← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4336/14, 21/5/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 4336/14, 21/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4336/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. XXXXX ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 21 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ντ. Χατζηκωνσταντίνου (Για να ακούσει απόφαση η κα Γιασκούρη). Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ελ. Αντωνιάδου - Φράγκου Κατηγορούμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δια του παρόντος κατηγορητηρίου μία κατηγορία. Η κατηγορία, αφορά το αδίκημα του καθήκοντος για ασφαλή φύλαξη μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 14 (Α) και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 25/5/2012 στο Ζακάκι της Επαρχίας Λεμεσού ενώ ήταν ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής XXXX στον οδό Μονέ παρέλειψε να λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του πιο πάνω οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε 2 μάρτυρες τον Αστ. XXXXX6, XXXXX Λοίζου (ΜΚ1) και την Γ/Αστ.XXXXX5 XXXXX Γιαννοπούλου (ΜΚ2). Η ουσία της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία και ενώ ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αναφερόμενου οχήματος παρέλειψε να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για την ασφαλή φύλαξη του με αποτέλεσμα αυτό να χρησιμοποιηθεί από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Με αναφορά στη νομολογία και την μαρτυρία προέβαλε τη θέση ότι ενόψει της απουσίας οιασδήποτε μαρτυρίας για την ταυτότητα του οδηγού κατά τον επίδικο χρόνο ελλείπει το συστατικό στοιχείο του μη εξουσιοδοτημένου οδηγού. Ελλείπει συγκεκριμένα η ηλικία του οδηγού, η ταυτότητα η κατοχή άδειας οδήγησης ή όχι. Ενόψει της θέσης του ΜΚ1 ότι δεν είναι σίγουρος ποιο είναι το πρόσωπο που οδηγούσε στο επίδικο χρόνο η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο αυτό. Σύμφωνα περαιτέρω με την συνήγορο δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία περί του ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος. Κάλεσε ως εκ τούτου το Δικαστήριο να απαλλάξει και αθωώσει τον κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ναι μεν δεν είναι σε θέση να πει ποιος ήταν ο οδηγός όμως απέκλεισε το ενδεχόμενο να το είχε οδηγήσει ο πατέρας του κατηγορούμενου. Στο ασφαλιστήριο έγγραφο - Τεκμήριο 6 φαίνεται αναφέρει ότι ιδιοκτήτης είναι ο κατηγορούμενος και μόνο εκείνος μπορεί να το οδηγήσει. Κάλεσε επομένως το Δικαστήριο αφού κρίνει ότι οι εισηγήσεις της υπεράσπισης άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά καθιερωμένες. Ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι υποθέσεις Azinas v. Police

(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). Υπενθυμίζω περαιτέρω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλέπε R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιεγγέρη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Π.Ε. 121/2014, 16/12/2016 και In Re Kakos, ανωτέρω). Αποτελεί συνήθη και ορθή πρακτική από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, όταν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, να αιτιολογεί συνοπτικά την απόφασή του, αποφεύγοντας έτσι να υπεισέλθει σε πρόωρη ανάλυση της μαρτυρίας, ενόψει της συνέχισης της δίκης (βλέπε Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Π.Ε. 112/2014, 20/11/2015 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη (βλέπε Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ, ανωτέρω). Παραθέτω ως εκ τούτου την ουσία της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής με αναφορά στα ουσιώδη και επίδικα ζητήματα. Πριν την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 αναφέρω ότι κατατέθηκαν από κοινού ως παραδεκτά από αμφότερες τις πλευρές τα κάτωθι τεκμήρια: - Τεκμήριο 1: κατάθεση του Α/Αστ.XXXXX9, XXXXX Τρύφωνος ο οποίος κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το εξεταζόμενο αδίκημα με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι δεν παραδέχεται. - Τεκμήριο 2: Ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ.25/5/
  1. - Τεκμήριο 3: Γραπτή κατηγορία κατηγορούμενου ημερ. 26/5/
  2. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού από το 2004 με καθήκοντα κατά τον επίδικο χρόνο στον Ουλαμό Πρόληψης Οδικών Δυστυχημάτων και συγκεκριμένα ασχολείτο με περιπολίες, ελέγχους ενώ εκπαιδεύτηκε σε έλεγχο ταχύτητας με ραντάρ, έλεγχους αλκοτέστ και διερεύνηση οδικών δυστυχημάτων. Αναγνώρισε την κατάθεση του για την υπό κρίση υπόθεση και αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Στην κατάθεση του ο ΜΚ1 αναφέρει ότι στις 25/5/2012 ανέλαβε καθήκοντα για υπηρεσία και ορίστηκε για περίπολο με όχημα της αστυνομίας. Η ώρα 1435 ενώ οδηγούσε το όχημα επί της οδού Α. Τάσσου στο Ζακάκι είδε μπροστά του με νότια κατεύθυνση να προπορεύεται το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX60 μάρκας Honda civic χρώματος άσπρου. Μόλις πλησίασε το εν λόγω όχημα είδε τον οδηγό να αυξομειώνει ταχύτητα και στο παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού καθόταν μια νεαρή κοπέλα το σώμα της οποίας από την μέση και πάνω βρισκόταν έξω από την καμπίνα του αυτοκινήτου. Αμέσως μέσω του μεγαφώνου του αστυνομικού οχήματος κάλεσε τον οδηγό να σταματήσει. Αντί αυτού ο οδηγός εισήλθε στην πρώτη δεξιά πάροδο, ήτοι στην οδό Μονέ, όπου απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος το οποίο βγήκε πάνω στο αριστερό πεζοδρόμιο όπου και σταμάτησε διαγωνίως. Αμέσως από το αυτοκίνητο το οποίο ήταν δίπορτο βγήκαν έξι νεαρά πρόσωπα, πέντε κοπέλες και ένα αγόρι. Λόγω του ότι βγήκαν όλοι από το όχημα δεν μπόρεσε να δει ποιος ήταν ο οδηγός. Το μόνο που είδε με σιγουριά ήταν ότι πρώτη από την πόρτα του οδηγού βγήκε κοπέλα. Μόλις τα πιο πάνω άτομα κατέβηκαν από το αυτοκίνητο τράπηκαν σε φυγή πεζοί τρέχοντας προς ανοικτά οικόπεδα. Ο ΜΚ1 έμεινε στην σκηνή φρουρώντας το όχημα. Μέσω ασυρμάτου ενημέρωσε τον αξιωματικό του Κ.Ε.Μ, Υπαστυνόμο Σωκράτους ο οποίος του έδωσε οδηγίες να μεταφέρει το όχημα στον σταθμό με πλατφόρμα. Εντός του οχήματος έκανε έρευνα και βρήκε μια τσάντα γυναικεία που περιείχε ένα πορτοφόλι με 40 ευρώ, 3 δολάρια Αμερικής και διάφορα κέρματα, μια φωτογραφική μηχανή και την ταυτότητα μιας 15χρονης επ' ονόματι XXXXX Θεοδώτου την οποία και αναγνωρίζει ότι ανήκει στην κοπέλα που κατέβηκε πρώτη από το αυτοκίνητο ενώ από το αυτοκίνητο έλειπε το κλειδί. Ενώ ανάμενε στην σκηνή και μετά παρόδου 10 περίπου λεπτών πλησίασε στο αυτοκίνητο ένας άντρας περί τα 40 έτη και ο οποίος προσπαθούσε να ανοίξει το όχημα με κλειδί. Του ζήτησε τα στοιχεία του και τον πληροφόρησε για το συμβάν με αυτόν να του απαντά «Εν σε κόφτει το αυτοκίνητο εν δικό μου τζιαι ήταν σταθμευμένο δαμέ και ήρθα να τι πιάσω να πάω δουλειά» ενώ όταν άκουσε για το συμβάν ανάφερε «μα ξέρεις εν εγώ που οδήγουν το αυτοκίνητο και οι μιτσιοί μόλις σε είδαν εφοηθήκνα τζιαί έφυαν». Ο άντρας αυτός έδωσε τα στοιχεία του και ήταν ο XXXXX Πολυδώρου τον οποίο ο ΜΚ1 αναφέρει ότι είδε πρώτη φορά όταν πλησίασε να ανοίξει το αυτοκίνητο και σε καμία περίπτωση δεν βρισκόταν μέσα στα άτομα που εξήλθαν από το αυτοκίνητο προηγουμένως. Κατόπιν στο μέρος ήρθε ρυμουλκό και μεταφέρθηκε το όχημα στον σταθμό. Προφορικά εξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ήταν κοντά στο όχημα όταν το είδε και χαρακτηριστικά παράπεμψε από το σημείο του εδωλίου του μάρτυρα εντός της αίθουσας μέχρι την καρέκλα του βοηθού του Δικαστηρίου κάτω από την έδρα. Μετά την στροφή στα δεξιά η ταχύτητα του οχήματος έπεσε κάτω από τα 30 χιλιόμετρα και ακολούθως βγήκε στο πεζοδρόμιο. Νομίζει από το όχημα κατέβηκαν 5 κοπέλες και ένα αγόρι. Υπήρχε άπλετη ορατότητα του ιδίου προς το όχημα και μπορούσε να δει ποιοι κατέβαιναν και είδε νεαρά άτομα, ανήλικα κάτω των 18 ετών και του φάνηκαν μαθητές. Θυμάται ότι από την πόρτα του συνοδηγού κατέβηκε ο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων ενώ από την πόρτα του οδηγού κατέβηκε ένα κορίτσι το οποίο φαινόταν ότι καθόταν στα πίσω καθίσματα αφού το αυτοκίνητο ήταν δίπορτο και η καρέκλα του οδηγού ήταν γυρισμένη στο τιμόνι με αποτέλεσμα το άτομο αυτό να κατεβεί από την δεξιά πόρτα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος οδηγούσε το εν λόγω όχημα την επίδικη ημερομηνία. Συμφώνησε με την συνήγορο ότι δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι το αγόρι βγήκε πρώτο ή δεύτερο από την θέση του συνοδηγού. Δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος οδηγούσε αλλά στο αυτοκίνητο δεν επέβαινε κανένας από τους παρόντες (με αναφορά στους παριστάμενους στην αίθουσα του Δικαστηρίου). Δεν γνωρίζει το ανακριτικό έργο και δεν μπορεί να πει εάν λήφθηκαν καταθέσεις από όλες τις κοπέλες. Αρνήθηκε ότι στο όχημα βρισκόντουσαν 2 κοπέλες και ένα αγόρι και ότι το όχημα οδηγείτο από τον XXXXX Πολυδώρου. Η ΜΚ2 υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Μάιο του 2013 και από το 2011 μέχρι το 2013 στον σταθμό Πολεμιδιών. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 ως αντίγραφο του ανακριτικού φακέλου τον οποίο ετοίμασε η ίδια ως η ανακρίτρια της υπόθεσης. Ως τεκμήριο 6 κατάθεσε αντίγραφο ασφαλιστηρίου εγγράφου - καλυπτικό σημείωμα για το επίδικο όχημα με δικαιούχο οδηγό τον κατηγορούμενο. Πέραν των ενεργειών αυτών η ΜΚ2 σε καμία άλλη ενέργεια προέβη. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανάφερε ότι οι αναφορές της στο τεκμήριο 5 και συγκεκριμένα ότι ο ΜΚ2 (XXXXX Πολυδώρου) δεν ήταν μέσα στα άτομα που κατέβηκαν από το αυτοκίνητο της το ανάφερε ο ΜΚ1 - Αστυφ. XXXXX6 ενώ η ίδια δεν ήταν παρούσα στο όλο συμβάν. Τα πιο πάνω αποτελούν το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και με βάση αυτή την μαρτυρία θα πρέπει το Δικαστήριο να καταλήξει εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και δύναται να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία η να το απαλλάξει και αθωώσει στο στάδιο αυτό ως η εισήγηση της συνηγόρου του κατηγορούμενου. Με βάση την νομολογία και τις αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και την νομική πτυχή του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 14Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως έχει τροποποιηθεί προνοεί τα ακόλουθα: «14 Α. -
(1)Ο ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος του από οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
(2)Παράβαση της δυνάμει του εδαφίου
(1)επιβαλλόμενης υποχρέωσης συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(3)Σε ποινική δίωξη ιδιοκτήτη οχήματος για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή της χρησιμοποίησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ενοχής του ιδιοκτήτη αυτού, εκτός αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για αποτροπή τέτοιας μη εξουσιοδοτημένης χρησιμοποίησης.
(4)Για σκοπούς του άρθρου αυτού - «ιδιοκτήτης», χωρίς επηρεασμό της ερμηνείας που αποδίδεται στον όρο αυτό δυνάμει του άρθρου 2, περιλαμβάνει και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του μηχανοκίνητο όχημα. «μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος ή να έχει τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος και (β) να μην έχει λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρήσης του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (βλέπε επίσης Παντελής Χαραλάμπους v. Aστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 72). Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι εφόσον αποδειχθεί ότι το μηχανοκίνητο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου και οδηγήθηκε, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε, από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ήτοι από πρόσωπο το οποίο δεν δικαιούται, το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους του Κατηγορουμένου να αποδείξει ότι αυτός έλαβε όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρησιμοποίησης αυτής. Παρόλα αυτά όμως το να μην έχει λάβει κάποιος ιδιοκτήτης τα εύλογα μέτρα αποτελεί ένα εκ των δύο συστατικών στοιχείων του αδικήματος και για το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία. Ο Νομοθέτης, με τη θέσπιση του άρθρου 14Α το έτος 2000 και τη φράση «όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα» έχει καθορίσει το καθήκον και την ευθύνη που επιφορτίζεται κάθε ιδιοκτήτης οχήματος. Δεν είναι αρκετό να έχει λάβει κάποια εύλογα μέτρα, αλλά υπέχει υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα. Το κατά πόσο αυτό έχει συμβεί είναι θέμα που εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης χωριστά. Υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν, την μαρτυρία που ενώπιον μου υπάρχει και η οποία σημειώνω παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δεν είναι δυνατή. Από το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής καταλήγω ότι ελλείπουν συστατικά στοιχεία του αδικήματος ενώ η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα δώσει την δυνατότητα να καλυφθούν κενά στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καλώντας μάλιστα τον κατηγορούμενο να το πράξει τούτο. Αναλύοντας και επεξηγώντας την πιο πάνω κατάληξη μου σημειώνω τα κάτωθι σημεία. Όσον αφορά κατά πρώτο λόγο το συστατικό στοιχείο της ιδιοκτησίας του οχήματος αναφέρω ότι με βάση την νομοθεσία ως ανωτέρω αναφέρθηκε ιδιοκτήτης δεν είναι μόνο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αλλά και οιοδήποτε πρόσωπο έχει στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του το όχημα. Στην προκειμένη με την δοθείσα μαρτυρία, έγγραφη και προφορική δεν προκύπτει να έχει αμφισβητηθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο εν τη εννοία του νόμου ιδιοκτήτης του οχήματος, είτε εγγεγραμμένος είτε το πρόσωπο που είχε την κατοχή ή υπό τον έλεγχο του το εν λόγω όχημα. Αυτό προκύπτει από την κατάθεση του ίδιου του κατηγορούμενου που κατατέθηκε ως παραδεκτό Τεκμήριο 2. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το στοιχείο αυτό δεν ελλείπει και δεν μπορώ να αποδεχθώ την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης αναφορικά με το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Κατά δεύτερο λόγο συστατικό στοιχείο αποτελεί η απόδειξη ότι το εν λόγω όχημα οδηγήθηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ήτοι πρόσωπο που δεν δικαιούται δηλαδή πρόσωπο που δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της συγκεκριμένης κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι κινδύνου τρίτου. Με αναφορά στο σημείο αυτό παρατηρώ ότι ελλείπει οιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία για το πρόσωπο που φέρεται να οδήγησε το εν λόγω όχημα. Ο ΜΚ1 ο οποίος αποτελεί και τον ουσιαστικότερο μάρτυρα για την παρούσα υπόθεση αναφέρει ότι δεν είναι σίγουρος ποιο πρόσωπο οδηγούσε αλλά σίγουρα αυτό δεν είναι το πρόσωπο που αναφέρθηκε ότι παρουσιάστηκε στην σκηνή μετά το συμβάν. Η έλλειψη οιασδήποτε μαρτυρίας για την ταυτότητα του προσώπου που οδηγούσε αποκλείει την δυνατότητα εξέτασης κατά πόσο το πρόσωπο αυτό ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός είτε είχε άδεια οδηγού για την κατηγορία του εν λόγω οχήματος είτε ασφαλιστήριο έγγραφο. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η ύπαρξη του τεκμηρίου 6, ήτοι καλυπτικό σημείωμα (covering note), για συγκεκριμένη περίοδο για τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρχει και άλλο πρόσωπο που να δύναται να οδηγήσει το εν λόγω όχημα αλλά σε κάθε περίπτωση, έχουσα το βάρος απόδειξης έκαστου συστατικού στοιχείου της κατηγορίας είναι η Κατηγορούσα Αρχή και δεν δικαιολογείται κλήση σε απολογία για να καλυφθούν κενά της μαρτυρίας και της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Επιπλέον υπενθυμίζω ότι υποθέσεις όσο εύλογες και αν είναι δεν δύναται να οδηγήσουν σε καταδίκη στο ποινικό δικαιικό μας σύστημα. Με την δοθείσα μαρτυρία στην προκειμένη περίπτωση, ακόμα και στο απόγειο της, ήτοι στην καλύτερη δυνατή μορφή, η καταδίκη του κατηγορούμενου, και η κατάληξη στο ότι το πρόσωπο, το άγνωστο αυτό πρόσωπο που οδήγησε ήταν μη εξουσιοδοτημένο, μόνο σε υποθέσεις μπορεί να στηριχθεί κάτι που δεν είναι δυνατό. Σημειώνω βεβαίως ότι ενώπιον μου υπάρχει ως παραδεκτό τεκμήριο η κατάθεση του ίδιου του Κατηγορούμενου στην οποία αναφέρει ότι πρόσβαση στα κλειδιά του εν λόγω οχήματος είχε μόνο ο πατέρας του καθότι μόνο αυτός γνώριζε το σημείο στο οποίο ο ίδιος τα άφησε αλλά ο ίδιος δεν γνωρίζει κάτι για το συμβάν. Η θέση του κατηγορούμενου που υπάρχει ενώπιον μου ως μαρτυρία ακόμα και σε αυτό το στάδιο όμως δεν είναι ικανή να αποτελέσει βάση για κλήση του σε απολογία με δεδομένη την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το εν λόγω πρόσωπο το οποίο είχε πρόσβαση στα κλειδιά δεν ήταν το πρόσωπο σύμφωνα με τον ΜΚ1 που οδηγούσε το εν λόγω όχημα. Πέραν των ανωτέρω με βάση τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές η κλήση του κατηγορούμενη σε απολογία αποκλείεται όταν με αυτή θα κληθεί ο κατηγορούμενος να καλύψει κενά της Κατηγορούσας Αρχής. Από την δοθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή εν προκειμένω εκδοχή απουσιάζει βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος ενώ παρουσιάζεται μια αόριστη θέση περί οδήγησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο άγνωστο πρόσωπο. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα επιφορτίσει αυτόν με το βάρος να θέσει εκδοχή η οποία να καλύψει ενδεχομένως αυτό το κενό. Λαμβάνω αναφέρω επιπλέον υπόψη μου ότι στην περίπτωση του υπό εξέταση αδικήματος η απόδειξη της ιδιοκτησίας του οχήματος και της οδήγησης από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο μεταφέρει το βάρος απόδειξης της λήψης εύλογων μέτρων στους ώμους του κατηγορούμενου. Όμως όπως και σε κάθε περίπτωση μαχητού τεκμηρίου και μεταφοράς του βάρους απόδειξης η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει εκ πρώτης μαρτυρία ικανή ακόμα και σε περίπτωση πλήρους αποδοχής της και ιδωμένης στο απόγειο της να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη όμως η μαρτυρία που παρουσιάστηκε με ιδιαίτερη και κύρια αναφορά στην μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να αποτελέσει βάση γεγονότων για κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Η κλήση του κατηγορούμενου με τα πιο πάνω δεδομένα και την μαρτυρία που η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να παρουσιάσει κρίνω ότι δεν προσφέρεται. Η μαρτυρία του ΜΚ1 χωρίς να αξιολογείται είναι κρίνω αυτόδηλη των όσων αναφέρω και αποκλείει κάθε δυνατότητα κλήσης του κατηγορούμενου σε απολογία λόγω έλλειψης ενός εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Ενόψει των όσων ανωτέρω έχω αναφέρει κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).................................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.