Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φραγκεσκίδης, Αρ. Υπόθεσης: 20214/15, 28/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B129 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20214/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXXX Φραγκεσκίδης Κατηγορουμένου ------------------------ Ημερομηνία: 28.06.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα Α. Αριστείδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Κ. Τυλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 24ην Νοεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, στην υπέργεια γέφυρα Πολεμιδιών, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX50 με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η Γ/Λχ. XXXXX2 κα XXXXX Αριστείδου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την γραπτή της κατάθεση - τεκμήριο 1, η οποία επικεντρώνεται στο ότι έχει κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο για την επίδικη κατηγορία και όταν έγινε η επίστηση της προσοχής στον νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται, καταθέτωντας ακολούθως ως τεκμήριο 2 την γραπτή κατηγορία, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση της διευκρίνισε ότι η όλη εμπλοκή της ήταν στο να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο και ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο έχουν εγερθεί στο παρελθόν εναντίον του παραπονούμενου στην παρούσα υπόθεση άλλες διαδικασίες. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο υπαστυνόμος κ. XXXXX Θεμιστοκλέους, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Στην κατάθεση του, κάνει αναφορά στην λήψη του παραπόνου απο τον παραπονούμενο και τι αυτός του ανέφερε ως προς το επίδικο περιστατικό και πως αυτό έγινε, στις οδηγίες που έχει δώσει για να συμπληρωθεί το ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί ο παραπονούμενος στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, καθώς επίσης και στις ενέργειες που θα έπρεπε να προβεί ο παραπονούμενος. Κάνει επίσης αναφορά και στην προσέλευση του κατηγορουμένου στον σταθμό όπου υπηρετούσε και την συνομιλία που είχε μαζί του και την εκδοχή που ο κατηγορούμενος προέβαλε, καθώς επίσης και στις συνομιλίες που είχε με άλλους συναδέλφους του για τις ενέργειες που θα ακολουθούσαν. Στην κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και διευκρίνισε ότι στην κατάθεση του έχει καταγράψει ότι του είχε πει ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα, που ήταν η μοναδική φορά που είδε τον κατηγορούμενο και το ίδιο ισχύει και για τον παραπονούμενο. Περιέγραψε επίσης την ψυχική κατάσταση του κατηγορουμένου την επίδικη ημέρα και τον χρόνο που είχε μαζί του όταν προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στο τι ο παραπονούμενος του έχει εξιστορίσει ως προς τα τραύματα του και ότι η συζήτηση που είχε μαζί του ήταν μόνο για μερικά λεπτά και ότι έλαβε ο παραπονούμενος το ιατρικό έντυπο και αναχώρησε από τον αστυνομικό σταθμό για το νοσοκομείο επειδή δεν ένιωθε καλά, διευκρινίζοντας ο μάρτυρας ότι δεν ήθελε να εμπλακεί ο αστυνομικός σταθμός που υπηρετούσε, αλλά η τροχαία, λόγω αρμοδιότητας. Ανέφερε επίσης ότι υπήρξε ακόμα ένα περιστατικό με παραπονούμενο πολίτη εναντίον του ίδιου παραπονούμενου αστυνομικού και ήταν πολύ κοντά χρονικά με το επίδικο περιστατικό, χωρίς να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες. Ως προς την ψυχολογική κατάσταση του παραπονουμένου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν φυσιολογική, με εξαίρεση το παράπονο που εξέφραζε για τον τραυματισμό του και ότι ήθελε να επισκεφθεί ιατρό. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο αστ. XXXXX3 κ. XXXXX Παπακυριακού, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμηριο
- Στην κατάθεση του, αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, ενώ βρισκόταν στην υπέργεια διάβαση του κυκλικού κόμβου Πολεμιδιών στην Λεμεσό, πρόσεξε τον παραπονούμενο, ο οποίος βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας περί τα 100 μέτρα απόσταση από τον ίδιο, να συνομιλά με τον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX50, προφανώς για να προβεί σε καταγγελία και ενώ συνομιλούσαν, το όχημα εκκίνησε, κτυπώντας τον παραπονούμενο με την δεξιά πλευρά του οχήματος, ο οποίος έχασε την ισορροπία του, έπεσε στο έδαφος και αμέσως σηκώθηκε. Το όχημα εισήλθε με διαγώνια πορεία στην λωρίδα κυκλοφορίας και απομακρύνθηκε από το σημείο. Έτρεξε προς το μέρος του παραπονούμενου, ρωτώντας τον εάν χρειάζεται βοήθεια και αυτός του απάντησε ΄΄Εκτύπησε μου με το καθρεφτούι τζαι έφυε΄΄. Ακολούθως, ήλθε κοντά στον παραπονούμενο άλλος συνάδελφος του με υπηρεσιακό όχημα, ο οποίος τον μετέφερε στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, διευκρίνισε ότι είναι η συνήθης πρακτική μετά από τραυματισμό αστυνομικού εν ώρα καθήκοντος να μεταφέρεται στο νοσοκομείο για περίθαλψη, πλην όμως δεν γνωρίζει εάν ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε άμεσα στο νοσοκομείο. Περιέγραψε τον φωτισμό στην επίδικη σκηνή, την απόσταση που είχε από τον παραπονούμενο και που δεν υπήρχε οποιοδήποτε οπτικό εμπόδιο, την θέση που βρισκόταν ο ίδιος και τα υπηρεσιακά οχήματα του ιδίου και του παραπονούμενου περιγράφοντας τα, περιέγραψε επίσης την κατεύθυνση του οχήματος του κατηγορούμενου κατά την απομάκρυνση του από την σκηνή και το κτύπημα που επέφερε στον παραπονούμενο με το καθρεφτάκι και την πτώση του παραπονούμενου στην λωρίδα ασφαλείας του δρόμου, δίνοντας περιγραφή του σημείου εκείνου και συγκεκριμένες αποστάσεις, διευκρινίζοντας ότι δεν είδε το πρόσωπο του οδηγού του αυτοκινήτου που κτύπησε τον παραπονούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στην τροχαία κίνηση που επικρατούσε στην επίδικη σκηνή, την στολή που φορούσε ο παραπονούμενος. Στην αντεξέταση του, εξέφρασε την βεβαιότητα ότι το άτομο που έχει ξεχωρίσει στην περιγραφή του ήταν ο παραπονούμενος, έδωσε τις δικές του διευκρινήσεις και απαντήσεις αναφορικά με τις θέσεις που βρίσκονταν ο ίδιος και ο παραπονούμενος, για τις στολές που φορούσαν, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον παραπονούμενο από την θέση που βρισκόταν ο ίδιος και επανέλαβε τις θέσεις του ως προς το κτύπημα του παραπονουμένου, την πτώση του στο έδαφος και ότι ακολούθως σηκώστηκε και προσέγγισε το μέρος ο μάρτυρας και άλλος συνάδελφος του. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο Δρ. XXXXX Πέτσας, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το τεκμήριο 6, στο οποίο αναγράφεται η διάγνωση και τα τραύματα που εντόπισε στον παραπονούμενο. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο μάρτυρας είναι ορθοπεδικός ιατρός στο νοσοκομείο Λεμεσού, ως επίσης τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Στην αντεξέταση του περιέγραψε την κλινική εικόνα και γενικά κατάσταση του παραπονουμένου, την κατά τον ίδιο προέλευση των τραυμάτων του μέσα από την κλινική εξέταση που έκανε ο ίδιος στον παραπονούμενο, επεξηγώντας ταυτόχρονα το πως παρουσιάζονται συγκεκριμένα μέρη του σώματος φυσιολογικά ή μετά από τραυματισμό, καθώς επίσης και τις πιθανές αιτίες και μηχανισμούς που οδηγούν στην κλινική εικόνα που παρουσίαζε ο παραπονούμενος και το χρονικό πλαίσιο που έγινε ο τραυματισμός. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε ο Δρ. XXXXX Καυκαλιάς, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε το τεκμήριο 7, το οποίο αφορά ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο ίδιος και που αναγράφεται η κλινική εικόνα του παραπονούμενου και οι τραυματισμοί του. Δεν έχουν αμφισβητηθεί τα προσόντα του μάρτυρα και η εμπειρία του, όπου είναι γενικός χειρούργος στις Α΄ Βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού από το
- Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στα υποκειμενικά παράπονα που εξέφρασε ο παραπονούμενος, στον ακτινολογικό έλεγχο που προέβη, όπου δεν υπήρχαν εξωτερικές κακώσεις. Αναφέρθηκε στα ευρήματα που προέβηκε μέσα από την κλινική εξέταση που έκανε ο ίδιος στον παραπονούμενο, διευκρινίζοντας ότι ο ευθιασμός που εντόπισε προέρχεται από πρόσφατο τραυματισμό, δίνοντας συγκεκριμένες λεπτομέρειες και πιθανό μηχανισμό πρόκλησης. Δεν έχει εντοπίσει κάτι στον αριστερό ώμο, σε αντίθεση με τον Μ.Κ. 4, που ανέφερε ότι υπήρχε θλάση αριστερού ώμου, όμως ο παραπονούμενος παραπονείτο για πόνο, κάτι το οποίο είναι υποκειμενικό. Ως Μ.Κ. 7 κατέθεσε ο λοχίας XXXXX6 κ. XXXXX Ανδρέου. Ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως προς το παράπονο που υπέβαλε ο κατηγορούμενος εναντίον του παραπονούμενου και τι ενέργειες έκανε ο ίδιος στα πλαίσια διερεύνησης του εν λόγω παραπόνου και τις οδηγίες που έλαβε από τον γενικό Εισαγγελέα, ήτοι η ποινική δίωξη του κατηγορούμενου και η παρατήρηση που θα γινόταν στον παραπονούμενο για τροχαίες παραβάσεις που έγιναν στον αυτοκινητόδρομο. Έλαβε από τον παραπονούμενο το οπτικοακουστικό υλικό όπου καταγράφεται μέρος του επίδικου περιστατικού και κατέγραψε γραπτώς την μεταξύ των εμπλεκομένων στιχομυθία, καταθέτοντας ταυτόχρονα τα σχετικά τεκμήρια, επεξηγώντας την διαδικασία που ακολούθησε για να καταγραφεί η εν λόγω στιχομυθία και ποιος ο λόγος που κάποιες στιχομυθίες είναι υπογραμμισμένες. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε από πριν τον κατηγορούμενο, ως προς τον παραπονούμενο δεν είχε οποιανδήποτε σχέση πέραν της υπηρεσιακής και ότι μετά τις οδηγίες που δόθηκαν από τον γενικό Εισαγγελέα, δεν ήλθε σε επικοινωνία με τον εξεταστή της υπόθεσης ή με άλλο πρόσωπο, έτσι ώστε να του δώσει οτιδήποτε που θα ήταν βοηθητικό στην διερεύνηση της υπόθεσης. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του το οπτικοακουστικό υλικό, στην στιχομυθία που κατέγραψε και υπογράμμισε, όπως αυτή προέκυπτε από το οπτικοακουστικό υλικό, στην έκταση που το έχει αντιληφθεί, καθώς επίσης επεξήγησε τον λόγο που δεν κατέγραψε το σύνολο της στιχομυθίας, ήτοι ότι δεν μπορούσε να συγκρατήσει τι ακριβώς λέχθηκε και από ποιον. Ο παραπονούμενος κατέθεσε ως Μ.Κ. 6, ήτοι ο αστ. XXXXX1 κ. XXXXX Περατικός, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 8, στην οποία εξιστορεί πως έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, σύμφωνα με την εκδοχή του. Συνοπτικά η εκδοχή του έχει ως εξής, χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί και με πλήρη λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα, την επίδικη ημέρα, εκτελούσε χρέη ελέγχου τροχαίων παραβάσεων στο ευρύτερο σημείο της υπέργειας διάβασης των Πολεμιδιών. Σε κάποιο σημείο έχει καταγγείλει έναν πολίτη για υπέρβαση ορίου ταχύτητας και όταν ολοκλήρωσε με αυτήν την διαδικασία, κατευθύνθηκε με ταχύτητα προς τα πίσω με το υπηρεσιακό του όχημα στην λωρίδα ασφαλείας. Σε εκείνο το σημείο ο κατηγορούμενος κουνούσε το χέρι του έξω από το αυτοκίνητο του, ελαττώνοντας ταυτόχρονα ταχύτητα, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι οδηγοί να χρησιμοποιήσουν την σειρήνα των αυτοκινήτων και να δημιουργηθεί συμφόριση. Ο κατηγορούμενος εξαπέλυσε απειλή ότι θα καταγγείλει τον παραπονούμενο, λόγω της όπισθεν ταχύτητας που χρησιμοποιούσε, ο παραπονούμενος τον κάλεσε να σταματήσει το όχημα, όπως και έπραξε και κατευθύνθηκε ο μάρτυρας προς το μέρος του κατηγορουμένου, από τον οποίο ζήτησε τα στοιχεία του και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε, ζητώντας με την σειρά του τα στοιχεία του μάρτυρα και ότι θα τον καταγγείλει. Ο μάρτυρας ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι ήταν υπό σύλληψη για εξακρίβωση στοιχείων, του επέστησε την προσοχή στον νόμο και ο κατηγορούμενος αρνήθηκε εκ νέου να του δώσει στοιχεία. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος εκκίνησε την μηχανή του αυτοκινήτου, ο μάρτυρας στάθηκε μπροστά του για να τον εμποδίσει να εκκινήσει και πλησίασε τον κατηγορούμενο, ο οποίος συνέχιζε να μιλά στο κινητό του τηλέφωνο και ξαφνικά εκκίνησε το αυτοκίνητο με κλίση προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει στο στήθος με το εξωτερικό καθρεφτάκι της πόρτας του οδηγού και να πέσει στην άσφαλτο και ο κατηγορούμενος αναπτύσσοντας ταχύτητα έφυγε από το μέρος. Ακολούθως εξιστορεί τις ενέργειες που έχει κάνει ο ίδιος για να καταγγείλει το συμβάν και να εξεταστεί από ιατρό και από ότι έχει πληροφορηθεί, ο κατηγορούμενος προσήλθε σε αστυνομικό σταθμό για να απολογηθεί. Στην συνέχιση της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, τονίζοντας ότι δεν θα τον ξεχάσει ποτέ και ότι έχει στιγματίσει την καριέρα του. Παράθεσε το υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η ύπαρξη του οπτικοακουστικού υλικού που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο και που προέρχεται από το κινητό του τηλέφωνο και ποια ήταν η διακίνηση και χρησιμοποίηση του. Περιέγραψε την σκηνή όπου διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό, δίνοντας εξηγήσεις ως προς τις αποστάσεις μεταξύ του ιδίου και των συναδέλφων του, την τροχαία κίνηση που επικρατούσε, την διαμόρφωση του δρόμου, τις πράξεις και τα λεγόμενα τόσο του ιδίου, όσο και του κατηγορούμενου και που είχαν ως αποκορύφωμα την εκκίνηση του αυτοκινήτου από πλευράς κατηγορουμένου και το κτύπημα που έχει δεχθεί και τον συνεπακόλουθο τραυματισμό του, την πτώση του στο έδαφος, την διαφυγή του κατηγορουμένου από την σκηνή και το πως ενημερώθηκε για την πρόθεση του κατηγορούμενου όπως του απολογηθεί. Περιέγραψε επίσης το όχημα του κατηγορουμένου, εκφράζοντας την βεβαιότητα του ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι τον έχει κτυπήσει, διότι λίγο πριν ανέφερε ότι θα φύγει και ότι θα τον ΄΄τσιλλίσει΄΄. Αναφέρθηκε επίσης στην διαδικασία που ακολούθησε για να διερευνηθούν τα παράπονα του κατηγορούμενου και το αποτέλεσμα ήταν να μην έχει ο μάρτυρας οποιεσδήποτε συνέπειες. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε σε πρόνοιες των αστυνομικών διατάξεων, σε συνδυασμό με τις ενέργειες που έκανε ο μάρτυρας την επίδικη ημέρα με το όχημα του στα πλαίσια των καθηκόντων του, περιέγραψε την ενδυμασία του και την σωματική του διάπλαση, την συμπεριφορά του κατηγορούμενου εντός του αυτοκινήτου, όπως π.χ. ότι μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο και τι έχει αντιληφθεί από τα λεγόμενα του κατηγορουμένου στην έκταση που μπορούσε, το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και το ύψος που βρίσκεται το καθρεφτάκι, αρνούμενος ταυτόχρονα αντίθετες υποβληθείσες θέσεις. Περιέγραψε επίσης την φάση όπου προσέγγισε τον κατηγορούμενο, την ενεργοποίηση του οπτικοακουστικού υλικού και γενικά ότι αφορά το εν λόγω υλικό και τους λόγους λήψης του, την μη συνεργασία του κατηγορουμένου, την εκκίνηση του οχήματος από τον κατηγορούμενο και το κτύπημα που δέχθηκε με το καθρεφτάκι με τον συνεπακόλουθο τραυματισμό του, την πτώση του στο έδαφος, την διαφυγή του κατηγορουμένου από την σκηνή, την μετάβαση του μάρτυρα στο νοσοκομείο και την εξέταση που υποβλήθηκε, περιγράφοντας επίσης και το τραύμα που υπέστη και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν το επίκεντρο ότι δεν είχε κτυπηθεί. Ανέφερε επίσης ότι σε όλη την διάρκεια της υπηρεσίας του δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε εναντίον του και ως προς το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι αθωώθηκε, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι έχει δεχθεί επίπληξη από τον γενικό εισαγγελέα. Αναφέρθηκε επίσης και στην έγερση εκ μέρους του αστικής αγωγής εναντίον του κατηγορουμένου για το επίδικο περιστατικό, λέγοντας ότι αυτό το περιστατικό τον έχει στιγματίσει και είναι πολύ πιο προσεκτικός και επιφυλακτικός αν θα εξελιχθεί ένα παρόμοιο περιστατικό. Επανέλαβε την θέση του ότι ο κατηγορούμενος ακούγεται στο οπτικοακουστικό υλικό ότι θα τον ΄΄τσιλλούσε΄΄, αρνούμενος αντίθετη υποβληθείσα θέση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονουμένου, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την επίδικη μέρα, είδε το όχημα που οδηγούσε ο παραπονούμενος να κινείται με την όπισθεν και ο κατηγορούμενος ήχησε την σειρήνα του οχήματος του, ελάττωσε ταχύτητα και τον ρώτησε με χειρονομία για το τι κάνει. Ο παραπονούμενος του ανέφερε πως ότι θέλει κάνει και δεν θα του πει εκείνος τι να κάνει, ο κατηγορούμενος στάθμευσε στην λωρίδα ασφαλείας και είχε αναμμένα τα φώτα κινδύνου. Περιέγραψε την ενδυμασία του παραπονουμένου και το πως κατεύθασε στο μέρος του, την στιχομυθία που έγινε μεταξύ τους και εξέφρασε την αμφιβολία κατά πόσο ήταν αστυνομικός, αναγνώρισε όμως την ενδυμασία του ως αστυνομικού, έχοντας όμως αμφιβολία εάν ήταν αστυνομικός, έχοντας υπ΄ όψη την συμπεριφορά του και ότι δεν είχε αριθμούς η στολή του, ζητώντας επίσης από τον παραπονούμενο να του δείξει την αστυνομική του ταυτότητα. Ακολούθησε το τηλεφώνημα από τον ίδιο για να αναφέρει το συμβάν, ενώ ο παραπονούμενος συνέχιζε να φωνάζει και να του ζητά την άδεια και την ταυτότητα του, απαντώντας ο κατηγορούμενος ότι θα τα δώσει, νοουμένου ότι θα παρουσίαζε ο παραπονούμενος την ταυτότητα του, έχοντας υπ΄ όψη την αμφιβολία που είχε ότι ήταν αστυνομικός. Σε κάποια φάση ο κατηγορούμενος κατέβηκε για λίγο από το αυτοκίνητο του και είδε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος που οδηγούσε ο παραπονούμενος και επέστρεψε στο όχημα του, όπου και εκκίνησε την μηχανή για να φύγει και εκείωο παραπονούμενος με ανοικτά τα χέρια του μπήκε μπροστά από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και του είπε ΄΄Τσίλλα με να σε βάλω φυλακή΄΄. Ο ίδιος δεν έχει αντιδράσει και ακολούθως ο παραπονούμενος, σκόπιμα, ως η θέση του κατηγορουμένου, έπεσε στο καθρεφτάκι της πόρτας του οδηγού, σκύβοντας με σκοπό να κτυπήσει, όπως και έγινε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αναχώρησε από το μέρος για να καταγγείλει την υπόθεση και περιέγραψε τις ενέργειες που είχε κάνει προς αυτόν τον σκοπό. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, περιέγραψε το επίδικο περιστατικό για το πως έλαβε χώρα, σύμφωνα πάντα με την δική του εκδοχή, το πως διέφυγε από την σκηνή, την διάρκεια της συζήτησης που είχε με τον παραπονούμενο, περιέγραψε την συμπεριφορά του παραπονούμενου, λέγοντας κυρίως ότι η συμπεριφορά του δεν άρμοζε σε αστυνομικό και ότι ήταν εκνευρισμένος ο παραπονούμενος. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι υιοθετεί την κατάθεση του και συμφωνεί με το οπτικοακουστικό υλικό, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις για το πως εκτυλίχθηκε το όλο περιστατικό, περιέγραψε την σκηνή όπου έγινε το επίδικο περιστατικό, τι ενέργειες έκανε ο ίδιος και ποιες ο παραπονούμενος και τον τρόπο που ενήργησαν αμφότεροι και τι ειπώθηκε μεταξύ τους, το πότε και πως αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο να κινείται με το όχημα του και πότε έχει αντιληφθεί την ιδιότητα του παραπονουμένου ως αστυνομικού, την απόσταση που διένυσε ο ίδιος ο μάρτυρας και την ταχύτητα με την οποία κινείτο, την κατεύθυνση που είχε, την τροχαία κίνηση που επικρατούσε την δεδομένη στιγμή, χαρακτηρίζοντας επίσης ως επικίνδυνη την οδήγηση του παραπονουμένου την δεδομένη στιγμή και αποδοκιμάζοντας την συμπεριφορά του παραπονούμενου, υπεραμυνόμενος ταυτόχρονα την δική του υποδειγματική οδική συμπεριφορά, ως έχει αναφέρει. Επανέλαβε την θέση του για εσκεμμένη πρόσκρουση του παραπονουμένου στο καθρεφτάκι του οχήματος του κατηγορουμένου και την πτώση του στο έδαφος για να τον εμπλέξει, καθώς επίσης και τα λεγόμενα του παραπονουμένου, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που αναιρούσαν αυτήν την εκδοχή. Επεξήγησε επίσης τους λόγους όπου στην αστυνομία έχει μεταβεί με άλλο όχημα από αυτό που οδηγούσε την επίδικη στιγμή. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, επανέλαβε τις θέσεις του και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις και που είχαν ως επίκεντρο την εκδοχή του παραπονούμενου και την αμφισβήτηση της εκδοχής του κατηγορουμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς την νομική βάση της υπό εξέταση κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση είναι ένοχος πλημμελήματος΄΄ Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο παραπέμπει στο σύγγραμμα του Κώστα Σατολιά ΄΄ Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας΄΄ σελ. 187 - 194, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: Στη ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ V ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1996)2 Α.Α.Δ.69 (υπόθεση ιατρικής αμέλειας) έγινε μια εκτεταμένη ανάλυση των απαιτούμενων στοιχείων για απόδειξη του αδικήματος και του απαιτούμενου βαθμού αμέλειας και διατυπώθηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται: «Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Recklessness and Negligence) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless and Negligent Acts στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο), εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas ν. The Police
(1985)2 C.L.R. 114, 131, 134). Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72)που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous ν. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω). Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/
- Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas ν. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς δεν προτιθέμεθα να εμβαθύνουμε σε αυτή ν. Επειδή ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 210 (πριν την τροποποίηση του) και του άρθρου 236 ήταν ο αυτός, μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τη νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210, πάντοτε βέβαια πριν από την τροποποίηση του. Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος βάσει του άρθρου 210 του Κεφ.
- Σε κάθε περίπτωση το θέμα, κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kaunas ν. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (Stylianou ν. The Police
(1981)2 C.L.R. 245, 249). Όπως έχει λεχθεί, τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο στην απόφαση κατά πόσο ο θάνατος προήλθε από οποιαδήποτε από τις απαγορευμένες πράξεις ήτοι, τη βεβιασμένη ή αμελή συμπεριφορά ή συνδυασμό και των δύο, έχοντας πάντα κατά νου ότι η πράξη δεν απαιτείται να συνιστά υπαίτιο αμέλεια ή αλόγιστη συμπεριφορά (βλ. Gavalas ν. The Police ανωτέρω, σελ. 128). Αν και ο βαθμός της ποινικής αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 236(ε) δύσκολα μπορεί να αναλυθεί περιγραφικά, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τις αρχές που διέπουν το θέμα. Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι κατέχει ειδικά προσόντα και γνώσεις και στη φροντίδα του οποίου ασθενής εμπιστεύεται τη θεραπεία του, κατά την άσκηση της θεραπείας οφείλει στον ασθενή καθήκον επίδειξης της δέουσας προσοχής. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη της θεραπείας οφείλει καθήκον επίδειξης επιμέλειας, φροντίδας, γνώσης, ικανότητας και προσοχής. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει τη φύση του καθήκοντος, το επίπεδο που επιβάλλεται και τέλος κατά πόσο το οφειλόμενο καθήκον εκπληρώθηκε. Δεν θα πρέπει να τίθεται ούτε το ανώτατο ή έστω ένα πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά ούτε από την άλλη το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο προσοχής. Απαιτείται δίκαιο και εύλογο επίπεδο προσοχής και ικανότητας. Αν ο ασθενής έχει αποβιώσει λόγω αδράνειας ή έλλειψης προσοχής δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος ιατρός κατείχε τις απαιτούμενες γνώσεις. Αν πάλι ο ασθενής έχει αποβιώσει λόγω επίδειξης μεγάλης άγνοιας ή σοβαρής έλλειψης ικανότητας, η απόδειξη ότι ο ιατρός ήταν επιμελής κατά τη νοσηλεία, δεν είναι αρκετή για να τον απαλλάξει. Το επίπεδο ικανότητας και φροντίδας που κάθε ιατρός θα πρέπει να επιδεικνύει είναι ο βαθμός της ικανότητας και φροντίδας που κανονικά επιδεικνύεται από εύλογα ικανά μέλη του ίδιου επαγγέλματος τα οποία κατέχουν τον ίδιο βαθμό και την ίδια εξειδίκευση αν υπάρχει, όπως ο κατηγορούμενος.» Στην Μαυρομμάτης (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι: «........... στη μετάφραση που κυκλοφορεί εκτυπωμένη από το Τυπογραφείο της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και στη μεταγλωττισμένη στη δημοτική μετάφραση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στο άρθρο 236 έχει προστεθεί στα συστατικά του αδικήματος και η αλόγιστη συμπεριφορά ("όποιος με τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή ") που δεν υπάρχει στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο ("........... in a manner so rash or negligent"). Με τον τρόπο αυτό εισάγεται στα συστατικά του άρθρου 236 και η καλούμενη "αλόγιστη συμπεριφορά" (recklessness) ή κατά την ελληνική νομική ορολογία ο "ενδεχόμενος δόλος", με αποτέλεσμα η ευρύτητα του άρθρου προφανώς να μεταβάλλεται παρά τη σαφή περί του αντιθέτου νομολογία. Θεωρούμε ότι σ' αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλη περίπτωση που η μετάφραση στα ελληνικά δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στο περιεχόμενο της βασικής νομοθεσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει για επιβεβαίωση της έννοιας του συγκεκριμένου νομοθετήματος να καταφεύγει στο αρχικό αυθεντικό αγγλικό κείμενο». Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 98 αναλύεται σε έκταση το ζήτημα της αμέλειας για θεμελίωση της ποινικής ευθύνης. Αναφέρθηκε ότι οι αρχές που προκύπτουν από διάφορες αποφάσεις, στις οποίες έγινε αναφορά που αφορούσαν αδικήματα ανθρωποκτονίας ή τροχαίων αδικημάτων, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, στις οποίες το στοιχείο της αμέλειας αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στην ίδια υπόθεση επισημαίνεται ότι μια πρόδηλη προέκταση αυτών των αρχών υπαγορεύει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ποια ήταν η αμέλεια που έχει επιδείξει ο κατηγορούμενος. Να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας με το να υποδείξει ποιες είναι οι πράξεις, οι παραλείψεις του κατηγορουμένου οι οποίες συνιστούν αμέλεια. Στον Russel on Crime, Vol. 1, σελ. 44, υποδεικνύεται ότι οι λέξεις "αμέλεια'' και "αμελής" δεν είναι πρόσφορες για να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη. Έτσι τα δικαστήρια έχουν δυστυχώς επιδιώξει να μεταβάλουν το νόημα του ουσιαστικού "αμέλεια" με το να συνοδεύουν επίθετα όπως "υπαίτια", "ποινική" "κατάφωρη" κλπ. Στη συνέχεια το Ανώτατο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από αποφάσεις σε ποινικές υποθέσεις, στις οποίες το στοιχείο της αμέλειας αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Κεφ. 154 και το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Κεφ. 154. Η απόφαση στη Mcleod ν. Police
(1973)2 C.L.R. 63 αφορούσε καταδίκη δυνάμει του άρθρου 210 του κεφ. 154. Το Εφετείο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Lord Atkin στην Andreas ν. Director of Public Prosecutions
(1937)A.C. 576, η οποία αφορούσε ανθρωποκτονία με αυτοκίνητο: "In order to establish criminal liability the facts must be such as to show that the negligence of the accused wend beyond a mere matter of compensation between subjects and was 'such disregard for the life and safety of others as to amount to a crime against the state and conduct deserving punishment". Σε μετάφραση: «Για να θεμελιωθεί ποινική ευθύνη τα γεγονότα πρέπει να είναι τέτοια που να καταδείχνουν ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου προχώρησε πέρα από το απλό θέμα αποζημίωσης μεταξύ ατόμων και αποτελούσε τέτοια περιφρόνηση για τη ζωή και ασφάλεια των άλλων έτσι που να ισοδυναμεί έγκλημα κατά της Πολιτείας και συμπεριφορά που αξίζει να τιμωρηθεί» Στην R ν. Bateman
(1925)L.J.K.B. 791,793, η οποία αφορούσε ανθrωποκτονία, ο Lord Heward C.J. πραγματεύεται την διάκριση ανάμεσα στην αστική αμέλεια και την ποινική αμέλεια. Έθεσε το θέμα ως εξής: " If A has caused the death of B by alleged negligence, then, in order to establish civil liability, the plaintiff must prove (in addition to pecuniary loss caused by the death) that A owed a duty to B to take care, that that duty was not discharged, and that such default caused the death of B. To convict A of manslaughter, the prosecution must prove the three things above mentioned and must satisfy the jury, in addition, that A's negligence amounted to a crime. In the civil action, if it is proved that A fell short of the standard of reasonable care required by law, it matters not how far he fell short of that standard. The extent of his liability depends not on the degree of negligence, but on the amount of damage done. In the criminal Court, on the contrary, the amount and degree of negligence are the determining question. There must be mens rea". Σε μετάφραση: "Αν ο Α έχει προκαλέσει το θάνατο του Β με ισχυριζόμενη αμέλεια τότε για να θεμελιωθεί αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να αποδείξει (πρόσθετα με την χρηματική απώλεια που προκλήθηκε από το θάνατο) ότι ο Α είχε υποχρέωση έναντι του Β να είναι προσεκτικός, ότι εκείνη η υποχρέωση δεν έχει εκπληρωθεί και ότι η παράλειψη προκάλεσε το θάνατο του Β. Για να καταδικαστεί ο Α για ανθρωποκτονία η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει τα πιο πάνω 3 στοιχεία και πρόσθετα πρέπει να ικανοποιήσει τους ενόρκους ότι η αμέλεια του Α ισοδυναμούσε με έγκλημα. Στην αστική αγωγή εάν αποδειχθεί ότι ο Α υστέρησε από το επίπεδο της εύλογης επιμέλειας που απαιτείται από το Νόμο δεν έχει σημασία το πόσο υστέρησε από εκείνο το επίπεδα. Η έκταση της ευθύνης του δεν εξαρτάται από το βαθμό αμέλειας αλλά από το ποσό της ζημιάς. Τουναντίον στο ποινικό δικαστήριο η έκταση και ο βαθμός της αμέλειας είναι καθοριστικοί παράγοντες. Πρέπει να υπάρχει mens rea. " Σύμφωνα με τον Charlesworth & Percy on Negligence,8η έκδοση, παραγρ. 1-14, χρήση του όρου "αμέλεια" παρόμοια με την πιο πάνω έχει γίνει από τον Lord Atkin στην Andrews ν. Director of Public Prosecutions
(1937)A.C. 576, στην οποία τονίστηκε: "Simple lack of care such as will constitute civil liability is not enough: for purposes of the criminal law there are degrees of negligence: and a very high degree of negligence is required to be proved before the felony is established". Σε μετάφραση: "Απλή έλλειψη επιμέλειας οποία ισοδυναμεί με αστική ευθύνη δεν είναι αρκετή: για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου υπάρχουν βαθμοί αμέλειας: και είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ψηλός βαθμός αμέλειας προτού αποδειχθεί το έγκλημα". Το τι πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια το πραγματεύεται ο Glanville Williams στο βιβλίο του Textbook of Criminal Law" σελ. 44: "What should prosecutor do to prove negligence? In an action in tort for negligence the plaintiff must give particulars of the alleged negligence in his statement of claim. For example, in a running -down case he will say that the defendant drove too fast, on the wrong side of the road, without keeping a proper look -out, and so on. There are no similar pleadings in criminal cases, but the prosecutor who alleges negligence must be prepared to say what the defendant could and should have done (or refrained from doing) in order to avoid the accident or other occurrence. The evidence given on the negligence issue is almost exclusively evidence of what the defendant did (or failed to do). After that, it is for the jury (or magistrates) to say whether the defendant's behavior showed a lack of due caution". Σε μετάφραση: Τι πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια; Σε αγωγή για αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας στην έκθεση απαίτησης. Για παράδειγμα σε υπόθεση τραυματισμού πεζού από αυτοκίνητο θα πει ότι ο ενάγων οδήγησε με μεγάλη ταχύτητα, στην εσφαλμένη μεριά του δρόμου, χωρίς να τηρεί δέουσα παρατηρητικότητα κ.λπ. Δεν υπάρχουν παρόμοια δικόγραφα στις ποινικές υποθέσεις, αλλά ο κατήγορος που ισχυρίζεται αμέλεια πρέπει να είναι έτοιμος να πει τι μπορούσε να κάμει και έπρεπε να κάμει ο κατηγορούμενος (ή να απείχε από το να το κάμει) για να αποφύγει το ατύχημα ή άλλο συμβάν. Η μαρτυρία που δίδεται πάνω στο θέμα της αμέλειας είναι σχεδόν αποκλειστικά μαρτυρία για το τι έκαμε ο κατηγορούμενος (ή παρέλειψε να κάμει). Μετά από αυτό εναπόκειται στους ενόρκους (ή τους πταισματοδίκες) να πουν πόσο η συμπεριφορά του εναγομένου αποκάλυπτε έλλειψη της δέουσας προσοχής. Στην Αντωνίου (ανωτέρω) γίνεται παραπομπή και στην απόφαση Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 30, 39, στην οποία υποδείχθηκε ότι «η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων» (βλ. και Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, 163). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς τους Μ.Κ. 4 και 5 που προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα ως ιατροί - εμπειρογνώμονες, έχοντας υπ΄ όψη ότι τα προσόντα τουε και γενικά η ιδιότητα τουε ως εμπειρογνώμονες, η αξιολόγηση τουε θα γίνει και από αυτό το πέπλο. Ο εμπειρογνώμονας, επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: ΄΄Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.΄΄ Με γνώμονα, πυξίδα και οδοδείκτη λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που τέθηκαν πιο πάνω, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα. Ως προς την Μ.Κ. 1, χωρίς κανένα δισταγμό, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αξιόπιστη, διότι τα καθήκοντα της και γενικά η όλη εμπλοκή της, επικεντρώθηκε στο να κατηγορήσει γραπτώς τον κατηγορούμενο, μετά από οδηγίες που έχει λάβει και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην όλη εμπλοκή της. Ως προς τον Μ.Κ. 2, επίσης το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, διότι ο μάρτυρας αυτός εξιστόρισε τα όσα του ανέφεραν αμφότερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ήτοι ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος αντίστοιχα, με τα παράπονα που εξέφρασαν αμφότεροι και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να αποσιωπήσει οτιδήποτε περιήλθε στην αντίληψη του από τα λεγόμενα του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ. 3 και αυτός με την σειρά του άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ως εν μέρει αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του επίδικου περιστατικού, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με αρκετή προσοχή, λόγω ακριβώς αυτής του της ιδιότητας και η εικόνα που έχει σχηματιστεί, είναι η εικόνα του αξιόπιστου μάρτυρα, διότι δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης του μάρτυρα υπέρ του παραπονουμένου ως συναδέλφου του και εκτελώντα χρέη στην ίδια σκηνή ως αστυφύλακας μαζί με τον παραπονούμενο. Έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας μπορούσε να διακρίνει το επίδικο περιστατικό, στην έκταση που έχει επεξηγήσει, από την θέση που βρισκόταν και γενικά έπεισε, μέσα από τις λεπτομέρειες που έδινε και τις σχετικές επεξηγήσεις, καθώς επίσης και της αμεσότητας και της λογικής που χαρακτήριζε τις απαντήσεις του και του τρόπου όπου έδινε την δια ζώσης μαρτυρία του. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθινή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, αυτός θα αξιολογηθεί με βάση και τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, ήτοι με την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονα, μιας και τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ο μάρτυρας αυτός έπεισε το Δικαστήριο με την παράθεση της κλινικής εικόνας που παρουσίαζε ο παραπονούμενος, μέσα από την κλινική εξέταση που προέβη ο μάρτυρας αυτός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ιατρός στο νοσοκομείο Λεμεσού. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας αυτός έχει αναφέρει στο Δικαστήριο την δική του επιστημονική εξήγηση για τα τραύματα και γενικά την όλη κλινική εικόνα του παραπονούμενου, χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε προσπάθεια προκατάληψης υπέρ του παραπονουμένου ή στο να αποκρύψει οτιδήποτε ή να υπερβάλει. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Τα όσα αναφέρθηκαν αναφορικά με τον Μ.Κ. 4, ισχύουν κατ΄ αναλογίαν και για τον Μ.Κ. 5 και το Δικαστήριο έχει αποκομίσει την ίδια εικόνα και εντύπωση του Μ.Κ. 5 με αυτήν του Μ.Κ. 4 και για τους ίδιους λόγους και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 5 ως αληθή και αξιόπιστη. Βεβαίως, ως προς την μερική απόκλιση των Μ.Κ. 4 και 5 ως προς την φύση και την έκταση των τραυμάτων που παρουσίαζε ο παραπονούμενος, αυτό δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και συνέπεια, διότι το άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, δεν απαιτεί απαραίτητα την πρόκληση οποιασδήποτε σωματικής βλάβης ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, παρά μόνο απαιτεί το ενδεχόμενο πρόκλησης σωματικής βλάβης. Επιπρόσθετα δε, στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, διευκρίνισε ότι δεν έχει ζητήσει την τροποποίηση του κατηγορητηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, λόγω ακριβώς αυτής της νομοθετικής πρόνοιας που δεν απαιτεί ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος την πρόκληση σωματικής βλάβης, ως εύστοχα έχει εντοπίσει, πλην όμως άφησε στην κρίση του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα γινόταν τροποποίηση στην βάση των εξουσιών του Δικαστηρίου, πράγμα που το Δικαστήριο δεν κρίνει ορθό και δίκαιο να πράξει, διότι θα έπληττε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου στην βάση της γραμμής υπεράσπισης που χάραξε στην ακροαματική διαδικασία. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, διότι το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για την αντικειμενικότητα του μάρτυρα, ο οποίος δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Αυτό διαφαίνεται και μέσα από την στάση που κράτησε όχι μόνο μέσα από την ακροαματική διαδικασία, αλλά και μέσα από την μη καταγραφή μέρους της στιχομυθίας, η οποία δεν ήταν εύκολο να διακριθεί και αυτό το έχει αντιληφθεί και το ίδιο το Δικαστήριο, αφού χρειάστηκε να προβληθεί πέραν της μιας φοράς το οπτικοακουστικό υλικό, για να βεβαιωθεί και το Δικαστήριο τι έχει λεχθεί από τον κατηγορούμενο στο τελευταίο μέρος του οπτικοακουστικού υλικού και που δεν έχει καταγραφεί από τον μάρτυρα και επί αυτού του θέματος θα γίνει ειδική αναφορά κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων - κλειδιά, δηλαδή του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου, οι οποίοι ήταν και οι πρωταγωνιστές του επίδικου περιστατικού. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης όταν έδινε την μαρτυρία του, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του, ήτοι ο ένας εκ των δύο συμπρωταγωνιστών του επίδικου περιστατικού, για το οποίο υπάρχει διιστάμενη εκδοχή, εξήγηση και ερμηνεία με αυτήν του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν στέρεη, ξεκάθαρη, χωρίς προσφυγή στο ψεύδος ή στην υπερβολή, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις που να κλονίζουν την αξιοπιστία του και δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν θυμόταν και αυτό είναι φυσιολογικό και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να αποκρύψει την αλήθεια ή να αποφύγει να απαντήσει, αλλά απεναντίας έδινε μαρτυρία με φυσικό και πηγαίο τρόπο. Η αναφορά του μάρτυρα ότι το επίδικο περιστατικό τον έχει στιγματίσει και ότι στο σπίτι τον περίμενε η οικογένεια του, κρίνεται από το Δικαστήριο ως απόλυτα φυσιολογικό, έχοντας υπ΄ όψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το περιστατικό και τις συνέπειες που είχε, χωρίς ταυτόχρονα να διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε εκδικητική στάση εκ μέρους του μάρτυρα ή οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Η δε αναφορά του μάρτυρα ότι έχει κτυπηθεί στο στήθος, σε συνδυασμό με την μερική απόκλιση που υπάρχει στα ιατρικά πιστοποιητικά, δεν έχει οποιαδήποτε μοιραία συνέπεια για την αξιοπιστία του μάρτυρα, διότι ο μάρτυρας ούτως ή άλλως παρέπεμψε στα ιατρικά πιστοποιητικά, για τα οποία έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο μάρτυρας κτυπήθηκε στο δεξιό μέρος του σώματος του στο μέρος του δεξιού του ώμου και ότι έχει πέσει στο έδαφος από το κτύπημα που δέχθηκε με το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου συνεπεία της εκκίνησης του από τον κατηγορούμενο και της διαφυγής του από την σκηνή. Ούτως ή άλλως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι ο παραπονούμενος κτυπήθηκε από το μπροστικό καθρεφτάκι του οχήματος του στο μέρος του δεξιού ώμου, διαφέρει όμως η αιτία, ήτοι ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι εσκεμμένα ο παραπονούμενος επέπεσε πάνω στο καθρεφτάκι για να εμπλέξει τον κατηγορούμενο, θέση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως πιο κάτω αναφέρεται, αλλά αποδέχεται την εκδοχή του παραπονουμένου για τους λόγους που επεξηγούνται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονουμένου. Εν πάση περιπτώση, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η πρόκληση σωματικής βλάβης, αλλά αυτό που απαιτείται είναι η ύπαρξη του ενδεχόμενου πρόκλησης σωματικής βλάβης. Αυτό το στοιχείο βεβαίως υπάρχει στην παρούσα περίπτωση, διότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο μάρτυρας κτυπήθηκε και έπεσε στο έδαφος και έχοντας υπ΄ όψη ότι αυτό συνέβηκε σε υπέργεια γέφυρα, ανεξαρτήτως εάν ήταν η τροχαία κίνηση αραιή ή πυκνή και συνεπώς υπήρχε το ενδεχόμενο να κτυπηθεί από άλλα οχήματα, έστω και αν η πτώση έγινε στην λωρίδα ασφαλείας, διότι δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο ένα όχημα να εισέλθει για τον οποιονδήποτε λόγο στην λωρίδα ασφαλείας και ήταν εύλογη η ανησυχία και ο φόβος του μάρτυρα όταν έπεσε στο έδαφος να κοιτάξει να μην κτυπηθεί από άλλο ή άλλα οχήματα και γενικά το ενδεχόμενο να κτυπηθεί, έχοντας υπ΄ όψη την ευρεία χρήση μιας αερογέφυρας από οχήματα. Το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά του μάρτυρα ότι μέσα από το οπτικοακουστικό υλικό ακούγεται ο κατηγορούμενος ότι θα τον ΄΄τσιλλούσε΄΄, διότι και το ίδιο το Δικαστήριο το έχει διαπιστώσει κατά την ακροαματική διαδικασία, μετά από πολλή προσοχή κατά τα στάδια που αυτό το υλικό προβαλλόταν. Το οπτικοακουστικό υλικό ήταν πάρα πολύ διαφωτιστικό και συνεπικουρούσε την εκδοχή του παραπονουμένου, στην έκταση που το εν λόγω υλικό κάλυπτε, μιας και δεν κάλυπτε χρονικά όλο το περιστατικό, αλλά μέρος του. Υπήρξε έντονη αμφισβήτηση από την υπεράσπιση, ιδίως στο ότι δεν διαφαίνεται ξεκάθαρα να κινείται το όχημα του κατηγορουμένου κατά τα τελευταία δευτερόλεπτα του οπτικοακαουστικού υλικού, με αποτέλεσμα να προβάλλει την θέση ότι δεν κτύπησε ο κατηγορούμενος τον παραπονούμενο. Αυτή η τοποθέτηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το εν λόγω υλικό δείχνει ένα μόνο μέρος των διαδραματισθέντων, διότι δεν καταγράφει και την διαφυγή του κατηγορουμένου από το μέρος, θέση την οποία το Δικαστήριο αποδέχεται, έχοντας υπ΄ όψη ότι δεν προβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε στον χώρο, αλλά απεναντίας αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι ο κατηγορούμενος διέφυγε από την σκηνή. Επιπρόσθετα δε, το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητα της την μαρτυρία του παραπονούμενου, η οποία ταυτίζεται και επιβεβαιώνεται από το πιο πάνω υλικό, έστω και εν μέρει, αφού δεν καταγράφεται όλο το περιστατικό, αλλά μόνο ένα μέρος αυτού. Η φράση που ακούγεται από τον κατηγορούμενο ότι θα τον ΄΄τσιλλίσει΄΄, ήτοι ότι θα ΄΄τσιλλούσε΄΄ τον παραπονούμενο, η κραυγή πόνου του παραπονούμενου από το κτύπημα που δέχθηκε, η θέση στην οποία βρίσκονταν ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος και η απότομη διακοπή του οπτικοακουστικού υλικού, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι αυτό που έγινε ήταν η εκκίνηση από τον κατηγορούμενο του οχήματος του και να κτυπήσει τον παραπονούμενο με το καθρεφτάκι του, πραγματοποιώντας την πρόθεση του κατηγορουμένου ότι θα ΄΄τσιλλούσε΄΄ τον παραπονούμενο και να πέσει ο παραπονούμενος στο έδαφος, ο δε κατηγορούμενος να διαφύγει της σκηνής, αφήνοντας αναπόφευκτα αβοήθητο τον παραπονούμενο, αδιαφορόντας προκλητικά για αυτόν ως ανθρώπου και ως οργάνου της τάξεως. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του παραπονουμένου ως λογική και πειστική, ήτοι ότι το όλο περιστατικό του κτυπήματος θα έγινε αντιληπτό από τον κατηγορούμενο, έχοντας υπ΄ όψη το γεγονός ότι αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι αντίκρυζαν ο ένας τον άλλον έμπροσθεν και δεξιά τους αντίστοιχα και σε πολύ μικρή απόσταση. Το ότι δεν διαφαίνεται ευκρινώς στο τελευταίο μέρος του οπτικοακουστικού υλικού η κίνηση του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου, αυτό είναι πάρα πολύ λογικό, έχοντας υπ΄ όψη ότι αυτό δεν ήταν σε κίνηση, αλλά ήταν ακινητοποιημένο και ακολούθως εκκίνησε και εν πάση περιπτώση, δεν καταγραφόταν στο εν λόγω υλικό όλη η κίνηση και πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, αλλά ένα πολύ μικρό μέρος της και το επίμαχο σημείο καταλαμβάνει πολύ μικρή έκταση και όταν προβλήθηκε σε αργή κίνηση δεν διαφαίνεται ευκρινώς να κινείται και που αυτό είναι λογικό, αφού το όχημα ήταν ακινητοποιημένο και ακολούθως εκκίνησε, συνεπώς χρειάζεται χρόνος να επιταχύνει για να γίνει εμφανώς ορατό και επιπρόσθετα, δεν καταγράφεται όλο το σκηνικό, συμπεριλαμβανομένης και της διαφυγής του κατηγορουμένου. Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν φαινόταν να κινείτο, καταδεικνύει την λογική, πειστική και αξιόπιστη στάση που κράτησε, χωρίς να προβάλλει θέσεις που είχαν ως αυτοσκοπό την προώθηση της θέσης του και εν πάση περιπτώση, για αυτό το ζήτημα, έγινε ήδη αξιολόγηση στις αμέσως προηγούμενες δύο παραγράφους για το ότι δεν διακρίνεται ευκρινώς η κίνηση του οχήματος του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει οποιανδήποτε βαρύτητα ή σημασία η κίνηση του παραπονουμένου με την όπισθεν, διότι από την μια δεν έχει καταδειχθεί οποιανδήποτε επικινδυνότητα και εν πάση περιπτώση, ακόμα και να ήταν επικίνδυνο, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούσε την αντίδραση του κατηγορουμένου με το να μην συνεργάζεται, ήτοι να μην δίνει τα στοιχεία του σε αστυνομικό, ως φαίνεται άλλωστε και στο οπτικοακουστικό υλικό και μάλιστα να αναφέρει ότι θα τον ΄΄τσιλλίσει΄΄ και να εκκινά το αυτοκίνητο κτυπώντας τον και εγκαταλείποντας τον. Κατ΄ επέκταση δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα ή σημασία, έχοντας υπ΄ όψη τα επίδικα ζητήματα όπως αυτά προκύπτουν από την επίδικη κατηγορία και τα συστατικά της στοιχαία το κατά πόσο ο παραπονούμενος δέχθηκε ή όχι οποιανδήποτε επίπληξη, παρατήρηση ή οποιανδήποτε άλλη συνέπεια που προέρχεται από το παράπονο του κατηγορουμένου. Επίσης, το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την εξήγηση που έδωσε ο παραπονούμενος για τους λόγους λήψης του οπτικοακουστικού υλικού, ήτοι λόγω της μη συνεργασίας του κατηγορουμένου, διότι η μη συνεργασία του κατηγορουμένου επιβεβαιώνεται από το εν λόγω υλικό και κατ΄ επέκταση, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση που υποβλήθηκε ότι το εν λόγω υλικό λήφθηκε για να υπάρχει υπόβαθρο για να μην καταγγελθεί ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο και γενικά να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση καταγγελίας, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι δεν θα μπορούσε ο παραπονούμενος να γνωρίζει με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος θα προέβαινε σε καταγγελία. Για τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του παραπονουμένου στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη, με τις πιο πάνω επισημάνσεις και παρατηρήσεις. Ως προς την μαρτυρία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει επίσης με επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του ως συμπρωταγωνιστή του επίδικου περιστατικού, με την αντίθετη ερμηνεία, εξήγηση και εκδοχή που παρουσίασε σε σχέση με αυτήν του παραπονουμένου. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διακρίνει την έκδηλη προσπάθεια του κατηγορουμένου να απεμπλακεί της ευθύνης του, ήταν αμήχανος, αγχώδης, υπερβολικός, σε αρκετές περιπτώσεις θεατρικός, με απώτερο σκοπό να πείσει το Δικαστήριο και ήταν έντονη η εχθρική και απαξιωτική στάση απέναντι στο πρόσωπο του παραπονουμένου. Προέβαλε σωρεία θέσεων που αφορούσαν το πρόσωπο του παραπονουμένου, που δεν υποβλήθηκαν καν στον παραπονούμενο όταν αυτός αντεξεταζόταν και κατ΄ επέκταση, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα με βάση την πιο πάνω τεθείσα νομολογία. Ενδεικτικά, το Δικαστήριο παραθέτει θέσεις που προέβαλε ο κατηγορούμενος, οι οποίες δεν έχουν υποβληθεί στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του. Συγκεκριμένα, δεν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο η θέση ότι ο παραπονούμενος ανέφερε στον κατηγορούμενο την φράση ΄΄τσίλλα με να σε κάτσω φυλακή΄΄, ως επίσης και οι φράσεις ΄΄ότι θέλω κάμνω δεν θα σου δώσω λογαριασμό΄΄, ΄΄εν να σου κάνω ποινικό΄΄. Ούτε υποβλήθηκε η θέση στον παραπονούμενο ότι ο παραπονούμενος όταν ο κατηγορούμενος είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο έχει σπρωχθεί από τον παραπονούμενο με τα χέρια του στο στήθος του και του είπε να καθίσει στο αυτοκίνητο διότι απαγορευόταν να κατέβει. Η θέση του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος εξεδίωξε αυτόπτη μάρτυρα - πολίτη από την σκηνή, κρίνεται από το Δικαστήριο ως υστερόβουλη, διότι δεν έχει προβάλει αυτή την θέση του όταν έδινε την κατάθεση του και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός που λογικά θα αναμενόταν να επέμενε ο κατηγορούμενος να αναγραφεί και δεν πρόκειται για κάποια επουσιώδη λεπτομέρεια που είναι λογικό να μην αναγραφόταν ή να διέφευγε της προσοχής του. Συνεπώς, αυτή η θέση κρίνεται από το Δικαστήριο ότι προβλήθηκε για δημιουργία εντυπώσεων και μόνο. Προβλήθηκε η θέση από τον κατηγορούμενο ότι επέπεσε ο ίδιος ο παραπονούμενος στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και έπεσε κάτω και ότι ο τραυματισμός του στον ώμο είναι εικονικός. Το Δικαστήριο κρίνει ότι όταν προέβαλλε αυτήν την θέση ο κατηγορούμενος κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν έκδηλα θεατρικός. Επιπρόσθετα, μέσα από αυτήν την θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος, αποτελεί κοινό υπόβαθρο και των δύο πλευρών ότι ο παραπονούμενος έχει κτυπηθεί στον δεξιό ώμο με το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, διαφέρει όμως ο τρόπος που αυτό έγινε, με βάση τις εκδοχές που παρουσίασαν ο κάθε ένας, ως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Επί αυτού του σημείου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος είναι πιο πειστική και αξιόπιστη, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονουμένου και επιπρόσθετα δε, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει πειστεί για την εκδοχή του κατηγορουμένου, διότι δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο από πλευράς παραπονούμενου για εκούσιο τραυματισμό του με σκοπό να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν ο κατηγορούμενος, εάν πράγματι γινόταν το περιστατικό όπως το έχει περιγράψει, ήταν να αναρωτηθεί και ταυτόχρονα να διαμαρτυρηθεί για τον υποτιθέμενο θεατρινισμό του παραπονουμένου και όχι να διαφεύγει της σκηνής. Η υποτιμητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου απέναντι στον παραπονούμενο, τα καθήκοντα και τις εξουσίες του ως αστυφύλακας ήταν τόσο έκδηλη, που έφτασε μέχρι το σημείο όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι όταν ο παραπονούμενος του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και ότι αυτός απάντησε ότι δεν θα του δώσει τίποτα από τα στοιχεία του, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι με τέτοια συμπεριφορά δεν θα έδινε ούτε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αυτά τα στοιχεία, καταδεικνύοντας έτσι την ασέβεια του προς τον ρόλο, τα καθήκοντα και το πρόσωπο του παραπονούμενου. Έχει γίνει πολλή συζήτηση και αντεξέταση για το ζήτημα του πως έχει αντιληφθεί ο κατηγορούμενος την ιδιότητα του παραπονουμένου ως αστυνομικού και γενικά την ερμηνεία που έδωσε ο κατηγορούμενος ως προς αυτήν την ιδιότητα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το ζήτημα είναι επουσιώδης, διότι από την μια η ιδιότητα του παραπονουμένου είναι παραδεκτή και φαίνεται άλλωστε μέσα από τα τεκμήρια 9 και 10, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, όπου ο κατηγορούμενος αποκαλεί τον παραπονούμενο ως αστυνομικό. Οι αναφορές του κατηγορουμένου ότι αμφέβαλλε εάν ο παραπονούμενος ήταν αστυνομικός, ήταν λόγω της ισχυριζόμενης κακής συμπεριφοράς του παραπονουμένου, που κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν διαδραματίζει οποιονδήποτε ρόλο, διότι η ιδιότητα του παραπονουμένου ως αστυνομικού είναι αδιαμφισβήτητη και ότι αυτή η αναφορά του κατηγορουμένου είχε το στοιχείο της κριτικής προς την συμπεριφορά του παραπονούμενου και όχι αμφισβήτησης της ιδιότητας του παραπονουμένου και που εν πάση περιπτώση, δεν αποτελεί η ιδιότητα του παραπονουμένου συστατικό στοιχείο του υπό εξέταση αδικήματος. Ο κατηγορούμενος προέβαλε αντιφατική εκδοχή ως προς το ζήτημα της ισχυριζόμενης εξύβρισης που εκστόμισε ο παραπονούμενος προς τον κατηγορούμενο και πιο συγκεκριμένα, στην σελίδα 8 και 10 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 9/5/2018, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος τον εξύβρισε, ενώ στην σελίδα 17 το αναίρεσε και εν πάση περιπτώση, ούτε έδωσε λεπτομέρειες για την ισχυριζόμενη εξύβριση και η θέση αυτή περί εξύβρισης, πέραν της ασάφειας, είναι και αντιφατική και που προβλήθηκε αρχικά για σκοπούς ενυπωσιασμού εναντίον του παραπονούμενου και υπέρ του κατηγορουμένου. Επουσιώδη ζητήματα κρίνονται από το Δικαστήριο η τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο κατηγορούμενος στην σκηνή με κάποιον Κυριάκο, το κατά πόσο ήχησε ή όχι ο κατηγορούμενος την σειρήνα του οχήματος του και κατά πόσο αυτό ήταν νόμιμο ή όχι, το κατά πόσο η τροχαία κίνηση ήταν αραιή ή πυκνή, καθώς επίσης οι λόγοι που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος για την αλλαγή του οχήματος του για σκοπούς μετάβασης του στην αστυνομία, διότι είναι ζητήματα που δεν αφορούν την επίδικη κατηγορία και τα συστατικά στοιχεία αυτής. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινήσεις, η μαρτυρία του κατηγορουμένου απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο παραθέτει τον πυρήνα των ευρημάτων και συμπερασμάτων του. Συγκεκριμένα, στις 24 Νοεμβρίου 2014, ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στο όχημα του με αριθμό εγγραφής XXXXX50 στην υπέργεια γέφυρα Πολεμιδιών στην Λεμεσό και ενώ το εν λόγω όχημα ήταν ακινητοποιημένο και ενώ ο κατηγορούμενος υποβαλλόταν σε έλεγχο στοιχείων από τον παραπονούμενο και ενώ έπρεπε να παραμείνει στο μέρος μέχρι να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία ελέγχου στην οποία διαδικασία ο κατηγορούμενος παράνομα και χωρίς εύλογη αιτία δεν ήταν συνεργάσιμος, εκκίνησε το όχημα του και κτύπησε τον παραπονούμενο στον δεξιό ώμο με το καθρεφτάκι του οχήματος του, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να πέσει στο έδαφος και από την πτώση αυτή, υπήρχε το ενδεχόμενο ο παραπονούμενος να τραυματιστεί από άλλα διερχόμενα οχήματα που χρησιμοποιούσαν την πιο πάνω υπέργεια γέφυρα και ακολούθως ο κατηγορούμενος διέφυγε από την επίδικη σκηνή. Η πιο πάνω οδήγηση, αναμφίβολα ήταν αλόγιστη και βεβιασμένη, διότι όφειλε ο κατηγορούμενος να μην κατευθύνει το όχημα του προς τον παραπονούμενο και να τον κτυπήσει. Τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα καλύπτουν τα συστατικά στοιχεία της επίδικης κατηγορίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής κατηγορίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ........................................................... ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο