Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αβραάμ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18198/14, 23/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B97 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18198/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή Εναντίον
- XXXXX Αβραάμ
- XXXXX Δημητρίου
- XXXXX Πουρουτίδης
- XXXXX Σοφοκλέους Κατηγορούμενοι --------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23.05.2018 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Α.Μανώλη για κ.Π. Αβρααμίδη Για τον κατηγορούμενο 1 : κ. Μ. Γαβριηλίδης Για τον κατηγορούμενο 2 : κ. Κ. Ευσταθίου (για ν' ακούσει την απόφαση η κα Στ.Αλεξάνδρου) Για τον κατηγορούμενο 3 : κ. Ν. Καλλή (για ν' ακούσει την απόφαση ο κ. Μ.Γαβριηλίδης) Για τον κατηγορούμενο 4 : κ. Χ. Πουργουρίδης (για ν' ακούσει την απόφαση ο κ. Μ.Γαβριηλίδης) Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1 εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του εν σχέση με συγκεκριμένες κατηγορίες που αντιμετωπίζει, εις τις οποίες κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει, ενώ με τη σειρά τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 εισηγήθηκαν ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν και κάλεσαν το Δικαστήριο να τους αθωώσει και απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος υποστήριξε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων και συναφώς εισηγήθηκε όπως αυτοί κληθούν σε απολογία. Σημειώνω εδώ ότι οι όλοι οι συνήγοροι των κατηγορούμενων κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές αγορεύσεις για υποστήριξη των θέσεων τους. Αυτές βεβαίως έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Όσα αναφέρουν δε λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλ. η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία, ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι περιορισμένη. Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση Πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Χριστοδούλου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9). Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην παρούσα σωρεία κατηγοριών. Αφορούν κλοπή υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία), αδικήματα συγκάλυψης με βάση τον Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμο 188
(1)/2007 (2η κατηγορία), πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία), κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (4η κατηγορία) και ψευδείς λογαριασμοί με σκοπό καταδολίευσης κατά παράβαση του άρθρου 313(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 5 - 78 και 85-132). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Συγκεκριμένα την κατηγορία 79 για κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 262 και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και την κατηγορία 80 που αφορά αδικήματα συγκάλυψης με βάση το Ν.188
(1)/
- Τις ίδιες κατηγορίες πιο πάνω αντιμετωπίζουν οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 3 την κατηγορία 81 για κλοπή και την κατηγορία 82 για αδικήματα συγκάλυψης και ο κατηγορούμενος 4 την κατηγορία 83 για κλοπή και την κατηγορία 84 για αδικήματα συγκάλυψης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 26 μάρτυρες. Συνολικά δε σημειώνεται κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 103 τεκμήρια, εκ των οποίων 8 εκ συμφώνου. Περαιτέρω έγιναν και κάποια παραδεκτά γεγονότα. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να μελετήσει τη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της καταλήγει ως εξής. Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 Κατ' αρχήν να λεχθεί ως προς τις κατηγορίες κλοπής που αντιμετωπίζουν (79, 81 και 83 αντίστοιχα), αυτές στηρίζονται στα άρθρα 262 και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Το άρθρο 255 του Κεφ.154 έχει ως εξής : " 255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα (
- ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο. " To άρθρο 262 δε προνοεί ότι: " 262. Αυτός που κλέβει ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή." Η σχετική με το αδίκημα της κλοπής νομολογία έχει συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ
- Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
- Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
- Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
- Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
- Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
- Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται με καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η θέση νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση R. v. Bernhard υιοθετήθηκε στην Savva v. The Police
(1973)2 C.L.R. 331, στα πλαίσια της υπεράσπισης του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα, όπου προβλέπεται ότι αδίκημα εναντίον περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώµατος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνονται τα εξής:
- Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, πελάτες της παραπονούμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) μέσω εταιρειών τους, ζητούσαν στα πλαίσια της συνεργασίας τους από τον διευθυντή του επίδικου καταστήματος της τράπεζας, κατηγορούμενο 1, διάφορες διευκολύνσεις στους τρεχούμενους λογαριασμούς των εν λόγω εταιρειών και πληρωμή επιταγών που εξέδιδαν ενώ δεν είχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή τους.
- Ότι άλλο προκύπτει δε από τη μαρτυρία είναι ότι διάφορες επιταγές ή και υποχρεώσεις των εταιρειών αυτών των κατηγορούμενων 2 (C.D.Stepol Betting Ltd), 3 (Plantruck Ltd, Javia Co Ltd και Montpelier Ltd) και 4 (Passion Jeans Ltd) διευθετήθηκαν ενώ την ίδια στιγμή δεν είχαν τη δυνατότητα ν' ανταποκριθούν στην πληρωμή αυτών των επιταγών και υποχρεώσεων μέσω των λογαριασμών τους. Αυτό έγινε με ενέργειες προφανώς του κατηγορούμενου 1, χωρίς να αποφαίνομαι σε αυτό το στάδιο οτιδήποτε εν σχέση με τις ενέργειες αυτές και με τον τρόπο που περιγράφεται στη μαρτυρία δηλ. με χρέωση των επιταγών σε λογαριασμούς τρίτων πελατών της τράπεζας ή στους ενδιάμεσους λογαριασμούς της τράπεζας κλπ. Σίγουρα όμως αυτό που πρέπει να λεχθεί εδώ είναι πως οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 δεν είχαν πρόσβαση στα συστήματα της τράπεζας και δεν μπορούσαν οι ίδιοι βεβαίως να προβούν σε οιεσδήποτε καταχωρήσεις ή άλλες ενέργειες προκειμένου να διευκολύνουν την πληρωμή των εν λόγω επιταγών ή υποχρεώσεων τους.
- Εδώ να σημειώσω ότι δεν υπάρχει καμία άμεση μαρτυρία μέσω των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οιοσδήποτε εκ των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 ενεργούσε με τον συγκεκριμένο τρόπο που εκ πρώτης φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία προς το σκοπό διευθέτησης των επιταγών ή υποχρεώσεων τους ή και ότι εν πάση περιπτώσει γινόταν κάτι παράτυπο ή παράνομο για το σκοπό αυτό. Να παρεμβάλω εδώ ότι οποιαδήποτε αναφορά του κατηγορούμενου 1 στις καταθέσεις του που ενδεχομένως να δείχνει για οιονδήποτε προς τέτοια κατεύθυνση δεν μπορεί βεβαίως να χρησιμοποιηθεί εναντίον οιουδήποτε συγκατηγορούμενου του (βλ. Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, 212, NASIR MAHMOUD MALIK, κ.α. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 36). Ως προς τις αναφορές Σελεάρη (ΜΚ4) δε και το σκεπτικό (για τον κατηγορούμενο 2 αλλά προφανώς το σκεπτικό του ισχύει και για τους υπόλοιπους) ότι θα έπρεπε από την στιγμή που εξέδιδε επιταγή να ελέγχει αν έχει τα υπόλοιπα να πληρωθεί και να υπάρχει έλεγχος των καταστάσεων λογαριασμού που τους αποστέλλονταν κάθε μήνα (αν και σημειώνω ότι όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει με θετικό τρόπο ότι πράγματι αποστέλλονταν) ή και παρακολούθηση των καταθέσεων και αναλήψεων, έχω την άποψη ότι μόνον αυτά και χωρίς να υπάρχει οιαδήποτε άλλη συνοδευτική μαρτυρία δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα ούτε για σκοπούς εκ πρώτης όψεως για γνώση τους περί των συγκεκριμένων ενεργειών του κατηγορούμενου 1 και του τρόπου που αυτός χειριζόταν τα πράγματα. Μόνον υποθέσεις / εικασίες μπορούν να γίνουν, όμως όπως είναι νομολογημένο όσο εύλογες και αν είναι αυτές είναι ανεπίτρεπτες (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Να σημειωθεί επίσης ότι η παραχώρηση διευκολύνσεων σε πελάτες, όπως ζητούσαν οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 ή και η πληρωμή επιταγών χωρίς να υπάρχουν τα διαθέσιμα υπόλοιπα στον λογαριασμό, ήταν και είναι προφανώς μία συνήθης τραπεζική πρακτική (υπό κάποιες βέβαια προϋποθέσεις), ως προκύπτει και από τη μαρτυρία Σελεάρη (ΜΚ4) (βλ. όσα ανέφερε στα πλαίσια της αντεξέτασης του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου 4).
- Παρεμβάλλω εδώ επίσης, κάτι που βεβαίως έχει τη σημασία του, ότι στο κατηγορητήριο δεν υπάρχουν κατηγορίες συνομωσίας ήτοι συνωμοσίας μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και του κάθε κατηγορούμενου ξεχωριστά για να κλέψουν από την Εθνική Τράπεζα τα ποσά που αναφέρονται στις πιο πάνω κατηγορίες. Άρα είναι σαφές ότι δεν αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής και ορθά κατά την κρίση μου έχοντας κατά νουν τη μαρτυρία ότι υπήρχε συμφωνία ή συνεννόηση με τον κατηγορούμενο 1 για την κλοπή χρημάτων.
- Με αυτά υπόψη θεωρώ πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα της κλοπής εν σχέση με τους κατηγορούμενους 2, 3 και
- Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται πως κατά την κρίση μου δεν έχει αποδειχθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και την αντικειμενική θεώρηση της ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι ενήργησαν καθ' οιονδήποτε χρόνο, είτε δηλαδή κατά την στιγμή που στην ουσία επωφελούνταν από τις πράξεις που προέβαινε ο κατηγορούμενος 1 είτε σε οιονδήποτε στάδιο μετά, με δόλιο τρόπο και με πρόθεση να αποστερήσουν από την παραπονούμενη τράπεζα οιονδήποτε ποσό. Εξάλλου ν' αναφέρω ότι μόλις διαπιστώθηκε ότι επωφελήθηκαν έγιναν ενέργειες με τους κατηγορούμενους για διευθέτηση του θέματος και αυτό που προκύπτει είναι κάποιες συζητήσεις για διευθέτηση, ανεξάρτητα του ότι τελικά δεν υπήρξε κατάληξη μεταξύ τους.
- Κοντολογίς η διαφορά κατά την κρίση μου μεταξύ της παραπονούμενης τράπεζας και των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 είναι αστικής φύσεως και ως τέτοια θα πρέπει να επιλυθεί από το Πολιτικό Δικαστήριο, εις το οποίο αντιλαμβάνομαι έχει ήδη προσφύγει η παραπονούμενη. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή κρίνω πως δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία, η οποία να είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της για να αποδείξει ακόμη και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τα πιο πάνω. Η διαπίστωση αυτή δημιουργεί εγγενή αδυναμία στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η οποία δεν μπορεί να ξεπερασθεί στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης, όταν το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αξιολογήσει την εν λόγω μαρτυρία. Έχοντας δε υπόψη όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και εξετάζοντας τώρα τις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα συγκάλυψης και έχοντας βέβαια πάντα κατά νουν τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 80, 82 και 84 αλλά και τη σχετικότητα αυτών των κατηγοριών με τις κατηγορίες κλοπής πιο πάνω, αναφέρω ότι είναι σαφές ότι ούτε τα αδικήματα αυτά θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατηγορούμενος 1 Με μια αντικειμενική θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας βρίσκω ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, είναι αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κρίνω ότι : (α) δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 2, 3 και 4 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και συναφώς αυτοί αθωώνονται και απαλλάσσονται εν σχέση με αυτές. (β) έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 εις όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και τον καλώ να προβάλει την υπεράσπιση του. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο