Δημοκρατία ν. Χατζιήκκος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15357/15, 2/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:10 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15357/15 Δημοκρατία ν.
- XXXXX Μάρκου
- XXXXX Χατζιήκκος
- XXXXX Λυσάνδρου Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - 02.05.2018 Για τη Δημοκρατία: κα Γ. Ιωαννίδου Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: κ. Π. Μιχαηλίδης Π Ο Ι Ν Η Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ενώ η μαρτυρία του Λοχία XXXXX9 XXXXX Βακανά, Μ.Κ.4 ευρίσκετο σε εξέλιξη, η δε μαρτυρία της παραπονούμενης Μ.Κ.1 είχε ήδη προ πολλού ολοκληρωθεί, ο κατηγορούμενος 2 άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ήτοι τις κατηγορίες 3, 4, 5, 6, 9 και 10 οι οποίες έχουν ως ακολούθως:
(1)Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ακόμα ένα πρόσωπο, σε άγνωστη ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή το έτος 2015 στη Λεμεσό και Λόφου, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή (κατηγορία 3).
(2)Κλοπή, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ακόμα ένα πρόσωπο την 11η Αυγούστου 2015 στη Λεμεσό και Λόφου, έκλεψαν κοσμήματα και χρυσαφικά αξίας €193,372, το χρηματικό ποσό των €15000.- σε μετρητά και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ALCATEL αξίας €100, όλα συνολικής αξίας €208,472, περιουσία της XXXXX Ιωάννου (κατηγορία 4).
(3)Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372, 324
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι δηλαδή την 11η Αυγούστου 2015 στη Λόφου της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ακόμα ένα πρόσωπο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή κακόβουλη ζημιά (κατηγορία 5).
(4)Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά παράβαση των άρθρων 324
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ακόμα ένα πρόσωπο, την 11η Αυγούστου 2015 στη Λόφου, εσκεμμένα και παράνομα κατέστρεψαν το πισινό αριστερό γυαλί του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KSV849 αξίας €140.- περιουσία της XXXXX Ιωάννου (κατηγορία 6).
(5)Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, 4
(1)(i)
(2)και 5(α) του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 σε άγνωστη ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή το έτος 2015, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα να διαπράξει κακούργημα, δηλαδή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία 9).
(6)Νομιμοποίηση Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(i)
(2)και 5(α) του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 την 11η Αυγούστου 2015 στη Λεμεσό και Λόφου, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία της XXXXX Ιωάννου, δηλαδή κοσμήματα και χρυσαφικά αξίας €193.372, το χρηματικό ποσό των €15.000 και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Alcatel αξίας €100, όλα συνολικής αξίας €208.472, αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος την μεταβίβασε σε άλλο πρόσωπο με σκοπό να αποκρύψει ή να συγκαλύψει την παράνομη προέλευση της και ο 2ος κατηγορούμενος εισέπραξε το χρηματικό ποσό των €5.000 (κατηγορία 10). Οι κατηγορίες 1 και 2 τις οποίες ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε αρχικά, ανεστάλησαν όσον αφορά τον ίδιο, από το Γενικό Εισαγγελέα. Ο κατηγορούμενος 2 μετά την παραδοχή του δεν εκδήλωσε, όπως ήταν δικαίωμα του άλλωστε, πρόθεση να καταθέσει ως μάρτυρας στην υπόθεση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο, εφάρμοσε τη νομολογιακά αναγνωρισθείσα αρχή που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις, ήτοι ότι είναι ορθότερο και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης η ποινή στον κατηγορούμενο 2 να επιβληθεί μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο 3, για τον οποίο η ακρόαση συνέχιζε όσον αφορά τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, στη βάση των γεγονότων όπως αυτά θα συνάγονταν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου[1]. Την 08.03.2018 το Κακουργιοδικείο εξέδωσε την τελική του απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος 3 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε όλες τις κατηγορίες. Στην απόφαση καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ευρήματα του Κακουργιοδικείου αναφορικά με την εμπλοκή και δράση του κατηγορούμενου 2 στην εν λόγω υπόθεση. Ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ενοχή στα αρχικά στάδια της ακρόασης και αφού εξέφρασε την επιθυμία για να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, του επιβλήθηκε ποινή και στη συνέχεια κλήθηκε ως μάρτυρας, πρόκειται για το Μ.Κ.
- Στον κατηγορούμενο 1 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών στην κατηγορία της κλοπής, τριών μηνών στην κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία και τριών ετών στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με τις ποινές να συντρέχουν. Στις υπόλοιπες κατηγορίες δεν επιβλήθηκε ποινή. Παραθέτουμε στη συνέχεια τα γεγονότα όπως αυτά συνάγονται από τα παραδεκτά γεγονότα, την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και τα ευρήματα μας. Η Μ.Κ.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοικος Ύψωνα και ιδιοκτήτρια χρυσοχοείου στον κεντρικό δρόμο της κοινότητας. Λόγω του ότι τα τελευταία τρία χρόνια εμπορευόταν και κάποιο άλλο προϊόν, δεν λειτουργούσε το χρυσοχοείο της σε καθημερινή βάση. Η Μ.Κ.1 είχε στο σπίτι της μια βαλίτσα στην οποία φύλαγε χρυσαφικά και άλλα τιμαλφή και μετρητά. Ο κατηγορούμενος 2 και ο Μ.Κ.2, ήτοι ο κατηγορούμενος 1, σε συνεννόηση με κάποιο τρίτο πρόσωπο συμφώνησαν να κλέψουν το χαρτοφύλακα της Μ.Κ.
- Μέσα στο συγκεκριμένο χαρτοφύλακα κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Μ.Κ.1 μετέφερε χρυσαφικά, κοσμήματα και πολύτιμους λίθους αξίας €193.372, καθώς και το ποσό των €15.000 σε μετρητά. Εφαρμόζοντας το σχέδιο τους, ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στη Μ.Κ.1 παριστάνοντας κάποιο παλιό πελάτη της και της συστήθηκε ως «Γιώργος» και της ζήτησε να συναντηθούν στο χρυσοχοείο της για να αγοράσει χρυσαφικά για μία βάφτιση. Η Μ.Κ.1 μετέβηκε μαζί με το σύζυγο της στο χρυσοχοείο, όμως ο Μ.Κ.2 δεν παρουσιάστηκε προφασιζόμενος μηχανική βλάβη του οχήματός του αναφέροντας της τηλεφωνικώς ότι θα ερχόταν το απόγευμα. Η Μ.Κ.1 επέστρεψε στην οικία της όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος τη ρώτησε αν ήταν μέσα ο ενοικιαστής της ο οποίος ενοικίαζε τη μία από τις δύο οικίες της στο ισόγειο. Αφού εισήλθε στην οικία της γύρω στις 3:00 το απόγευμα, της τηλεφώνησε ο Μ.Κ.2, ο οποίος της συστήθηκε ως «Στέφανος» και της ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να ενοικιάσει ένα από τα δύο σπίτια της στη Λόφου για τα οποία ο σύζυγος της είχε τοποθετήσει σε ιστοσελίδα διαφήμιση προς ενοικίαση τους. Έτσι η Μ.Κ.1 και ο σύζυγος της ξεκίνησαν με το όχημα τους XXXXX49, μάρκας CITROEN C4, για το χωριό Λόφου έχοντας μαζί τους και το χαρτοφύλακα αφού είχαν σκοπό στη συνέχεια να μεταβούν στο χρυσοχοείο τους στον Ύψωνα για να συναντηθούν με το «Γιώργο». Σε κάποιο σημείο προς το τέλος της διαδρομής, τους χτύπησε από πίσω το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX04, μάρκας Mitsubishi Lancer, ασημένιου χρώματος το οποίο οδηγείτο από το Μ.Κ.2 με συνοδηγό τον κατηγορούμενο
- Αφού οι επιβαίνοντες αποβιβάστηκαν από τα εν λόγω οχήματα και αφού «επιθεωρήθηκε» το εσωτερικό του καπό του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX49 και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε ζημιά, έγινε αντιληπτό από τη Μ.Κ.1 ότι ο Μ.Κ.2 ήταν ο «Στέφανος». Έτσι, μετέβηκαν προς τα σπίτια της Μ.Κ.1 και του συζύγου της στο Λόφου. Μόνο ο Μ.Κ.2 τους ακολούθησε στα σπίτια τους λέγοντας τους ότι ο κατηγορούμενος 2 μετέβηκε σε μια ταβέρνα που υπήρχε στην περιοχή. Ο Μ.Κ.2 παρέμεινε στο μέρος για περίοδο 30 λεπτών περίπου και αφού επιθεώρησε τα δύο σπίτια «συμφώνησε» με τη Μ.Κ.1 και το σύζυγο της στην ενοικίαση του ενός από αυτά. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 έφυγε από το μέρος. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο ο κατηγορούμενος 2 έσπασε το γυαλί της πίσω αριστερής πόρτας του οχήματος KSV 849 που ήταν σταθμευμένο έξω από τα εν λόγω σπίτια και προκάλεσε «βούλωμα» στην καμπίνα του οχήματος, ακριβώς πάνω από το σπασμένο γυαλί. Προκάλεσε επίσης «βούλωμα» και στο αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος πάνω από το παράθυρο του συνοδηγού. Περαιτέρω έκλεψε το χαρτοφύλακα ο οποίος βρισκόταν μέσα στο εν λόγω όχημα. Ολόκληρη η ζημιά του οχήματος ανέρχετο σε €
- Ο κατηγορούμενος 2 έκλεψε ακόμα το κινητό τηλέφωνο της Μ.Κ.1 αξίας €100 που το είχε αφήσει στην καρέκλα της βεράντας και το πέταξε σε ένα γκρεμό. Μετά την κλοπή του χαρτοφύλακα, ο Μ.Κ.2 και ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσαν το χαρτοφύλακα με το περιεχόμενο του, στο τρίτο πρόσωπο και έλαβε ο καθένας το ποσό των €5.000, ως αμοιβή. Ο κατηγορούμενος 2, κατά το μεγαλύτερο διάστημα που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, δρούσε πάντοτε και σε συνεννόηση με το Μ.Κ.2, ο οποίος τον περισσότερο χρόνο ήταν μαζί του, ως επίσης ήταν σε συνεχή επαφή με το τρίτο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος 2 έδωσε θεληματική κατάθεση προς τον Λοχία XXXXX2 XXXXX Μουρίδη, Μ.Κ.5 και την 12.08.2015 προέβη σε υπόδειξη σκηνών, Τεκμήριο 12, στον Αστ. XXXXX4 XXXXX Θεμιστοκλέους, Μ.Κ.3, υποδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, το αυτοκίνητο υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX51 μάρκας TOYOTA IST, ως το αυτοκίνητο που αγόρασε ως δώρο στη σύζυγο του χρησιμοποιώντας χρήματα, €4.950 από το ποσό των €5.000 που έλαβε από το τρίτο πρόσωπο. Δεν έχει ανευρεθεί οποιοδήποτε μέρος της κλαπείσας περιουσίας. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα, την 11.11.2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 23338/13 για τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος είχε βρεθεί ένοχος στην κατηγορία της κλοπής μοτοσικλέτας, κηδεμονευτικό διάταγμα με όρους κοινοτικής εργασίας διάρκειας δύο ετών. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε συμμορφωθεί με τους όρους του εν λόγω διατάγματος, το Δικαστήριο την 16.11.2017 του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με τριετή αναστολή. Τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης ανέρχονται όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 σε €
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 αφού αναφέρθηκε στις γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της επιβολής ποινής, τόνισε την ανάγκη για εξατομίκευση της. Τόνισε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 αφού ειδοποιήθηκε ότι εναντίον του εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης, μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό την ίδια μέρα, από μόνος του, χωρίς τη συνοδεία δικηγόρου. Την ίδια μέρα, δηλαδή την 12.08.2015, προέβηκε σε θεληματική κατάθεση, ρίχνοντας φως στην όλη υπόθεση και κατονόμασε τους συνεργούς του. Μεταξύ των συνεργών που κατονόμασε, ήταν και κάποιος ονόματι «Raskan» ή «Roskan», όπως αναφέρθηκε από το συνήγορο σε άλλο σημείο της αγόρευσής του. Αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο και για σκοπούς εύκολης αναφοράς θα το αναφέρουμε στη συνέχεια ως «Raskan». Συνεργάστηκε πλήρως με τις Αστυνομικές Αρχές προχωρώντας σε υπόδειξη σκηνών. Υπογράμμισε την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αν αναλάμβανε ο ίδιος την υπεράσπιση του νωρίτερα, ενδεχομένως και ο κατηγορούμενος 2 να παραδεχόταν τις κατηγορίες ενώπιον του Δικαστηρίου νωρίτερα. Ανέφερε ακόμα ότι ο πελάτης του ενήργησε κάτω από συναισθηματική φόρτιση, λόγω οικονομικών δυσκολιών και του γεγονότος ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο του και είχε εγκαταλείψει τη συζυγική οικία. Λόγω των πιο πάνω, είχε επηρεαστεί αρνητικά η όλη ψυχολογία του, ενώ παράλληλα έμπλεξε με κακές παρέες. Θέλοντας να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στο γάμο του αγοράζοντας στη σύζυγο του ένα όχημα με το οποίο θα έκανε τις απαραίτητες μετακινήσεις της, δέχθηκε να εμπλακεί στην παρούσα υπόθεση μη έχοντας καθαρή σκέψη και αντίληψη και διέπραξε τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος. Κατά το χρόνο αυτό, η σύζυγος του αντιμετώπιζε σοβαρά ιατρικά προβλήματα που επηρέασαν και αυτά αρνητικά τη ψυχολογία του. Σε σχέση με τα ιατρικά προβλήματα της συζύγου του κατέθεσε δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών, Τεκμήριο Α. Διευκρίνισε ότι η σύζυγος του έχει θεραπευθεί από το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε, όμως χρειάζεται παρακολούθηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα, θέση η οποία έγινε δεκτή από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο συνήγορος επικαλέστηκε την αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών και την εμπλοκή του αλλοδαπού που κατονόμασε ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του ως «Raskan» για το οποίο οι Αστυνομικές Αρχές δεν έκαναν οτιδήποτε για να διαπιστώσουν το αληθές των ισχυρισμών του. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο εκτέλεσε χρέη σκοπού/ελέγχου κατά την εφαρμογή του σχεδίου της όλης επιχείρησης και ότι είναι το άτομο αυτό που οδηγούσε κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων το όχημα το οποίο προσπάθησε επίμονα να προσπεράσει και τελικά προσπέρασε, το όχημα στο οποίο επέβαινε η παραπονούμενη και ο σύζυγος της κοντά στην είσοδο του χωριού Λόφου. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης σε προγενέστερο στάδιο και εκτίει γι' αυτό ποινή φυλάκισης, θα αποφυλακιστεί εννέα μήνες νωρίτερα από την ημερομηνία που αυτός κανονικά θα απολυόταν καθότι του έχει απονεμηθεί Προεδρική χάρη και ζήτησε όπως το γεγονός αυτό ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Επικαλούμενος σχετική νομολογία κατέθεσε προς υποστήριξη του ισχυρισμού του επιστολή του Τμήματος Φυλακών προς τον ίδιο ημερομηνίας 30.03.2018 (Τεκμήριο Β). Ο συνήγορος στάθηκε ιδιαίτερα στις επιπτώσεις ενδεχόμενης επιβολής σ' αυτόν ποινής φυλάκισης στην οικογένεια του κατηγορούμενου
- Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι πατέρας δύο πολύ μικρών ανήλικων παιδιών και ότι η σύζυγος του είναι λήπτρια ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Είναι αδιανόητο, υποστήριξε, μια τριμελής οικογένεια να συντηρείται με το ποσό των €480 μηνιαίως. Υποστήριξε ότι λόγω της κράτησης του κατηγορούμενου 2, αφού τελεί υπό κράτηση από την 08.03.2018, η μεγαλύτερη του κόρη υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο για περίοδο έξι ημερών. Ανέφερε επίσης ότι τους τελευταίους εννέα μήνες ο κατηγορούμενος 2 έχει ανοίξει δική του επιχείρηση βαφής αυτοκινήτων και άλλων εργαλείων στην Επισκοπή η οποία όμως ένεκα του ενδεχόμενου εγκλεισμού του στις φυλακές, θα κλείσει. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι υπήρξε συμφιλίωση του κατηγορούμενου 2 με την παραπονούμενη, Μ.Κ.1, αφού ο κατηγορούμενος 2, στο χώρο του Δικαστηρίου, ζήτησε από την ίδια και το σύζυγο της «συγνώμη», παραδεχόμενος το λάθος του. Ο συνήγορος υποστήριξε ακόμα ότι υπάρχει καθυστέρηση στην επιβολή ποινής και ενόψει αυτού, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου έχουν αλλάξει. Παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν στον Αύγουστο του 2015, το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή μετά από 33 μήνες. Στο διάστημα που μεσολάβησε, ο κατηγορούμενος 2 απόκτησε και δεύτερο παιδί, ένα μικρό αγόρι που γεννήθηκε την 10.10.2016 ενώ έχει δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση. Δήλωσε ακόμη την πρόθεση του κατηγορούμενου 2 να επιστρέψει το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX51 το οποίο αγόρασε με τα λεφτά που απέκτησε από τη συμμετοχή του στην παρούσα υπόθεση. Προς επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, έχει υπογράψει σχετική Μεταβίβαση Ιδιοκτησίας του εν λόγω οχήματος. Ο συνήγορος επικαλέστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, αναφέροντας ότι μετά δυσκολίας ολοκλήρωσε το σύστημα μαθητείας ως μηχανικός. Επικαλέστηκε ακόμα το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου 2 αναφέροντας ότι κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος 2 ήταν ηλικίας 25 ετών. Ο συνήγορος αφού αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία[2] υποστήριξε ότι λόγω του ότι ο κατηγορούμενος 2 αποκόμισε μόνο €5.000 από την παράνομη συμπεριφορά του, θα πρέπει να κριθεί με επιείκεια. Συμπλήρωσε ότι ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να τύχει περαιτέρω επιείκειας λόγω του ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης υπόθεσης. Τέλος, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης, ότι αυτή θα πρέπει να ανασταλεί λόγω τόσο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, όσο και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου
- Οι κατηγορίες τις οποίες ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει είναι σοβαρές και οι ποινές που προβλέπονται πολυετείς. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τιμωρείται με φυλάκιση δύο χρόνων ή πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές ενώ το κακούργημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 με φυλάκιση τριών χρόνων όπως και το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 371 και 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και 5(α) του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(I)/2007 ως έχει τροποποιηθεί, τιμωρείται με ποινές φυλάκισης 14 ετών ή πρόστιμο ή και στις δύο αυτές ποινές ενώ το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος με ποινή φυλάκισης 7 ετών. Τα αδικήματα της κλοπής διαπράττονται πολύ συχνά στη χώρα μας, βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Σχετική αναφορά γίνεται στην απόφαση Vedat v. Aστυνομίας[3]. Όσον αφορά τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκε ότι αδικήματα τέτοιας φύσεως διαπράττονται με μεγαλύτερη συχνότητα απ' ότι στο παρελθόν. Από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι αυτή δεν είναι μια απλή υπόθεση κλοπής, αλλά μια καλοστημένη επιχείρηση. Ο κατηγορούμενος 2 και οι συνεργάτες του έδρασαν με βάση συγκεκριμένο και καλά μελετημένο σχέδιο. Αυτό επιμαρτυρούν τα τηλεφωνήματα προς την παραπονούμενη, η επίσκεψη στην οικία της για κατόπτευση του χώρου, η παρακολούθηση του οχήματος στο οποίο επέβαινε η παραπονούμενη και ο σύζυγός της, η πρόσκρουση στο όχημα τους και το αίτημα τους να ανοιχτεί το καπώ του εν λόγω οχήματος. Η όλη σειρά των γεγονότων φανερώνει προσχεδιασμό, επιμονή και αποφασιστικότητα στη διάπραξη των αδικημάτων. Ο προσχεδιασμός και ο επαγγελματισμός με τον οποίο ενήργησε ο κατηγορούμενος 2, σε συνεργασία με τον κατηγορούμενο 1, στην κατάστρωση και εκτέλεση του σχεδίου αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα[4]. Η μεγάλη αξία της κλαπείσας περιουσίας αποτελεί εξίσου επιβαρυντικό παράγοντα[5]. Υπενθυμίζουμε ότι κλάπηκε περιουσία συνολικής αξίας €208.472 και ότι η κλαπείσα περιουσία δεν έχει ανευρεθεί με αποτέλεσμα η παραπονουμένη να έχει υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω στοιχεία θεωρούμε ότι η παρούσα υπόθεση είναι από τις σοβαρότερες υποθέσεις κλοπής που έχουν καταχωρηθεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Όσον αφορά το ρόλο του κατηγορουμένου 2, παρατηρούμε ότι αυτός δεν ήταν, με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας, ο ιθύνων νους της επιχείρησης. Η εμπλοκή του όμως με τον τρόπο που έχει περιγραφεί πιο πάνω ήταν ουσιαστική και ο ρόλος του πρωταγωνιστικός στη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που ήταν σε συνεχή επαφή με το τρίτο πρόσωπο σε σχέση με την εφαρμογή και εκτέλεση του όλου σχεδίου δράσης. Όσον αφορά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος 2 έδρασε κάτω από συναισθηματική φόρτιση, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι αυτή δεν συνάδει με τα ευρήματα μας. Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος 2 δεν ενήργησε υπό το κράτος πίεσης, ούτε οι ενέργειες του ήταν «της στιγμής». Αντίθετα, έλαβε μέρος σε ένα καλά μελετημένο σχέδιο και εκτέλεσε πιστά το ρόλο του, ο οποίος ως αναφέραμε πιο πάνω, ήταν πρωταγωνιστικός. Ο επαγγελματισμός με τον οποίο ο κατηγορούμενος 2 ενήργησε, δεν παραπέμπει σε άτομο που έδρασε κάτω από συναισθηματική φόρτιση. Σημειώνουμε την παραδοχή του κατηγορούμενου 2 στα Αστυνομικά όργανα και τη συνεργασία του με αυτά. Ο κατηγορούμενος 2 αφού προέβηκε σε θεληματική κατάθεση προχώρησε σε υπόδειξη σκηνών. Η πιο πάνω βοήθεια προς τις αστυνομικές αρχές έχει αναγνωριστεί από τη Νομολογία σαν ελαφρυντικός παράγοντας[6]. Η βοήθεια μάλιστα αυτή έχει δοθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έγκαιρα και γι' αυτό θεωρούμε ότι αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ουσιαστικής σημασίας[7]. Σε σχέση με την παραδοχή του κατηγορουμένου 2 ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρούμε ότι αυτή δεν ήταν άμεση, έγινε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και σε προχωρημένο στάδιο. Παρά ταύτα αναγνωρίζουμε ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να ανταμείβεται με κάποια έκπτωση στην ποινή καθότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και είναι απτό στοιχείο της ειλικρινούς μεταμέλειας του. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας[8]. Στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας[9] το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι΄ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Η εισήγηση ότι αν διοριζόταν ο κ. Π. Μιχαηλίδης ως δικηγόρος του κατηγορούμενου 2 νωρίτερα, θα γινόταν νωρίτερα παραδοχή, δεν αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Ο κατηγορούμενος 2 δεν χρειαζόταν δικηγόρο να τον συμβουλεύσει αν εμπλεκόταν ή όχι στην υπόθεση και εν πάση περιπτώσει πριν το διορισμό του κ. Π. Μιχαηλίδη, αυτός εκπροσωπείτο από άλλο δικηγόρο της επιλογής του. Λαμβάνουμε ακόμα υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου 2 ως περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 02.04.2018, αλλά και τα όσα εμπεριέχονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που έχουν κατατεθεί. Τις συνοψίζουμε: Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 28 ετών και προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 15 ετών. Αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή στον Κλάδο Μηχανικών Αυτοκινήτων. Ακολούθως κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά όπου υπηρέτησε για περίοδο οκτώ μηνών αλλά στη συνέχεια πήρε απαλλαγή λόγω τροχαίου δυστυχήματος. Εργάστηκε αρχικά με τον πατέρα του ως μηχανικός αυτοκινήτων και στη συνέχεια με άλλους εργοδότες μέχρι τη δημιουργία δικού του καταστήματος τους τελευταίους 9 μήνες. Το 2011 νυμφεύθηκε τη σύζυγο του και από το γάμο τους απέκτησαν μια θυγατέρα, οκτώ ετών και ένα γιο 18 μηνών σήμερα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών και εγγράφων ως Τεκμήριο Α, από την οποία προκύπτει ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου 2 παρουσίασε όζους θυρεοειδούς και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ολικής θυρεοειδεκτομής το Σεπτέμβριο του 2015. Σύμφωνα με σχετική έκθεση του δρ. XXXXX Παναγίδη, πυρηνικού ιατρού, ημερομηνίας 26.09.2017, «ο ραδιοϊσοτοπικός απεικονιστικός έλεγχος» που διενεργήθηκε σ' αυτήν, ήταν αρνητικός για «σπινθηρογραφικά διακριτή υπολειμματική νόσο ή υποτροπή». Όπως έχει αναφερθεί, η σύζυγος του σήμερα έχει θεραπευτεί, χρειάζεται όμως παρακολούθηση ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Λαμβάνουμε ακόμα δεόντως υπόψη μας το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου 2 (βλ. Ανδρέου ν. Αστυνομίας[10]). Δεν θεωρούμε όμως ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 ολοκλήρωσε, με δυσκολία, το σύστημα μαθητείας της Τεχνικής Σχολής ως μηχανικός, αποτελεί μετριαστικό παράγοντα, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Οι προσωπικές και οι οικογενειακές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της προσπάθειας για εξατομίκευση της ποινής, δεν είναι όμως ικανές να εξασθενήσουν την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου[11]. Η διαπίστωση ότι τα αδικήματα, στα οποία θα επιβληθούν ποινές, χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτική ποινή μειώνει τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του παραβάτη και δεν επιτρέπει την απόδοση τέτοιας σημασίας που να οδηγεί στην επιβολή ποινής η οποία δεν εξυπηρετεί επαρκώς το σκοπό για τον οποίο αυτή επιβάλλεται συμπεριλαμβανομένης και της αποτροπής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επικαλέσθηκε και την κακή οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου 2. Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει κάποιος κατηγορούμενος δεν αποτελούν ελαφρυντικό παράγοντα και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την προσφυγή του στο έγκλημα[12]. Στην υπόθεση Αστυνομία ν. Toorac Fashions Ltd[13] λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Αποτρεπτικές ποινές μπορούν και πρέπει να επιβάλλονται όπου η φύση του αδικήματος το απαιτεί ή όπου η παρανομία του είδους της εκδικαζόμενης υπόθεσης αυξάνεται σε έκταση. Οι προσωπικές συνθήκες σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν μόνο περιθωριακή βαρύτητα. Η ποινή δεν πρέπει να είναι μικρή γιατί αυτό αποτελεί ενθάρρυνση στην παρανομία». Περαιτέρω στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας[14] λέχθηκε σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ότι: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. (Βλέπε: Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, Κλεοβούλου, Αργυρού(πιο πάνω)).» Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε επίσης στις οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο 2, ότι δηλαδή θα κλείσει η επιχείρηση του την οποία λειτούργησε τους τελευταίους εννέα μήνες. Στην υπόθεση Κάττος ν. Αστυνομίας[15] λέχθηκε ότι οι οικονομικές επιπτώσεις από τη φυλάκιση δεν αποτελούν μετριαστικό παράγοντα. Όσον αφορά τις επιπτώσεις ενδεχόμενης φυλάκισης στην οικογένεια του κατηγορούμενου 2, αυτές συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, δεν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στο μετριασμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας[16]). Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι πρόθυμος να παραδώσει στην παραπονούμενη το όχημα XXXXX51 και να προβεί σε όλες τις αναγκαίες διεργασίες για εγγραφή του οχήματος στο όνομά της. Σημειώνουμε ότι, ως έχει αναφερθεί, έχει ήδη υπογράψει σχετικό έντυπο μεταβίβασης του οχήματος επ' ονόματι της παραπονούμενης. Τονίζουμε βέβαια ότι ως έχει νομολογηθεί, η αποζημείωση του θύματος δεν αποτελεί βαρυσήμαντο στοιχείο, ούτε αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή της ποινής όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων (βλ. Δημητρίου ν. Αστυνομίας[17], Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαλέκκου[18]). Ο συνήγορος υπεράσπισης κατά την αγόρευση του κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία αναφέρθηκε σε ένα αλλοδαπό, ονόματι «Raskan» ως συναυτουργό του και συγκεκριμένα ως το άτομο που εκτέλεσε χρέη σκοπού/ελέγχου του σχεδίου δράσης. Επικαλέστηκε το πιο πάνω πρόσωπο και για να καταδείξει ότι ο ίδιος δεν έτυχε ίσης μεταχείρισης. Υποστήριξε ότι οι Αστυνομικές Αρχές δεν διερεύνησαν τα λεγόμενα του κατηγορούμενου 2 σε σχέση με το άτομο αυτό και επικαλούμενος την ίση μεταχείριση παραβατών σε συνδυασμό με τη μη δίωξη συναυτουργού, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει το γεγονός αυτό να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας. Δεν συμμεριζόμαστε ούτε αυτή τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης. Κατ' αρχάς η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν δέχθηκε την πιο πάνω θέση, αναφέροντας ότι η αναφορά του κατηγορούμενου 2 στον πιο πάνω αλλοδαπό πρόσωπο, έγινε στην πρώτη του κατάθεση στην Αστυνομία, την οποία αναίρεσε στη συνέχεια μέσω της θεληματικής του κατάθεσης. Η αναφορά ενός μικρού ονόματος κάποιου αλλοδαπού, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, δεν βοήθησε την Αστυνομία στον εντοπισμό οποιουδήποτε συνεργάτη των δύο κατηγορουμένων. Παραμένει δε άγνωστο κατά πόσο ο «Raskan» ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08.03.2018 υπάρχει πράγματι εύρημα ότι κατά τον επίδικο χρόνο κοντά στην είσοδο του χωριού Λόφου, ένα άσπρο όχημα προσπάθησε να προσπεράσει και τελικά προσπέρασε το όχημα στο οποίο επέβαινε η Μ.Κ.1 και ο σύζυγος της. Ο ισχυρισμός όμως του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το όχημα αυτό οδηγείτο από το εν λόγω αλλοδαπό πρόσωπο, δεν συμπεριλαμβάνεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ούτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Κρίνουμε επομένως ότι η πιο πάνω εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται υπόψη. Δεν γίνεται δεκτή ούτε η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι υπήρξε συμφιλίωση του κατηγορούμενου 2 με την παραπονούμενη, Μ.Κ.1, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε στην ίδια και στο σύζυγο της συγνώμη παραδεχόμενος το λάθος του. Πέραν του γεγονότος ότι η παραπονούμενη έχει αρνηθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε συγνώμη, κρίνουμε ότι και αν ακόμη συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμφιλίωση της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο
- Δεν θα μπορούσε δηλαδή μια απλή συγνώμη να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα ουσιαστικής σημασίας σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, χωρίς να συντρέχουν και άλλα στοιχεία, για παράδειγμα η επιστροφή της κλαπείσας περιουσίας ή μέρους της, ή η καταβολή αποζημίωσης στην παραπονούμενη. Όσον αφορά την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι επειδή ο κατηγορούμενος 1 έλαβε προεδρική χάρη, το γεγονός αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει ως μετριαστικός παράγοντας όσον αφορά τον πελάτη του, σημειώνονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την επιστολή του Π. Τσολιά, Επόπτη Γραφείου Παραλαβών και Απολύσεων του Τμήματος Φυλακών προς το συνήγορο υπεράσπισης, ημερομηνίας 30.03.2018, Τεκμήριο Β, ο κατηγορούμενος 1 την 01.03.2018 ευεργετήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με αναστολή της ποινής του «κατά ένα τέταρτο», δηλαδή οφείλει πλέον να εκτίσει δύο χρόνια και τρεις μήνες από 27.06.2017, ημερομηνία κατά την οποία του επιβλήθηκε ποινή από το Κακουργιοδικείο. Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλέσθηκε την υπόθεση Καύκαρος & άλλος ν. Δημοκρατίας[19]. Στην πιο πάνω υπόθεση, οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι μαζί με τρίτο πρόσωπο από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού για τα αδικήματα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς σε κατοικία με τη χρήση εκρηκτικών υλών και της κατοχής εκρηκτικών υλών, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Και οι τρεις εφεσίβαλαν τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή που τους επιβλήθηκε. Ενώ εκκρεμούσε η ακρόαση της έφεσης απονεμήθηκε χάρη στο τρίτο πρόσωπο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το τρίτο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε στην έφεση και αυτή θεωρήθηκε ως εγκαταληφθείσα. Η πράξη βάσει της οποίας απονεμήθηκε χάρη στο τρίτο πρόσωπο δεν κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου, όμως το τελευταίο, βάσει των πληροφοριών που του δόθηκαν συμπέρανε ότι έγινε σύντμηση της επιβληθείσας ποινής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μετά από εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα, βάσει της εξουσίας που του παρέχεται από το άρθρο 53.4 του Συντάγματος. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της καταδίκης. Όσον αφορά όμως την έφεση κατά της ποινής, έκρινε ότι η μεταχείριση της οποίας έτυχε ο τρίτος εφεσείοντας μπορούσε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο των λόγων έφεσης των δύο εφεσειόντων στην έκταση που αυτές αφορούσαν την ποινή. Αφού έκανε λόγο για την αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών που κατοχυρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 28.1 του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η άσκηση της εξουσίας που παρέχει το άρθρο 53.4 του Συντάγματος δεν ελέγχεται δικαστικά, συνιστά όμως μέτρο που άπτεται, όπως και η μη δίωξη ή αναστολή δίωξης από το Γενικό Εισαγγελέα, της μεταχείρισης των παραβατών. Επομένως το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη την κατάληξη του Κακουργιοδικείου ότι η ποινική ευθύνη του τρίτου προσώπου δεν ήταν υποδεέστερη εκείνης των δύο εφεσειόντων, η μεταχείριση της οποίας έτυχε το τρίτο πρόσωπο μετά την επιβολή ποινής από το Κακουργιοδικείο, δεν απάλλασσε το Ανώτατο Δικαστήριο από την συνεκτίμηση του παράγοντα αυτού στον καθορισμό της ποινής. Καθοδηγούμενο από τα πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε στη μείωση της ποινής στην πρώτη κατηγορία. Η ορθότητα όμως αυτής της προσέγγισης αμφισβητήθηκε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας (Αρ.2)[20] όπου κρίθηκε σκόπιμο όπως διευρυνθεί η σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ολομέλεια αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι η υπόθεση Καύκαρος (ανωτέρω) δεν αποτελούσε δεσμευτικό προηγούμενο και μπορούσε να μην ακολουθηθεί αφού το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη δεν είχε το ευεργέτημα της επιχειρηματολογίας περί του αντιθέτου από την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα. Λέχθηκε ακόμα ότι η επικράτηση της άποψης ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η άσκηση της εξουσίας του Προέδρου, δυνάμει του άρθρου 53.4 του Συντάγματος, παρόλο που είναι αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι αυτή δεν ελέγχεται, αποτελεί αντίφαση αφού θέτει σε δικαστικό έλεγχο την άσκηση του Συνταγματικού δικαιώματος του Προέδρου, με ενδεχόμενο να προκύψουν ατοπήματα και περιορισμός της ελεύθερης άσκησης του εν λόγω δικαιώματος. Η ίδια αρχή επαναβεβαιώθηκε στην Λοΐζου κ.α. ν. Δημοκρατίας[21] όπου έγινε εισήγηση ότι η επιβληθείσα ποινή στον ένα εκ των εφεσειόντων, ήταν έκδηλα υπερβολική και ότι παραβίαζε την αρχή της ισότητας, αφού είχε απονεμηθεί χάρη σε συγκατηγορούμενο του και κάτι τέτοιο δημιουργούσε άνιση μεταχείριση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού προέβηκε σε ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας, κατέληξε ότι ο εφεσείοντας δεν μπορούσε να οικοδομήσει επί ενός τέτοιου θέματος. Στην Ανδρέου ν. Αστυνομίας[22] λέχθηκε ότι η μεταγενέστερη μείωση της ποινής συγκατηγορούμενης της εφεσείουσας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 53.4 του Συντάγματος, μετά από εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα, θα πρέπει να προσεγγίζεται υπό το πρίσμα της Ιωάννου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2) (ανωτέρω), κάνοντας αναφορά και στη Λοΐζου κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Καθοδηγούμενοι επομένως από τα ό,σα η νομολογία επιτάσσει, κρίνουμε πως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 έτυχε Προεδρικής χάρης δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μετριαστικός παράγοντας όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 (βλ. επίσης το σύγγραμμα Ανδρέα Νικόλα Λοΐζου, «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», έκδοση 2001, σελ. 233-234). Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ακόμα ότι στην παρούσα υπόθεση παρατηρείται καθυστέρηση στην επιβολή ποινής, η οποία θα επιβληθεί 33 μήνες μετά τη διάπραξη του αδικήματος και 10 μήνες από την ημερομηνία που αυτός προέβηκε σε παραδοχή στις κατηγορίες. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παρατηρούμε ότι τα αδικήματα έχουν διαπραχθεί τον Αύγουστο του
- Η υπόθεση καταχωρήθηκε την 21.08.2015 και παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου την 30.10.
- Κατά την ως άνω ημερομηνία η υπόθεση αναβλήθηκε για απάντηση για την 23.11.2015 ούτως ώστε να διορισθεί δικηγόρος για τους κατηγορούμενους 1 και 2, μέσω νομικής αρωγής, για λόγο δηλαδή που αφορούσε και τον κατηγορούμενο
- Περαιτέρω την 13.07.2016, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, αναβλήθηκε για την 12.10.2016 κατόπιν αιτήματος όλων των κατηγορουμένων με σκοπό να γίνουν παραδεκτά γεγονότα. Για τον ίδιο λόγο ως επίσης για το λόγο ότι ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 3 διαπίστωσε κατά την ημερομηνία αυτή ότι υπολείπετο μέρος του μαρτυρικού υλικού, η υπόθεση επαναορίστηκε την 24.11.
- Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε τελικά την 23.02.2017 με κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και την έναρξη της μαρτυρίας της παραπονούμενης, Μ.Κ.
- Έκτοτε η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε με κάποιες αναβολές οι οποίες αφορούσαν κυρίως τον κατηγορούμενο 1, αλλά και τον κατηγορούμενο 2, σε μικρότερο όμως βαθμό. Ο τελευταίος, ζήτησε χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο μετά την απόσυρση της κας Αδάμου, ενώ σε κατοπινό στάδιο ζήτησε χρόνο για να συλλέξει στοιχεία που θα παρουσίαζε για μετριασμό ποινής. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι στην καθυστέρηση που παρατηρείται, συνέβαλε και η ίδια η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 σε σημαντικό βαθμό. Σημειώνεται ότι μόνο μία φορά η υπόθεση αναβλήθηκε για λόγους που αφορούσαν το Δικαστήριο. Περαιτέρω για το ζήτημα αυτό, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας[23] τονίστηκε ότι καθυστέρηση στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης κατηγορούμενου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ο οποίος όμως δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτης κ.ά.[24] παρατηρήθηκε καθυστέρηση έναρξης της ποινικής δίωξης και καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης όπου για την τελευταία ευθύνονταν οι κατηγορούμενοι, ενώ υπήρξε παράλληλα μεταβολή των συνθηκών των κατηγορουμένων οι οποίοι στο μεταξύ είχαν αποκτήσει δύο τέκνα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθώς λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο η καθυστέρηση στο σύνολο της. Έχοντας επομένως υπόψη ότι, όπως έχει λεχθεί στην εν λόγω απόφαση ότι ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη και ότι πράγματι στο μεταξύ αυτές έχουν μεταβληθεί, αφού ο κατηγορούμενος 2 έχει αποκτήσει στο μεταξύ ακόμα ένα παιδί, λαμβάνουμε την καθυστέρηση στο σύνολο της ως μετριαστικό παράγοντα, χωρίς όμως να δίνουμε σε αυτή βαρύνουσα σημασία, διότι δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να στηρίζεται επί των δικών του ενεργειών και να απολαμβάνει το στοιχείο του μετριαστικού παράγοντα του χρόνου και της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, από τη στιγμή που και ο ίδιος συνέβαλε σε κάποιο βαθμό στην καθυστέρηση[25]. Θα αναφερθούμε στη συνέχεια σε προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με ποινές που επιβλήθηκαν για παρόμοιας φύσεως αδικήματα, με αυτά στα οποία ο κατηγορούμενος 2 βρέθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στην οποία έκανε αναφορά ο συνήγορος υπεράσπισης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δύο, τριών και έξι χρόνων που επιβλήθηκαν πρωτόδικα μετά από παραδοχή σε οκτώ κατηγορίες δεκασμού δημόσιου λειτουργού κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σε μια κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2), 5, 7 και 8 του Ν.188
(1)/2007, με πιο υψηλή στην τελευταία κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων με παράνομες δραστηριότητες. Ο εφεσείοντας λόγω των επιλήψιμων πράξεων του νομιμοποίησε παράνομα το ποσό των €498.
- Ο εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου, συνεργάστηκε με τις διωκτικές αρχές, δήλωσε πρόθυμος να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας ενώ ήταν διαζευγμένος πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών, ηλικίας 15 και 16 ετών και απώλεσε την εργασία του. Στη Νικολάου ν. Δημοκρατίας[26] ο εφεσείων απέσπασε μεγάλα χρηματικά ποσά από λογαριασμούς πελάτη τραπεζικού ιδρύματος στο οποίο ο ίδιος εργαζόταν ως προϊστάμενος καταστήματος. Ξόδεψε όλα τα ποσά που απέσπασε συμποσούμενα σε €247.920, ΗΠΑ $93.550 και ST £11.700 για πληρωμή χρεών τα οποία αυτός είχε δημιουργήσει κατά την ενασχόληση του με τον τζόγο. Η πράξη αποπληρωμής χρεών με την προαναφερθείσα δραστηριότητα του επαναλήφθηκε δεκαέξι συνολικά φορές, διαπράττοντας το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο εφεσείων προέβηκε σε παραδοχή και το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε για τα αδικήματα της κλοπής και της ψευδούς καταχώρισης σε λογαριασμό με σκοπό την καταδολίευση ποινές φυλάκισης δύο και τριών χρόνων αντίστοιχα, ενώ για τα υπόλοιπα, της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου τα οποία ήταν και τα πλέον σοβαρά, επέβαλε για το κάθε ένα από αυτά ποινές φυλάκισης έξι χρόνων με τις ποινές να συντρέχουν. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, ο ίδιος και η οικογένεια του έκαναν διευθετήσεις για εξασφάλιση του συνόλου του υπεξαιρεθέντος ποσού, ενώ παρατηρήθηκε καθυστέρηση από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής. Το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε σε μείωση κατά έξι μήνες των ποινών για τα αδικήματα που επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης δύο και τριών χρόνων και δώδεκα μηνών σ' αυτά που επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι χρόνων, λόγω του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την κακή ψυχολογική κατάσταση του εφεσείοντα η οποία τον ώθησε στη διάπραξη των αδικημάτων. Στην Αδάμου ν. Δημοκρατίας[27] το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης έξι χρόνων σε 49 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και τριών χρόνων στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. Η αξία της κλοπιμαίας περιουσίας ανερχόταν σε €973.983,40 ενώ τα έσοδα που οικειοποιήθηκε ο εφεσείων πωλώντας τα κλοπιμαία ανέρχονταν σε €60.
- Ο εφεσείων ήταν υπάλληλος ημικρατικού οργανισμού, υπεύθυνος αποθήκης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη, ανάμεσα σ' άλλα, την άμεση παραδοχή του στην Αστυνομία, την παραδοχή του στο Δικαστήριο, το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές του συνθήκες, περιλαμβανομένης της κατάστασης της υγείας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την ποινή, τόνισε ότι σημασία για σκοπούς επιβολής ποινής έχει η ζημιά που προκαλείται στον παραπονούμενο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν σχεδόν ενός εκατομμυρίου ευρώ, και όχι το ποσό που επωφελήθηκε ο ίδιος ο εφεσείων, που αποτελεί παράγοντα με πολύ πιο περιορισμένο ελαφρυντικό χαρακτήρα. Αυτό απαντά στην εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο πελάτης του θα πρέπει να κριθεί επιεικώς λόγω του μικρού ποσού που επωφελήθηκε από την παράνομη δραστηριότητα του, εισήγηση που δεν γίνεται επομένως αποδεκτή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε ακόμα στην ίδια απόφαση ότι η αρχή που προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο θέμα της ποινής είναι απλώς βοηθητικές και κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (βλ. επίσης την υπόθεση Προεστού ν. Δημοκρατίας[28]) Σε σχέση με τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου στην υπόθεση Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας[29] λέχθηκε ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας κατηγορούμενος αλλά και πάλι τέτοιες καταδίκες στερούν τον κατηγορούμενο του δικαιώματος να ζητήσει την επιείκεια του Δικαστηρίου. Ως αναφέρουμε και πιο πάνω, την 11.11.2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 κηδεμονευτικό διάταγμα με όρους κοινοτικής εργασίας διάρκειας δύο ετών. Δυστυχώς για τον κατηγορούμενο 2, η δεύτερη αυτή ευκαιρία που του δόθηκε δεν τον συνέτισε με αποτέλεσμα να διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία έχει βρεθεί ένοχος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, καθ' ον χρόνο το πιο πάνω κηδεμονευτικό διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο όπως αναφέρουμε ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ήταν περίπου ο ίδιος με τον κατηγορούμενο 1, αφού κατά το μεγαλύτερο διάστημα που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα ήταν μαζί και δρούσαν κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος 1 βαρύνετο και αυτός, όπως και ο κατηγορούμενος 2, με μια προηγούμενη καταδίκη με τη διαφορά όμως ότι αυτή δεν αφορούσε παρόμοιο αδίκημα. Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένων και ψυχολογικών, συνεπεία των οποίων εμφάνισε εικόνα κατάθλιψης, ενώ ο κατηγορούμενος 2 είναι πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, μικρής ηλικίας και η σύζυγος του δεν εργάζεται, αντιμετώπισε πρόσφατα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έχουν δηλώσει την προθυμία τους να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για εγγραφή των οχημάτων που αγόρασαν με τα χρήματα που επωφελήθηκαν από την παράνομη δραστηριότητα τους επ' ονόματι της παραπονούμενης ως επίσης έχουν παραδεχθεί ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών και έχουν συνεργαστεί με αυτές αλλά και έχουν προβεί σε παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Διευκρινίζουμε βέβαια ότι ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε σε παραδοχή κατά τα αρχικά στάδια της ακρόασης ενώ η μαρτυρία της παραπονούμενης, Μ.Κ.1, που ήταν η πλέον ουσιώδης μάρτυρας, βρισκόταν σε εξέλιξη, ενώ ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε σε παραδοχή σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας ενώ η μαρτυρία της Μ.Κ.1 είχε ήδη ολοκληρωθεί και κατέθετε ο Μ.Κ.
- Τονίζουμε επίσης ότι βαρύνουσα σημασία κατά την επιμέτρηση της ποινής, όσον αφορά τον κατηγορούμενο 1, είχε το γεγονός ότι είχε εκδηλώσει την πρόθεση του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, κάτι που τελικά έγινε και λήφθηκε ως μετριαστικός παράγοντας, ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν εξέφρασε τέτοια πρόθεση. Αυτό, κατά την άποψη μας, δικαιολογεί υπό τις περιστάσεις την διαφοροποίηση των ποινών, καθότι η ποινή του κατηγορούμενου 1 είχε μειωθεί σημαντικά λόγω της ενέργειας του αυτής. Εξετάσαμε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε πιο πάνω. Αφού συνυπολογίσαμε και σταθμίσαμε όλους τους παράγοντες κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή αναπόφευκτα είναι η ποινή φυλάκισης και επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 10η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3½ ετών. Στις κατηγορίες 3, 5 και 9 δεν επιβάλλεται ποινή καθότι έχουν επιβληθεί ποινές στα ουσιαστικά αδικήματα που αφορούν τις κατηγορίες 4, 6 και 10 αντίστοιχα. Όλες οι ποινές να συντρέχουν και μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται υπό κράτηση, ήτοι από την 08.03.
- Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)του περί της Υφ' όρων Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, κρίνουμε ότι εφόσον τα αδικήματα στην παρούσα υπόθεση έχουν διαπραχθεί πριν την επιβολή της ποινής φυλάκισης των 4 μηνών με τριετή αναστολή στα πλαίσια της υπόθεσης 23338/13 Ε.Δ. Λεμεσού στις 16.11.2017, ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος το Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της επιβληθείσας ποινής στην εν λόγω υπόθεση. Το ποσό των €60 που αφορά τα έξοδα της διαδικασίας σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Όσον αφορά το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX51 για το οποίο ο κατηγορούμενος 2 έχει δηλώσει ότι συναινεί όπως αυτό δοθεί στην παραπονούμενη, εκδίδεται διάταγμα όπως ο κατηγορούμενος 2 παραδώσει στην παραπονούμενη, XXXXX Ιωάννου, το όχημα XXXXX51 εντός έξι μηνών από σήμερα και λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για σκοπούς της νόμιμης μεταβίβασής αυτού. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 16 που είναι τα κλειδιά του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX51 να παραδοθούν στην παραπονούμενη κατά το χρόνο παράδοσης του εν λόγω οχήματος. Τα Τεκμήρια 8Α, 8Β, 15 και 19 να κατασχεθούν και να καταστραφούν, μετά βεβαίως την αποπεράτωση οποιασδήποτε έφεσης έχει καταχωρηθεί ή θα καταχωρηθεί στο μέλλον σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. (Υπ.) ............... Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ [1] Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, έκδοση 2015, παραγρ. 4-260 - 4-262 και Conrad Mbakoub Mbakoup v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B225, Π.Ε. 86/14, ημερομηνίας 27.03.2015, Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221 [2] Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 40/2015, ημερομηνίας 25.11.2016 [3]
(2012)2 Α.Α.Δ. 787 [4] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 [5] Βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 [6] Βλέπετε, μεταξύ άλλων, Attorney General of the Republic v. Trattou
(1978)2 C.L.R. 69, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 228, G. M. Pikis "Sentencing in Cyprus" Αναθεωρημένη έκδοση, σελ. 65-66 [7] Βλέπετε, μεταξύ άλλων, R v. Debbag and Izett 12 Cr.App.R. (S) 733 C.A., Ghafari v. Aστυνομίας
(2001)2 A.A.Δ. 442, Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2015:B779, Π.Ε. 222/2014, ημερομηνίας 25.11.2015 [8]
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 [9] Π.Ε. 163/2015, ημερομηνίας 11.7.2016 [10]
(2005)2 Α.Α.Δ. 337 [11] Βλ. Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485, Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 [12] Βλ. Σταύρου "Φάντης" ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61 [13]
(1993)2 A.A.Δ. 117 [14]
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 [15]
(1997)2 Α.Α.Δ. 195 [16]
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 [17]
(2004)2 Α.Α.Δ. 46 [18]
(2003)2 Α.Α.Δ. 50 [19]
(1995)2 Α.Α.Δ. 51 [20]
(1997)2 Α.Α.Δ. 267 [21]
(2001)2 Α.Α.Δ. 546 [22]
(2005)2 Α.Α.Δ. 593 [23]
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 [24]
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 [25] Νίκος Πολυβίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 11 [26] Ποινική Έφεση αρ. 220/2014, ημερομηνίας 26.07.2016 [27]
(2012)2 Α.Α.Δ. 494 [28] Ποινική έφεση 17/2016, ημερομηνίας 22.05.2017 [29]
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο