Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 13529/15, 15/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B91 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13529/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXXX Ιωάννου Κατηγορούμενος ------------------------ Ημερομηνία: 15/5/2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μάριος Κουτσόφτας Για την Κατηγορούμενη: κ. Δημήτρης Λοχίας Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 9ην Ιανουαρίου 2015 στο χωριό Βάσα Κοιλανίου της Επαρχίας Λεμεσού, σε μη δημόσιο χώρο, δηλαδή στην αυλή της οικίας του κατά τρόπο ή υπό συνθήκες ώστε να ήταν ενδεχόμενο να ακουσθεί από οιονδήποτε πρόσωπο που εβρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε την XXXXX Κωνσταντίνου από την Βάσα Κοιλανίου με την φράση ΄΄Εν να σιωπήσεις οξά εννά έρτω ποτζεί να σε γαμήσω΄΄ κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας XXXXX5 κ. XXXXX Βρυώνη, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα έλαβε παράπονο από την παραπονούμενη, ήτοι την Μ.Κ. 2, ότι ο κατηγορούμενος που είναι γείτονας της την εξύβρισε με την φράση που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Την επόμενη μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία που του απήγγειλε. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και ως τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο και στην συνέχεια της κυρίως του εξέταση, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι δεν έχει προβεί σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, ότι έλαβε παράπονο από τον κατηγορούμενο εναντίον της παραπονούμενης για κακόβουλη ζημιά εναντίον του και αυτό έγινε κατά την διερεύνηση της καταγγελίας της παραπονούμενης εναντίον του κατηγορούμενου για την επίδικη εξύβριση, διευκρινίζοντας ότι πρώτος έκανε παράπονο ο κατηγορούμενος τηλεφωνικώς. Εξ΄ όσων γνωρίζει ο ίδιος από άλλον συνάδελφο του που χειρίστηκε το παράπονο του κατηγορουμένου, η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση παραδέχθηκε ενοχή για την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς. Από ότι έχει πληροφορηθεί, υπήρχε οπτικό υλικό από κλειστό κύκλωμα και που αφορά την ζημιά που προκλήθηκε από την παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση στην ομπρέλλα του κατηγορούμενου. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του ανέφερε ότι υπάρχουν διάφορα προβλήματα με τους Μ.Κ. 2 και 3 με το χωριό που διαμένουν. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η παραπονούμενη, ήτοι η κα XXXXX Κωνσταντίνου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση της αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα είδε τον κατηγορούμενο στην αυλή του να κρατά ένα γκρίζο αντικείμενο και νόμιζε ότι βιντεογραφούσε διότι δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν αυτό. Όταν τον ρώτησε τι κάνει, τότε ο κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη φράση, η οποία επαναλήφθηκε ακόμα μια φορά ερχόμενος ο κατηγορούμενος τρέχοντας προς την εξώπορτα και η παραπονούμενη εκνευρίστηκε και πήρε ή ένα σίδερο ή ξύλο, χωρίς να θυμάται επακριβώς και κτύπησε την ομπρέλα για να εκτονωθεί. Δεν κατάγγειλε άμεσα την υπόθεση στην αστυνομία διότι ο σύζυγος αντιμετώπιζε κρίση δύσπνοιας. Υιοθέτησε επίσης την δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι την ομπρέλα του κατηγορουμένου δεν την κατέστρεψε η ίδια αλλά σκίστηκαν από τους ανέμους των προηγούμενων ημερών. Αναφέρθηκε επίσης και σε παράπονα που έχει η ίδια και ο σύζυγος της για μια συσκευή του κατηγορουμένου όπως την έχει περιγράψει και με την οποία δεν νιώθουν ασφαλής, αλλά και σε άλλα περιστατικά που δεν είναι επίδικα. Προφορικά και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, με τον οποίο είναι γείτονες και τους χωρίζει ένας πετρόκτιστος τοίχος. Ένιωσε προσβολή και εξευτελισμό όταν ο κατηγορούμενος την εξύβρισε φωνακτά και τις δύο φορές και έδωσε την δική της εκδοχή τι θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να κάνει με το γκρίζο αντικείμενο που κρατούσε. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την έχει εξυβρίσει και στο παρελθόν, καθώς επίσης έχει προβεί και δε άσεμνες πράξεις για τις οποίες και έχει καταδικαστεί και το ίδιο έχει γίνει με επίθεση εκ μέρους του κατηγορουμένου εναντίον του συζύγου της με φτυάρι. Κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 6, όπου με βάση την εκδοχή της, παραβιάζεται ο προσωπικός της χώρος με την τοποθέτηση καμερών εκ μέρους του κατηγορουμένου και για αυτό το ζήτημα έχει προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία. Στην αντεξέταση της εξέφρασε άγνοια για τα κίνητρα και την ψυχολογία του κατηγορουμένου, επανέλαβε όμως την θέση της ότι ο κατηγορούμενος με τις συσκευές που χρησιμοποιεί και που έχει περιγράψει παραβιάζεται ο προσωπικός της χώρος. Επανέλαβε την θέση της για το πως έγινε το επίδικο περιστατικό, τις ενέργειες που έκανε η ίδια και ο κατηγορούμενος, ήτοι όταν ρώτησε τον κατηγορούμενο τι κάνει με την συσκευή, την εξύβριση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, το ότι κρατούσε ένα αντικείμενο η μάρτυρας για να μετακινήσει την ομπρέλα του κατηγορουμένου, ο οποίος έκρυψε την συσκευή που κρατούσε προηγουμένως και δεν έχει προσέξει η μάρτυρας εάν έσκισε την ομπρέλα. Αναφέρθηκε επίσης και στην υπόθεση που αντιμετώπιζε στο Δικαστήριο ως κατηγορούμενη και τι έχει παραδεχθεί σε αυτήν, καθώς επίσης και την αποζημίωση που κατέβαλε στον κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στους λόγους που δεν έχει προβάλει άμεσα σε καταγγελία στην αστυνομία, ήτοι λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο σύζυγος της και πιο συγκεκριμένα με την δύσπνοια του χρησιμοποιώντας συσκευή οξυγόνου, ρωτώντας τον σύζυγο της για την γκρίζα συσκευή που κρατούσε ο κατηγορούμενος, χωρίς να του πει τι της είπε ο κατηγορούμενος, δίνοντας την επίδικη ημέρα την κατάθεση της στο σπίτι της, επεξηγώντας τους λόγους που αυτό έγινε και τι προηγήθηκε για να δώσει την κατάθεση της στο σπίτι της. Επανέλαβε το παράπονο που έχει εναντίον του κατηγορουμένου για το εγκατεστημένο σύστημα παρακολούθησης που επεμβαίνει στην προσωπική της περιουσία, αφήνοντας υπόνοιες ότι ο κατηγορούμενος επενέβηκε στο οπτικό υλικό που προβλήθηκε στο Δικαστήριο, προκαλώντας την πλευρά της υπεράσπισης να προβάλει το οπτικό υλικό συνοδευόμενο με την ήχο. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι έχει πει ψέματα στο Δικαστήριο και που αφορούν την επίδικη κατηγορία, καθώς και το ζήτημα της ζημιάς στην ομπρέλα του κατηγορουμένου και των συχνών καταγγελιών εκ μέρους της εναντίον του κατηγορουμένου. Έδωσε επίσης τις δικές της εξηγήσεις όταν προβλήθηκε το οπτικό υλικό - τεκμήριο
- Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο σύζυγος της παραπονούμενης - Μ.Κ. 2 κ. XXXXX Άνταμς, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Σε αυτήν κάνει αναφορά ότι άκουσε ενοχλητικές φωνές από τον κατηγορούμενο και βγήκε έξω στην βεράντα και η σύζυγος του ήταν κάτω στο ισόγειο της κατοικίας για να ελέγξει εάν ο υδρομετρητής ήταν παγωμένος ή εάν λειτουργούσε. Οι δύο ομπρέλες του κατηγορούμενου έχουν σκιστεί από τις καταιγίδες των προηγούμενων ημερών, στο δε υπόλοιπο μέρος της κατάθεσης του εκφράζει το παράπονο και την ενόχληση του για το σύστημα ηλεκτρονικού εξοπλισμού παρακολούθησης. Προφορικά, στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, περιέγραψε τι άκουσε από τον κατηγορούμενο ο οποίος φώναζε και εκστόμισε ουσιαστικά την επίδικη εξύβριση που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο με μια μικρή επουσιώδη παραλλαγή, που βρισκόταν ο ίδιος ο μάρτυρας όταν έγινε το περιστατικό, νιώθοντας ο ίδιος αναστάτωση από το επίδικο περιστατικό, περιγράφοντας επίσης και άλλα περιστατικά με άσεμνες πράξεις από πλευράς κατηγορουμένου. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στην άφιξη των αστυνομικών στην οικία του και τις ενέργειες τους, τις ενέργειες που έκανε ο ίδιος και η σύζυγος κατά αλλά και μετά την στιγμή που εκτυλίχθηκε το επίδικο συμβάν, έδωσε την δική του εκδοχή για το πως σκίστηκαν οι ομπρέλες του κατηγορουμένου, ήτοι από την καταιγίδα, αρνούμενος επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξύβρισε την σύζυγο του και ότι έχει εχθρικό πνεύμα εναντίον του κατηγορουμένου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 2, στην οποία αναφέρει ότι το επίδικο πρωί, άκουσε θόρυβο στην αυλή του σπιτιού του και είδε από το παράθυρο την Μ.Κ. 2 να κάνει ζημιά στην ομπρέλα του και σε καμία περίπτωση δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αντιθέτως, μόλις διαπίστωσε την ζημιά, τηλεφώνησε στην οποία και ήρθε στο σπίτι του. Η Μ.Κ. 2 τον κατηγόρησε πολλές φορές για διάφορα και τον πήρε στο Δικαστήριο αλλά αθωώθηκε όλες τις φορές. Προφορικά και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στην επαγγελματική του κατάρτιση και μόρφωση, περιέγραψε τι έγινε την επίδικη ημέρα σύμφωνα με την εκδοχή του, ήτοι την πρόκληση από πλευράς της παραπονούμενης την ζημιά στην περιουσία του και ότι δεν έχει εξυβρίσει την παραπονούμενη με την φράση που του καταλογίζει. Ακολούθως διαπίστωσε ότι οι ενέργειες αυτές καταγράφηκαν από το σύστημα οπτικής παρακολούθησης και βγήκε έξω από το σπίτι του, όπου και διαπίστωσε την ζημιά και τηλεφώνησε στην αστυνομία. Λόγω των προηγούμενων Δικαστικών υποθέσεων που είχε με την παραπονούμενη, δεν αντάλλαξε καμία συζήτηση μαζί της και ήθελε να ήταν επιφυλακτικός μαζί της. Το σύστημα παρακολούθησης καλύπτει την περιουσία του και δεν διαπιστώθηκε παράβαση της νομοθεσίας εκ μέρους του. Αναγνώρισε το οπτικό υλικό που καταχωρήθηκε και προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Η παραπονούμενη παραδέχθηκε ενοχή για την κακόβουλη ζημιά και ο ίδιος αποζημιώθηκε, λαμβάνοντας το ποσό των €
- Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα και επαγγελματικές εμπειρίες ως ψυχολόγος, αποδεχόμενος ότι μέχρι σήμερα δεν είναι εγγεγραμμένος ψυχολόγος στο σχετικό μητρώο. Υπεραμύνθηκε της ορθότητας και γενικά της γνησιότητας του οπτικού υλικού και του απαραβίαστου περιεχομένου του, περιγράφοντας επίσης τις ενέργειες που έκανε, όπως τις έχει αναφέρει στην κυρίως εξέταση του. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι το σύστημα που κατέχει ενοχλεί τους Μ.Κ. 2 και 3, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την εκδοχή της παραπονούμενης και ότι την έχει εξυβρίσει με την επίδικη κατηγορία και ότι το συμβάν άκουσε ο Μ.Κ. 3, παραπέμποντας ταυτόχρονα στο οπτικό υλικό, όπου φαίνεται η ώρα που εμφανίζεται ο κατηγορούμενος. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η Μ.Κ. 2 στις 1/2/2018 παραδέχθηκε ενοχή στην ποινική υπόθεση με αριθμό 26048/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για κακόβουλη ζημιά που προκάλεσε στην ομπρέλα του κατηγορουμένου στις 9/1/2015 και της επιβλήθηκε η ποινή της εγγύσης των €1000 και εκδόθηκε Διάταγμα εναντίον της και υπέρ του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση και αυτό το Διάταγμα έχει υλοποιηθεί. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη στηρίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): "Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξύβριση, (β) σε δημόσιο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, και (γ) κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι είναι εξύβριση δεν προσδιορίζεται νομοθετικά. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης [βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 (H.L.)]. Εξετάζοντας την έννοια της εξύβρισης, αποσυνδεδεμένη από οποιοδήποτε εξωγενές και ανεξάρτητο στοιχείο πρόθεσης που μπορεί να εμπεριέχεται σε μια ποινική διάταξη, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο η έννοια της εξύβρισης περικλείει την ύπαρξη κάποιου παράγοντα ενδογενούς πρόθεσης. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (πιο πάνω) ο δικαστής Dilhorne αναφέρθηκε στην έννοια της εξύβρισης κατά τρόπο που περιελάμβανε μια ενδογενή πρόθεση. Όπως όμως παρατήρησε άλλο Δικαστήριο στην υπόθεση Parkin v. Norman
(1982)2 All E.R. 583 (C.A.), η διατύπωση εκείνης της άποψης δεν σχετιζόταν άμεσα με το επίδικο θέμα, πράγμα που περιορίζει τη χρησιμότητά της. Κατά το Ελληνικό δίκαιο, όπως αναφέρεται στον Ποινικό Κώδικα του Τούση και Γεωργίου, 2η έκδοση, στη σελ. 218, Kεφ. ΑΠ 154/1956, Π. Χρ. Στ. 368, 373/1957 Ποιν. Χρ. η 83, στην περίπτωση παρόμοιας διάταξης στην Ελλάδα, προκύπτει δόλια προαίρεση η οποία αναλύεται «εις την βούλησιν της προσβολής της τιμής του άλλου και εν τη γνώσει του υβριστικού χαρακτήρος των λόγων ή έργων», ενώ σύμφωνα με την ΑΠ 329/1957 Π .Χρ. στ 27, «στοιχείο της εξυβρίσεως είναι ο δόλος του πράττοντος περιλαμβάνων την γνώσιν ότι η εκδήλωσις είναι πρόσφορος ίνα παραγάγη εξωτερικά την εντύπωσιν καταφρονήσεως ορισμένου προσώπου άμα δε και την βούλησιν όπως η τοιαύτη εκδήλωσις περιέλθη εις γνώσιν άλλων». Στην Αγγλία, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Parkin v. Norman (πιο πάνω) η εξύβριση στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου εφόσον εκτοξεύεται ύβρις εναντίον προσώπου το οποίο θα μπορούσε να την εκλάβει ως τέτοια, ανεξάρτητα του αν αυτός που την εκτοξεύει δεν συνειδητοποιεί τη δυνατότητα εξύβρισης εκείνου του συγκεκριμένου προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και ανεξάρτητα του αν οποιοσδήποτε, στη γνώση του οποίου έχει περιέλθει, δεν την εξέλαβε ως ύβρη. Κατά τη γνώμη μου, και στο Κυπριακό ποινικό δίκαιο, οι ευρύτερες έννοιες του οποίου είναι συγγενικές με τις αντίστοιχες Αγγλικές, το θέμα προσεγγίζεται με τον αυτό τρόπο. Κατά την αντίληψη μου η έννοια της εξύβρισης εξυπακούει το στοιχείο της ιδιοτέλειας στο ατομικό επίπεδο μεταξύ ενός προσώπου έναντι άλλου προσώπου ή περιορισμένης ομάδας ή κατηγορίας προσώπων, αλλά όχι έναντι του κοινού γενικά. Τέτοια ιδιοτέλεια εκφράζεται όχι κατ' ανάγκη ενσυνείδητα και διαπιστώνεται εξ αντικειμένου. Με τις υβριστικές λέξεις ο υβρίζων εκδηλώνει απέναντι στον υβριζόμενο περιφρόνηση, χλευασμό και είναι γενικά προσβλητικές και μειωτικές του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε να επιτεθεί. Ούτε χρειάζεται να αναφέρει ο υβριζόμενος ότι έχει επηρεαστεί. Είναι αρκετό το γεγονός ότι υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία (βλ. Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6065, ημερομ. 24.4.1996). Βλέπε επίσης την υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6136, ημερομ. 10.4.1997, στην οποία η Κατηγορούμενη είπε σε αστυνομικό τη φράση "Fucky Baster Police", όπως αυτός άκουσε τη φράση ηχητικά, και στην οποία η καταδίκη επικυρώθηκε. Το άρθρο 99 του Ποινικού μας Κώδικα είναι όμοιο, αλλά όχι ταυτόσημο με το άρθρο 504 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναλύεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, στις σελ. 4186-4195, καθώς επίσης και με το άρθρο του Public Order Act 1936, όπως έχει τροποποιηθεί. Η λέξη «εξύβριση» έχει τη συνήθη σημασία της. Δεν είναι βοηθητικό να αναζητεί κανείς να την εξηγήσει με τη χρήση συνωνύμων από λεξικά. Όπως λέχθηκε από το Λόρδο Reid στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R . 1297, στη σελ. 1300: ". an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Η εξύβριση εξυπακούει υβριστικές ή αυθάδεις λέξεις ή λέξεις περιφρονητικές σε σχέση με την αξιοπρέπεια του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Ο Νομοθέτης συχνά κάμνει χρήση ορισμών για να καθορίσει το νόημα συγκεκριμένων λέξεων στα Νομοθετικά κείμενα για να αποφεύγονται ασάφειες και αμφιβολίες. Η ερμηνεία του όρου «δημόσιος χώρος» δίδεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και είναι η εξής (σε μετάφραση): "'Δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει οποιαδήποτε διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση για συνάθροιση ή ως Δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Oμοιότητα στη λεκτική διατύπωση έχει ο κοινός ορισμός δύο άλλων Αγγλικών νομοθετημάτων: Firearms Act 1968 και Public Order Act 1968 και Public Order Act 1936, όπως τροποποιήθηκε. Έχει ως εξής: "΄Public place΄ includes any other premises or place to which at the material time the public have or are permitted to have access, whether on payment or otherwise;" Στην υπόθεση Cawley v. Frost
(1976)3 All E.R. 743 έγινε δεκτό ότι ακόμα και χώροι σε ένα ευρύτερο δημόσιο μέρος, στους οποίους απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό, θεωρούνται δημόσιοι, σύμφωνα με τον πιο πάνω ορισμό. Είναι σημαντικό ότι ο Αρχιδικαστής Widgery επισημαίνει ότι ο σκοπός του Νόμου ασκεί επίδραση στην ερμηνευτική προσέγγιση. Και δεν πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 95 αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ηρεμίας των περιοίκων και στη διατήρηση της ειρήνης. Στο σύγγραμμα του Dr. Sir Hari Singh Gour, The Penal Law of India, 9th Edition, Vol. II, στη σελ. 1304, αναφέρονται τα ακόλουθα (σε μετάφραση): "Δημόσιος χώρος είναι κάποιος χώρος στον οποίο πηγαίνει το κοινό ανεξάρτητα του αν έχει δικαίωμα να πάει ή όχι. Εάν το κοινό καταφεύγει σε κάποιο χώρο ελεύθερα, ο χώρος αυτός είναι δημόσιος χώρος, μολονότι, αυστηρώς ομιλούντες, το κοινό μπορεί να διαπράττει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε περιουσία. Κατά πόσο κάποιος χώρος είναι δημόσιος ή μη δεν εξαρτάται κατ' ανάγκη από το δικαίωμα αυτό καθ' αυτό του κοινού, να πάει στο χώρο, αν και βέβαια κάποιος χώρος στον οποίο το κοινό μπορεί να πάει δικαιωματικά πρέπει να θεωρείται δημόσιος χώρος .... Υπάρχουν ορισμένοι χώροι, οι οποίοι από την ίδιά τους τη φύση είναι δημόσιοι ...... κάποιος δημόσιος δρόμος ....... είναι παράδειγμα....". Αναφορικά με τον όρο "δημόσιος χώρος" παραπέμπω επίσης στις Κυπριακές αποφάσεις Pitsillos v. Police (πιο πάνω), σελ. 53, Castelow and Another v. Police
(1970)2 C.L.R. 141, 145 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1, στις σελ. 6 και 7. Το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εξύβριση να κατέστησε ενδεχόμενη την πρόκληση παριστάμενου προσώπου σε επίθεση. Όσον αφορά τον όρο "ενδέχεται" ("likely"), στην υπόθεση Livington v. Police
(1972)C.L.R. 93, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 95: "The Appellant has argued that ΄likely΄ does not mean merely ΄possibly' but that it means ΄in all probability΄; and that it was merely ΄possibly΄, but that it means ΄in all probability΄; and that it was merely ΄possible΄ that he could be seen from a road while being naked on the balcony. In a case decided in New Zealand, Dowling v. South Canterbury Electric Power Board
(1966)N.Z.L.R. 676 (at p. 678, per Hentry J.) - the full report of which is not available but which is referred to in ΄Words and Phrases legally Defined΄, 2nd ed., Vol. 3, p. 164 - it was held as follows, in relation to whether a tree was likely to cause damage: ΄A tree is likely to cause damage when the reasonable probabilities are that it will cause damage unless it gets timeous attention.΄ Approaching likewise the word ΄likely΄ in the definition of ΄publicly΄ in section 4, we entertain no doubt, on the basis of the evidence on record as accepted by the trial Judge, that the reasonable probabilities were that persons in a road would see the Appellant sitting naked on his balcony and, therefore, he was rightly convicted." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ‑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ‑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄. Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να εξιστορίσει εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με διαφάνεια, αντικειμενικότητα και αμεροληψία, αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης του εάν κάτι δεν το γνώριζε άμεσα, όπως π.χ. με την εξέλιξη του παραπόνου του κατηγορουμένου και την ύπαρξη οπτικού υλικού. Το κατά πόσο υπάρχουν άλλα προβλήματα μεταξύ των Μ.Κ. 2 και 3 με άλλους κατοίκους του χωριού ή όχι, αυτά δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα της παρούσης και δεν λαμβάνονται υπ΄ όψη. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή την εν λόγω μάρτυρα, ως μια εκ των δύο φερόμενων πρωταγωνιστών της επίδικης ημέρας. Είναι με ιδιαίτερη θλίψη που το Δικαστήριο κρίνει ότι η μάρτυρας αυτή προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να εξιστορίσει μια ψευδή εκδοχή. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει στο πρόσωπο της όταν έδινε την μαρτυρία της μια τάση υπερβολής, αλλά και μια τάση να αποφύγει να πει την αλήθεια, να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο, ακόμα και για το παραδεκτό εν τέλει γεγονός ότι έχει προβεί σε κακόβουλη ζημιά εναντίον της περιουσίας του κατηγορουμένου. Η εκδοχή της δεν είχε συνοχή, λογική και συνέχεια. Προσπάθησε να εντάξει στην παρούσα διαδικασία προηγούμενες ισχυριζόμενες διαφορές που είχε με τον κατηγορούμενο, που όχι μόνο δεν ήταν επίδικα, αλλά το μόνο που κατάφερε η μάρτυρας είναι να διατρανώσει την εικόνα της ως μάρτυρας της εμπάθειας, της εμμονής και της προκατάληψης εναντίον του προσώπου του κατηγορουμένου, παρουσιάζοντας τον ως ένα σεξουαλικά διεστραμμένο άτομο που έχει εμμονές με το να παρακολουθεί τον περίγυρο του, συμπεριλαμβανομένης και της ιδίας και της περιουσίας της, αλλά και του συζύγου της λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε με φτυάρι τον σύζυγο της ενώ ο σύζυγος της δεν ενάφερε κάτι τέτοιο. Η αναφορά της ότι όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να αναγκαστούν να μετοικήσει σε άλλο χωριό η ίδια και ο σύζυγος της, τέθηκε σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού, η οποία δεν απέδωσε. Ήταν έντονη η προσπάθεια της να παρουσιάσει τον εαυτό της ως θύμα της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου την επίδικη ημέρα, όπου ακόμα και για το δηλωθέν και εγκριθέν παραδεκτό γεγονός ότι προέβηκε σε κακόβουλη ζημιά στην ομπρέλα του κατηγορουμένου, απέφευγε να ευθυγραμμιστεί με αυτό, προβάλλοντας διάφορες θέσεις, ήτοι ότι απλά έσπρωξε την ομπρέλα για να δει εάν ο κατηγορούμενος τοποθέτησε ή απομάκρυνε την συσκευή που κρατούσε, σε κατοπινό στάδιο να αναφέρει ότι μπορεί να την έσκισε μπορεί και όχι, σε άλλο στάδιο εξέφρασε άγνοια κατά πόσο σκίστηκε η ομπρέλα, σε άλλο στάδιο και όταν προβαλλόταν το οπτικό υλικό, πέραν της γενικής και στείρας αναφοράς της ότι αυτό είναι ψεύτικο ως το χαρακτήρισε, προσποιόταν ότι δεν μπορούσε να διακρίνει τι και ποιος απεικονίζεται, ως επίσης σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι δεν θυμόταν την κατηγορία που αντιμετώπιζε και ότι το μόνο που παραδέχθηκε είναι ότι έχει σπρώξει την ομπρέλα. Ως προς τον πυρήνα της υπόθεσης, ήτοι την ισχυριζόμενη εξύβριση που καταλόγισε στον κατηγορούμενο ότι εκστόμισε εναντίον της, ούτε και εκεί υπάρχει μια συνοχή, λογική και συνέχεια για το πως και πότε έγινε το ισχυριζόμενο περιστατικό. Συγκεκριμένα, στην σελίδα 23 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 9/3/2018, τοποθετεί χρονικά την εξύβριση την στιγμή που έσπρωχνε την ομπρέλα, ήτοι πρώτα έσπρωχνε την ομπρέλα και μετά δέχθηκε την εξύβριση, ενώ στην κατάθεση της και σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας της, ανέφερε ότι έσπρωξε την ομπρέλα για να εκτονωθεί από την εξύβριση που δέχθηκε, ήτοι πρώτα δέχθηκε την εξύβριση και μετά έσπρωξε την ομπρέλα και την επόμενη δικάσιμο, αντιλαμβανόμενη προφανώς αυτήν την αντίφαση, επανέρχεται εκ νέου στην αρχική της τοποθέτηση. Όλες οι πιο πάνω αμφιταλαντεύσεις της μάρτυρος, καθώς και η όλη αρνητική εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν αφήνουν περιθώρια στο Δικαστήριο για να κρίνει ότι η μαρτυρία της δίνει εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και κατ΄ επέκταση η μαρτυρία της απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Βεβαίως, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3, εντοπίζονται περαιτέρω αντιφάσεις μεταξύ των Μ.Κ. 2 και 3, που όχι μόνο επιβεβαιώνουν το σαθρό της μαρτυρίας της Μ.Κ. 2, αλλά και εντείνουν τις αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία και τα κίνητρα των Μ.Κ. 2 και 3. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ. 2, ανέφερε ότι όταν έγινε το περιστατικό, όπως το ανέφερε η ίδια, ρύθμιζε το οξυγόνο του συζύγου της, ήτοι του Μ.Κ. 3 και δεν του είχε πει τι της εκστόμισε ο κατηγορούμενος για να τον έχει σε ήρεμη κατάσταση, ενώ ο Μ.Κ. 3 τοποθετεί τον εαυτό του κοντά στην βεράντα, αλλά και ως αυτήκοο μάρτυρα της ισχυριζόμενης εξύβρισης και μάλιστα να δηλώνει ότι έχει αντιληφθεί το περιεχόμενο της εξύβρισης, λόγω της μακρόχρονης παραμονής του στην Κύπρο. Ακόμα και επί αυτού του θέματος, ο Μ.Κ. 3 δεν υπήρξε σταθερός στην δική του εκδοχή. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση του αναφέρει ότι άκουσε τις φωνές και βγήκε στην βεράντα, ενώ προφορικά ανέφερε ότι άκουσε τις φωνές ενώ βρισκόταν στην βεράντα και σε κατοπινό στάδιο αντιλαμβανόμενος αυτήν την ανακολουθία, ανέφερε ότι όταν άκουσε τις φωνές ήταν στο κυρίως δωμάτιο, αλλά πλησίον της βεράντας. Μάλιστα, ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι δεν ήταν με τα οξυγόνα, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν ήταν νεκρός και ότι κινείτο στο σπίτι, ενώ η Μ.Κ. 2 ουσιαστικά τον παρουσίασε ως κλινήρη. Η πρόθεση του να προσφύγει στο ψεύδος, ενισχύεται και από το γεγονός ότι απέδωσε το σκίσιμο της ομπρέλας του κατηγορούμενου στα καιρικά φαινόμενα, ήτοι τις καταιγίδες των προηγούμενων ημερών, ενώ αυτό έρχεται σε αντίθεση με το ίδιο το παραδεκτό γεγονός της πρόκήσης της ζημιάς από την σύζυγο του και αυτή η αναφορά του μάρτυρα, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στο ίδιο πλαίσιο της προσπάθειας του να βοηθήσει και να υποστηρίξει την εκδοχή της συζύγου του, ήτοι της Μ.Κ. 2, η οποία κρίθηκε ως αναξιόπιστη. Ο μάρτυρας αυτός με την σειρά του, είχε τις δικές του εμπάθειες και προκαταλήψεις προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και αυτό ήταν έκδηλο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, αλλά και μέσα από την μαρτυρία του. Συγκεκριμένα, ενέπλεξε ισχυρισμούς και χαρακτηρισμούς ότι ο κατηγορούμενος είναι σεξουαλικά ανώμαλος, ως τον έχει χαρακτηρίσει, καθώς επίσης και ότι είναι επιδειξίας των γεννητικών του οργάνων και ότι σκόπιμα τους παρακολουθεί και παραβιάζει τον προσωπικό του χώρο. Όλες οι πιο πάνω ανακολουθίες και γενικά η όλη του συμπεριφορά και στάση στο εδώλιο του μάρτυρα, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο εκείνο το ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αναξιόπιστη. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της υπόθεσης, ήτοι η απόρριψη της από την στιγμή που δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως πιο πάνω αναφέρθηκαν και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εν τούτοις, το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας θα αξιολογήσει και την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ήταν σταθερός, ψύχραιμος, πηγαίος, επεξηγηματικός και επί του πυρήνα της υπόθεσης, ήτοι την ισχυριζόμενη εξύβριση που η Μ.Κ. 2 του καταλογίζει, ήταν σταθερός και λογικός και έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να εμπλακεί σε οποιανδήποτε λεκτική ή άλλη αντιπαράθεση μαζί της όταν η παραπονούμενη προέβαινε στην ζημιά επί της περιουσίας της. Δεν έχει περιπέσει σε ουσιαστική αντίφαση στην μαρτυρία του και είναι επουσιώδεις οι αναφορές του κατά πόσο υπήρξε ή όχι εγγεγραμμένος ψυχολόγος. Συανκόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ............................................................ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο