← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΚΟΥΡΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 10776/14, 16/5/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΣΚΟΥΡΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 10776/14, 16/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10776/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. XXXXX ΣΚΟΥΡΟΣ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κος. Γ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δια του παρόντος κατηγορητηρίου συνολικά 5 κατηγορίες (η 6η κατηγορία επί του κατηγορητηρίου διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή). Αναφορικά με τις κατηγορίες 3η, 4η και 5η (οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κίνδυνου τρίτου μέρους, άνευ άδειας οδηγήσεως και με ακυρωμένη εγγραφή του οχηματος αντίστοιχα) ο κατηγορούμενος καταχώρησε παραδοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση αναφορικά με τις κατηγορίες 1η και 2η την διάπραξη των οποίων ο κατηγορούμενος αρνήθηκε. Με βάση την 1η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά την 12/7/2013 στην Λεμεσό οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του με αρ. εγγραφής XXXXX79 ενώ είχε καταναλώσει τόση ποσότητα αλκοόλης η αναλογία της οποίας στο αίμα υπερέβαινε το καθορισθέν όριο δηλαδή περιείχε 116 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρο αίματος αντί 50 χιλιοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος. Η 2η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών / φαρμάκων ήτοι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών φαρμάκων κατά τρόπο που η ικανότητα του κατά τρόπο που η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των 2 κατηγοριών παρουσίασε 3 συνολικά μάρτυρες τον Αστ. XXXXX8, XXXXX Ματθαίου (ΜΚ1), την Δρ. XXXXX Αυξεντίου (ΜΚ2) και την Δρ. XXXXX Κωνσταντή (ΜΚ3). Η ουσία της υπόθεσης και εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στις κατηγορίες οδηγούσε ενώ είχε καταναλώσει τόσο ποσότητα αλκοόλης με αποτέλεσμα το όριο να βρεθεί να είναι πάνω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο όσο και ενώ είχε καταναλώσει ναρκωτικές ουσίες με αποτέλεσμα η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι μειωμένη. Την θέση αυτή βασίζει η Κατηγορούσα Αρχή στα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων που στάλθηκαν από το Γενικό Χημείο του κράτους και αναλύθηκαν στην μαρτυρία της ΜΚ2. Το δε αίμα σύμφωνα με την εκδοχή αυτή λήφθηκε καθ' όν χρόνο ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με την συγκατάθεση της θεράποντος ιατρού του - ΜΚ3. Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Με αναφορά στη νομολογία και την μαρτυρία προέβαλε τη θέση ότι η συγκατάθεση της ιατρού παρουσιάζει κενά και είναι αόριστη και γενική αλλά και απουσιάζει η έγγραφη μαρτυρία για το πως λήφθηκε το αίμα. Τα δύο αυτά σημεία με βάση την εισήγηση σε συνάρτηση με την σχετική επί του θέματος νομοθεσία (άρθρο 9 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/1986) δεικνύουν ότι ελλείπουν συστατικά στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενου από αυτό το στάδιο. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Η θέση της ήταν ότι οι εισηγήσεις της υπεράσπισης άπτονται ζητημάτων αξιολόγησης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και δεν δύναται να οδηγήσει σε αθώωση από το στάδιο αυτό. Τα όσα αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν αναφέρει στις αγορεύσεις τους αναλύοντας της νομική τους επιχειρηματολογία σε συνάρτηση με την δοθείσα μαρτυρία έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως εκ τούτου δεν κρίνω απαραίτητο να επαναλάβω στην απόφαση αυτή τις θέσεις τους. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά καθιερωμένες. Ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι υποθέσεις Azinas v. Police

(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). Υπενθυμίζω περαιτέρω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλ. R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιεγγέρη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Π.Ε. 121/2014, 16/12/2016 και In Re Kakos, ανωτέρω). Αποτελεί συνήθη και ορθή πρακτική από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, όταν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, να αιτιολογεί συνοπτικά την απόφασή του, αποφεύγοντας έτσι να υπεισέλθει σε πρόωρη ανάλυση της μαρτυρίας, ενόψει της συνέχισης της δίκης (βλ. Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Π.Ε. 112/2014, 20/11/2015 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη (βλ. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ, ανωτέρω). Πέραν της προφορικής μαρτυρίας κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός το κάτωθι: Αυτά τα αδικήματα προέκυψαν μετά από διερεύνηση τροχαίου δυστυχήματος για το οποίο δεν κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος καθότι δεν ευθυνόταν. Η μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή περιλαμβάνει την μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ1) ο οποίος ανάφερε τις ενέργειες του σε σχέση με την διερεύνηση του δυστυχήματος και τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή του δείγμα αίματος του κατηγορούμενου αλλά και την πορεία που ακολουθήθηκε για να μεταφερθεί αυτό στο Κρατικό Χημείο. Επί της ουσίας της μαρτυρίας του κατέθεσε έγγραφο που κατά τον ίδιο αποτελεί την συγκατάθεση της ιατρού του κατηγορούμενου για την παραχώρηση δείγματος αίματος με σκοπό την διενέργεια εξετάσεων για αλκοόλη και ναρκωτικά. Λόγω της πολύ σοβαρής κατάστασης της υγείας του κατηγορούμενου ο οποίος βρισκόταν στην μονάδα εντατικής θεραπείας δεν υπήρχε η δυνατότητα να δοθεί δείγμα εκπνοής και ζητήθηκε από την ιατρό του να τους δοθεί δείγμα αίματος. Έλαβε 2 μπουκάλια και τα μετέφερε στο ψυγείο τεκμηρίων του σταθμού και ακολούθως σε παγωνιέρα κατά την μεταφορά τους στην Λευκωσία. Με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεων κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο από τον οποίο έλαβε και ανακριτική κατάθεση. Η ΜΚ2 XXXXX Αυξεντίου είναι η προϊστάμενη του εργαστηρίου δικανικής χημείας και τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του κράτους. Αναγνώρισε τα αποτελέσματα από τις αναλύσεις αίματος που παραδόθηκε στο χημείο από τον ΜΚ1 και τα ευρήματα σε σχέση με την αλκοόλη και τις ναρκωτικές ουσίες που ανευρέθηκαν. Η ΜΚ3 είναι η ιατρός που κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελούσε την θεράπουσα ιατρό του κατηγορούμενου. Η μάρτυρας αυτή αναφέρθηκε στην κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου και αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 που φέρει την υπογραφή και σφραγίδα της αναφορικά με την λήψη αίματος από τον κατηγορούμενο. Ανάφερε την διαδικασία που ακολουθείται για να δοθεί αίμα στην αστυνομία από κάποιο ασθενή με δική της έγκριση και συγκεκριμένα μέρος αίματος από αυτό που λαμβάνεται για άλλες εξετάσεις. Έχω παραθέσει ένα γενικό πλαίσιο της μαρτυρίας που δόθηκε χωρίς να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες των αναφορών εκάστου μάρτυρα με αναφορά στις ενέργειες τους. Με βάση την μαρτυρία που δόθηκε κρίνω ότι υπάρχει έδαφος να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία και δεν δικαιολογείται η αποδοχή της θέσης της υπεράσπισης για αθώωση σε αυτό το στάδιο. Τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος με καλεί να εξετάσω με αναφορά στην εξέταση της μαρτυρίας κυρίως των ΜΚ1 και ΜΚ3 αποτελούν ζητήματα που άπτονται λεπτομερούς και εις βάθος αξιολόγησης της μαρτυρίας τους σε συνάρτηση και με την σχετική επί των αδικημάτων νομοθεσία για την λήψη δείγματος αίματος προσώπου που αδυνατεί να δώσει την συγκατάθεση του. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εις βάθος θεώρηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει αυτή αντικειμενικά και ιδωμένη αυτή στο απόγειο της ήτοι στην καλύτερη της μορφή. Καταλήγω ότι στο στάδιο αυτό και αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν παρουσιάζει τέτοια εν γένει αντινομία που να δικαιολογεί αθώωση στο στάδιο αυτό. Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται δε ούτε να ελλείπει οιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι στο στάδιο αυτό έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση από πλευράς της κατηγορούσας αρχής και ο κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπιση του στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει. (Eξηγούνται στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του). (Υπ.).................................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.