← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΚΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 14186/17, 9/5/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΜΑΚΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 14186/17, 9/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14186/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX ΜΑΚΡΗΣ Κατηγορούμενος -------------------------- Ημερομηνία: 09 Μαΐου 2018 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για κατηγορουμένη: κος. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στο αδίκημα πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν τεθεί γραπτώς από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση κατατέθηκαν δε ως Τεκμήριο Γ. Σημειώνω ότι το σχεδιάγραμμα της σκηνής που ετοιμάστηκε κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α και επιπλέον σύνολο 25 φωτογραφιών που λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος ως Τεκμήριο Β. Σύμφωνα με τα ενώπιον μου γεγονότα στις 11/12/16 και περί ώρα 17:05 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο υπ' αρ. εγγραφής: XXXXX63 στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό και κατευθυνόταν προς τα δυτικά. Ο ήλιος έδυσε η ώρα 16:36 και ήταν σούρουππο, γι' αυτό και ο κατηγορούμενος είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του. Ο οδικός φωτισμός ήταν κλειστός. Την ίδιαν ώρα, σύμφωνα με οπτικά πλάνα που λήφθηκαν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (τεκμήριο 442/16), ο πεζός XXXXX Ανδριά, 80χρ (θύμα) τέως από την Ελλάδα, μόνιμος κάτοικος Λεμεσού, περπατούσε στο νότιο πεζοδρόμιο του δρόμου και κατευθυνόταν προς τα δυτικά. Παρά την δεξιά πάροδο Δημοκρίτου, όπου υπάρχει διάβαση πεζών τύπου ζέπρα με αναλάμποντες κίτρινους φανούς που ήταν σε λειτουργία, ο πεζός άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο από τα νότια προς τα βόρεια, δηλαδή από τα αριστερά προς τα δεξιά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, χρησιμοποιώντας την διάβαση πεζών. Αφού ο πεζός κάλυψε απόσταση 4,40μ εντός της διάβασης για χρόνο 5 δευτερόλεπτα, χτυπήθηκε με το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, ο οποίος δεν αντιλήφθηκε καθόλου την παρουσία του πεζού (θύματος). Από τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια στην άσφαλτο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί κρίσιμα στο κεφάλι. Το αυτοκίνητο υπέστηκε αλαφρές ζημιές στο μπροστινό δεξιό μέρος. Στη σκηνή κλήθηκε ασθενοφόρο με επικεφαλή την νοσηλεύτρια XXXXX Αθανασίου η οποία παρέσχεσε τις Α' Βοήθειες στον τραυματισμένο πεζό. Παρέλαβε τον πεζό (θύμα) και τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου τον παρέδωσε η ώρα 17:32 στην Δρ. XXXXX Λοίζου και τελικά το θύμα υπέκυψε στα τραύματα του την ίδιαν ημέρα και ώρα 18:

  1. Την σχετική βεβαίωση θανάτου έκδωσε η ιατρός Μ-3 επί του κατηγορητηρίου. Στο νοσοκομείο Λ/σού μετέβηκε και ο Αστ.2009 XXXXX Αντωνίου (Μ-4) ο οποίος διαπίστωσε ότι το θύμα φορούσε γκρίζο κοστούμι. Την σκηνή επισκέφθηκαν αρχικά η ώρα 17:55 οι Αστ.XXXXX5 XXXXX Γεωργίου (Μ-13) και Αστ.XXXXX5 XXXXX Μαντοβάνης(Μ-12) της Τροχαίας Λ/σού, οι οποίοι βρήκαν τον κατηγορούμενο παρόντα και το αυτοκίνητο του στη τελική του θέση. Ο Μ-13 υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης, με μηδενική ένδειξη. Παρών ήταν και ο ανεξάρτητος μάρτυρας Κάης XXXXX (Μ-1), ο οποίος κατά τον επίμαχο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του από την αντίθετη κατεύθυνση και είχε δει το θύμα από απόσταση 45 περίπου μέτρων να διασταυρώνει την οδό Γρίβα Διγενή και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να συγκρούεται με το θύμα. Ο ίδιος μάρτυρας υπόδειξε ως σημείο συγκρούσεως αυτοκινήτου-πεζού (θύματος) το X, το οποίο σημείωσε ο Μ-13 στην άσφαλτο. Μετά τον θάνατο του πεζού, την σκηνή επισκέφθηκε και ο Λοχ.XXXXX9 XXXXX Σάββα (Μ-14) ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Την σκηνή φωτογράφισε ο Μ-12, ενώ ο Μ-13 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο με τις αναγκαίες μετρήσεις, το οποίο μετέτρεψε αργότερα σε σχέδιο με κλίμακα 1:
  2. Με το σχέδιο συμφώνησε και υπόγραψε ο κατηγορούμενος όταν του εξηγήθηκε από τον Μ-
  3. Ακολούθως, το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου μεταφέρθηκε στο Τμήμα Τροχαίας Λ/σού από ρυμουλκό με την συνοδεία του Μ-
  4. Ο Μ-13 προέβηκε σε έλεγχο των μπροστινών φώτων πορείας και διαπίστωσε ότι είχαν εμβέλεια 50 μέτρων στη χαμηλή στάση. Το ίδιο βράδυ και ώρα 20:30, ο Μ-14 συνέλαβε τον κατηγορούμενο στη Τροχαία Λ/σού με δικαστικό ένταλμα, ως ύποπτο για το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας. Του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και απάντησε: «Τι να πώ;» Στη συνέχεια, μεταξύ των ωρών 21:30-23:00, ο Μ-14 πήρε γραπτή ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ως Κ-
  5. Αυτός κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι, παρόλο που γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει διάβαση πεζών, εντούτοις δεν είδε τον πεζό από πού ερχόταν ούτε προς τα πού πήγαινε. Τον αντιλήφθηκε για πρώτη φορά όταν το σώμα του πεζού χτύπησε στο μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, οπόταν πάτησε φρένα και σταμάτησε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση και αφέθηκε ελεύθερος την επόμενην ημέρα και ώρα 09:
  6. Στις 12/12/16 και ώρα 10:00, ο ιατροδικαστής Δρ.XXXXX Σοφοκλέους (Μ-5) διενήργησε στο νεκροτομείο του γεν.νοσοκομείου Λεμεσού την νεκροψία στη σορό του θύματος και διαπίστωσε ότι ο θάνατος του οφειλόταν σε «Βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα» Τη σορό αναγνώρισε ο γιός του θύματος XXXXX Ανδριάς (Μ-6) ενώ τις φωτογραφίες κατά την νεκροψία έλαβε ο Αστ.XXXXX2 XXXXX Αθανασίου (Μ-7). Κατά την διάρκεια της νεκροψίας, ο ιατροδικαστής Μ-5 έλαβε από τη σορό του θύματος δύο φιαλίδια με αίμα, ένα φιαλίδιο οφθαλμικού υγρού και ένα φιαλίδιο με δείγμα ούρων για ανάλυση ως προς την περιεκτικότητα τους σε αιθυλική αλκοόλη και αφού τα τοποθέτησε σε κιβώτιο λήψης βιολογικών δειγμάτων, τα παρέδωσε στον Μ-
  7. Αυτός με τη σειρά του τα μετέφερε στη Τροχαία Λ/σού και τα παρέδωσε η ώρα 13:00 στον ανακριτή Μ-14 (τεκμήριο 441/16). Το κιβώτιο βιολογικών δειγμάτων μεταφέρθηκε στις 15/12/16 στο Κρατικό Χημείο από τον Μ-14 και παραδόθηκε η ώρα 11:00 στην XXXXX Λιβέρη. Τα βιολογικά δείγματα αναλύθηκαν από την χημικό XXXXX Αυξεντίου και δεν εντοπίστηκε αιθυλική αλκοόλη. Αυτά (τεκμήριο 441/16) καταστράφηκαν μετά τις εργαστηριακές αναλύσεις. Στις 12/12/16 και ώρα 15:30, ο Αστ.XXXXX8 XXXXX Ματθαίου (Μ-8) μετέβηκε στο εστιατόριο με την εμπορική επωνυμία «Pitta&More» που βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή και από έλεγχο που έγινε στο σύστημα παρακολούθησης του εστιατορίου, διαπιστώθηκε ότι το υπό αναφορά δυστύχημα καταγράφηκε από την εξωτερική κάμερα αρ:
  8. Στη παρουσία του ο τεχνικός συστημάτων παρακολούθησης XXXXX Δημητρίου (Μ-9) μετέφερε τα δεδομένα σε USB memory stick. Αργότερα ο ίδιος τεχνικός αντέγραψε τα δεδομένα σε ένα ψηφιακό δίσκο DVD-R, τον οποίο παρέδωσε στις 13/12/16 και ώρα 10:38 στο ανακριτή Μ-14 (τεκμήριο αρ: 442/16). Στις 15/12/16 και ώρα 10:45 ο Μ-14 παρέδωσε το DVD-R στον Αστ.XXXXX6 XXXXX Μικελλίδη (Μ-10) της ΥΓΊ.ΕΓ.Ε, για να εκτυπώσει φωτογραφίες πριν και κατά τη διάρκεια που διασταύρωνε ο πεζός και να ετοιμάσει δύο αντίγραφα του ψηφιακού δίσκου. Στις 20/03/17 ο Α/Λοχ.XXXXX0 XXXXX Θεοχάρους (Μ-11) παρέλαβε από τον Μ-10 τον πρωτότυπο ψηφιακό δίσκο, ένα αντίγραφο του ψηφιακού δίσκου, ένα βιβλιάριο αποτελούμενο από 6 φωτογραφίες και την έκθεση του Μ-
  9. Τα μετάφερε στη Τροχαία Λ/σού και τα παρέδωσε η ώρα 12:00 στον ανακριτή Μ-
  10. Το αντίγραφο του ψηφιακού δίσκου (τεκμήριο 443/16) τοποθέτησε ο Μ-14 στο παρών φάκελο της υπόθεσης, μαζί με το βιβλιάριο των 6 φωτογραφιών. Στις 19/12/16 μεταξύ των ωρών 09:15-10:05 ο Μ-14 έλαβε 2η ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στη Τροχαία Λ/σού και τον πληροφόρησε για την ύπαρξη οπτικών πλάνων, δηλαδή βίντεο παρακείμενου καταστήματος που κατέγραψε το δυστύχημα. Αυτός δεν επιθυμούσε να το δει, ούτε θεώρησε αναγκαίο να δώσει την συγκατάθεση του στην αστυνομία για να ελέγξει τις κλήσεις και μηνύματα του αριθμού που χρησιμοποιεί στη κινητή τηλεφωνία. Για την φωτογράφιση της σκηνής και της νεκροψίας, οι Μ-7 & 12 χρησιμοποίησαν την υπηρεσιακή ψηφιακή φωτ.μηχανή μάρκας Nikon D300s. Αντέγραψαν όλες τις φωτογραφίες της σκηνής και της νεκροψίας μέσω Η/Υ σε ξεχωριστούς ψηφιακούς δίσκους χωρίς να προσθέσουν ή να αλλάξουν οτιδήποτε από το περιεχόμενο της κάρτας μνήμης. Στη συνέχεια, με την βοήθεια Η/Υ, επιλέχτηκαν 25 αρχεία φωτογραφιών της σκηνής και 12 αρχεία φωτογραφιών της νεκροτομής. Με την βοήθεια του λογισμικού προγράμματος «CID cases 2», τις αρίθμησαν αντίστοιχα και τις αντέγραψαν σε ξεχωριστούς ψηφιακούς δίσκους, από τους οποίους εκτυπώθηκαν οι φωτογραφίες εις τετραπλούν. Στη συνέχεια ετοίμασαν ξεχωριστά βιβλιάρια φωτογραφιών της σκηνής και της νεκροτομής, με ευρετήριο στο πίσω μέρος. Συμπληρωματικά με τα πιο πάνω η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η οδός Γρίβα Διγενή αποτελεί κύρια οδική αρτηρία της ανατολικής πόλεως και προαστίων Λεμεσού. Είναι διπλής κατεύθυνσης χωρίς οριζόντια σήμανση στο οδόστρωμα. Στο σημείο του δυστυχήματος υπάρχει διάβαση πεζών τύπου ζέβρα στην οποία υπάρχουν αναλάμποντες φανοί οι οποίοι λειτουργούσαν κανονικά. Ο δρόμος είναι ευθύς και το οδόστρωμα ασφαλτοστρωμένο. Η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν 45 μέτρα. Από την σύγκρουση το όχημα του κατηγορούμενου παρουσίασε σκούπισμα σκόνης στο δεξιό μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα και καπό και το καπό της μηχανής πιέστηκε προς τα κάτω και ανυψώθηκε πολύ ελαφριά ενώ στην αριστερή πλευρά θρυμματίστηκε ο ανεμοθώρακας. Ο καιρός ήταν ελαφρά συννεφιασμένος και ψυχρός. Ο οδικός φωτισμός ήταν σβηστός σύμφωνα με έκθεση του Διευθυντή της ΑΗΚ. Τέθηκε σε λειτουργία στις 17:07 ενώ στις 17:05 που έγινε το δυστύχημα ο ήλιος ήταν σχεδόν στην πλήρη δύση του και ο δρόμος φωτιζόταν πολύ αμυδρά. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με οιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Οι Εισηγήσεις του Συνηγόρου του κατηγορούμενου Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του παρέπεμψε το Δικαστήριο σε διάφορα σημεία τα οποία προκύπτουν ως αναφέρει από τα ίδια τα γεγονότα και βάση των οποίων σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορούμενου παρέχουν ευχέρεια επίδειξης επιείκειας στο πρόσωπο του. Σημειώνω ότι το σύνολο της εμπεριστατωμένης αγόρευσης του συνηγόρου έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη. Κάτωθι θα παραθέσω τα κύρια σημεία της αγόρευσης αυτής με αναφορά στους πυλώνες των εισηγήσεων του που στηρίζουν την βασική θέση ότι η οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αποτελεί ένα στιγμιαίο λάθος και αβλεψία. Κατά πρώτο λόγο αναφέρθηκε στον ελλιπή φωτισμό και στην απουσία φώτων τροχαίας που να ελέγχουν την διάβαση. Συγκεκριμένα πέραν του σκοταδιού που προκύπτει από το σβηστό οδικό φωτισμό, από την ημέρα Κυριακή που τα γειτονικά καταστήματα που έχουν φώτα ήταν κλειστά παραπέμπει στο είδος της διάβασης και συγκεκριμένα στο ότι αυτή δεν είναι υπερυψωμένη και δεν έχει φώτα τροχαίας τα οποία να δεικνύουν την έλευση πεζών. Ανάφερε ότι η εν λόγω διάβαση έχει πάσσαλους πορτοκαλί χρώματος που αναβοσβήνουν ανεξάρτητα από την διέλευση πεζού η μη. Ο ανεπαρκής φωτισμός στο δρόμο και η κατάσταση στην εν λόγω διάβαση συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Προς στήριξη αυτής του της θέσης ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρει ότι οι διαβάσεις πεζών σε όλους του αστικούς δρόμους έχουν εδώ και πολλά χρόνια αλλάξει σε σχέση με το συγκεκριμένο σύστημα της επίδικης διάβασης και πλέον ελέγχονται από φώτα τροχαίας με ένδειξη κόκκινο όταν διασταυρώνει πεζός και στην πλειοψηφία αυτών το οδόστρωμα της διάβασης είναι υπερυψωμένο. Η συγκεκριμένη διάβαση δεν αλλάζει οπτικά όταν την χρησιμοποιούν πεζοί. Προς στήριξη της εισήγησης του ο συνήγορος επισύναψε και κατέθεσε 3 φωτογραφίες από άλλες διαβάσεις πεζών οι οποίες καλύπτονται από φώτα τροχαίας. Κατά δεύτερο λόγο έγινε αναφορά στον σκούρο ρουχισμό του θύματος ήτοι κοστούμι γκρίζου χρώματος ενώ ο βηματισμός του ήταν αργός γεγονός που συνέβαλε στην μειωμένη ορατότητα του κατηγορούμενου ο οποίος δεν πρόλαβε να δει το θύμα πριν διασταυρώσει αλλά μόλις το κτύπησε. Κατά τρίτο λόγο γίνεται εισήγηση σε συντρέχουσα αμέλεια του θύματος δεδομένης της μειωμένης ορατότητας, του σκούρου ρουχισμού του θύματος και του ότι προτού το θύμα διασταυρώσει παρέλειψε να κοιτάξει δεξιά και αριστερά και να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Σημειώνω ότι κατά την αναφορά του συνηγόρου υπεράσπισης στον ισχυρισμό αυτό για τον τρόπο που το θύμα εισήλθε στον δρόμο η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επιβεβαίωσε ότι πράγματι το θύμα ως διαφάνηκε από το κύκλωμα παρακολούθησης εισήλθε στην διάβαση χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Επίσης σημειώθηκε ότι το θύμα δεν αντιλήφθηκε ούτε το ίδιο την παρουσία του κατηγορούμενου στο δρόμο. Στο σημείο αυτό με παρέπεμψε ο συνήγορος σε σχετική με την συντρέχουσα αμέλεια νομολογία. Κατά τον συνήγορο του κατηγορούμενου το σφάλμα αυτού εστιάζεται στο γεγονός ότι ενώ προσέγγιζε την διάβαση, έστω υπό τις πιο πάνω συνθήκες παρέλειψε να αντιληφθεί την παρουσία του θύματος έγκαιρα στην διάβαση επί της οποίας επιχειρούσε να διασταυρώσει. Όφειλε να τον αντιληφθεί εφόσον είχε κάποια ορατότητα και αφού το θύμα βρισκόταν εντός της εμβέλειας των φώτων του. Η παράλειψη του να τον δει στοιχειοθετεί την αμέλεια του. Η τελική εισήγηση από πλευράς κατηγορούμενου είναι ότι υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν ήταν τέτοια που να δείχνει άτομο με εγωιστική συμπεριφορά και με συνειδητή παραγνώριση κινδύνου. Όλα τα γεγονότα εξελίχθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα 5 δευτερολέπτων από την στιγμή που το θύμα άρχισε να διασταυρώνει μέχρι την σύγκρουση. Επίσης σε αυτά τα 5 δευτερόλεπτα δεν υπήρχε απεριόριστη ορατότητα αλλά για περίοδο 5 δευτερολέπτων όπου μεσολάβησαν ο αρκετά χαμηλός φωτισμός στον δρόμο, το είδος της διάβασης, ο σκούρος ρουχισμός του θύματος, η χρονική στιγμή που το θύμα εισήλθε στην διάβαση χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Το σύνολο των πιο πάνω δεικνύει κατά τον συνήγορο στιγμιαία αμέλεια και όχι εγωιστική συμπεριφορά. Ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε ότι κτύπησε το θύμα πάτησε φρένα και σε κατάσταση σοκ κάλεσε την αστυνομία και πήγε κοντά στο θύμα. Η ένδειξη αλκοόλης ήταν μηδενική και συνεργάστηκε με τις αρχές. Έγινε αναφορά επίσης σε σωρείας νομολογίας γύρω από το επίδικο ζήτημα της διαφοροποίησης της στιγμιαίας αβλεψίας και της παρατεταμένης επικίνδυνης οδήγησης ή της ενσυνείδητης επικινδυνότητας που απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους με ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Φαίδωνα Μιχαηλίδη Ιωάννου, Ποινική Έφεση 221/2013, ημερ. 28/09/2015 στην οποία αναφορά θα γίνει και κατωτέρω. Αναφορά έγινε και στην διαφοροποίηση της ποινής μετά την κατάληξη στην οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αλλά και στην ψυχολογική του κατάσταση μετά το δυστύχημα. Σύμφωνα με τον συνήγορο του ο κατηγορούμενος υποφέρει από κρίσεις πανικού και συμπτωματολογία κατάθλιψης και μετατραυματικού συνδρόμου ενώ παρουσίασε ιατρική έκθεση του Δρ. XXXXX Χατζηβασίλη (Ψυχίατρου) σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος εξετάστηκε πρώτη φορά από τον ίδιο στις 29/12/
  11. Τις επόμενες ημέρες από το δυστύχημα ο κατηγορούμενος βασανιζόταν έντονα από την εικόνα του δυστυχήματος την οποία έβλεπε εφιαλτικά τα βράδια. Ένιωθε θλιμμένος, απαισιόδοξος και με δυσκολία συγκέντρωσης στην εργασία του. Δεν είχε όρεξη για φαγητό η για συναντήσεις κοινωνικού χαρακτήρα. Ξεκίνησε φαρμακευτική αγωγή ενώ στις 12/1/2017 επανεξετάστηκε παρουσιάζοντας ελαφριά βελτίωση στον ύπνο αλλά με αναλλοίωτα τα άλλα συμπτώματα και αυξήθηκε η δοσολογία της φαρμακευτικής αγωγής. Στις 15/3/2018 επανεξετάστηκε για τελευταία φορά και διαπιστώθηκε ότι η βασανιστική για αυτόν εικόνα του δυστυχήματος παραμένει ακόμα ζωηρή στο μυαλό του, συνεχίζει να έχει δυσκολία στον ύπνο, έγινε πιο ευέξαπτος και δυσθυμικός. Όταν οδηγεί νιώθει υπερένταση και γίνεται ιδιαίτερα σχολαστικός στην τήρηση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Η ιδέα ενδεχόμενης μελλοντικής φυλάκισης του τον κρατά διαρκώς σε αγωνία η οποία περιστασιακά γίνεται ανυπόφορη. Τέλος έγινε εισήγηση ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης αυτή θα πρέπει να ανασταλεί με βάσει της πρόνοιες της νομοθεσίας αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του κατηγορούμενου. Ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε στα πλαίσια της αγόρευσης του και την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε προς όφελος του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με αυτήν ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 33 ετών κομμωτής στο επάγγελμα. Λαμβάνει μηνιαίως ποσό εκ €1100= από την εργασία του και ποσό εκ €133= επίδομα ενοικίου από την Υπηρεσία Μέριμνας. Καταβάλλει μηνιαίως ποσό εκ €400= ως ενοίκιο ενώ διαμένει μόνος του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Λεμεσό σε πολύτεκνη οικογένεια χαμηλών εισοδημάτων. Έχει ακόμα τρία αδέλφια και είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Οι γονείς του είναι από την Αμμόχωστο και μετακινήθηκαν την Λεμεσό μετά την τουρκική εισβολή. Ο πατέρας του ήταν αυτοεργοδοτούμενος τεχνίτης και η μητέρα του οικοκυρά. Αμφότεροι οι γονείς του είναι σήμερα συνταξιούχοι. Ο κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Λύκειο και υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Ακολούθως εργάστηκε ως ξενοδοχουπάλληλος και ως μπάρμαν. Φοίτησε σε σχολή κομμωτικής όπου απέκτησε σχετικό δίπλωμα. Από το 2007 μέχρι το 2013 διέμενε στην Αγγλία όπου και εργαζόταν ως κομμωτής επάγγελμα το οποίο ασκεί από την επιστροφή του στην Κύπρο και μέχρι σήμερα. Το εισόδημα του είναι χαμηλό και βοηθείται κατά περιόδους από τους γονείς του. Στόχος του είναι στο μέλλον να λειτουργήσει δικό του κομμωτήριο και να αυξήσει τα εισοδήματα του. Από τον Δεκέμβριο του 2016 παρακολουθείται από ιδιώτη ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή καθώς παρουσιάζει συμπτώματα κατάθλιψης και μετατραυματικού συνδρόμου. Η Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν. 86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[1]. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού

(2009)2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, διατυπώθηκαν εκ νέου οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr.App.R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Τις συνοψίζω κάτωθι ως ακολούθως:
  1. Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
  2. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
  3. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
  4. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 παρατίθενται περαιτέρω στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
  1. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη.
  2. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό.
  3. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται. Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, και αν ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[2]) ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το δυστύχημα, ακόμη και αν κριθεί η οδήγηση απερίσκεπτη, οφειλόταν σε στιγμιαίο σφάλμα. Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220,230). Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1)ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2)ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου). Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ' εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ' εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου. Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney
(1971)2 Q.Β. 674). Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[3]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα). Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney). Κατάληξη και Ποινή Από τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να δει το θύμα το οποίο επιχειρούσε διασταύρωση από διάβαση πεζών και ενώ διένυσε 4,40 μέτρα εντός αυτής κτυπώντας το με το όχημα του. Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο και το οποίο πρέπει να απαντηθεί με σκοπό να καθοριστεί η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι κατά πόσο η παράλειψη του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων ή αν το λάθος του ήταν στιγμιαίο. Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του τη δεδομένη στιγμή. Η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου, ECLI:CY:AD:2015:B632, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Έφεση αρ. 198/12, ημερ. 19/2/2013). Από τα γεγονότα που ενώπιον μου τέθηκαν ελλείπει οιαδήποτε αναφορά στην ταχύτητα του κατηγορούμενου ήτοι κατά πόσο αυτός έτρεχε με αναφορά στο όριο ταχύτητας του δρόμου αλλά και την συγκεκριμένη ταχύτητα του. Με βάση δε το σχεδιάγραμμα - Τεκμήριο Α από το Χ1 που αμφότεροι οι συνήγοροι ανάφεραν ότι αποτελεί το σημείο που ο κατηγορούμενος κτύπησε το θύμα το όχημα του κατηγορούμενου σταμάτησε σε απόσταση κάποιων μέτρων ήτοι από το σημείο 18.85 της βασικής γραμμής μέτρησης το σημείο της τελικής θέσης του οχήματος του κατηγορούμενου βρίσκεται στο 27.3 (πίσω μέρος οχήματος) μέχρι το 30.8 (μπροστινό μέρος του οχήματος). Από την απόσταση αυτή δεν μπορεί να προκύψει οιοδήποτε εύρημα για υπερβολική ταχύτητα που άλλωστε δεν αποτελεί και μέρος των γεγονότων. Εκ των πραγμάτων δηλαδή η υπόθεση δεν βασίζεται σε επικίνδυνη, αλόγιστη ή απερίσκεπτη οδήγηση στην οποία η οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα ήταν γενεσιουργός αιτία της επικίνδυνης κατάστασης που εν τέλει προκάλεσε το δυστύχημα. Αντίθετα, η προβαλλόμενη γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αποτυχία του κατηγορούμενου να δει έγκαιρα ενώ θα μπορούσε το θύμα να εισέρχεται εντός της διάβασης πεζών και να σταματήσει δίνοντας του προτεραιότητα να διασταυρώσει ως όφειλε με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το θύμα. Σημειώνω περαιτέρω ότι είναι αποδεκτό ότι τα φώτα της διάβασης πεζών δεν διαφοροποιούνται κατά το στάδιο που η διάβαση πεζών είναι σε χρήση από πεζό αντίθετα οι αναλάμποντες κίτρινοι φανοί αναβοσβήνουν ανεξάρτητα από την παρουσία η μη πεζού. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε σύγκρουση επί διάβασης πεζών σε ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας διάβαση με το φως στην διάβαση να είναι κόκκινο ήτοι να προκύπτει άμεσα ότι αυτή χρησιμοποιείται από πεζό. Επιπλέον από τα γεγονότα σημαντική αναφορά πρέπει να γίνει στην ορατότητα του κατηγορούμενου και στις συνθήκες φωτισμού. Η εμβέλεια των φώτων του κατηγορούμενου ήταν 50 μέτρα στην χαμηλή στάση ενώ ο οδικός φωτισμός ήταν ακόμα σβηστός και τέθηκε σε λειτουργία μόλις 2 λεπτά μετά που επήλθε η σύγκρουση. Ο ήλιος έδυσε στις 16:36 και το δυστύχημα έγινε στις 17:05 ενώ ήταν ήδη σούρουπο. Η ορατότητα του δε αναφέρθηκε ότι ήταν στα 45 μέτρα. Ως αναφέρθηκε ο πεζός κινείτο στο πεζοδρόμιο από δυτικά προς ανατολικά και εισήλθε με φορά από νότια προς βόρεια στην διάβαση πεζών με τον κατηγορούμενο να ευρίσκεται στα αριστερά του κατά την είσοδο του στην διάβαση. Το θύμα προκύπτει από τα γεγονότα να έχει εισέλθει στην διάβαση χωρίς να κοιτάξει δεξιά και αριστερά και ελέγχοντας την τροχαία κίνηση ενώ εισήλθε σε αυτήν φορώντας γκρι κουστούμι. Επιπλέον σημαντικό παράγοντα αποτελεί και ο χρόνος εντός του οποίου έλαβαν χώρα τα ουσιώδη γεγονότα. Με βάση την αναφορά της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ως αυτή προκύπτει από το σχετικό οπτικό υλικό, το οποίο σημειώνω δεν προβλήθηκε, η ενέργεια του θύματος να εισέλθει στην διάβαση πεζών και να διανύσει αυτά τα 4.4 μέτρα διήρκησε 5 δευτερόλεπτα κατά την διάρκεια του οποίου ο κατηγορούμενος απέτυχε να δει το θύμα κτυπώντας το. Με βάση τα ενώπιον γεγονότα ως αναφέρθηκαν και περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο Α προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στην αστυνομία ότι παρόλο που γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει διάβαση πεζών εντούτοις δεν είδε τον πεζό από πού ερχόταν ούτε προς τα πού πήγαινε και τον αντιλήφθηκε για πρώτη φορά όταν το σώμα του πεζού κτύπησε στο μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου οπότε και πάτησε φρένα και σταμάτησε. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω καταλήγω ότι η οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήτοι να παραλείψει να δει ενώ μπορούσε με δεδομένη την ύπαρξη του πεζού εντός της εμβέλειας των φώτων πορείας του και ελλείψει άλλων γεγονότων που να αφορούν την προηγούμενη και πρότερη της σύγκρουσης οδηγητική του συμπεριφορά ναι μεν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απερίσκεπτη με την έννοια της παρατεταμένης συμπεριφοράς που καλύπτει πολλά στάδια και εμπεριέχει και άλλα στοιχεία επιβαρυντικά της οδικής του συμπεριφοράς σε μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά όμως ούτε και στιγμιαία αβλεψία που οφείλεται σε μια και μόνο πράξη μικρής διάρκειας. Καταλήγω ότι η οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου αποτέλεσε επικίνδυνη και αλόγιστη οδήγηση υπό την έννοια ότι αυτός γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε διάβαση πεζών ενώ ήταν ήδη σούρουπο και ο οδικός φωτισμός ήταν ακόμα σβηστός. Η γνώση της ύπαρξης της διάβασης πεζών στο επίδικο σημείο ως ο ίδιος ανάφερε, ο ελλιπής φωτισμός σε συνδυασμό με την ύπαρξη ως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα αλλά και τις φωτογραφίες από την σκηνή πινακίδας που προειδοποιεί για την ύπαρξη διάβασης θα έπρεπε να καταστήσουν τον κατηγορούμενο πιο προσεκτικό στην πορεία του προς την εν λόγω διάβαση. Η γνώση για την ύπαρξη της διάβασης, το σούρουπο και οι συνθήκες φωτισμού αυξάνουν το καθήκον και την υποχρέωση που είχε ο κατηγορούμενος να είναι πιο προσεκτικός κατά το στάδιο που πλησίασε την διάβαση πεζών και κινείτο προς αυτή. Θα έπρεπε να αποτελέσουν παράγοντες για τον ίδιο αύξησης της παρατηρητικότητας του στην εμβέλεια βεβαίως των φώτων του και εφόσον το θύμα ως προκύπτει θα μπορούσε να είχε γίνει αντιληπτό ως έγινε άλλωστε από τον ερχόμενο εξ' αντιθέτου οδηγό σύμφωνα με τα γεγονότα. Σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε υπό τις συνθήκες που έχουν αναλυθεί μη λελογισμένα υπό την έννοια ότι επέλεξε να προχωρήσει στην ευθεία πορεία του χωρίς επαρκή κατόπτευση του δρόμου εις την πορεία του ενώ γνώριζε ότι εντός αυτής της πορείας υπάρχει διάβαση πεζών, παρέλειψε να κοιτάξει τις εισόδους στις δύο πλευρές του δρόμου προς την διάβαση ενώ θα μπορούσε, παραλείψεις που δεικνύουν και την επικινδυνότητα της πράξης του να επιλέξει να συνεχίσει χωρίς διαφοροποίηση του τρόπου οδήγησης ή της συμπεριφοράς του. Υπενθυμίζω και σημειώνω ότι ο ίδιος ανάφερε και προκύπτει από τα γεγονότα ότι σε κανένα πρότερο στάδιο αντιλήφθηκε το θύμα παρά μόνο όταν αυτό κτύπησε στον ανεμοθώρακα του και η χρήση φρένων έγινε μετά την σύγκρουση. Έχω μελετήσει και λάβει υπόψη μου την απόφαση Φαίδωνα Μιχαηλίδη (ανωτέρω), στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, η οποία όμως κρίνω ότι διαφοροποιείται από την παρούσα. Συγκεκριμένα στην υπόθεση εκείνη ο Εφεσίβλητος περί ώρα 11:05 οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην οδό Γλάδστωνος με ταχύτητα λιγότερη των 30 χαω. Κατά το συγκεκριμένο χρόνο το θύμα περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού Γλάδστωνος και στην ίδια πορεία που οδηγούσε ο Εφεσίβλητος. Στην προσπάθεια του θύματος να διασταυρώσει την εν λόγω οδό χρησιμοποιώντας διάβαση πεζών τύπου «πέλεκαν», κτυπήθηκε από το όχημα του Εφεσίβλητου. Κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος διαπιστώθηκε ότι η ορατότητα του Εφεσίβλητου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ως προς το σημείο σύγκρουσης ήταν 150 μέτρα. Διαπιστώθηκε, και επίσης τέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι από τη στιγμή που το θύμα είχε εκδηλώσει την πρόθεση να διασταυρώσει μέσω της διάβασης πεζών μέχρι και το σημείο που κτυπήθηκε, 1.70 μέτρα εντός της διάβασης, μεσολάβησε χρόνος ενός δευτερολέπτου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την οδηγητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως στιγμιαία αβλεψία και επέβαλε χρηματική ποινή πλέον στέρηση της άδειας οδηγού. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πιο πάνω ποινή και την κατάληξη σε στιγμιαία αβλεψία αναφέροντας τα ακόλουθα: «Η διάκριση μεταξύ στιγμιαίας απροσεξίας και συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να αποφασιστεί η φύση της ποινής σε υποθέσεις αυτής της μορφής. .. . Στην υπό κρίση περίπτωση προβάλλει ως βασικό σημείο τριβής η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αμέλεια του Εφεσίβλητου ήταν στιγμιαία και όχι εγωιστική και αδιάφορη. Η πλευρά του Εφεσείοντα θέτει ότι η ορατότητα στη σκηνή του δυστυχήματος, σε συνδυασμό με τα χρονικά περιθώρια αντίδρασης που είχε ο Εφεσίβλητος κατά το συγκεκριμένο χρόνο και το γεγονός ότι πλησίαζε σε διάβαση πεζών, ήταν στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν θέσει τον Εφεσίβλητο σε εγρήγορση και η παράλειψή του να λάβει πρόσθετα μέτρα ασφάλειας επιμαρτυρεί, υπό τις περιστάσεις, εγωιστική οδήγηση και συνειδητή παραγνώριση της ασφάλειας των προσώπων που χρησιμοποιούσαν την υπό αναφορά διάβαση. Με όλο το σεβασμό δεν μας βρίσκει σύμφωνους η πιο πάνω προσέγγιση. Παραβλέπει τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία συνιστούσαν και το μόνο επιτρεπτό υπόβαθρο στήριξης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην πορεία επιβολής ποινής. Οι αναφορές του ευπαίδετου συνήγορου του Εφεσείοντα περί ορατότητας 150 μέτρων και χρόνου αντίδρασης κάποιων δευτερολέπτων, αντιστρατεύονται το κρίσιμο παραδεκτό γεγονός ότι από τη στιγμή που το θύμα έκανε φανερή την πρόθεσή του να διασταυρώσει μέσω της διάβασης πεζών μέχρι και το σημείο όπου και κτυπήθηκε, μεσολάβησε χρόνος ενός και μόνο δευτερολέπτου. Υπό το πρίσμα αυτό, η ορατότητα των 150 μέτρων δεν συνιστούσε αποφασιστικό παράγοντα, αφού στο αρχικό αυτό στάδιο ο Εφεσίβλητος δεν είχε καθήκον λήψης πρόσθετων προληπτικών μέτρων. Η στιγμιαία αβλεψία έχει την έννοια της μιας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποινική Εφεση αρ. 198/12, ημερ. 19.2.2013). Ενώπιον τέτοιας κατάστασης πραγμάτων βρισκόμαστε. Δεν είμαστε δηλαδή αντιμέτωποι με παρατεταμένη και συνεχή επικίνδυνη οδήγηση ή με συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μία εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, που απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου (ανωτέρω)). Το παραδεκτό γεγονός του χρόνου του ενός δευτερολέπτου που μεσολάβησε από τη στιγμή δημιουργίας του κινδύνου και της επέλευσης του δυστυχήματος, είναι καίριο στοιχείο, που από μόνο του επιμαρτυρεί το στιγμιαίο της αμέλειας του Εφεσίβλητου. Η προηγούμενη δε οδήγηση δεν ενείχε το στίγμα του εγωισμού ή της συνειδητής αδιαφορίας, αφού, όπως είναι παραδεκτό, η ταχύτητά του ήταν λιγότερη από 30 χαω, τέτοιας δηλαδή έκτασης που παρείχε την ευχέρεια ελέγχου κατά την οδήγηση. .. .» (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με όλο τον σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης η πιο πάνω απόφαση διαφοροποιείται από την παρούσα. Σε εκείνη την περίπτωση το θύμα είχε μόλις διανύσει 1,70 μέτρα εντός της διάβασης σε χρόνο 1 δευτερολέπτου ενώ στην υπό κρίση περίπτωση το θύμα είχε διανύσει 4,40 μέτρα σε χρόνο 5 δευτερολέπτων σε σημείο όπου ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι υπήρχε διάβαση πεζών και ενώ το θύμα βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του. Ο ίδιος μάλιστα ανάφερε και προκύπτει και από τα γεγονότα ότι αντιλήφθηκε τον πεζό αφού τον είχε κτυπήσει. Το θύμα δε έγινε ορατό από άλλο οδηγό που οδηγούσε στον επίδικο δρόμο. Η επιλογή του κατηγορούμενου στην προκειμένη ως ανωτέρω ανάφερα να συνεχίσει ευθεία πορεία ενώ υπήρχε διάβαση πεζών και η παράλειψη του να δει το θύμα το οποίο είχε σχεδόν καλύψει το ½ της διάβασης δεν αποτελεί μια απλώς στιγμιαία αβλεψία αλλά πράξη επικίνδυνη καθότι έθεσε σε άμεσο κίνδυνο πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν την εν λόγω διάβαση και έπρεπε να γνωρίζει την ύπαρξη του κινδύνου αυτού αναλαμβάνοντας έτσι, κατά την επιλογή του να συνεχίσει ευθεία πορεία χωρίς να ελέγξει τα σημεία εισόδου στην διάβαση, τον κίνδυνο να εισέλθει πεζός πράξη και συμπεριφορά επικίνδυνη και αλόγιστη και όχι ένα στιγμιαίο σφάλμα μιας και μόνο στιγμής. Το γεγονός των 5 δευτερολέπτων δεν αποτελεί παράγοντα που από μόνος του ενόψει του σύντομου αναμφίβολα χρόνου μπορεί να οδηγήσει δίχως άλλο σε εύρημα στιγμιαίου σφάλματος. Από την άλλη από τα γεγονότα τα ίδια προκύπτουν στοιχεία που αποτελούν για τον κατηγορούμενο ελαφρυντικά στοιχεία τα οποία σαφέστατα θα επηρεάσουν και θα προσμετρηθούν κατά την επιμέτρηση της ποινής. - Το θύμα εισήλθε στην διασταύρωση σύμφωνα με τα αποδεκτά κοινώς γεγονότα χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση, βλέποντας δεξιά και αριστερά. - Ουδεμία αναφορά έγινε στο ότι ο ίδιος σταμάτησε στην διάβαση κάνοντας την παρουσία του αισθητή στους οδηγούς αλλά αντίθετα ότι σε χρόνο 5 δευτερολέπτων εισήλθε και διένυσε απόσταση 4,40 μέτρων. - Φορούσε γκρίζο κοστούμι που δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν σκούρου χρώματος. - Η ορατότητα περιοριζόταν στην εμβέλεια των φώτων του κατηγορούμενου καθότι ήταν σούρουπο, είχε δύσει ο ήλιος στις 16:37 με το δυστύχημα να λαμβάνει χώρα στις 17:05 και τον οδικό φωτισμό να είναι σβηστός καθότι τέθηκε σε λειτουργία στις 17:07. - Το είδος της διάβασης η οποία δεν ελέγχεται από φώτα τροχαίας αλλά αναλάμποντες κίτρινους φανούς των οποίων ο φωτισμός δεν διαφοροποιείται κατά την χρήση της διάβασης από πεζούς. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω την απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου Ανδρέα Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252 όπου η καταδίκη του κατηγορούμενου επικυρώθηκε ομοίως και η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 2 μηνών. Το δυστύχημα στην πιο πάνω περίπτωση έγινε σε διάβαση πεζών την στιγμή που το θύμα διασταύρωνε και βρισκόταν στην μέση του δρόμου. Στην απόφαση του Δικαστηρίου γίνεται η εξής παρατήρηση σε σχέση με την διάβαση πεζών «Για να διασφαλίζεται η ασφάλεια των πεζών, οι διαβάσεις πεζών πρέπει να σηματοδοτούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και όχι να υπονοούνται με την ύπαρξη απλώς δύο φανών στο πεζοδρόμιο, που εύκολα μπορεί να μη γίνουν αντιληπτοί». Πέραν των πιο πάνω λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι έχει παραδεχθεί ευθύνη άμεσα ενώ μέχρι σήμερα δεν διέπραξε άλλο αδίκημα. Επιπλέον δεν βαρύνεται με οιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Ο κατηγορούμενος είχε σε ισχύ ασφαλιστική κάλυψη η οποία δύναται να αποζημιώσει την περιουσία και κληρονόμους του θύματος αν και ως αναφέρθηκε δεν έχει μέχρι και σήμερα υποβληθεί οιαδήποτε απαίτηση. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης την ηλικία του κατηγορούμενου, ήτοι πρόκειται για ένα νέο άνθρωπο ηλικίας 33 ετών με όνειρα για το μέλλον με αναφορά στην επαγγελματική του και οικογενειακή του αποκατάσταση. Πέραν τούτου ο ίδιος φαίνεται, υπέφερε και συνεχίζει να υποφέρει ψυχολογικά εξαιτίας του συμβάντος λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε λίγες ημέρες μετά το δυστύχημα ενώ έκτοτε παρακολουθείται και ιατρό. Έχει κρίσεις πανικού, συμπτωματολογία κατάθλιψης ενώ δεν έχει αποσβέσει από την μνήμη του την στιγμή του δυστυχήματος. Επιπλέον η όλη του ψυχική κατάσταση έχει επηρεάσει με βάση την ιατρική γνωμάτευση την καθημερινότητα και ζωή του. Προσμετρώ και την αγωνία που σύμφωνα με την ιατρική έκθεση η οποία δεν αμφισβητήθηκε την οποία βιώνει εν αναμονή της κατάληξης της παρούσας υπόθεσης. Προς όφελος του κατηγορουμένου προσμετράτε και η πάροδος 1 ½ περίπου έτους από την διάπραξη του αδικήματος. Παρά την αρχική καταχώρηση μη παραδοχής στις 9/11/2017 στις 9/3/2018 ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση και η παραδοχή του αυτή δύναται να θεωρηθεί άμεση ενώ έχει με την στάση του αυτή δείξει έμπρακτη μεταμέλεια. Το Δικαστήριο κατανοεί τόσο τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος όσο και τις προσπάθειες που καταβάλλει να βελτιώσει την ζωή του παρακολουθούμενος από ιατρό αλλά και για να ανέλθει επαγγελματικά. Την οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση και το λευκό ποινικό μητρώο και παραδοχή. Πέραν τούτων όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Τούτων λεχθέντων καταλήγω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορούμενου. Τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με τα ελαφρυντικά που προκύπτουν από τα ίδια τα γεγονότα θα ληφθούν υπόψη και σαφέστατα θα επηρεάσουν το ύψος της ποινής αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν και το είδος αυτής. Τούτων λεχθέντων επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 6 μηνών πλέον 7 βαθμοί ποινής να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του. Επιπλέον επιβάλλω στον κατηγορούμενου ποινή δια της οποίας στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδηγού για περίοδο 12 μηνών από σήμερα. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης που επέβαλα ως και η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R.
(1976)2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303),
(1)η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο,
(2)το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής και
(3)η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Συγκεκριμένα έλαβα υπόψη μου τα ακόλουθα:
(1)Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών διαμένει μόνος του και συντηρείται οικονομικά από την εργασία του ενώ αμφότεροι οι γονείς του είναι συνταξιούχοι.
(2)Είναι λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε άμεσα την κατηγορία, επιδεικνύοντας έμπρακτα την ειλικρινή του μεταμέλεια. Δεν βαρύνεται με οιουσδήποτε βαθμούς ποινής.
(3)Προσπαθεί εδώ και 1 ½ περίπου χρόνο που παρήλθε από το δυστύχημα να ξεπεράσει τα προβλήματα ψυχικής υγείας που παρουσιάστηκαν αντιμετωπίζοντας κατάθλιψη, κρίσεις πανικού και λαμβάνοντας έκτοτε φαρμακευτική αγωγή ενώ παρακολουθείται από ψυχίατρο.
(4)Επιπλέον λαμβάνω υπόψη μου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η σύγκρουση με το θύμα και οι οποίες επεξηγήθηκαν ανωτέρω με αναφορά στην είσοδο του θύματος στην διάβαση πεζών, τον φωτισμό και την έλλειψη άλλων επιβαρυντικών παραγόντων που να άπτονται της οδηγητικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου.
(5)Με αναφορά στην ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο της ιατρικής γνωμάτευσης του θεράποντος ιατρού του στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στην επίδραση της ψυχολογικής κατάστασης του κατηγορούμενου στην καθημερινότητα του, στην έλλειψη ενδιαφέροντος σε κοινωνικές εξόδους, στην εργασία του. Στον αντίκτυπο στο σώμα και τις αντοχές του και στην ταλαιπωρία που υφίσταται από τα προβλήματα που παρουσιάζει στον ύπνο, το στίγμα που θεωρεί ότι θα τον ακολουθεί μια ζωή και στις προσπάθειες που καταβάλλει να ξεπεράσει τα προβλήματα αυτά. Τούτων λεχθέντων κρίνω ότι παρέχεται η δυνατότητα και δικαιολογείται στην υπό κρίση περίπτωση να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης του κατηγορούμενου αναστέλλεται για τρία έτη από σήμερα. (Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα τις συνέπειες διάπραξης αδικήματος κατά την περίοδο αναστολής) (Υπ.).............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] 5-10 βαθμούς ποινής [2] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991). [3] 'In this connection 'dangerous' refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s. 3. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.