Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. ALASSAD, Αρ. Υπόθεσης: 3796/18, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:11 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3796/18 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. XXXXX ALASSAD Κατηγορουμένου 30.05.2018 Για τη Δημοκρατία: κα Χρ. Κυθραιώτου (κα Χ. Καραολίδου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κα Σ. Αδάμου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της ληστείας, ήτοι ότι τις 14.03.2014 στο Σούνι, ενώ ήταν οπλισμένος με ρόπαλο και συνοδευόταν από δύο άλλα άγνωστα πρόσωπα, έκλεψε ηλεκτρονικό υπολογιστή αξίας €659 και ένα κινητό τηλέφωνο αξίας €30, περιουσία της XXXXX Βασιλείου, χρησιμοποιώντας αμέσως πριν πραγματική βία εναντίον του XXXXX Bondoc. Αντιμετωπίζει επίσης το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της ληστείας, της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης στον XXXXX Bondoc και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία. Σε σχέση με το τελευταίο αδίκημα κατηγορείται ότι την ίδια ημέρα προξένησε ζημιά ύψους €300, στο όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX64 περιουσία της XXXXX Βασιλείου. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 11 Δεκεμβρίου 2018. Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει μέχρι τότε υπό κράτηση. Το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στη δίκη του και την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων. Προς υποστήριξη του αιτήματος της η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέστηκε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, την πιθανότητα καταδίκης με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία και το ύψος των προβλεπόμενων ποινών σε περίπτωση καταδίκης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο αδίκημα της ληστείας που είναι το πιο σοβαρό αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σε σχέση με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, αναφέρθηκε σε δύο αδικήματα που διερευνώνται εναντίον του κατηγορούμενου, το ένα αφορά κατοχή ομοιώματος πιστολιού και το δεύτερο παράνομη κατοχή κάνναβης και στην ποινική υπόθεση 3797/2018 όπου ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της απαίτησης του ποσού των €1.000 με απειλή, της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης και της κοινής επίθεσης. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω στοιχεία ως προς τις υπό διερεύνηση υποθέσεις, ούτε να διευκρινίσει την ποσότητα κάνναβης. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για μικρή ποσότητα. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει μόνιμους δεσμούς με τη χώρα μας, είναι άνεργος και βρίσκεται εδώ υπό το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας λόγω της εμπόλεμης κατάστασης της χώρας του. Διευκρίνισε όμως ότι λόγω της κατάστασης του, η Δημοκρατία δεν μπορεί να τον απελάσει. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορουμένου έφερε ένσταση στην κράτηση του. Εισηγήθηκε ότι με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία στην οποία έκανε ειδική αναφορά, οι πιθανότητες καταδίκης του πελάτη της είναι πολύ απομακρυσμένες. Δήλωσε δε ότι ο πελάτης της είναι σε θέση να καταθέσει εγγύηση σε μετρητά και να εμφανίζεται καθημερινά σε Αστυνομικό Σταθμό. Σύμφωνα με το Άρθρο 11.1 του Συντάγματος, ο κανόνας είναι ότι «Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας». Το δικαίωμα αυτό περιορίζεται μόνο υπό τους όρους που το Σύνταγμα θέτει (Άρθρο 11.2) και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που η νομολογία έθεσε ώστε η κράτηση ενός κατηγορουμένου να δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως εξαίρεση στο γενικό κανόνα. Η νομολογία μας ταυτίζεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία «. ένα πρόσωπο πρέπει να αφήνεται ελεύθερο εκκρεμούσης της δίκης του εκτός εάν η πολιτεία υποδείξει ότι υπάρχουν σχετικοί και επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν τη συνεχιζόμενη κράτηση»[1]. Νομοθετικά το θέμα ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του άρθρου 157
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155[2]. Οι λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν την κράτηση είναι:
(1)Ο κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στο δικαστήριο, που αποτελεί και τον πρωταρχικό σκοπό της κράτησης.
(2)Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων, αν αυτός αφεθεί ελεύθερος. Προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη[3]. Το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου κατέχει πρωτεύουσα θέση[4].
(3)Η πιθανότητα επηρεασμού των μαρτύρων. Οι πιο πάνω λόγοι δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν. Για το ζήτημα του κινδύνου διαφυγής παραθέτουμε απόσπασμα σε μετάφραση του Καλλή, Δ. από το σύγγραμμα "Law of the European Convention on Human Rights" των D. J. Harris, M.D. Boyle και C. Warbrick[5], το οποίο υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας[6]: «Πολλές υποθέσεις αναφέρονται πάνω στον κίνδυνο διαφυγής. Το γενικό κριτήριο που εφαρμόζει το δικαστήριο οσάκις αποτιμά την άρνηση απόλυσης με εγγύηση με βάση αυτό το λόγο έχει διατυπωθεί στην υπόθεση Stogmuller, Α9 p. 44
(1969)στην οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "Πρέπει να υπάρχει ολόκληρη σειρά περιστάσεων . οι οποίες δίνουν αφορμή για να υποτεθεί ότι οι συνέπειες και οι κίνδυνοι της διαφυγής θα φαίνονται στον κατηγορούμενο μικρότερο κακό από τη συνεχιζόμενη φυλάκιση." Αναφορικά με τις περιστάσεις που είναι σχετικές σαφώς η αυστηρότητα της ποινής που ο κατηγορούμενος αναμένει να του επιβληθεί εάν καταδικαστεί, είναι σημαντικός παράγοντας.» Το ενδεχόμενο ύπαρξης των παραπάνω κινδύνων εξετάζεται επί τη βάσει παραγόντων όπως είναι η σοβαρότητα του αδικήματος, ως αυτή σκιαγραφείται από τα γεγονότα της υπόθεσης, σε συνάρτηση με την ποινή η οποία δυνατό να επιβληθεί. Η πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων, είναι επίσης παράγοντας που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά την πιθανολόγηση καταδίκης, καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Χατζηδημητρίου ν Δημοκρατίας[7] όπου λέχθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «Η πιθανολόγηση περί καταδίκης αποτελεί κατ' αρχήν εγχείρημα που δεν περιορίζεται σε μόνο ό,τι εκφράζεται από το γεγονός της παραπομπής στο Κακουργιοδικείο το οποίο υποδηλώνει την ύπαρξη μαρτυρίας η οποία ανάλογα με τη δεκτότητα και την αξιολόγησή της, θα μπορούσε να κατατείνει προς ενοχή. Έτσι, το δικαστήριο που εξετάζει ζήτημα κράτησης υπόδικου λαμβάνει υπόψη και την ισχύ της μαρτυρίας όπου προσφέρεται στην όψη της αυτή η δυνατότητα. Ωστόσο ό,τι εκφράζεται και από μόνο το γεγονός της παραπομπής δεν είναι εντελώς χωρίς συμπερασματική αξία και συνυπολογίζεται: βλ. την υπόθεση Papakleovoulou (ανωτέρω). Εξ άλλου, το ίδιο συνεκτιμάται, στο πλέγμα του συνόλου των ενδείξεων και το ότι η διαθέσιμη μαρτυρία δεν αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση: βλ. την υπόθεση Savva and another (No. 2) (ανωτέρω)». Στην πιο πρόσφατη απόφαση Καλλής Αντωνίου και Αστυνομία[8], τονίστηκε ότι «.το πρώτιστο στοιχείο και ταυτοχρόνως το υπέρτερο, είναι η προστασία του ανθρωπίνου δικαιώματος της ελευθερίας οποιουδήποτε κατηγορουμένου, αρχή η οποία κάμπτεται εφόσον οποιοιδήποτε, ενδεχομένως τεθέντες όροι δεν θα είναι αρκετοί, ούτε θα συμβάλουν ώστε ένας κατηγορούμενος να αποφύγει να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η απόλυση του υποδίκου με εγγύηση αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας του Άρθρου 12.4 του Συντάγματος. Δικαιολογείται εφόσον το συμφέρον της δικαιοσύνης, συναρτώμενο με τα περιστατικά της υπόθεσης το επιβάλλουν». Επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος στην πιο πάνω υπόθεση αντιμετώπιζε την κατηγορία της απόπειρας φόνου, της μεταφοράς και χρήσης πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών. Το Δικαστήριο που παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο Κακουργιοδικείο διέταξε την κράτησή του. Η πιο πάνω απόφαση εφεσιβλήθηκε και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε. Το Εφετείο αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος έκρινε όμως, αφού έλαβε υπόψη τους δεσμούς του κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία και τη συνεργασία του με την Αστυνομία, συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο ίδιος πήγε οικειοθελώς στην Αστυνομία, ότι δεν ήταν αναγκαία η κράτηση του για να διασφαλιστεί η παρουσία του στο Δικαστήριο. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρούμε, με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μας, ότι την 14.03.2014 και ώρα 21:00, καταγγέλθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής από τον XXXXX Bondoc και την XXXXX Βασιλείου ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 19:30, ενώ η Βασιλείου βρισκόταν στο μπάνιο της οικίας της στο Σούνι, χτύπησε το κουδούνι της εξώθυρας. Ο Bondoc άνοιξε την πόρτα και τρία άγνωστα πρόσωπα, αραβικής καταγωγής τα οποία έφεραν στο πρόσωπο ιατρικές μάσκες, επιτέθηκαν και χτύπησαν τον Bondoc με τα χέρια τους και με ρόπαλα που κρατούσαν. Ο Bondoc για να ξεφύγει εισήλθε εντός του χώρου του μπάνιου όπου βρισκόταν η Βασιλείου. Τον ακολούθησε ένας από τους τρεις αγνώστους άνδρες ο οποίος ζήτησε από τη Βασιλείου να κλείσει το κινητό της τηλέφωνο και να του το δώσει. Η Βασιλείου αρνήθηκε να το πράξει και τότε αυτός προσπάθησε να της το πάρει λέγοντας της, «εγώ κάμνω κουμάντο στην Κύπρο». Η Βασιλείου του φώναξε να φύγει από το σπίτι και ο άγνωστος άνδρας χαστούκισε τον Bondoc στο πρόσωπο. Ο Bondoc και η Βασιλείου κατάφεραν στη συνέχεια να τον βγάλουν έξω από το χώρο του μπάνιου και κλείδωσαν την πόρτα. Πέντε λεπτά αργότερα όταν αντιλήφθηκαν ότι οι τρεις άγνωστοι άνδρες είχαν φύγει, εξήλθαν από το χώρο του μπάνιου και διαπίστωσαν τότε ότι είχε κλαπεί ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής και ένα κινητό τηλέφωνο. Σε κάποια χρονική στιγμή, η οποία δεν διευκρινίζεται από τις καταθέσεις της Βασιλείου και του Bondoc, αμφότεροι εξήλθαν της οικίας και διαπίστωσαν ότι τρία εκ των τεσσάρων παραθύρων του οχήματος της Βασιλείου με αριθμό εγγραφής XXXXX64, ήταν σπασμένα. Το αυτοκίνητο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από την οικία της και σε αυτό εντοπίσθηκαν κηλίδες αίματος. Οι κηλίδες αίματος υποβλήθηκαν σε επιστημονικές εξετάσεις. Η XXXXX Βασιλείου σε κατάθεση που έδωσε την 17.03.2014 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετά το συμβάν πήγε στο σπίτι της ο πρώην σύζυγος της XXXXX Μιχαήλ μαζί με τη φίλη του XXXXX από τη Ρουμανία. Ο τελευταίος είδε τη ζημιά στο αυτοκίνητο της και την ρώτησε τι είχε συμβεί. Η Βασιλείου του εξιστόρησε τα γεγονότα και τότε αυτός της είπε ότι υποψιαζόταν την XXXXX Tenescu. Ο XXXXX Μιχαήλ την είχε γνωρίσει όταν αυτή έμενε μαζί της. Η XXXXX τηλεφώνησε τότε στην XXXXX Tenescu και της ζήτησε να επιστρέψει τον υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνο της Βασιλείου και να καλύψει τη ζημιά του αυτοκινήτου της. Στη συνέχεια ο XXXXX Μιχαήλ και η XXXXX έφυγαν από το σπίτι. Σε κάποια στιγμή, μετά την αναχώρηση του XXXXX Μιχαήλ και της XXXXX, τηλεφώνησε ο XXXXX Ahmad στη Βασιλείου από το τηλέφωνο της XXXXX Tenescu. Ο XXXXX Ahmad ήταν φίλος της XXXXX Tenescu. Η XXXXX Βασιλείου του ζήτησε να πει στην XXXXX Tenescu να της επιστρέψει τον υπολογιστή και το κινητό της τηλέφωνο, για να μην ειδοποιήσει την Αστυνομία. Ο Ahmad της απάντησε ότι θα μιλούσε στην XXXXX για «να της τα φέρει». Μετά την καταγγελία που έγινε από τους Bondoc και Βασιλείου, ο Αστ.XXXXX8 XXXXX Μιχαήλ μετέβη στην εν λόγω οικία όπου βρισκόντουσαν οι παραπονούμενοι. Οι υποψίες αμφοτέρων αυτών στρέφονταν εναντίον δύο προσώπων, της XXXXX Tenescu και του XXXXX Ahmad, από τη Συρία. Η XXXXX Tenescu, σύμφωνα με τη μαρτυρία των δύο παραπονουμένων, είχε απειλήσει τον Bondoc ότι αν δεν έφευγε ο Bondoc να πάει πίσω στη Ρουμανία, θα έστελλε άτομα να τον χτυπήσουν. Η XXXXX Βασιλείου υποψιαζόταν ότι ο λόγος που η XXXXX Tenescu απείλησε τον XXXXX Bondoc ήταν γιατί αυτός ήταν πρώην φίλος της και δεν της άρεσε το γεγονός ότι αυτός έμενε πλέον μαζί της. Η XXXXX Tenescu και ο XXXXX Ahmad συνελήφθησαν από την Αστυνομία, παρέμειναν υπό κράτηση για έξι ημέρες και στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς να κατηγορηθούν. Ο κατηγορούμενος είναι άτομο γνωστό στην παραπονούμενη. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τη θεία της XXXXX, την οποία συχνά επισκεπτόταν. Το σπίτι της θείας της Βασιλείου βρισκόταν και αυτό στο Σούνι, ήταν απέναντι από το σπίτι της παραπονούμενης. Τρία χρόνια περίπου μετά το συμβάν, ο κατηγορούμενος συνδέθηκε επιστημονικά με τη μέθοδο DNA με το αίμα που είχε εντοπιστεί στο μπροστινό καπό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε από την Αστυνομία για το θέμα αυτό την 25.02.
- Στην κατάθεση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε φιλικές σχέσεις τόσο με την XXXXX Βασιλείου όσο και με τη θεία της, XXXXX. Το βράδυ που έλαβε χώραν το συμβάν ο κατηγορούμενος έλαβε τηλεφώνημα από την XXXXX Βασιλείου η οποία ζήτησε τη βοήθεια του. Ο κατηγορούμενος μετέβη αμέσως στο σπίτι της και εκεί συνάντησε την ίδια και ένα νεαρό πρόσωπο, το οποίο έβλεπε για πρώτη φορά. Η Αλεξάνδρα Βασιλείου του ανέφερε ότι τρία άγνωστα πρόσωπα είχαν μπει στο σπίτι της και αφού τους επιτέθηκαν, προκάλεσαν στη συνέχεια ζημιά στο αυτοκίνητο της. Ο κατηγορούμενος είδε το αυτοκίνητο με τα σπασμένα τζάμια σταθμευμένο έξω από την οικία της. Πήρε τα χαρτιά και τα CD's από το αυτοκίνητο και της τα παρέδωσε. Από τα σπασμένα γυαλιά κόπηκε το δάκτυλο του δεξιού του χεριού, αυτός όμως δεν έδωσε οποιαδήποτε σημασία στο τραύμα. Στη συνέχεια «έκανε έλεγχο στην γύρω περιοχή για να βρει τα τρία αυτά πρόσωπα». Δεν εντόπισε οποιονδήποτε και συμβούλεψε την XXXXX Βασιλείου να ενημερώσει την Αστυνομία για να ελέγξει τις κάμερες της περιοχής. Έφυγε από την περιοχή, επέστρεψε όμως στο σπίτι της XXXXX Βασιλείου το επόμενο πρωί και της έδωσε το ποσό των €20 για να αγοράσει φαγητό για τα παιδιά της. Τη μεθεπόμενη μέρα πήγε στο σπίτι της και τη μετέφερε στην εργασία της, καθότι το αυτοκίνητο της το είχε παραλάβει η Αστυνομία για τη διενέργεια εξετάσεων. Ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που ανέλαβε να μεταφέρει το αυτοκίνητο της XXXXX Βασιλείου για επιδιόρθωση όταν αυτό επιστράφηκε από την Αστυνομία και αυτός που κατέβαλε τα έξοδα επιδιόρθωσης, που ανέρχονταν σε €
- Η XXXXX Βασιλείου μέχρι σήμερα δεν του επέστρεψε το πιο πάνω ποσό και αυτός δεν το ζήτησε γιατί γνώριζε ότι η παραπονούμενη είχε μεγάλη οικονομική ανάγκη. Λίγες μέρες αργότερα, και συγκεκριμένα την 25.02.2018, λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση και από την XXXXX Βασιλείου. Η XXXXX Βασιλείου απορρίπτει τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο κατηγορούμενος ότι το συγκεκριμένο βράδυ του είχε τηλεφωνήσει και ότι αυτός είχε μεταβεί στο σπίτι της για να τη βοηθήσει, πρόβαλε δε τον ισχυρισμό ότι το βράδυ εκείνο δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει σε οποιοδήποτε καθότι το κινητό τηλέφωνο της είχε πρόβλημα. Ισχυρίσθηκε ότι την Αστυνομία την είχε ειδοποιήσει ο πρώην σύζυγος της XXXXX Μιχαήλ. Στην ίδια κατάθεση όμως αναφέρει ότι κανένα λόγο είχε ο κατηγορούμενος «να της κάνει κακό». Αναγνώρισε επίσης ότι ήταν αυτός που είχε πάρει το αυτοκίνητο της για επιδιόρθωση. Η κα Αδάμου σχολιάζοντας τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν άτομο γνωστό στην παραπονούμενη και αυτή θα ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει έστω και αν αυτός έφερε χειρουργική μάσκα, αυτή ουδέποτε εξέφρασε οποιεσδήποτε υποψίες εναντίον του. Αντιθέτως οι υποψίες της στράφηκαν εναντίον άλλων προσώπων. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η XXXXX Βασιλείου, με βάση τη δική της μαρτυρία, ήρθε σε επαφή μόνο με ένα εκ των τριών δραστών, αυτόν που εισήλθε εντός του χώρου του μπάνιου. Τους άλλους δύο δεν τους είχε δει. Εκείνος που ήρθε σε επαφή και με τους τρεις δράστες ήταν ο XXXXX Bondoc. O XXXXX Bondoc, με βάση τις δηλώσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, διαμένει στο εξωτερικό. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας ότι το εν λόγω πρόσωπο αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως ένα εκ των τριών δραστών της υπόθεσης. Η κα Αδάμου σχολιάζοντας τη θέση της XXXXX Βασιλείου ότι το συγκεκριμένο βράδυ δεν είχε τηλέφωνο και κατ' επέκταση δεν μπορούσε να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς, παρέπεμψε στην κατάθεση του δεύτερου παραπονούμενου, του Bondoc, όπου αυτός αναφέρει ότι η Βασιλείου πήγε στο σπίτι μιας γειτόνισσας για να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Η Κατηγορούσα Αρχή είχε το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχουν επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την κράτηση του κατηγορουμένου. Εξετάσαμε το μαρτυρικό υλικό στο σύνολό του, συμπεριλαμβανομένων και των αναφορών στις οποίες μας παρέπεμψε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής. Κατά την άποψη μας η τελική εκτίμηση του μαρτυρικού υλικού και στο βαθμό που αυτό εμπλέκει τον κατηγορούμενο, κρίνουμε ότι εύλογα αυτός μπορεί να προσδοκεί στην αθώωση του. Συνακόλουθα, κρίνουμε ότι η ενώπιον μας μαρτυρία σε συνάρτηση με το μέτρο σοβαρότητας των αδικημάτων και της ποινής που είναι δυνατό να επιβληθεί, δεν συνηγορούν ότι υπάρχει απτός κίνδυνος μη εμφάνισης του κατηγορουμένου στη δίκη του, σε βαθμό τέτοιο ώστε να υποχωρήσει το κατ' αρχήν δικαίωμα του για απόλυση υπό όρους. Δεν διαλάθει της προσοχής μας ότι ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, συριακής καταγωγής και δεν έχει μόνιμους δεσμούς με την πατρίδα μας. Δεν έχει σταθερό τόπο διαμονής, ούτε σταθερή εργασία. Παράλληλα όμως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι είναι αιτητής πολιτικού ασύλου και η πατρίδα του, η Συρία, βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Η Κύπρος αποτελεί γι' αυτόν καταφύγιο. Σε σχέση δε με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη, αυτή μπορεί να στοιχειοθετηθεί «. είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του κατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώριση άλλων υποθέσεων σε σχέση με διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων»[9]. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, αντιμετωπίζει όμως την υπόθεση 3797/18, λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου έχουμε ήδη παραθέσει ανωτέρω. Πρόκειται για υπόθεση που θα εκδικασθεί συνοπτικά και οι ποινές που προβλέπονται για τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη. Σε σχέση με τις δύο υποθέσεις που διερευνά η Αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου, παρατηρούμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ιδιαίτερα σε σχέση με την κατοχή ομοιώματος πιστολιού. Για το αδίκημα δε της κατοχής ναρκωτικής ουσίας, δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει την ποσότητα. Κατ' επέκταση δεν είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών και να δώσουμε σε αυτά τη βαρύτητα που τους αρμόζει. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δεν έχουμε ικανοποιηθεί στο βαθμό που απαιτείται ότι στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη υπάρχει πιθανότητα διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων. Λαμβάνουμε επίσης σοβαρά υπόψη ότι η ακρόαση έχει προγραμματιστεί για να αρχίσει σε επτά περίπου μήνες. Ο χρόνος κράτησης είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ενδεικτικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη[10] όπου το Κακουργιοδικείο έκρινε με αναφορά στην υπόθεση Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας[11] ότι ο χρόνος των 8 μηνών που θα παρέρχετο μέχρι τη μέρα εκείνη θα ήταν μεγάλος και ως εκ τούτου έθεσε όρους σε σχέση με την εμφάνιση του κατηγορούμενου. Υπό τις περιστάσεις θεωρούμε ότι το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό, κρίνουμε ότι η παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο μπορεί να διασφαλιστεί με την επιβολή όρων οι οποίοι θα πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να αντανακλούν τη σοβαρότητα των κατηγοριών. Κατά την εξέταση των όρων, λάβαμε σοβαρά υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο με περιορισμένους οικονομικούς πόρους και τα έξοδα του δικηγόρου καλύπτονται με νομική αρωγή. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τους πιο κάτω όρους:
- Να υπογράψει εγγύηση ύψους €4.000 με ένα αξιόχρεο εγγυητή στην κρίση του Πρωτοκολλητή ή να καταθέσει €4.000 μετρητά.
- Να εμφανίζεται καθημερινά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, μεταξύ των ωρών 6:00 μ.μ. - 9:00 μ.μ.
- Το όνομα του να συμπεριληφθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από τη Δημοκρατία, γνωστό ως stop list.
- Να παραδώσει το διαβατήριο του και όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα στην αστυνομία, αν δεν το έχει ήδη πράξει. (Υπ.) ................ Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ [1] Βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 [2] 157.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του παρόντος άρθρου, Δικαστήριον ασκούν ποινικήν δικαιοδοσίαν δύναται, εάν θεωρή πρέπον, καθ΄ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας, να απολύση επί εγγυήσει οιονδήποτε πρόσωπον κατηγορούμενον ή καταδικασθέν δια ποινικόν αδίκημα, επί τη υπό του τοιούτου προσώπου εκτελέσει εγγυητικού επί απολύσει γραμματίου ως εν τω παρόντι Νόμω προβλέπεται.» [3] Βλέπετε σχετικά Τσαπατσούρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600 [4] Πατατάρης και Αστυνομία, Ποινική Έφεση 30/2012, 7.2.2012 [5] Σελ. 139 [6]
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 [7]
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 [8] Ποινική Έφεση 319/2015, ημερομηνίας 21.12.2015 [9] Ν. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 840. Βλέπετε επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 [10]
(2001)2 Α.Α.Δ. 639 [11]
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο