ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 20212/15, 7/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20212/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον XXXXX Χαραλάμπους Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7/5/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μάριος Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο: κα Μαρίνα Νικολάου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 28η Δεκεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά του XXXXX Χριστοδούλου από την Λεμεσό και προκάλεσε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως ΜΚ 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας XXXXX8 κ. XXXXX Μενελάου. Υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει απλά ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τον κατηγόρησε γραπτώς και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Προφορικά έχει αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο, κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου και ως τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία που απήγγειλε στον κατηγορούμενο. Θυμάται ότι είδε τον κατηγορούμενο στο νοσοκομείο, όπου είδε και την εγχείρηση που υποβλήθηκε πρόσφατα ο κατηγορούμενος και που προηγήθηκε του επίδικου επεισόδιο. Στην αντεξέταση του, δεν θυμόταν ακριβώς ποιος έδωσε πρώτος κατάθεση, θυμόταν όμως το παράπονο του κατηγορουμένου δια τηλεφώνου. Ο μάρτυρας εκτέλεσε εν μέρει χρέη εξεταστή, λόγω των τεκμηρίων 2 και 3 που αφορούν τον κατηγορούμενο, και ακολούθως έκανε αναφορά στην παραλαβή ιατρικού εντύπου από το νοσοκομείο για τους τραυματισμούς, στην έκταση που ήταν σε θέση να θυμάται και να δώσει λεπτομέρειες, καθώς επίσης αναφέρθηκε ότι διερευνούσε το αδίκημα της κοινής επιθέσεως και αυτό ήταν το αδίκημα για το οποίο κατηγόρησε τον κατηγορούμενο. Ως ΜΚ 2 κατέθεσε ο παραπονούμενος, δηλαδή ο κύριος XXXXX Χριστοδούλου, ο οποίος ως μέρος της κύριας εξετάσεως του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο πεθερός του τον έχει ενημερώσει ότι ο κατηγορούμενος του έκλεψε τα αντικείμενα που περιγράφει και την επίδικη ημέρα, μαζί με τα άτομα που περιγράφει και κατονομάζει, πήγαν στο σπίτι του κατηγορουμένου και ο ίδιος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και του ζήτησε να βγει έξω πράγμα που έγινε. Τότε ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι έχει ένα cd από κάμερες και που τον δείχνουν να κλέβει, ενώ στην πραγματικότητα το cd δεν δείχνει κάτι τέτοιο και ο μάρτυρας προέβηκε σε αυτήν την πράξη για να οδηγήσει τον κατηγορούμενο να παραδεχτεί την κλοπή. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε να πάνε στην αστυνομία και εκεί έγινε έντονη συζήτηση και ακολούθως ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε, σπρώχνοντας τον και πιάνοντας τον από το λαιμό και ο παραπονούμενος στην προσπάθειά του να αμυνθεί, έπεσε τόσο αυτός, όσο και ο κατηγορούμενος στο έδαφος και τότε η εκεί παρευρισκόμενοι που κατονόμασε τους χώρισαν. Έβαλε τον κατηγορούμενο να ανοίξει το καπό του αυτοκινήτου του και είδε ότι η μπατάρια δεν ήτανε κλοπιμαία, δεν θυμόταν εάν απείλησε τον κατηγορούμενο, παραδέχτηκε όμως ότι τον εξύβρισε, αρνήθηκε όμως ότι πήρε το όπλο από το αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ξηλωμένο. Προφορικά, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι πρώτα πήγε στην αστυνομία και ακολούθως στο νοσοκομείο και μετά πάλι πίσω στην αστυνομία, αφού εφοδιάστηκε με το σχετικό έντυπο, το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο, περιγράφοντας τα τραύματα του, δηλαδή στο κεφάλι και αριστερά στο πλευρό, χωρίς να γνωρίζει εάν είναι από τα χτυπήματα που προκλήθηκαν ή από την πτώση. Περίγραψε εκ νέου τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και ποιοί ήταν παρευρισκόμενοι πλησίον αυτών και οι οποίοι τους χώρισαν και έληξε το επεισόδιο, ενώ το παιδί του βρισκόταν στο αυτοκίνητο. Κατά το επίδικο επεισόδιο υπήρχε ένταση με φωνές, δεν υπήρχαν άλλα άτομα πέραν αυτών που ανέφερε, αλλά μετά ήρθε ακόμα ένα άτομο που είναι φίλος του κατηγορουμένου μόλις τους χώρισαν οι φίλοι του και ακολούθως η γιαγιά του κατηγορουμένου βγήκε στη βεράντα μετά που τους χώρισαν οι φίλοι του κατηγορουμένου. Επανέλαβε ξανά τον έλεγχο που έγινε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το κλοπιμαίο, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε οτιδήποτε για οποιαδήποτε προηγηθείσα εγχείρηση που υποβλήθηκε ο κατηγορούμενος. Έμαθε ότι ο κατηγορούμενος πουλούσε τα κλοπιμαία που ανήκαν στον πεθερό του, περιέγραψε το επίδικο περιστατικό και πως έπεσαν τόσο αυτός, όσο και ο κατηγορούμενος στο έδαφος, δηλαδή ο κατηγορούμενος τον έπιασε από το λαιμό, και ο παραπονούμενος προσπάθησε να τραβηχτεί πίσω και τότε κουτσούφλησε στο πεζοδρόμιο και πέφτοντας έπιασε από την φανέλα τον κατηγορούμενο για να μην πέσει κάτω και τότε έπεσε ο κατηγορούμενος από πάνω του. Τα άτομα που τους χώρισαν δεν ενεπλάκησαν στο επεισόδιο, ούτε ο φίλος του κατηγορουμένου και ο μάρτυρας παρέδωσε το όπλο του στην αστυνομία, λόγω της καταγγελίας του κατηγορουμένου ότι τον έχει απειλήσει. Μετά το επεισόδιο, μάρτυρας πήρε τους σκύλους του στα κλουβιά και μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής, μετά από τηλεφώνημα που δέχθηκε και μετά έλαβε το έντυπο για το νοσοκομείο. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έτυχε από τον πεθερό του για το πρόσωπο του κατηγορουμένου και τις ισχυριζόμενες κλοπές εκ μέρους του κατηγορουμένου, τους λόγους που οδήγησαν στο να πάει ο ίδιος ο μάρτυρας στον κατηγορούμενο, όπου ήταν με δική του πρωτοβουλία που έγινε αυτό. Περιέγραψε την διαδρομή που ακολούθησε πριν και μετά το συμβάν και ότι εκείνη τη μέρα ασχολείτο με το κυνήγι. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν έχει τραυματιστεί και ότι διαστρέβλωσε την αλήθεια. Βρήκε το τηλέφωνο του κατηγορουμένου από έναν κοινό γνωστό και στην σκηνή έδειξε στον κατηγορούμενο ένα cd που είχε στην κατοχή του από το πρωί, διότι είχε κατά νου μετά το κυνήγι να πάει στον κατηγορούμενο και να τον ωθήσει να προβεί σε παραδοχή. Γνωρίζει ο ίδιος, όντας αστυνομικός, ότι όποιος έχει παράπονο εναντίον κάποιου για αξιόποινη πράξη, θα πρέπει να καταφύγει στην αστυνομία, παραδεχόμενος ότι δεν πρέπει κάποιος να επινοεί τεχνάσματα για να ωθήσει κάποιον να προβεί σε κάποια παραδοχή. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είχε πρόθεση να εκδικηθεί για λογαριασμό του πεθερού του λόγω του θολωμένου του μυαλού και αναφέρθηκε στην ένταση που υπήρχε και στην λογομαχία πριν την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, περιγράφοντας ταυτόχρονα πως δέχθηκε αυτήν την επίθεση, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ότι ήταν αυτός που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι την επόμενη μέρα πήγε ξανά, λόγω ζαλάδας, στο νοσοκομείο και παρέμεινε για μία νύχτα στο νοσοκομείο. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι με δόλο κατέβασε τον κατηγορούμενο από το σπίτι του για να του επιτεθεί και να του προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη, χρησιμοποιώντας το cd για να πάρει εκδίκηση του πεθερού του και ότι ο κατηγορούμενος τον κάλεσε ειρηνικά να πάνε στην αστυνομία για να λύσουν την διαφορά τους. Ως ΜΚ 3 κατέθεσε ο αρχιαστυφύλακας XXXXX3 κ. XXXXX Αριστείδου, ο οποίος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο που ήταν το πρόσωπο που υπέβαλε παράπονο σε αυτόν και λήφθηκε κατάθεση για το παράπονο του κατηγορουμένου, καθώς επίσης και ανακριτική κατάθεση από τον παραπονούμενο και αναγνώρισε το έντυπο παραπομπής του παραπονούμενου για να εξεταστεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και δεν ήταν σε θέση να θυμάται εάν είχε τραύματα πάνω του ο παραπονούμενος, ο οποίος του παραπονέθηκε ότι χτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο και ούτε θυμάται τραυματισμούς του κατηγορουμένου. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στην διερεύνηση της υπόθεσης, δηλαδή με το παράπονο του κατηγορουμένου, χωρίς να θυμάται αν ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε και ήταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ή εάν προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό, αν και σε κατοπινό στάδιο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να ήταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όταν έδωσε την κατάθεση του, δίνοντας την εξήγηση ότι δεν έγραψε την αναφορά για τον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής στην κατάθεση που κατέθεσε ως τεκμήριο 6, δηλαδή την κατάθεση του κατηγορουμένου. Ο παραπονούμενος δεν του τηλεφώνησε πριν την λήψη της ανακριτικής καταθέσεως και ανέφερε ότι θυμόταν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του κατά τη λήψη του ανακριτικού υλικού που έχει περιγράψει. Αναφέρθηκε επίσης στην συμπλήρωση του εντύπου για ιατρική εξέταση του παραπονουμένου μετά την υποβολή παραπόνου μέσα από την ανακριτική του κατάθεση, λέγοντας ότι το έντυπο αυτό, συμπληρώνεται από τον ιατρό και αν δεν υπάρχει αυτό το έντυπο, συντάσσεται άλλο έντυπο του νοσοκομείου και περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθείται στο νοσοκομείο. Ως ΜΚ 4, κατέθεσε ο Δόκτωρ XXXXX Πλουγαρλής. Αναγνώρισε την ιατρική του έκθεση, την οποία ανέλυσε, επεξήγησε και αιτιολόγησε, διευκρινίζοντας τα σημεία που αφορούν τα λεγόμενα του παραπονούμενου, καθώς επίσης και τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα, δίνοντας τη δική του ερμηνεία για τα κλινικά ευρήματα και συμπεράσματα του και τις πιθανές αιτίες προκλήσεως αυτών και γενικά των τραυμάτων και της εικόνας του παραπονούμενου, δηλαδή από επίθεση από άλλο άτομο, από χτύπημα ή από πτώση, περιγράφοντας επίσης και τις οδηγίες που δόθηκαν και την χορήγηση αναλγητικών στον παραπονούμενο. Στην αντεξέταση του, διαχώρισε τα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα μέσα από την κλινική εξέταση του παραπονούμενου, από αυτά που είπε ο παραπονούμενος, τις οδηγίες που δόθηκαν και την αναρρωτική άδεια που έλαβε ο παραπονούμενος. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αυτού το μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε τις καταθέσεις του, δηλαδή τα τεκμήρια 2 και 6, όπου το τεκμήριο 6 είναι η πρώτη του κατάθεση και το τεκμήριο 2 η δεύτερη, η οποία είναι ανακριτική. Στο τεκμήριο 6 αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα δέχθηκε συγκεκριμένο τηλέφωνο από άνδρα που τον ρώτησε εάν πουλούσε το αυτοκίνητο του και αφού ο κατηγορούμενος απάντησε θετικά, το άλλο άτομο, που ήταν ο παραπονούμενος, του είπε να κατέβει κάτω για να το δει, όπως και έγινε και τότε είδε τρεις άντρες, ο ένας εκ των οποίων είναι παραπονεμένος, ο οποίος του ανέφερε ότι έχει ένα cd που καταγράφει τον κατηγορούμενο να κλέβει πετρέλαιο και μπαταρίες από το θερμοκήπιο του πεθερού του και τότε άρχισε να φωνάζει και του ζήτησε να δει την μπαταρία του αυτοκινήτου του για να δει αν ήταν η δική του πεθερού του, όπως και έγινε. Όταν έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν η κλοπιμαία, έτρεξε προς το μέρος του και άρχισε να το χτυπά με τα χέρια του, τον έριξε στο έδαφος και άρχισε να τον κλωτσά και τότε ακόμα ένα άτομο άρχισε να τον κλωτσά και τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει δυνατά για βοήθεια και ήρθε ένα άτομο που κατονόμασε και τους τράβηξε από πάνω του. Μετά ο παραπονούμενος έτρεξε προς το αυτοκίνητο του, λέγοντας του ότι ΄΄θα τον παίξει΄΄ με το κυνηγετικό το όπλο και όταν προσπάθησε να βγάλει έξω το όπλο από το αυτοκίνητο του, τότε τον έπιασαν οι άλλοι δύο φίλοι του που ήταν μαζί του και τον έβαλαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Ακολούθως πήγε στην αστυνομία και αμέσως μετέβηκε στο νοσοκομείο, αφού του χορήγησαν σχετικό έντυπο εξετάσεως. Μπροστά στο όλο συμβάν ήταν και γιαγιά του η XXXXX, όπου τα είδε όλα. Στο τεκμήριο 2, δηλαδή στην ανακριτική του κατάθεση, αφού υιοθετεί την προηγούμενη του κατάθεση, αναφέρει ότι αφού τα άλλα δύο άτομα απομάκρυναν τον παραπονούμενο, αυτός κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του και πήρε ένα κυνηγετικό όπλο που ήταν στημένο, όμως δεν πρόλαβε να το βγάλει από το αυτοκίνητο, διότι εμποδίστηκε από τα άλλα δύο άτομα που ήταν μαζί του. Δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο, ούτε τον έσπρωξε, ούτε τον πήρε από το λαιμό, παρά μόνο προσπάθησε να προστατεύσει την εγχείρηση που είχε μπροστά στο στομάχι του. Προφορικά, επανέλαβε το περιεχόμενο της πρώτης του καταθέσεως και ανέφερε ότι προέτρεψε τον παραπονούμενο να πάνε στην αστυνομία για το παράπονο που είχε ο παραπονούμενος για την ισχυριζόμενη κλοπή από τα θερμοκήπια του πεθερού του παραπονούμενου. Τότε ο κατηγορούμενος δέχθηκε την επίθεση από τον παραπονούμενο, δηλαδή τον έσπρωξε και έπεσε κάτω στο έδαφος. Ο παραπονούμενος ήταν εξαγριωμένος, φώναζε συνεχώς και του καταλόγισε κατηγορίες κλοπής. Όταν ο κατηγορούμενος έπεσε κάτω στο έδαφος, ο παραπονούμενος τον χτυπούσε με τα χέρια και με τα πόδια και τον κρατούσε ακόμα ένα άτομο σε διάφορα μέρη του σώματος από το κεφάλι μέχρι τα πόδια και τότε ο κατηγορούμενος έβαλε τα χέρια του στην κοιλιά του, όπου έκανε πρόσφατα εγχείρηση για σμίκρυνση στομάχου για να προστατεύσει την κοιλιά του. Στις πρώτες βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού, ήταν δίπλα του παραπονούμενος και οι δικοί του άνθρωποι τον προσέγγισαν ΄΄για να του την χαρίσει΄΄ διότι είναι αστυνομικός και θα έχανε την δουλειά του. Έκανε λεπτομερή αναφορά στο συγχωριανό του που έφτασε στο μέρος και αναφέρθηκε στα άτομα που τους χωρίσανε, τραβώντας τον παραπονούμενο και το άλλο άτομο από πάνω του και περιέγραψε επίσης την φάση που ο παραπονούμενος κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του για να πάρει το κυνηγητικό του όπλο και που τον απείλησε, αλλά παρενέβησαν τα πιο ψύχραιμα άτομα και απομάκρυναν τον παραπονούμενων και αποφεύχθηκαν περαιτέρω άσχημες συνέπειες. Ανέφερε ότι δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο, ούτε τον έχει αρπάξει από το λαιμό και ούτε τον έχει αγγίξει και όταν ο κατηγορούμενος ήταν κάτω στο έδαφος ήταν ζαλισμένος. Τον μετέφερε στην αστυνομία η μητέρα του, όπου ανέφερε το συμβάν και του δόθηκε έντυπο για να επισκεφθεί τις πρώτες βοήθειες και δέχθηκε ιατρική περίθαλψη και νοσηλεύτηκε εκεί για 24 ώρες και η κατάθεση του λήφθηκε στο νοσοκομείο, μετά την απόλυση του από το νοσοκομείο, επισκέφτηκε ιδιωτη γιατρό για να επισπευστεί η ανάρρωση του. Στην αντεξέταση του, υπεραμύνθηκε της αλήθειας της εκδοχής του και παρέπεμψε στους γιατρούς που τον εξέτασαν στο νοσοκομείο ως προς τα τραύματα που υπέστη και την νοσηλεία που δέχθηκε, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που αφορούν επίθεση εκ μέρους του εναντίον του παραπονούμενου και πρόκληση σε αυτόν πραγματικής σωματικής βλάβης και γενικά για το πως έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ως η εκδοχή του παραπονούμενου και γενικά της κατηγορούσας αρχής, αντικρούοντας επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την αφισβήτηση της εκδοχής του κατηγορουμένου όπως την έχει παρουσιάσει. Τέλος, ανέφερε ότι η γιαγιά του είδε το περιστατικό από την αρχή μέχρι το τέλος, με την οποία διαμένει μαζί της και η οποία ήταν η επόμενη μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Ως Μ.Υ. 1, κατέθεσε η γιαγιά του κατηγορουμένου, δηλαδή η κυρία XXXXX Κώστα. Ανέφερε ότι διαμένει με τον κατηγορούμενο και υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη μέρα, αφού κατηγορούμενος δέχθηκε τηλέφωνο από ενδιαφερόμενο πρόσωπο για να αγοράσει το αυτοκίνητο του, άνοιξαν και οι δύο την πόρτα και τότε η μάρτυρας ακολούθησε τον κατηγορούμενο μέχρι την βεράντα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος και το άλλο άτομο φώναζαν έντονα και τότε το ένα άτομο έσπρωξε τον κατηγορούμενο και τον έριξε κάτω. Τότε άλλοι δύο άρχισαν να τον κλοτσούν και το ένα από αυτά τα άτομα, πήγε στο αυτοκίνητο και έπιασε το όπλο και άρχισε να φωνάζει ΄΄όπου πάεις εν να σε παίξω ρε πασιή΄΄ και τότε οι άλλοι δύο, που ήταν μαζί του, δεν τον άφησαν να βγάλει το όπλο από το αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος έπεσε κάτω στο πεζοδρόμιο και χτύπησε και πήγε στο νοσοκομείο μόνος του, όπου έμεινε για μία νύχτα εντός του νοσοκομείου. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης της, είπε ότι τρία άτομα χτύπησαν το κατηγορούμενο και του έσκισαν τη φανέλα. Στην αντεξέταση της, αναφέρθηκε στην μακροχρόνια συμβίωση της με τον κατηγορούμενο, και υπεραμύνθηκε τον καλό του χαρακτήρα, την συμμόρφωση του με την έννομη τάξη, της καλής της όρασης, επαναλαμβάνοντας την θέση της ότι τρία ήταν τα άτομα που επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και τον χτύπησαν και του έσκισαν την φανέλα του, αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ότι λέει ψέματα στο Δικαστήριο, ότι είναι ο κατηγορούμενος που χτύπησε το άλλο πρόσωπο και ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο λόγω της αγάπης που τρέφει προς το πρόσωπό του. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η δόκτωρ XXXXX Νεάρχου, η οποία είναι ιατρός στις πρώτες βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού και υιοθέτησε, επεξήγησε, ανέλυσε και αιτιολόγησε την ιατρική της έκθεση, δηλαδή το τεκμήριο 9, στην οποία καταγράφει τη διάγνωση της, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος φέρει κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ότι φέρει εκδορές στο πίσω μέρος του αυτιού αριστερά και εκδορά στο αριστερό γόνατο. Ο κατηγορούμενος παραπονείτο για άλγος στην αριστερή μεριά του προσώπου, στο αριστερό γόνατο και στην κοιλιά, τονίζοντας ότι δεν είναι ιατροδικαστής για να πει την αιτία πρόκλησης των τραυμάτων, παραπέμποντας ουσιαστικά στον ασθενή, δηλαδή στον κατηγορούμενο . Η ακτινογραφία και το υπερηχογράφημα κοιλίας δεν έδειξε παθολογικά ευρήματα, κλινικά όμως, παρουσίασε κάκωση κεφαλής και δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα εάν ο κατηγορούμενος νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο. Στην αντεξέταση της, αναφέρθηκε ότι θα μπορούσαν τα γδαρσίματα πίσω από το αυτί και το αριστερό γόνατο να προκληθούν από νύχια και επανέλαβε την θέση της ότι δεν είναι ιατροδικαστής για να αποδώσει ακριβή αίτια προκλήσεως των τραυμάτων, είχε ξεκαθαρίσει όμως, ότι από μία πτώση δεν θα μπορούσε να είχε τις εκδορές πίσω από το αυτί. Ανέφερε ότι εξαρτάται από την ένταση των κλωτσιών που δέχθηκε ο κατηγορούμενος στην κοιλιακή χώρα ως προς την σύνδεση της ήπιας ευαισθησίας κατά την ψηλάφηση στην κοιλιά, λέγοντας επίσης ότι δεν έχει επηρεαστεί η εγχείρηση και ότι δεν υπήρχε κάκωση εσωτερικών οργάνων του κατηγορουμένου. Ως Μ.Υ. 3 κατέθεσε η Δρ. XXXXX Χατζηκώστα, χειρούργος στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, η οποία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος νοσηλεύθηκε στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού από 28/12/2014 μέχρι 29/12/2014, καταθέτωντας ως τεκμήριο 10 το σχετικό έντυπο - ιστορικό επεισοδίων και ως τεκμήριο 11 το εξιτήριο του κατηγορουμένου, περιγράφοντας ταυτόχρονα τα εν λόγω τεκμήρια και επεξήγησε τις αναφορές που γίνονται από αυτά και την προέλευση τους, ήτοι από τα λεγόμενα του κατηγορουμένου αλλά και από τις κλινικές εξετάσεις, καθώς επίσης και την διάγνωση που έγινε. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε για νοσηλεία για προληπτικούς λόγους. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, σχετικό είναι το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς τους ιατρούς που προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα, έχοντας υπ΄ όψη ότι τα προσόντα τους και γενικά η ιδιότητα τους ως εμπειρογνώμονες, η αξιολόγηση τους θα γίνει και από αυτό το πέπλο. Ο εμπειρογνώμονας, επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: ΄΄Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.΄΄ Με γνώμονα, πυξίδα και οδοδείκτη λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που τέθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα. Ως προς το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το τεκμήριο, καθώς και ότι έχει λεχθεί γύρω από αυτό, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική, διότι παρέμεινε ως τεκμήριο προς αναγνώριση και δεν έχει αναγνωριστεί για να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο και να αντεξεταστεί το άτομο που έχει προβεί στην εν λόγω κατάθεση. Ο Μ.Κ. 1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να πει την αλήθεια και να εξιστορίσει όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης εκ μέρους του μάρτυρα για οποιονδήποτε και τα οποιαδήποτε κενά μνήμης που είχε ο μάρτυρας, κρίνονται από το Δικαστήριο ότι είναι είσσονος σημασίας για δευτερεύοντα θέματα που δεν είναι αποφασιστικής σημασίας και ούτε κλονίζουν την αξιοπιστία του και εν πάση περιπτώση, είναι απόλυτα φυσιολογικό με την πάροδο του χρόνου να μην θυμάται κάποιος λεπτομέρειες. Αποδέχεται το Δικαστήριο την αναφορά του ότι έχει αντιληφθεί την εγχείριση που είχε υποβληθεί ο κατηγορούμενος πριν το επίδικο περιστατικό και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος σε πρόσφατο χρονικό σημείο που προηγήθηκε του επίδικου επεισοδίου, είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στην περιοχή της κοιλιάς. Ούτως ή άλλως, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ότι είχε υποβληθεί στην εν λόγω εγχείριση. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, ήτοι του παραπονούμενου, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης όταν έδινε την δια ζώσσης μαρτυρία του, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας του, ως ένας εκ των δύο πρωταγωνιστών του επίδικου περιστατικού. Ο μάρτυρας δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν διάχυτη η προσπάθεια του να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα και να την προσαρμόσει στην δική του εκδοχή που ήθελε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να είναι η εικόνα του θύματος για το πρόσωπο του και του δράστη για τον κατηγορούμενο. Η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του είχε το σημείο της αμηχανίας, του σκεπτικισμού, αλλά και της εμπάθειας προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και οι πιο πάνω εκφάνσεις της συμπεριφοράς του είχαν τις εναλλαγές και τις διακυμάνσεις τους σε όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του. Η εκδοχή του παρουσίασε και που είχε ως επίκεντρο το πως εκτυλίχθηκε το περιστατικό, παρουσιάζει αντιφάσεις και στοιχεία που δεν έπεισαν το Δικαστήριο για το λογικό και το αληθές της εκδοχής του. Συγκεκριμένα, στην κατάθεση του δεν αναφέρει ότι από την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο έχει κουτσουφλήσει σε πεζοδρόμιο με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, ενώ πρώτη φορά το ανέφερε στην ακροαματική διαδικασία και αυτή η επίπροσθετη αναφορά, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι είσσονος σημασία λεπτομέρεια, αλλά μια προσπάθεια του μάρτυρα να εμπλουτίσει υστερόβουλα την εκδοχή του με νέα στοιχεία και λεπτομέρειες. Ούτε έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι ο συγκεκριμένος παραπονούμενος με την συγκεκριμένη σωματική διάπλαση, που υστερεί πασίδηλα από την σωματική διάπλαση του κατηγορουμένου, που ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι οι σωματικές διαπλάσεις ήταν οι ίδιες κατά το επίδικο περιστατικό, κατάφερε με μόνο το πιάσιμο της φανέλας του κατηγορουμένου για να μην πέσει ο παραπονούμενος στο έδαφος με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να πέσει από πάνω του και το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αναφορά του παραπονουμένου εμπίπτει στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του και ότι ήταν αυτός το θύμα της επίθεσης και ο κατηγορούμενος ο δράστης. Η όλη συμπεριφορά και κίνητρα του παραπονουμένου, ήταν ευθύς εξ΄ αρχής υποκινούμενα από το ψεύδος και την εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων από αυτών της Δικαιοσύνης. Αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο μάρτυρας, αν και αστυνομικός, αντί να συμβουλέυσει τον πεθερό του να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία, πήρε την άστοχη πρωτοβουλία και προσπάθησε να υποκινήσει τον κατηγορούμενο με τέχνασμα να προβεί σε παραδοχή για κλοπή αντικειμένων που δεν έχει καν καταγγελθεί ο κατηγορούμενος, προτάσσοντας του ένα cd, λέγοντας του ψευδώς ότι σε αυτό καταγράφεται ο κατηγορούμενος να προβαίνει σε κλοπές, ενώ αυτό δεν ήταν αληθές, ως ο ίδιος ο παραπονούμενος παραδέχθηκε. Αυτό το μύασμα ψεύδους, μολύνει όλη του συμπεριφορά, αλλά και μαρτυρία του παραπονουμένου, που το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί στην μαρτυρία του και να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Η τάση υπερβολής του μάρτυρα έγκειται και στην αναφορά του ότι την επίδικη ημέρα, ήτοι μια χειμονιάτικη μέρα και πιο συγκεκριμένα 28 Δεκεμβρίου, είχε όχι μόνο ζέστη, αλλά αυτή ήταν και αφόρητη, θέση που κρίνεται από το Δικαστήριο ως άστοχη και εμπίπτει στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τις ενέργειες του και που αφήνουν αμφιβολίες και σκιές για το πότε και κυρίως το πως προκλήθηκαν τα τραύματα που εντόπισε ο Μ.Κ. 4, διότι το λογικό θα ήταν να ζητούσε βοήθεια από κάποιον να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο και να τακτοποιήσει τα σκυλιά του και όχι να οδηγεί για να πάρει τα σκυλιά του και να μεταβαίνει στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής μετά από τηλεφώνημα μάλιστα και μετά να μεταβαίνει στο νοσοκομείο. Ακόμα ένα στοιχείο υπερβολής του μάρτυρα, αποτελεί και η αναφορά του ότι για το επίδικο περιστατικό, την επόμενη μέρα του συμβάντος επισκέφθηκε ξανά το νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για νοσηλεία για μια μέρα, ενώ τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί και ούτε επιβεβαιωθεί από τον Μ.Κ. 4, ο οποίος και εξέτασε τον παραπονούμενο και που ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν έχει νοσηλευθεί. Ως προς τα τραύματα του, επίσης ο παραπονούμενος είχε μια τάση υπερβολής. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είχε εκδορές στον λαιμό, ενώ ο Μ.Κ. 4 και το ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά τον παραπονούμενο δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Ως προς τα τραύματα του, είχε επίσης και το στοιχείο της ασάφειας, αλλά και της προσπάθειας αποπροσανατολισμού, διότι σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του και πιο συγκεκριμένα στην σελίδα 3 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 3/11/2017, δεν ήταν καν σε θέση να προσδιορίσει εάν τα τραύματα του προήλθαν από την πτώση ή από τα κτυπήματα. Ούτε ο τρόπος που παρουσιάσε την ισχυριζόμενη επίθεση εις βάρος του από τον κατηγορούμενο έπεισε, παρουσιάζοντας μια αντιφατική και καθόλου λογική περιγραφή του επίδικου συμβάντος. Συγκεκριμένα, για πρώτη φορά κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε, διότι αρχικά ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τον λαιμό, αναφέροντας μάλιστα στις σελίδες 20 και 21 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 3/11/2017, ότι ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος τον κρατούσε από τον λαιμό και τον έσπρωχνε, προσπαθώντας σε κατοπινό στάδιο, προφανώς αντιλαμβανόμενος το παράλογο της εκδοχής του, να εξωραϊσει την εκδοχή του, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος τον κρατούσε από τον λαιμό και τον έσπρωχνε για να πέσει κάτω και αυτή του η προσπάθεια του μάρτυρα έπεσε στο κενό, διότι είναι διαφορετικό το σπρώξιμο και οι ενέργειες που γίνονται με τα χέρια με το σπρώξιμο κια διαφορετικό είναι το πιάσιμο από τον λαιμό και οι ενέργειες που γίνονται με τα χέρια προς αυτήν την κατεύθυνση. Η προσπάθεια του να συνδέσει ταυτόχρονα και τις δύο αυτές ενέργειες δεν έπεισαν το Δικαστήριο, διότι ο παραπονούμενος στην δεύτερη σελίδα της κατάθεσης του στην 18η και 19η γραμμή, ανέφερε ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε σπρώχνοντας τον και πιάνοντας τον από τον λαιμό, ήτοι χρησιμοποίησε δύο διαφορετικούς τρόπους επίθεσης και όχι έναν. Σίγουρα θα ήταν αναμενόμενο και λογικό, εάν πράγματι ο κατηγορούμενος έπιανε τον παραπονούμενο από τον λαιμό, ο παραπονούμενος θα είχε ως πρώτο του μέλημα να απομακρύνει με τα χέρια του τα χέρια του κατηγορούμενου από τον λαιμό του, διαφυλάσσοντας ουσιαστικά την ζωή του και όχι να πιάνει την φανέλα του κατηγορουμένου για να μην πέσει στο έδαφος. Για τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως αναληθή και αναξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 3 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι και αυτός ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να πει την αλήθεια και να παραθέσει εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ομολογουμένως ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να θυμάται αρκετά πράγματα, αλλά αυτό δεν επηρεάζει την όλη αξιόπιστη εικόνα και μαρτυρία του, διότι λόγω της παρόδου αρκετού χρονικού διαστήματος, είναι λογικό ο μάρτυρας στην προκειμένη περίπτωση να μην θυμόταν λεπτομέρειες. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς τον Μ.Κ. 4, αυτός ως εμπειρογνώμονας που είναι, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί,η μαρτυρία και η αξιοπιστία του θα κριθεί με βάση και τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που έχουν εκτεθεί και που αφορούν τους εμπειρογνώμονες. Ο μάρτυρας αυτός άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να πει την αλήθεια και τα όσα έχει εντοπίσει ως ιατρός, μέσα από την κλινική εξέταση που είχε κάνει στον παραπονούμενο, διαχωρίζοντας ταυτόχρονα τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του από τα λεγόμενα του παραπονούμενου. Ο μάρτυρας υπήρξε αντικειμενικός και δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του, όπως π.χ. με τις αναφορές και τις παραπομπές του στην ιατροδικαστική ως προς την προέλευση των τραυμάτων από απόψεως χρόνου και τρόπου πρόκλησης των τραυμάτων. Μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, προέκυψαν κάποια θέματα που εντείνουν τις αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς την προέλευση των τραυμάτων του παραπονούμενου, την έκταση τους και τον χρόνο πρόκλησης τους. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι ο παραπονούμενος αυτός δεν έφερε εκδορές στον λαιμό, ενώ ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε. Επιπρόσθετα, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τον λαιμό και τον έσφιξε, ενώ ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ρητά και ξεκάθαρα ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε ο παραπονούμενος θα είχε σημάδια και στις δύο πλευρές του λαιμού του ενώ στην πραγματικότητα είχε μόνο στην μια πλευρά, όπως φαίνεται στην σελίδα 9 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 5/12/
- Περαιτέρω αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί και με τα τραύματα που παρουσίαζε ο παραπονούμενος κάτω αριστερά θωρακοοσφυικά, διότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι θα μπορούσαν να δημιουργηθούν και με τα νύχια, διότι στο μέρος εκείνο του σώματος ο παραπονούμενος σίγουρα φορούσε ρούχα και είναι απορίας άξιο πως θα μπορούσαν να διαπεράσουν τα νύχια του κατηγορούμενου το ρούχο του παραπονουμένου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την εκδοχή του παραπονούμενου και εν πάση περιπτώση, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε και ότι τον έχει πιάσει από τον λαιμό και όχι ότι τον έγδαρε σε εκείνο το μέρος του σώματος και ως προς την αναφορά του παραπονούμενου ότι δεν θυμόταν εάν τα τραύματα προήλθαν από κτυπήματα ή πτώση, επιβεβαιώνουν απλά το αστεθές υπόβαθρο της εκδοχής του παραπονουμένου. Ως πιο πάνω ήδη αναφέρθηκε, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι νοσηλεύθηκε για μια μέρα στο νοσοκομείο, ενώ ο Μ.Κ. 4 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, ήτοι το απέκλεισε. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέκλεισε την μαρτυρία του παραπονουμένου ως αναξιόπιστη, δεν υπάρχει στέρεο υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς την αιτία και τον χρόνο πρόκλησης των τραυμάτων του παραπονουμένου, ως τα έχει περιγράψει ο Μ.Κ.
- Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ως πιθανές αιτίες πρόκλησης των τραυμάτων του παραπονουμένου την πτώση ή το κτύπημα ή την πίεση ή συνδυασμός αυτών, που θα μπορούσαν να ευθυγραμμιστούν με την εκδοχή του παραπονούμενου, όμως από την στιγμή που η εκδοχή του παραπονουμένου έχει αποκλιστεί ως αναξιόπιστη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το Δικαστήριο αποδέχεται τον πυρήνα της εκδοχής του κατηγορουμένου, όχι όμως όλη την μαρτυρία του, δεν θα μπορούσαν αυτές οι αναφορές του μάρτυρα να επιβεβαιώσουν ή να ενδυναμώσουν την εκδοχή του παραπονούμενου. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινίσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος άφησε γενικά καλή εντύπωση. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει και αυτόν με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του, ως ένας εκ των δύο πρωταγωνιστών του επίδικου περιστατικού. Ο κατηγορούμενος είχε την δική του ιδιοσυγκρασία και χαρακτήρα όπως τα έχει εντοπίσει το Δικαστήριο και ο τρόπος που έδινε την μαρτυρία του, είχε την δική του απλότητα και εν μέρη τραχύτητα, που δεν κλονίζει η τραχύτητα αυτή την αξιοπιστία του. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο κατηγορούμενος σε όλη την διάρκεια του επίδικου περιστατικού κρατούσε μια στάση υπεύθυνη και αμυνόμενου και αυτό προκύπτει από τα εξής στοιχεία. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος είχε πρόσφατα εγχειριστεί στην περιοχή της κοιλιάς και αυτό το στοιχείο δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά απεναντίας επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.
- Θα ήταν παράλογο ένας πρόσφατα εγχειρισμένος άνθρωπος να προβαίνει σε επίθεση, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο να υπάρξει η οποιαδήποτε επιπλοκή ή ακόμα και να τραυματιστεί σε εκείνο το μέρος του σώματος του από το άτομο που του επιτίθεται. Συνεπώς, αλλά και επιπρόσθετα, το Δικαστήριο αποδέχεται ως απόλυτα λογική και πειστική την αναφορά του κατηγορουμένου ότι προσπαθούσε να προστατέψει την εγχείριση του από τα κτυπήματα που δεχόταν και αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η Μ.Υ. 2, η μαρτυρία της οποίας γίνεται αποδεκτή πιο κάτω για τους λόγους που επεξηγούνται, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έφερε υποδόριο αιμάτωμα στην περιοχή της κοιλιάς και ήταν νωπό. Ο παραπονούμενος είναι αυτός που επισκέφθηκε απροειδοποίητα τον κατηγορούμενο και με τέχνασμα προσπαθούσε να αποσπάσει παραδοχή του κατηγορουμένου για ισχυριζόμενη κλοπή, ήτοι με την υπόδειξη του cd και την ψευδή αναφορά ότι δείχνει τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε κλοπή, για την οποία κλοπή δεν είχε καν υποβληθεί επίσημη καταγγελία δια της νομίμου οδού από το θύμα της κλοπής, ήτοι από τον πεθερό του παραπονούμενου, αναλαμβάνοντας έτσι ο παραπονούμενος, άτυπα και παράτυπα, ρόλο ανακριτή και εκδικητή και συνεπώς είναι ο κατηγορούμενος που βρέθηκε σε κατάσταση να υπεραμύνεται το πρόσωπο του. Ο κατηγορούμενος κράτησε υπεύθυνη, λογική και πειστική στάση, που δεν έδειχνε άτομο να είχε να φοβηθεί κάτι, από την στιγμή που άνοιξε το καπώ του αυτοκινήτου και διαπιστώθηκε ότι δεν είχε οτιδήποτε το κλοπιμαίο και επιπρόσθετα, προθυμοποιήθηκε και παρότρυνε τον παραπονούμενο να μεταβούν στην αστυνομία για το ζήτημα της κλοπής. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορουμένου, ήτοι ότι δέχθηκε επίθεση από τον παραπονούμενο, όχι όμως σε όλη την έκταση. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή του ότι κτυπήθηκε και από άλλο άτομο, δηλαδή σύνολο δύο άτομα, διότι επί αυτού του θέματος δεν υπήρχε μια σταθερή εκδοχή από πλευράς υπεράσπισης, διότι η Μ.Υ. 1, η οποία μαρτύρησε ως αυτόπτης μάρτυρας, προσδιόρισε τον αριθμό των ατόμων σε τρεις. Αποδέχεται όμως το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε μεν επίθεση, αλλά μόνο από τον κατηγοορούμενο. Η αναφορά που υπάρχει στο τεκμήριο 11 που παρουσίασε η ίδια η πλευρά της υπεράσπισης και πιο συγκεκριμένα η αναφορά ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίθεση με σιδερένιο αντικείμενο, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι ούτε ο κατηγορούμενος προώθησε αυτήν την θέση και ούτε υποβολή τέτοιας θέσης έγινε. Ως προς την έκταση των τραυμάτων του, το Δικαστήριο με βάση της αξιολόγηση της Μ.Υ. 2, η οποία γίνεται αποδεκτή ως πιο κάτω αναφέρεται, αποσαφηνίζει τα πραγματικά τραύματα που υπέστη ο κατηγορούμενος και συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος κτυπήθηκε στην περιοχή της κοιλιάς και της κεφαλής, όχι όμως σε άλλα μέρη του σώματος, ως ο κατηγορούμενος ανέφερε, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Υ.
- Το Δικαστήριο έχει πειστεί μέσα από την αναφορά και περιγραφή του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος έχει απειλήσει τον κατηγορούμενο ότι ΄΄θα τον παίξει΄΄ με το κυνηγετικό του όπλο και ότι πιο ψύχραιμοι παρευρισκόμενοι, φίλοι του παραπονουμένου, τον απέτρεψαν και τον απομάκρυναν από την στιγμή, χωρίς να υπάρχει περαιτέρω δυσάρεστη συνέχεια. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, διευκρινήσεις και περιορισμούς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Υ. 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι εγγονός της, λόγω της φυσικής αγάπης που τρέφει στο πρόσωπο του και της μακρόχρονης συμβίωσης μαζί του και ουσιαστικά εξάρτησης που έχει από τον ίδιο. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μάρτυρας ούτε αυτόπτης ήταν, ούτε αυτήκοος και αυτό προκύπτει από τα εξής επιπρόσθετα στοιχεία. Συγκεκριμένα, μάρτυρας προσδιόρισε τον αριθμό που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο σε τρεις, ενώ ο κατηγορούμενος τους προσδιόρισε σε δύο και το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίθεση μόνο από τον παραπονούμενο. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πήγε μόνος του στο νοσοκομείο, ενώ ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τον έχει μεταφέρει η μητέρα του. Η μάρτυρας ανέφερε ότι σκίστηκε η φανέλα του κατηγορουμένου, ενώ ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία της Μ.Υ. 1 ως αναληθή και αναξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Υ. 2, τα προσόντα της οποίας είναι παραδεκτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτή η μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας, ήταν εξοπλισμένη με τα εχέγγυα της αντικειμενικότητας και φιλαλήθειας και βοήθησε το Δικαστήριο το έργο του να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Κατ΄ αρχήν, η αβεβαιότητα της μάρτυρος κατά πόσο ο κατηγορούμενος νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο, δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο, διότι για αυτό το ζήτημα υπήρξε ξεκάθαρη αναφορά της Μ.Υ. 3 που αποκρυστάλλωσε αυτό το ζήτημα, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε για νοσηλεία στο νοσοκομείο για μια μέρα. Μέσα από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, ξεκαθάρισε ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε κτυπήματα την περιοχή της κοιλιάς και ότι έφερε κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου και επιβεβαιώνει την εκδοχή του κατηγορουμένου ότι δέχθηκε κτυπήματα στην κοιλιά και ότι προσπάθησε να προστατέψει την κοιλιά του και ειδικότερα την πρόσφατη εγχείριση του και αυτό επιβεβαιώνεται από την αναφορά της μάρτυρος ότι η ήπια ευαισθησία στην περιοχή της κοιλίας δεν δικαιολογείται από το γεγονός της πρόσφατης εγχείρισης εάν δεν υπήρχε κάκωση και συνεπώς επιβεβαιώνεται η εκδοχή του κατηγορουμένου ότι κτυπήθηκε στην περιοχή της κοιλιάς από τον παραπονούμενο. Κατά την μάρτυρα, δεν έχουν επηρεαστεί εσωτερικά όργανα του κατηγορουμένου και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως γεγονός και κατ΄ επέκταση εύρημα και συμπέρασμα. Η δε αναφορά της ότι εξαρτάται και από την ένταση των κλωτσιών, καταδεικνύει μια υπεύθυνη και αντικειμενική στάση που δεν συνοδευόταν από υπερβολές, μη διστάζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις να παραπέμψει στην ιατροδικαστική για θέματα που δεν γνώριζε. Ως προς την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, αυτό αποτελεί εύρημα δικό της μέσα από την κλινική εξέταση και δεν αρκέστηκε στα λεγόμενα του κατηγορουμένου. Ως προς τις εκδορές που παρουσίαζε πίσω από το αυτί του ο κατηγορούμενος, η μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι δεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν από μια πτώση και αυτό αποτελεί ένα ρίγμα αμφιβολίας ως προς το πως και πότε προήλθαν αυτές οι εκδορές, χωρίς να κλονίζουν όμως την αξιοπιστία του κατηγορουμένου, διότι το Δικαστήριο έχει πειστεί με βάση και την πιο πάνω αξιολόγηση ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε επίθεση από τον παραπονούμενο και τον κτύπησε στην κοιλιά και στο κεφάλι. Δεν αποδέχεται όμως την εκδοχή του κατηγορουμένου ότι έχει κτυπηθεί στα χέρια και στα πόδια και γενικά στο υπόλοιπο του σώμα, διότι η Μ.Υ. 2, η μαρτυρία της οποίας κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη, ανέφερε ότι εάν εντόπιζε κτυπήματα σε άλλα μέρη του σώματος θα τα ανέγραφε στο ιατρικό πιστοποιητικό και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως λογικό και αξιόπιστο και συνεπώς από την στιγμή που δεν αναγράφονται άλλα τραύματα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή του κατηγορουμένου ότι έχει τραυματιστεί σε αυτά τα μέρη του σώματος του. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Υ. 3, τα προσόντα της οποίας είναι επίσης παραδεκτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτή η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια, στην έκταση που γνώριζε και ενέπιπτε στην δική της σφαίρα γνώσης και καθηκόντων. Επεξήγησε λεπτομερώς και με σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε για νοσηλεία στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού από τις 28/12/2014, ήτοι την ημέρα του επίδικου περιστατικού, μέχρι και την επόμενη μέρα για προληπτικούς λόγους και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ως προς την αναφορά που υπάρχει στο τεκμήριο 11 και που προέρχεται από τον κατηγορούμενο περί επίθεσης με σιδερένιο αντικείμενο, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Ένδειξη αντικειμενικότητας και φιλαλήθειας της μάρτυρος ήταν και η παραπομπή εκ μέρους της στην γνωμάτευση του ακτινολόγου. Μέσα όμως από την μαρτυρία της, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος παρουσίαζε υποδόριο αιμάτωμα, το οποίο προέρχεται είτε από πρόσφατη επέμβαση ή από κτύπημα και ότι αυτό ήταν νωπό. Ουσιαστικά επιβεβαιώνεται η εκδοχή του κατηγορουμένου, έχοντας υπ΄ όψη ότι η Μ.Υ. 2 ανέφερε ότι η ήπια ευαισθησία στην κοιλιά κατά την ψηλάφιση δικαιολογείται εάν υπήρχε κάκωση και συνεπώς αποτελεί αποτελεί επιπρόσθετο εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι από τα κτυπήματα που δέχθηκε ο κατηγορούμενος από τον παραπονούμενο στην περιοχή της κοιλιάς όπου είχε πρόσφατα εγχειριστεί ο κατηγορούμενος, δημιουργήθηκε υποδόριο αιμάτωμα. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αληθή και αξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, κεντρικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, είναι ότι ο παραπονούμενος ήταν αυτός που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο και όχι ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αμυνθεί και να προστατεύσει την περιοχή της κοιλιάς του, όπου είχε πρόσφατα χειρουργηθεί και από την επίθεση αυτή ο κατηγορούμενος παρουσίασε στην περιοχή της κοιλιάς ήπια ευαισθησία κατά την ψηλάφιση και υποδόριο αιμάτωμα, χωρίς να επηρεαστούν τα εσωτερικά του όργανα, καθώς επίσης υπέστη κρανιοεγκεφάλικη κάκωση και παρέμεινε για προληπτικούς λόγους για μια μέρα στο νοσοκομείο Λεμεσού και του δόθηκαν ήπια παυσίπονα, ήτοι παρακεταμόλη. Ως προς τα τραύματα του παραπονουμένου, δεν υπάρχει στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο και αξιόπιστη αναφορά για το πως και πότε προκλήθηκαν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο