← Κύπρος

Delincyp Company Limited ν. Wolgang κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5789/17, 31/5/2018

Delincyp Company Limited ν. Wolgang κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5789/17, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5789/17 Μεταξύ: Delincyp Company Limited, εκ Λεμεσού Παραπονούμενη v.

  1. XXXXX Wolgang, εκ 22 XXXXX, wien
  2. XXXXX Παπαργυρού, εκ Λεμεσού
  3. XXXXX Δημητρίου, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη : κος Λ. Λουκαΐδης. Για τον Κατηγορούμενο : κος Α. Δημητρίου με κο Κτωρίδη. (Θ. 186) Κατηγορούμενες 2 και 3 παρούσες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου αποσύρθηκε στις 2.2.18 και αυτός απαλλάγηκε στην κατηγορία που αντιμετώπιζε. Οι κατηγορούμενες 2 και 3 (στο εξής οι κατηγορούμενες) διώκονται δυνάμει του άρθρου 301(β) του Ποινικού Κώδικα. Οι λεπτομέρειες αδικήματος έχουν ως εξής: «Την 15η Νοεμβρίου 2007 στην Λεμεσό οι κατηγορούμενοι ως μόνοι διευθυντές της εταιρείας First Ukrainian Development Limited εκ Λεμεσού, αποφάσισαν και προέβησαν με σκοπό καταδολίευσης του πιστωτή της εταιρείας Delincyp Limited εκ Λεμεσού για το ποσό των τουλάχιστον 4.950.542 αμερικάνικων δολαρίων, στην παράδοση ή μεταβίβαση όλης της περιουσίας της εταιρείας First Ukrainian Development Limited για να αποφύγουν την πληρωμή του εν λόγω χρέους.» Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ 1056, Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Πέραν των πιο πάνω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας επιτελέστηκε εν σχέση με τα ουσιώδη επίδικα θέματα και ιδιαίτερα εκείνα που είναι υπό αμφισβήτηση (βλ. R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1Β AAΔ 1074, SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A197, Πολιτική Έφεση Αρ. 89/2011, 13/4/2016). Προς απόδειξη της υπόθεσης της η παραπονούμενη παρουσίασε ως μάρτυρα τον δικηγόρο της παραπονούμενης, Doron Neumann ο οποίος ανέφερε ότι έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων της υπόθεσης λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρος της παραπονούμενης και των μετόχων της σε πολλές υποθέσεις περιλαμβανομένης και της παρούσας. Κατά την κυρίως εξέταση του κατατέθηκαν τα Τεκμήρια Α έως Ε προς αναγνώριση και κατά την αντεξέταση του το Τεκμήριο
  1. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι μεταξύ της παραπονούμενης και της Κυπριακής εταιρείας Romina, η οποία μετονομάστηκε σε First Ukrainian Development Ltd (στο εξής FUD), έγινε ένα συμβόλαιο περί τον Ιούλιο 2004 (Τεκμήριο Α προς αναγνώριση), το οποίο αφορούσε την παροχή υπηρεσιών σχεδιασμού και διαχείρισης ενός έργου όπου η παραπονούμενη παρείχε τις υπηρεσίες της στην FUD. Όταν τελείωσε μέρος του σχεδιασμού, η παραπονούμενη έδωσε λογαριασμό σύμφωνα με το συμβόλαιο στην κατηγορουμένη (Τεκμήριο Β προς αναγνώριση) εν σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχε η παραπονούμενη στην FUD. Σύμφωνα με τον λογαριασμό το ποσό είναι 6.175.645 δολλάρια, όπως φαίνεται στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου Β. Ο λογαριασμός αυτός δεν πληρώθηκε, εκτός του ποσού 140.000 δολαρίων, ποσό το οποίο πληρώθηκε τον μήνα Ιούλιο του
  2. Δεδομένου του ότι ο λογαριασμός δεν εξοφλήθηκε και έμεινε οφειλή, άρχισε ανταλλαγή αλληλογραφίας. Η αλληλογραφία αυτή δεν βοήθησε και η οφειλή δεν εξοφλήθηκε μέχρι σήμερα, γι' αυτό λήφθηκαν διάφορα νομικά δικαστικά μέτρα. Καταχωρήθηκε επίσης αίτηση για διάλυση της FUD, στα πλαίσια της οποίας κατατέθηκαν εκ μέρους της FUD, δύο οικονομικές καταστάσεις. Η μία για τις 30/06/2007 και η δεύτερη στις 31/12/2007 (Τεκμήρια Δ και Ε προς αναγνώριση). Οι κατηγορούμενες 2 και 3 ήταν διευθύντριες της FUD. Αποτέλεσμα της αίτησης διάλυσης ήταν η έκδοση διατάγματος διάλυσης της FUD (Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση). Κατά τον μάρτυρα όταν λήφθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις και μελετήθηκαν διαπίστωσαν ότι στις 15 Νοεμβρίου 2007, όπως καταγράφεται μέσα στις οικονομικές καταστάσεις, ημερομηνία κατά την οποία η σχέση ανάμεσα στις δύο πλευρές ήταν ξεκάθαρη, λήφθηκε απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο της FUD, «να απολύσουν» όλα τα περιουσιακά στοιχεία της FUD σε άλλη κυπριακή εταιρεία αδελφική της FUD, όπου και οι δυο ανήκουν κατά 100% σε μίαν αυστριακή εταιρεία που ονομάζεται Petro Chemicals Ltd. Κατά το μάρτυρα η πώληση όλων των περιουσιακών στοιχείων έγινε έναντι ενός τεράστιου τιμήματος πάνω από 600 εκατομμύρια ευρώ. Την ίδια ακριβώς μέρα αποφασίστηκε στην FUD να κατανεμηθεί όλο αυτό το ποσό σαν μέρισμα στη μοναδική μέτοχο της εταιρείας, την Petro Chemicals, η οποία είναι αυστριακή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, και καταγράφω αυτολεξή τη θέση του: «Πρέπει να είναι κατανοητό ακόμα και αν η κίνηση για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων ήταν αληθινή και δεν ήταν αληθινή, ακόμα δεν υπήρχε ανάγκη να μοιράσουμε όλα τα χρήματα σαν μερίσματα, αλλά να αφήσουμε το απαιτούμενο ποσό για την εξόφληση της οφειλής. Μπορώ να προσθέσω σ' αυτό μίαν ακόμα απόδειξη. Η ίδια εταιρεία, η Petro Chemicals, ισχυρίζεται ότι υπάρχουν οφειλές της FUD προς αυτήν, οι οποίες και αυτές δεν εξοφλήθηκαν, δήθεν δεν εξοφλήθηκαν, λόγω των ποσών αυτών και αυτό με συγκεκριμένη προσπάθεια να αποτρέψουν τη δυνατότητα της παραπονούμενης να εισπράξει την οφειλή της και να εξοφληθεί.» Ανέφερε περαιτέρω ότι όπως φαίνεται στην απόφαση στην αίτηση διάλυσης (Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση), αυτή αφορούσε τον λογαριασμό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση. Η απόφαση, πρόσθεσε, για τη διάλυση της εταιρείας δεν εφεσιβλήθηκε. Όπως διεφάνηκε από την αντεξέταση του μάρτυρα, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι η παραπονούμενη επέδωσε στην FUD γραπτή απαίτηση, η οποία κατά την υπεράσπιση επιδόθηκε στις 30.11.
  3. Διεφάνηκε επίσης από την αντεξέταση του μάρτυρα ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι η FUD στις 15.11.2007 αποφάσισε να δοθεί μέρισμα. Θέση όμως της υπεράσπισης αποτέλεσε ότι η απόφαση αυτή λήφθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων της FUD και όχι από τις κατηγορούμενες. Τέθηκε στον μάρτυρα η θέση ότι οι κατηγορούμενες στις 15.11.07 δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της απαίτησης της παραπονούμενης. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε η εξής και καταγράφω αυτούσιο το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του για το ζήτημα αυτό: «A. Εγώ δεν γνωρίζω τι πράγματι γνωρίζατε σε οποιανδήποτε στιγμή. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι διευθυντής σύμβουλος στην εταιρεία δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζαν. Είναι η ιδιότητα του να γνωρίζει. E. Καλά κύριε, στις 15 του Νοέμβρη του 2007, άσχετο τι νομίζεις, πώς μπορούσαν να γνωρίζουν; Να μας πείτε. A. Είναι υποχρέωση κάθε μέλους του διοικητικού συμβουλίου να γνωρίζει τι συμβαίνει στην εταιρεία την οποία διευθύνει και δεν είναι δυνατό από τη μια μεριά να είναι σύμβουλος στην εταιρεία, διευθυντής της εταιρείας και από την άλλη απλά να κοιτάει στον ουρανό και να λέει "δεν ήξερα". E. Κύριε Newman, σας θυμίζω αν μη τι άλλο, ότι η πρώτη επιστολή σας απαίτησης προς την FUD, ετοιμάστηκε 19 Νοεμβρίου του 2007 και επιδόθηκε 30 Νοεμβρίου του
  4. A. Δεν είναι σωστό. Η ανταλλαγή της αλληλογραφίας σε ό, τι αφορά την αφορά την οφειλή ξεκίνησε τον Μάρτιο ή Απρίλιο του 2007 και ήταν μια σειρά επιστολών. Σύμφωνα με αυτές τις οικονομικές καταστάσεις, το έργο για το οποίο μιλάμε, ήταν το κεντρικό και το βασικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας. Να έρθει κάνεις να ισχυριστεί ότι οι διευθύντριες της εταιρείας, οι σύμβουλοι της εταιρείας δεν γνώριζαν ότι υπάρχουν διαφορές με τον κύριο εκτελεστή του βασικού περιουσιακού έργου της εταιρείας, αν μη τι άλλο είναι πολύ αγαθό. Ακούγεται πολύ αγαθό.» Τέθηκε η θέση στον μάρτυρα ότι η FUD δεν είναι πιστωτής της παραπονούμενης και ότι η απαίτηση της παραπονούμενης αμφισβητείται. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι στα πλαίσια της διάλυσης, αποφασίστηκε ότι η FUD οφείλει χρήματα στην Delincyp και η απόφαση είναι τελική, διότι δεν κατατέθηκε έφεση. Ερωτηθείς κατά πόσο η FUD στις 15 του Νοέμβρη του 2007 μεταβίβασε όλη της την περιουσία για να αποφύγουν το χρέος, όπως ισχυρίζεται η παραπονούμενη ανέφερε ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία, μετοχές και θυγατρικές εταιρείες, οι οποίες ήταν στα χέρια τους, μεταβιβάστηκαν και ότι απέμεινε δεν καλύπτει τις οφειλές. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που γνωρίζει ο ίδιος του ότι απέμεινε σύμφωνα με έκθεση του εκκαθαριστή είναι κατάθεση €20.000.- Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 η απόφαση στην υπόθεση DELINCYP COMPANY LIMITED ν. ZRONEK WOLFGANG κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A121, Πολιτική Έφεση Αρ. 206/2011, 4/4/
  5. Τέθηκε η θέση στον μάρτυρα ότι με την πιο πάνω απόφαση η θέση της Delincyp ότι αποξενώθηκε όλη η περιουσία, κρίθηκε ως αναληθής και παραπλανητική και όπως ο ίδιος ο μάρτυρας γνωρίζει η εταιρεία FUD έχει 6 θυγατρικές εταιρείες και έχει να εισπράττει και μεγάλα ποσά. Ο μάρτυρας επέμενε στην αρχική του θέση και ακολούθως ανέφερε ότι όπως γνωρίζουν σήμερα δεν μεταβιβάστηκαν χρήματα, αλλά ήταν θέματα εγγράφων. Τέθηκε τέλος στον μάρτυρα η θέση ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 10.5 χρόνια μετά την αρχική απαίτηση είναι για να ασκηθεί πίεση στην FUD να συμβιβάσει την υπόθεση και αυτό αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι η διαδικασία αυτή κατατέθηκε σύμφωνα με νομικές συμβουλές και ότι πράγματι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με κάθε δυνατό νομικό τρόπο, ο οποίος βρίσκεται στη διάθεση τους, για να φτάσουν στο αποτέλεσμα της εξόφλησης της οφειλής. Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα της παραπονούμενης, αυτή στηρίχθηκε σε μεγάλο μέρος της στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς αναγνώριση, αλλά δεν κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια. Σύμφωνα με τη νομολογία μαρτυρία η οποία αναφέρεται σε περιεχόμενο εγγράφων παραμένει αδρανής μέχρι να υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση τους ως κανονικό τεκμήριο και μόνο τότε η μαρτυρία που προκύπτει από τις απαντήσεις του μάρτυρα με αναφορά στα έγγραφα αυτά καθίσταται ενεργή. (βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 826, Δήμος Λευκωσίας v. ELK Trading Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ.120 και σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, 2014, σελ. 396 και 397). Πέραν όμως των εγγράφων τα οποία παρέμειναν προς αναγνώριση, εις το περιεχόμενο των οποίων δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, ένα μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αφορούσε γεγονότα τα οποία ανέφερε όπως τα γνώριζε ο ίδιος και η μαρτυρία του αυτή μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα με το μέρος το οποίο αφορούσε τα τεκμήρια προς αναγνώριση, έχοντας υπόψη παράλληλα τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας και δεν αμφισβητηθήκαν από πλευράς υπεράσπισης. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της Συμφωνίας στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας, ούτε η θέση του ότι στάληκε λογαριασμός περί τον Απρίλιο
  1. Εις ότι αφορά το λογαριασμό αυτό, θέση της υπεράσπισης αποτέλεσε ότι αυτός αμφισβητείται. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η θέση του ότι οι κατηγορούμενες 2 και 3 ήταν διευθύντριες της FUD. Αδιαμφησβήτητο επίσης παρέμεινε ότι η παραπονούμενη απέστειλε γραπτή απαίτηση προς την FUD με ημερομηνία 19.11.2007, αν και ο μάρτυρας δεν θυμόταν εάν αυτή επιδόθηκε στις 30.11.2007, και ότι έναντι της επίδικης οφειλής η FUD πλήρωσε τον Ιούλιο 2007 το ποσό των 140.000 δολαρίων. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι στις 15.11.2007 αποφασίστηκε η διανομή μερίσματος, αμφισβητήθηκε όμως έντονα η γνώση των κατηγορουμένων τόσο για την ύπαρξη της απαίτησης όσο και για την απόφαση η οποία λήφθηκε στις 15.11.
  2. Εις ότι αφορά τα ουσιώδη και υπό αμφισβήτηση επίδικα γεγονότα, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του μάρτυρα της παραπονούμενης, στερείτε της απαιτούμενης πειστικότητας κυρίως εις ότι αφορά την εμπλοκή και ρόλο των κατηγορουμένων στα γεγονότα της υπόθεσης. Η μόνη αναφορά του μάρτυρα στις κατηγορούμενες έγινε μόνο ως προς την ιδιότητα τους ως διευθύντριες της FUD, χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία εν σχέση με την προσωπική τους γνώση για την ύπαρξη κατ' αρχάς της απαίτησης της παραπονούμενης. Αναφέρθηκε ο μάρτυρας γενικά σε ανταλλαγή αλληλογραφίας και αποστολή λογαριασμού, δεν ανέφερε όμως σε ποιον απευθυνόταν για λογαριασμό της FUD η εν λόγω αλληλογραφία και η αποστολή του λογαριασμού. Όπως προανάφερα, η αποστολή γραπτής απαίτησης στην FUD, δεν αμφισβητήθηκε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι κατηγορούμενες έλαβαν την γραπτή αυτή απαίτηση ή οποιαδήποτε αλληλογραφία η οποία στάληκε από την παραπονούμενη. Ανέφερε ο μάρτυρας, ότι οι κατηγορούμενες ως διευθύντριες όφειλαν να γνωρίζουν τις πράξεις της FUD γενικά, στηρίζοντας την πεποίθηση του αυτή μόνο στην ιδιότητα τους, όπως φαίνεται από το απόσπασμα της μαρτυρίας το οποίο κατέγραψα πιο πάνω. Κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί αναφορικά με το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης απόφασης την οποία έλαβαν οι κατηγορούμενες και τι αυτή αφορούσε, ούτε καν τέθηκε μαρτυρία αν κατά το χρόνο όπου λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση από την FUD οι κατηγορούμενες ήταν παρούσες. Ακόμα και η μη αμφισβήτηση της διανομής μερίσματος από πλευράς υπεράσπισης από την εταιρεία, δεν προκύπτει από τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας ότι οι κατηγορούμενες είχαν οποιοδήποτε ενεργό ρόλο στην λήψη τέτοιας απόφασης. Αν και όπως έχω πει δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα τεκμήρια προς αναγνώριση, σημειώνω ότι το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση δεν απευθύνεται προς τις κατηγορούμενες καθώς επίσης εις τα Τεκμήρια Δ και Ε προς αναγνώριση φαίνεται στις επιστολές που περιλαμβάνονται σε αυτές μόνο το όνομα του XXXXX Wolgang, ενός εκ των διευθυντών της FUD, όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο, εις τον οποίο ο μάρτυρας δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη του ως ενός εκ των διευθυντών της FUD . Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας δεν παρουσίασε μια σαφή και συγκροτημένη εικόνα αναφορικά με το τι πραγματικά έγινε κατά τον ουσιώδη χρόνο και ποια ήταν η καθοριστική απόφαση της FUD η οποία έβλαψε την παραπονούμενη. Αναφέρθηκε αρχικά στην αποξένωση όλης της περιουσίας της FUD, ακολούθως αναφέρθηκε στην απόφαση για να δοθεί μέρισμα, η οποία ως ενέργεια της FUD δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση, σε άλλο σημείο ανέφερε ότι όλες οι ενέργειες ήταν εικονικές ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε κατά λέξη: «Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν μεταβιβάστηκαν χρήματα, αλλά ήταν θέματα εγγράφων». Σημειώνω τέλος ότι το Τεκμήριο 1, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο για την κρίση του Δικαστηρίου εν σχέση με την αξιοπιστία του μάρτυρα στην παρούσα. Το τι αποφάσισε τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης, αφορούσε τα επίδικα ζητήματα εκείνα και οι θέσεις της παραπονούμενης αξιολογηθήκαν επί τη βάση εκείνων των γεγονότων. Συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο
  3. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης του μάρτυρα, καταλήγω ότι η μαρτυρία του αναφορικά με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα και γεγονότα, παρέμεινε ουσιαστικά μετέωρη χωρίς να έχει τεκμηριωθεί με τέτοια στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να καταστήσουν αυτήν πειστική και αξιόπιστη για τους λόγους οι οποίοι αναφέρθηκαν πιο πάνω. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο τα όσα δεν έχουν αμφισβητηθεί όπως αυτά έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Οι κατηγορούμενες κληθείς σε απολογία προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Η κατηγορούμενη 2 κατέθεσε γραπτή ανώμοτη δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και η γραπτή ανώμοτη δήλωση της 3ης κατηγορούμενης σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Συνοπτικά όπως αναφέρουν στις δηλώσεις τους, λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν μπορούν να εντοπίσουν έγγραφα τα οποία θα μπορούσαν να τις βοηθήσουν να θυμηθούν τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Ακόμα και στην περίπτωση που όντως διετέλεσαν διευθύντριες της FUD δεν θα προέβαιναν σε έγκριση αποξένωσης περιουσίας εάν ερχόταν εις γνώση τους η ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής προς οποιοδήποτε πρόσωπο. Εκτιμώντας την αποδεικτική βαρύτητα των προαναφερόμενων ανώμοτων δηλώσεων, λαμβάνω βεβαίως υπόψη ότι αυτή η επιλογή των κατηγορουμένων δεν μπορεί να δημιουργήσει οποιαδήποτε προκατάληψη έναντι τους (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 12 και Themistocleous ν. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί ως ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η κατηγορούσα αρχή. Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάσει την εκδοχή της υπεράσπισης, (R. ν. Young
(1964)2 All E.R. 4801 και Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1992)Α.Α.Δ. 309) να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Το Δικαστήριο ασφαλώς, λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η δήλωση έγινε χωρίς όρκο και επομένως, δεν τέθηκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το περιεχόμενο της δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2014:B288, Ποιν. Έφεση 134/13, ημερ. 02.05.2014) παρά το ότι συνυπολογίζεται κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Κοφτερός ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 83, 84-85). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 110/12, ημερ. 18.07.2013: «Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική με το συγκεκριμένο θέμα νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία." Μια ανώμοτη δήλωση λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία, αλλά δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία που κρίνετε αξιόπιστη (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Στην προκειμένη περίπτωση οι ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων δεν μπορούν κατά την κρίση μου να δώσουν μια άλλη υφή στα γεγονότα έχοντας υπόψη μου ότι δεν αναφέρεται σε αυτές οποιοδήποτε γεγονός ή θέση η κατά σαφή τρόπο. Εις ότι αφορά την αβεβαιότητα τους για το κατά πόσο ήταν ή όχι διευθύντριες όπως έχει λεχθεί η ιδιότητα τους δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Ούτε γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, δίδοντας ως εξήγηση προς τούτο την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να θυμηθούν λεπτομέρειες και γεγονότα για την υπόθεση. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εις τα μόνα ευρήματα τα οποία δικαιολογείται να καταλήξω ως προς τα γεγονότα, αποτελούν τα όσα δεν αμφισβητηθήκαν από πλευράς υπεράσπισης και είναι τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενες 2 και 3 ήταν διευθύντριες της FUD η οποία είχε συμφωνία με την παραπονούμενη για την παροχή υπηρεσιών σχεδιασμού και διαχείρισης ενός έργου. Περί τον Απρίλιο 2007 στάληκε λογαριασμός από την παραπονούμενη προς την FUD, έναντι της οποίας τον Ιούλιο 2007 η FUD πλήρωσε το ποσό των 140.000 δολαρίων. Για το υπόλοιπο της οφειλής η παραπονούμενη απέστειλε γραπτή απαίτηση προς την FUD με ημερομηνία 19.11.
  1. Στις 15.11.2007 αποφασίστηκε η διανομή μερίσματος από την FUD. Εναντίον της FUD εκδόθηκε Διάταγμα εκκαθάρισης στις 27.11.
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης με την εμπεριστατωμένη τελική του αγόρευση, παραπέμποντας σε σχετικά συγγράμματα, υποστήριξε ότι οι κατηγορούμενες υπό την ιδιότητα τους ως διευθύντριες γνώριζαν για τις ενέργειες της εταιρείας, και ακόμα να μην γνώριζαν φέρουν ευθύνη ως αποτέλεσμα της εθελοτυφλίας τους η οποία μπορεί να εξισωθεί με γνώση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως είπε, οι κατηγορούμενες ανέλαβαν τη θέση τους αυτή αφήνοντας τον 1ο κατηγορούμενο να υπογράφει και αυτές ακολουθούσαν. Υποστήριξε επίσης ότι η ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία. Αναφέρθηκε εκτενώς εις τα τεκμήρια προς αναγνώριση τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης με τη δική του εμπεριστατωμένη γραπτή και προφορική αγόρευση υποστήριξε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ενόψει του ότι όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν παρέμειναν προς αναγνώριση. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταπιεστική και καταχρηστική. Τα όσα έχουν αναφερθεί από αμφότερες πλευρές λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους χωρίς να κρίνεται αναγκαία η πλήρης καταγραφή των αγορεύσεων τους. Σημειώνω κατ' αρχάς ότι το άρθρο 301β) του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τα εξής: «
  3. Όποιος- ..... (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή ........ είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι, α) ο παραπονούμενος να διαθέτει την ιδιότητα του πιστωτή του κατηγορούμενου, β) η δωρεά ή παράδοση ή μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσίας ή πρόκληση αυτών και γ) με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών ή κάποιου εξ αυτών. Αρχικά θα εξετάσω την εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν είναι ξεκάθαρο υπό ποια ιδιότητα κατηγορούνται οι κατηγορούμενες εφόσον εις την έκθεση αδικήματος δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη για τους ακόλουθους λόγους. Οι κατηγορούμενες όπως φαίνεται από το κατηγορητήριο κατηγορούνται υπό την ιδιότητα τους ως διευθύντριες της εταιρείας FUD οι οποίες κατ' ισχυρισμό «αποφάσισαν και προέβησαν με σκοπό καταδολίευσης.» στην παράδοση ή μεταβίβαση όλης της περιουσίας της FUD. Όπως επίσης διευκρίνισε ο μάρτυρας της παραπονούμενης η αναφορά του σε οφειλή αφορούσε οφειλή της FUD όπως επίσης η αναφορά του σε περιουσία η οποία αποξενώθηκε αναφερόταν σε περιουσία της FUD. Συνεπώς η ιδιότητα υπό την οποία κατηγορούνται προκύπτει άμεσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπου αναφέρεται ρητά στην ιδιότητα τους ως διευθύντριες της FUD. Σύμφωνα με τη νομολογία το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού (βλ. Ajini κ.ά. ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Σύμφωνα επίσης με την ίδια απόφαση, είναι επιθυμητό στην περίπτωση/ όπου πρόσωπο κατηγορείται ως συνεργός να δίδονται λεπτομέρειες στην κατηγορία, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να είναι απαραίτητο. Στην προκειμένη περίπτωση δίδονται οι απαιτούμενες λεπτομέρειες για το γεγονός που κατηγορούνται οι κατηγορούμενες και υπό ποια ιδιότητα. Το ότι εις την έκθεση αδικήματος δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Κοιλιάρη Ιουλία ν. Δήμου Αγίου Δομετίου,
(2005)2 Α.Α.Δ. 350, κάτι τέτοιο από μόνο του δεν αποτελεί εμπόδιο στην καταδίκη προσώπου ως συνεργού. Στρεφόμενη τώρα στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ξεκινώ από την ερμηνεία του όρου πιστωτή. Στον Ποινικό Κώδικα δεν προβλέπεται η ερμηνεία του όρου αυτού ενώ στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρο 213
(1), ως πιστωτής περιλαμβάνεται και ο ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής. Η διατύπωση του άρθρου 301(β) του Ποινικού Κώδικα, είναι πανομοιότυπη με αυτήν του άρθρου 13 του Debtors Act 1869. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: «Any person shall in each of the cases following be deemed guilty of a misdemeanor, and on conviction thereof shall be liable to be imprisoned for any time not exceeding one year . that is to say: .......
(2)If he has, with intent to defraud his creditors, or any of them, made or caused to be made any gift, delivery, or transfer of or any charge on his property. ........." Σύμφωνα με Αγγλική Νομολογία αρχικά ο όρος πιστωτής εν τη εννοία του άρθρου 13
(2)του Debtors Act 1869 είχε αποφασιστεί ότι πιστωτής δεν μπορεί να είναι ένας ενδεχόμενος ή μελλοντικός, πιστωτής αλλά η απαίτηση του θα πρέπει να είναι εκκαθαρισμένη. (βλ. R. v Hopkins (William) [1896] 1 Q.B. 652) Ακολούθως στην υπόθεση R. v Seillon [1982] Crim. L.R. 676, όπου εξετάστηκε ο όρος «πιστωτής» για σκοπούς του άρθρου 13 του Debtors Act 1869, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «It may well be that in the broader context outside specific limits of specific statutes, the word "creditor" could have a more general meaning and there are dicta to that effect. It is convenient to refer briefly to a case Gibb v. Lomback Scotland Ltd 1962 SLT 288. In the course of giving judgement in that case Lord Cameron said: "The issue turns upon the meaning to be given to the word creditors. I think that this word is one which is capable of a certain flexibility of meaning according to the context in which it is used. It is not a word of rigid and fixed meaning defined by authority." Στην υπόθεση Seillon (βλ. ανωτέρω), πέραν του ότι κρίθηκε ότι ο όρος πιστωτής μπορεί να ερμηνευθεί με κάποια ευελιξία, κρίθηκε ότι ένας ενδεχόμενος πιστωτής περιλαμβάνεται στον όρο αυτό, λέγοντας τα ακόλουθα: «If the law were to be otherwise, it would mean that nobody could be found guilty of conspiring to defraud his creditors until the creditor had obtained judgement against him. One knows very well that the situation is, that dishonest persons wishing to defraud creditors get to work well before there is judgment against them." Συνεπώς και αντλώντας καθοδήγηση από τα πιο πάνω, θεωρώ ότι για να είναι ένας παραπονούμενος πιστωτής δεν είναι απαραίτητο το χρέος του να είναι εκκαθαρισμένο ή να έχει εκδοθεί Δικαστική απόφαση, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να τεκμηριώσει την ύπαρξη της απαίτησης του και που αυτή στηρίζεται. Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις πιο πάνω αποφάσεις, το ποιος είναι πιστωτής αποτελεί πραγματικό γεγονός το οποίο κρίνεται λαμβάνοντας υπόψη τις περιβάλλουσες συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε μια οφειλή αλλά και το σκοπό του Νόμου, όπου στην προκειμένη περίπτωση από τον Ποινικό Κώδικα δεν καθορίζεται στα πλαίσια του Νόμου ποιος θα μπορούσε να υπαχθεί εντός του όρου πιστωτή. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά του ότι όλα τα έγγραφα παρέμειναν τεκμήρια προς αναγνώριση, διαπιστώνω ότι η θέση του μάρτυρα ότι τον Απρίλιο 2007 στάληκε λογαριασμός στην FUD, έναντι του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 140.000 δολαρίων τον Ιούλιο 2007 αλλά και η μη παράθεση από πλευράς υπεράσπισης μαρτυρίας με την οποία θα μπορούσε να διαφανεί το εύρος και βάση της ισχυριζόμενης αμφισβήτησης της οφειλής από την FUD, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο αυτό του αδικήματος ότι δηλαδή η FUD κατά το χρόνο όπου αναφέρεται στο κατηγορητήριο ήτοι την 15.11.2007 ήταν πιστωτής της παραπονούμενης. Η θέση της υπεράσπισης ότι η οφειλή κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 30.11.2007 με επιστολή ημερ. 19.11.2007 ουδόλως μπορεί να επηρεάσει την ιδιότητα της παραπονούμενης ως πιστωτή για τους λόγους οι οποίοι αναφερθήκαν αμέσως πιο πάνω και κυρίως λόγω της πληρωμής η οποία έγινε προηγουμένως. Εις ότι αφορά το συστατικό της πρόθεσης καταδολίευσης, η πρόθεση σύμφωνα με τη νομολογία αποτελεί αποτέλεσμα εξέτασης περιστατικής μαρτυρίας. Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί στη νομολογία, η πρόθεση συνήθως δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα αναδεικνύεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του δικαστηρίου. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, Χαράλαμπος Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 175, ΟΡΕΣΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 4/7/2017). Όπως προανάφερα οι κατηγορούμενες διώκονται ως διευθύντριες της FUD για ισχυριζόμενη απόφαση την οποίαν έλαβαν εκ μέρους της FUD. Δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία με συγκεκριμένες ενέργειες των κατηγορούμενων είτε για την προσωπική τους γνώση για την ύπαρξη της απαίτησης είτε για την διανομή μερίσματος η οποία δεν αμφισβητείται ότι αποφασίστηκε από την FUD είτε για την κατ' ισχυρισμό αποξένωση της περιουσίας γενικότερα, για την οποία σημειώνω όπως ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα της παραπονούμενης, δεν υπήρχε ξεκάθαρη εικόνα για το τι αποξενώθηκε εφόσον εν τέλει ανέφερε ότι ήταν όλα θέμα εγγράφων. Η ιδιότητα και μόνο των κατηγορουμένων ως διευθύντριες δεν μπορεί να τις καταστήσει ποινικά υπεύθυνες για πράξεις ή παραλείψεις της εταιρείας τη στιγμή μάλιστα όπου δεν ήταν οι μόνες διευθύντριες στην εταιρεία αλλά και ο πρώην κατηγορούμενος 1, εφόσον και αυτός κατηγορείτο ως διευθυντής. Αποτελεί επίσης πάγια αρχή του δικαίου ότι προκειμένου να αποδειχθεί η κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων θα πρέπει να καταδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) αλλά και η ένοχη διάνοια τους (mens rea). Στην Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261, είχαν λεχθεί σχετικώς τα ακόλουθα αναφορικά με την ευθύνη διευθυντή εταιρείας: « Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence"). Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances").» Σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018, η οποία αν και αφορούσε εξέταση του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, έγινε αναφορά στον τρόπο απόδειξης της ένοχης διάνοιας σε περίπτωση διευθυντή, ως είναι η παρούσα περίπτωση: «Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο στη νοητική λειτουργία, μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία που την αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Στη δε περίπτωση όπου αναζητείται η ένοχη πρόθεση του διευθυντή, εδώ κατηγορουμένου 2, ως συνεργού δυνάμει του άρθρου 20 του Π.Κ. θα πρέπει να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι γνώριζε τα ουσιαστικά στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα (Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερης κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφ. Αρ. 121/2014, ημερ. 16.12.2016). Η Κατηγορούσα Αρχή παραθέτει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της ώστε να αποδείξει τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο κολάσιμες ποινικές πράξεις (Savva v. Police
(1986)2 C.L.R. 30), όπως μορφοποιήθηκαν στο κατηγορητήριο (Rbeiz
(1989)1(E) A.A.Δ. 776).» Στην προκειμένη περίπτωση πέραν του ότι δεν τέθηκε μαρτυρία αναφορικά με συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορά των κατηγορούμενων, δεν τέθηκε επίσης μαρτυρία που να καταδυκνείει στον απαιτούμενο μάλιστα βαθμό και στο ύψιστο επίπεδο που απαιτείται στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης ότι οι κατηγορούμενες γνώριζαν τα ουσιαστικά στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα, ήτοι την ύπαρξη της απαίτησης και την όποια αποξένωση της περιουσίας της FUD και ειδικότερα κατά την 15.11.2007 όπως ρητά αποδίδεται σε αυτές εις το κατηγορητήριο. Δεν έχει επίσης αποδειχθεί με σαφή και τεκμηριωμένη μαρτυρία ποιο ήταν το αντικείμενο της απόφασης την οποία καταλογίζεται στις κατηγορούμενες ότι έλαβαν η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταδολίευση της παραπονούμενης. Για να επιτευχθεί η καταδολίευση ενός πιστωτή εξυπακούεται ότι θα πρέπει ο χρεώστης να αποξενώσει με τους τρόπους που προβλέπεται στο άρθρο 301 (β) όλη του την περιουσία ή τέτοια περιουσία η οποία δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει την παραπονούμενη. Προς τούτο δεν τέθηκε οποιαδήποτε σαφής μαρτυρία αναφορικά με το ποια ήταν συγκεκριμένα η περιουσία της FUD και ποια ήταν η αξία της περιουσίας αυτής πριν την 15.11.2007 ούτε και τέθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με ποια περιουσία αποξενώθηκε και με ποιον τρόπο, εφόσον επαναλαμβάνω προς τούτο ο μάρτυρας της παραπονούμενης προέβαλε διάφορες εκδοχές όπου εν τέλει ανέφερε ότι όπως έμαθαν εκ των υστέρων ήταν όλα θέματα εγγράφων. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες. Τέλος εις ότι αφορά την εισήγηση της υπεράσπισης ότι ουσιαστικά η παρούσα διαδικασία ασκείται καταχρηστικά με σκοπό την άσκηση πίεσης στις κατηγορούμενες με ιδιαίτερη αναφορά στη θέση του μάρτυρα ότι σκοπός της διαδικασίας είναι η είσπραξη της οφειλής ενόψει της εκκρεμούσης Αγωγής 5994/10, πέραν των όσων ανέφερα στην απόφαση μου ημερ. 22.5.18 τα οποία δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθούν, σημειώνω περαιτέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για διακοπή ή απόρριψη μιας υπόθεσης ενόψει κατάχρησης, θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όπως κρίθηκε στις υποθέσεις A. & P. Kkaras Estates Ltd v. A & A Topharos Catering Ltd κ.ά. (Αρ.1)
(2002)2 Α.Α.Δ. 400 και στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, «το εσωτερικό ελατήριο του κατηγόρου ή ο απώτερος σκοπός του είναι στοιχεία εντελώς άσχετα, υπό την έννοια ότι δεν συνιστούν έρεισμα για ανακοπή της διαδικασίας ή για μη καταλογισμό ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο.» Στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands [1981] 3 All E.R. 727, λέχθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για ενεργοποίηση του καθήκοντός του για διακοπή της δίκης γίνεται όταν «.manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into direspute among right-thinking people». Ο προβαλλόμενος λόγος για την επικαλούμενη κατάχρηση δεν δικαιολογεί την απόρριψη της υπόθεσης για τον λόγο αυτό εφόσον δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου τέτοια στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να καταδείξουν τέτοια αδικία ή ταλαιπωρία στις κατηγορούμενες, ενόψει της ύπαρξης και άλλων διαδικασιών ενώπιον άλλων Δικαστηρίων. Εις ότι αφορά το χρόνο που έχει παρέλθει από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ήτοι 10 χρόνια αργότερα, συνιστά αδιαμφισβήτητα ένα ανεπιθύμητο γεγονός ικανό, υπό κάποιες προϋποθέσεις να ακυρώσει τη δίκη ή να επηρεάσει συνθέμελα τα συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων. Ο χρόνος όμως από μόνος του δεν απολήγει πάντοτε στα πιο πάνω αποτελέσματα. Σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να καταδειχθεί από πλευράς υπεράσπισης ότι η παρέλευση του χρόνου επηρέασε το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη κατά συγκεκριμένο τρόπο (βλ. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. VIVA HOLIDAYS TRAVEL LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 99/2011, 14/10/2014). Στην προκειμένη περίπτωση παρά τη διαπίστωση ότι όντως υπήρχε καθυστέρηση, αδικαιολόγητη μάλιστα, στην καταχώρηση της υπόθεσης, δεν έχει καταδειχθεί με μαρτυρία με ποιο τρόπο επηρεάστηκε η υπεράσπιση των κατηγορουμένων, οι οποίες περιορίστηκαν στην αναφορά τους στις ανώμοτες δηλώσεις τους ότι λόγω της παρέλευσης του χρόνου δεν μπορούσαν να θυμηθούν οτιδήποτε για την υπόθεση αυτή. Δήλωση η οποία δεν κρίνεται ικανοποιητική για να καταδείξει επηρεασμό των δικαιωμάτων τους ενόψη της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Ως εκ των πιο πάνω οι εισηγήσεις της υπεράσπισης απορρίπτονται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου αναφορικά με την αποτυχία της παραπονούμενης να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3, αυτές αθωώνονται και απαλλάσσονται αθωώνονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 2 και 3 και εναντίον της παραπονούμενης. (Υπ.) ................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.