόταν σε στιγμιαίο σφάλμα. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674). Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει αυτήν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό (βλ. Σάββα). Αναφορικά με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, ήτοι της οδήγησης χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου μέρους, σημειώνω ότι το αδίκημα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)και
(5)του Ν. 96 (Ι)/ 2000, το αδίκημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή €1708 πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Επιβάλλεται επίσης εξάμηνη στέρηση της άδειας οδήγησης. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης ότι η 3η κατηγορία που αφορά την παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη περιλαμβάνεται από άποψη γεγονότων στην 1η κατηγορία και ουσιαστικά αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία πρόκλησης της θανατηφόρας σύγκρουσης και δεν παραβλέπω και την 5η κατηγορία που αφορά την επιλογή του κατηγορούμενου ενώ ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας να οδηγήσει το μοτοποδήλατο με επιβάτη ο οποίος δεν κατείχε ισχύουσα άδεια οδηγού. Με βάση τα ενώπιον μου τιθέντα και μη αμφισβητούμενα γεγονότα ο κατηγορούμενος οδηγώντας το μοτοποδήλατο και ενώ πλησίασε σε συμβολή δρόμων που καλύπτονται από φώτα τροχαίας παραβίασε το κόκκινο φως της πορείας του με αποτέλεσμα να εισέλθει στην διασταύρωση και να συγκρουστεί με άλλο όχημα και συγκεκριμένα αυτοκίνητο που κινείτο στην ίδια διασταύρωση. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι η οδήγηση αυτή του κατηγορούμενου ήταν αλόγιστη και απερίσκεπτη υπό τις περιστάσεις. Εκείνο που αναφύεται από τα γεγονότα είναι ότι πρόκειται περί μιας άκρως κακής οδήγησης αδιάφορης τόσο για την ασφάλεια του ιδίου και του επιβαίνοντα στο μοτοποδήλατο φίλου του - θύματος όσο και όλων των επιβαινόντων στο όχημα του οδηγού του άλλου ενεχόμενου οχήματος όπως και άλλων οδηγών που ενδεχομένως να χρησιμοποιούσαν το δρόμο εκείνη την ώρα. Τέτοιες οδικές συμπεριφορές είναι άκρως απαράδεκτες και αποτελούν παραδείγματα προς αποφυγή. Ο κατηγορούμενος επέδειξε συμπεριφορά κρίνω εγωιστική υπό την έννοια της παραγνώρισης του κινδύνου που ήταν υπό τις περιστάσεις άμεσος και ορατός. Η ύπαρξη φωτολεγχόμενης διασταύρωσης στο σημείο δεικνύει την άμεση πιθανότητα άλλα οχήματα κινούμενα με πράσινο στη δική τους πορεία φως να εισέρχονται και να κινούνται στο δρόμο και καθιστά η παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη τον κίνδυνο σύγκρουσης άμεσα ορατό. Αυτό τον ορατό κίνδυνο, με δεδομένη και την ορατότητα που είχε στον δρόμο με βάση τα λεχθέντα γεγονότα, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να αγνοήσει και παραγνωρίσει. Τα αποτελέσματα της πιο πάνω οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου είναι τραγικά. Απώλεσε τη ζωή του ένας νέος άνθρωπος (θύμα) και τραυματίστηκαν και άλλα πρόσωπα εντός του οχήματος του οδηγού του ενεχόμενου αυτοκινήτου και ταυτόχρονα υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Παράλληλα σκόρπισε πόνο στις οικογένειες τους και έχει στιγματιστεί ολόκληρη η ζωή του. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να πατάξει τέτοιου είδους οδικές συμπεριφορές αδιάφορες για την ασφάλεια μέσω αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Σημειώνω πέραν της σοβαρότητας της συμπεριφοράς του ίδιου του κατηγορούμενου και την έξαρση που παρουσιάζεται στα εν λόγω αδικήματα γεγονός για το οποίο αντλώ γνώση τόσο από την σωρεία υποθέσεων που καθημερινά τίθενται ενώπιον μου όσο και από την σωρεία οδικών συγκρούσεων ανά το Παγκύπριο, δυστυχώς σε καθημερινό επίπεδο με τραγικές θανατηφόρες συνέπειες ιδιαίτερα νέων ανθρώπων. Καθημερινά οικογένειες χάνουν μέλη τους και παιδιά τους γονείς του από τροχαίες συγκρούσεις οφειλόμενες κατά κύριο λόγο σε τροχαίες παραβάσεις κατά την οδήγηση. Αυτές τις συμπεριφορές έχουν καθήκον τα Δικαστήρια να πατάξουν μέσω επιβολή αποτρεπτικών ποινών που πέραν της τιμωρίας του παραβάτη θα έχουν ως στόχο να δώσουν τα ανάλογα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της. Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία ως ανωτέρω αναφέρθηκε βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές. (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (ανωτέρω)). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τη παραδοχή του η οποία με βάση το περιεχόμενο του φακέλου δύναται να θεωρηθεί άμεση. Σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς επίσης και τη μεταμέλεια του και την απολογία του. Λαμβάνω υπόψη μου περαιτέρω, τη σχέση που ο κατηγορούμενος είχε με το θύμα, όπως εκτέθηκε ανωτέρω. Το θύμα ήταν φίλος του κατηγορούμενου ενώ ως προκύπτει εργάζονταν και μαζί και το επίδικο βράδυ επέστρεφαν από την εργασία τους. Έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τέτοιου είδους σχέση του κατηγορούμενου με το θύμα αποτελεί σοβαρό ελαφρυντικό παράγοντα τον οποίο και λαμβάνω υπόψη μου. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι νεαρό άτομο καθώς επίσης και τις συνέπειες που ο ίδιος είχε από το επίδικο δυστύχημα. Συγκεκριμένα, λαμβάνω υπόψη μου τους τραυματισμούς του καθώς επίσης και τις επιπτώσεις που το τραγικό αυτό συμβάν είχε στην ζωή του καθότι έχει ήδη απωλέσει ένα έτος από τις σπουδές του ενώ με την ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης εξέφρασε θέληση να εγκαταλείψει τις σπουδές του και την Κύπρο και να επιστρέψει στην οικογένεια του. Αναφορικά με τις συνθήκες τώρα του δυστυχήματος λαμβάνω υπόψη μου τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επικρατούσαν πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες και έβρεχε καταρρακτωδώς. Η ορατότητα του κατηγορούμενου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ήταν πέραν των 100 μέτρων λόγω του άπλετου οδικού φωτισμού η οποία όμως περιοριζόταν λόγω των καταρρακτωδών βροχών που έπεφταν στην περιοχή την ώρα του δυστυχήματος. Αναμφίβολα η οδήγηση υπό τέτοιες συνθήκες δημιουργεί δυσκολίες ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε μοτοποδήλατο άρα βρισκόταν και ο ίδιος και ο επιβάτης του - θύμα εκτεθειμένοι στις καιρικές αυτές συνθήκες. Παρόλα αυτά ουδέν τέθηκε περί του ότι ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε τα φώτα τροχαίας ή ότι αυτά δεν ήταν ορατά. Αντίθετα λέχθηκε ότι υπήρχε άπλετος οδικός φωτισμός και ορατότητα πέραν των 100 μέτρων η οποία περιοριζόταν. Κρίνω ότι υπό αυτές τις δύσκολες καιρικές συνθήκες και κάτω από τις καταρρακτώδεις βροχές το καθήκον επιμέλειας του κατηγορούμενου ήταν αυξημένο και όφειλε ο ίδιος να είναι ακόμα πιο προσεκτικός καθώς πλησίαζε σε φώτα τροχαίας με μειωμένη ορατότητα λόγω τω βροχών. Η απόφαση του να προχωρήσει κάτω από αυτές τις συνθήκες δεικνύει ότι ο ίδιος αγνόησε τις καιρικές συνθήκες και τον άμεσο και προβλεπτό κίνδυνο πρόκλησης δυστυχήματος από την παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη στα φώτα τροχαίας. Η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί τόσο επικίνδυνη όσο και αλόγιστη και απερίσκεπτη. Σε σχέση τώρα με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου ως αναφέρθηκαν ανωτέρω πράγματι διαπιστώνω και είναι προφανές ότι το δυστύχημα αυτό έχει ανατρέψει την ζωή του κατηγορούμενου ο οποίος από φοιτητής σήμερα είναι κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές και έχει διακόψει την φοίτηση του ενώ αναμένεται να εγκαταλείψει τόσο τις σπουδές όσο και την Κύπρο παρά το ότι με στερήσεις των γονέων του ήρθε στην Κύπρο για ν μορφωθεί με σκοπό ένα καλύτερο αύριο. Θα πρέπει όμως, να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης, τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με κύρια αναφορά στην 1η κατηγορία, τις περιστάσεις διάπραξης του και τις συνέπειες του, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου αλλά και ο τραυματισμός άλλων προσώπων, την έκταση της αμέλειας του, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις και την ανάγκη για αποτροπή έχω καταλήξει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Τα όσα αφορούν την άμεση παραδοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, την σχέση του κατηγορούμενου με το θύμα αλλά και τις προσωπικές του συνθήκες θα επηρεάσουν και θα ληφθούν υπόψη στο εύρος της ποινής αλλά δεν δύναται να επηρεάσουν το είδος αυτής. Καταλήγω ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις η αρμόζουσα ποινή δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν την φυλάκισης. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, επιβάλλω σε αυτόν τις κάτωθι ποινές: - Στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών από σήμερα και του επιβάλλονται επίσης 10 βαθμοί ποινής. - Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Επιπλέον ι κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Η ποινή στέρησης της άδειας οδηγού να συντρέχει με την ποινή στέρησης της άδειας που επιβλήθηκε στην 1η κατηγορία. - Στην 3η κατηγορία καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα που την αφορούν αποτελούν μέρος των γεγονότων της 1ης κατηγορίας. - Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα εξετάσω τώρα κατά πόσο οι ποινές φυλάκισης που έχω επιβάλει δύναται να ανασταλούν. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Στην παρούσα υπόθεση οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και ο τρόπος οδήγησης του κατηγορούμενου έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Οδήγησε το όχημα του αλόγιστα και απερίσκεπτα παραβιάζοντας φώτα τροχαίας και συγκεκριμένα κόκκινο σηματοδότη εισερχόμενος σε διασταύρωση και αγνοώντας τους άμεσους κινδύνους που η πράξη και ενέργεια του αυτή δημιουργούσε με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με διερχόμενο εντός της διασταύρωσης όχημα και να επιφέρει τα τραγικά αποτελέσματα που έχουν εκτεθεί. Η έκταση της αμέλειας του και η σοβαρότητα των περιστατικών διάπραξης του αδικήματος και οι συνέπειες του είναι δεδομένες. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στο στάδιο αυτό, είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας τις πιο πάνω σοβαρές περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, οι τελευταίες είναι τέτοιες έτσι που να δικαιολογείται να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όμως, έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη ανωτέρω για το καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ιδιαίτερα έχουν ληφθεί υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου και ο χαρακτήρας του καθώς επίσης και η σχέση του με το θύμα αλλά και οι συνέπειες στην δική του ζωή. Θεωρώ όμως ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν τέτοια γεγονότα και συνθήκες που δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Aντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Kωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποιν. Έφεση Αρ. 198/12, Ημερ. 19/02/2013). Η ποινή φυλάκισης να μειωθεί ανάλογα αφού προσμετρηθεί και ληφθεί υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης τελεί υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές ήτοι από τις 23/01/2018. (Υπ.) ............ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο