ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΑΛΑΚΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 503/16, 19/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B121 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 503/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. XXXXX ΜΑΛΑΚΤΟΣ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ντ. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κος. Γ. Λουιζίδης Κατηγορούμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δια του παρόντος κατηγορητηρίου μία κατηγορία. Η κατηγορία, αφορά το αδίκημα του καθήκοντος για ασφαλή φύλαξη μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των άρθρων 2, 14 (Α) και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 08/02/2015 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού ενώ ήταν ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX68 παρέλειψε να λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του πιο πάνω οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας, παρουσίασε 1 μάρτυρα κατηγορίας τον Αστ. XXXXX8, XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ1) ενώ συνολικά κατατέθηκαν 4 τεκμήρια. Η ουσία της υπόθεσης και η εκδοχή που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο που αναφέρεται στην κατηγορία και ενώ ήταν πρόσωπο που είχε υπό την κατοχή και φύλαξη του το πιο πάνω όχημα ως ιδιοκτήτης επιχείρησης φροντίδας αυτοκινήτων παρέλειψε να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για την ασφαλή φύλαξη του με αποτέλεσμα αυτό να χρησιμοποιηθεί από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκε από κάποιον XXXXX Λαυρεντιάδη. Σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εμπίπτει εντός της έννοιας του «ιδιοκτήτη» για σκοπούς της σχετικής νομοθεσίας. Μετά το τέλος της υπόθεσης για τη Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Με αναφορά στη μαρτυρία πρόβαλε τη θέση ότι δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της χρησιμοποίησης του εν λόγω οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ως η έννοια που αποδίδεται στον ορισμό αυτό από το άρθρο 14 Α. Συμφώνησε ότι για σκοπούς αυτού του σταδίου έχει αποδειχθεί η έννοια του ιδιοκτήτη αλλά όχι της οδήγησης από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ήτοι από πρόσωπο που δεν κατείχε ή δεν δύνατο να κατέχει άδεια οδήγηση για την ίδια κατηγορία οχήματος ως το επίδικο και δεν ήταν κάτοχος ασφαλιστικής κάλυψης. Ως εκ τούτου και ελλείψει του στοιχείου αυτού κάλεσε το Δικαστήριο να απαλλάξει και αθωώσει τον κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι τα όσα εισηγείται ο συνήγορος Υπεράσπισης άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενώ με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και πρέπει αυτός να κληθεί σε απολογία. Τα όσα αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν στα πλαίσια των αγορεύσεων τους έχουν σημειωθεί στο πρακτικό και έχουν δεόντως μελετηθεί από το Δικαστήριο. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά καθιερωμένες. Ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν:
(1)Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και
(2)Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η μαρτυρία που δόθηκε με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191,198 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851,887). Υπενθυμίζω περαιτέρω ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά εξετάζει μόνο κατά πόσο αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία δικαιολογεί την κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της (βλέπε R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060, 1062). Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιεγγέρη κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Π.Ε. 121/2014, 16/12/2016 και In Re Kakos, ανωτέρω). Αποτελεί συνήθη και ορθή πρακτική από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου, όταν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, να αιτιολογεί συνοπτικά την απόφασή του, αποφεύγοντας έτσι να υπεισέλθει σε πρόωρη ανάλυση της μαρτυρίας, ενόψει της συνέχισης της δίκης (βλέπε Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Π.Ε. 112/2014, 20/11/2015 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191). Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας είναι αξιόπιστη (βλέπε Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ, ανωτέρω). Παραθέτω ως εκ τούτου την ουσία της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής με αναφορά στα ουσιώδη και επίδικα ζητήματα. Πέραν της προφορικής μαρτυρίας του ΜΚ1 και πριν την μαρτυρία αυτή σημειώνω ότι αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν ως παραδεκτό γεγονός και Τεκμήριο το Τεκμήριο 1: Τεκμήριο 1: Γραπτή κατάθεση της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του αναφερόμενου στο κατηγορητήριο οχήματος ημερ. 9/5/
- Η XXXXX Πίπη αναφέρει ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXXX69 μάρκας BMW X
- Για το εν λόγω όχημα έχει όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Στις 5/2/2015 η ώρα 16:00 μετέφερε και παρέδωσε το όχημα της σε συνεργείο φροντίδας αυτοκινήτων του XXXXX Μαλακτού μαζί με το ηλεκτρονικό του κλειδί. Το αυτοκίνητο δεν είχε μηχανικό πρόβλημα. Το παρέδωσε και αναχώρησε με τον σύζυγο της για Σαββατοκύριακο στην Αθήνα. Στις 8/2/2015 την ενημέρωσε ο σύζυγος της ότι κατά τα μεσάνυχτα του τηλεφώνησε η τροχαία Λεμεσού και συγκεκριμένα ο Αστ. XXXXX8, ότι το αυτοκίνητο της είχε εμπλακεί σε δυστύχημα ενώ ο οδηγός του εγκατέλειψε την σκηνή. Η ίδια και ο σύζυγος της δεν είχαν γνώση και ενημέρωσαν την αστυνομία ότι άφησαν το όχημα στο συνεργείο φροντίδας του Μαλακτού. Στις 9/5/2015 που επέστρεψαν στην Κύπρο ο σύζυγος της μετέβηκε στο συνεργείο και είδε το όχημα της να έχει πολλές ζημιές στο μπροστινό μέρος. Την ζημιά αποκατάστησε προσωπικά ο Μαλακτός. Από ότι έμαθε το όχημα της το οδηγούσε ένας αλλοδαπός ο XXXXX Λαυρεντιάδης ο οποίος πήρε τα κλειδιά από το συνεργείο. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων και οδικών δυστυχημάτων. Αναγνώρισε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση του αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και επιπλέον ως Τεκμήριο 3 την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ενώ ως Τεκμήριο 4 την γραπτή κατηγορία. Στην κατάθεση του - Τεκμήριο 2 αναφέρει ότι στις 8/2/2015 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος και βρήκε τον ιδιοκτήτη του ενεχόμενου οχήματος ενώ ο οδηγός του άλλου οχήματος εγκατέλειψε την σκηνή. Έλαβε μετρήσεις, ετοίμασε σχεδιάγραμμα και επικοινώνησε με τον σύζυγο της εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του ενεχόμενου οχήματος ο οποίος τον ενημέρωσε ότι παρέδωσαν το όχημα της συζύγου του σε συνεργείο περιποίησης αυτοκινήτων του XXXXX Μαλακτού ο οποίος είχε και τα κλειδιά. Την ίδια ημέρα επισκέφθηκε το συνεργείο και εντόπισε μαζί με τον κατηγορούμενο το εν λόγω όχημα, σταθμευμένο εντός του εργαστηρίου, και το οποίο είχε ζημιές. Στο υποστατικό δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης και ήταν εκεί τα κλειδιά και ηγέρθηκαν υποψίες εναντίον κάποιου Πάκκου που ήταν ο μόνος που είχε κλειδιά του εργαστηρίου. Ο Μαλακτός υπέδειξε στον ΜΚ1 την πολυκατοικία που διέμενε ο ύποπτος χωρίς όμως αυτός να ανευρεθεί. Οι εξετάσεις συνεχίστηκαν και εξασφαλίστηκαν τα πλήρη στοιχεία του Πάκκου ήτοι ότι αυτός ονομάζεται XXXXX Λαυρεντιάδης και εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του στις 9/2/
- Αναφέρει τις ζημιές επί των οχημάτων. Στις 14/2/2015 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε για το αδίκημα που σήμερα αντιμετωπίζει και αυτός παραδέχθηκε και απολογήθηκε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι εντός του υποστατικού υπήρχαν και άλλα οχήματα όταν εντόπισε το επίδικο τα οποία βρίσκονταν εκεί για φροντίδα από τον κατηγορούμενο. Το όχημα ήταν σταθμευμένο μέσα στο κατάστημα μπροστά από τζαμαρία και πίσω του υπήρχαν άλλα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι τα κλειδιά των αυτοκινήτων τα είχε σε ένα συρτάρι στο γραφείο του εργαστηρίου του το οποίο και του υπέδειξε. Το πρόσωπο που διαφάνηκε να οδήγησε το αυτοκίνητο ήταν ο XXXXX Λαυρεντιάδης, φίλος του κατηγορούμενου στον οποίο ο κατηγορούμενος επέτρεπε να εισέρχεται και να χρησιμοποιεί το διαδίκτυο. Από τον Λαυρεντιάδη έλαβε κατάθεση και δεν θυμάται να του αναφέρθηκε ότι είχε άδεια να παίρνει αυτοκίνητα. Ο Λαυρεντιάδης παραδέχθηκε ότι μετά που έλειπε ο κατηγορούμενος το βράδυ εκείνο πήρε το αυτοκίνητο και το οδήγησε. Δεν γνωρίζει εάν τα οχήματα όταν βρίσκονται στην κατοχή του κατηγορούμενου οδηγούνται και από άλλα άτομα υπαλλήλους του στα πλαίσια της εργασίας του και δεν ρώτησε αυτή την ερώτηση στον κατηγορούμενο. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι διατηρεί εργαστήριο φροντίδας αυτοκινήτων. Το όχημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο το παρέλαβε από την πελάτισσα του κα. XXXXX Πίπη μαζί με το ηλεκτρονικό της κλειδί. Την επόμενη ημέρα της παραλαβής έκανε τις απαραίτητες εργασίες σε αυτό και το έβαλε μέσα στο εργαστήριο και το κλειδί στο συρτάρι του γραφείου του. Το αυτοκίνητο θα το παρέδιδε στις 10/2/2015 αφού οι ιδιοκτήτες έλειπαν στο εξωτερικό. Στις 8/2/2015 του τηλεφώνησε ο σύζυγος της ιδιοκτήτριας ότι τον ενημέρωσε η αστυνομία ότι το όχημα της ενεπλάκη σε δυστύχημα και ο οδηγός εγκατέλειψε την σκηνή. Ο ίδιος δεν το πίστευε και μίλησε με τον αστυνομικό με τον οποίο επισκέφθηκε το συνεργείο του όπου βρήκε το όχημα σταθμευμένο εντός του καταστήματος και με πολλές ζημιές προφανώς από το δυστύχημα. Αμέσως σκέφτηκε ότι θα πήρε τα κλειδιά ένας γνωστός του που πηγαίνει στο κατάστημα και χρησιμοποιεί το διαδίκτυο ενώ κάποιες φορές τον εξυπηρετεί και ανοίγει το κατάστημα τα πρωινά. Τον ήξερε σαν Πάκκο. Τον αναζήτησε στην περιοχή με την αστυνομία χωρίς αποτέλεσμα ενώ του τηλεφωνούσε επανειλημμένα αλλά αυτός δεν απαντούσε. Την επόμενη ημέρα το πρωί έλαβε γραπτό μήνυμα από το πρόσωπο αυτό το οποίο μεταξύ άλλων του απολογήθηκε που πήρε το αυτοκίνητο αυτό και έκανε δυστύχημα. Επίσης του έγραψε ότι θα πληρώσει τις ζημιές δίνοντας του λίγα - λίγα τα λεφτά κάθε μήνα. Τα κλειδιά των αυτοκινήτων τα έχει σε ένα συρτάρι που δεν είναι κλειδωμένο και ο Πάκκος το γνώριζε αφού περνά αρκετές ώρες στο μαγαζί και τον θεωρούσε φίλο του. Αναγνώρισε την ευθύνη του και για αυτό τον λόγο πλήρωσε και επιδιόρθωσε τις ζημιές. Η πιο πάνω είναι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και με βάση αυτή θα πρέπει το Δικαστήριο να καταλήξει εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και δύναται να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Με βάση την νομολογία και τις αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και την νομική πτυχή του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 14Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72όπως έχει τροποποιηθεί προνοεί τα ακόλουθα: «14 Α. -
(1)Ο ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος του από οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
(2)Παράβαση της δυνάμει του εδαφίου
(1)επιβαλλόμενης υποχρέωσης συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(3)Σε ποινική δίωξη ιδιοκτήτη οχήματος για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(2), η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή της χρησιμοποίησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ενοχής του ιδιοκτήτη αυτού, εκτός αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για αποτροπή τέτοιας μη εξουσιοδοτημένης χρησιμοποίησης.
(4)Για σκοπούς του άρθρου αυτού - «ιδιοκτήτης», χωρίς επηρεασμό της ερμηνείας που αποδίδεται στον όρο αυτό δυνάμει του άρθρου 2, περιλαμβάνει και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του μηχανοκίνητο όχημα. «μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος ή να έχει τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος και (β) να μην έχει λάβει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρήσης του από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (βλέπε επίσης Παντελής Χαραλάμπους v. Aστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 72). Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι εφόσον αποδειχθεί ότι το μηχανοκίνητο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου και οδηγήθηκε, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε, από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο ήτοι από πρόσωπο το οποίο δεν δικαιούται, το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους του Κατηγορουμένου να αποδείξει ότι αυτός έλαβε όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα για την αποτροπή της χρησιμοποίησης αυτής. Παρόλα αυτά όμως το να μην έχει λάβει κάποιος ιδιοκτήτης τα εύλογα μέτρα αποτελεί ένα εκ των δύο συστατικών στοιχείων του αδικήματος και για το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία. Ο Νομοθέτης, με τη θέσπιση του άρθρου 14Α το έτος 2000 και τη φράση «όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα» έχει καθορίσει το καθήκον και την ευθύνη που επιφορτίζεται κάθε ιδιοκτήτης οχήματος. Δεν είναι αρκετό να έχει λάβει κάποια εύλογα μέτρα, αλλά υπέχει υποχρέωση να λάβει όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα. Το κατά πόσο αυτό έχει συμβεί είναι θέμα που εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης χωριστά. Για σκοπούς εκ πρώτης όψεως και χωρίς να αξιολογώ καθ' οιονδήποτε τρόπο την δοθείσα μαρτυρία κρίνω ότι έχει αποδειχθεί για σκοπούς του σταδίου αυτού η ιδιοκτησία του οχήματος. Σημειώνω ότι το στοιχείο αυτό δεν έχει άλλωστε αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο κατηγορούμενος ο ίδιος άλλωστε μέσα από την κατάθεση του αναφέρει ότι είχε στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του το εν λόγω όχημα το οποίο του παραδόθηκε από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια για να παράσχει υπηρεσίες με οδηγίες να το έχει στην κατοχή του μέχρι τις 10/2/2015. Σε συνδυασμό με την ερμηνεία που η παράγραφος 4 του άρθρου 14Α δίνει κρίνω ότι το συστατικό στοιχείο αυτό πληρείται και δεν ελλείπει. Εκείνο που απομένει επομένως να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχει μαρτυρία που να πληροί για σκοπούς αυτού του σταδίου το συστατικό στοιχείο ότι το όχημα οδηγήθηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στο άρθρο 14Α δίνεται επιπλέον η ερμηνεία της έννοιας του «εξουσιοδοτημένου οδηγού» και αυτή αφορά πρόσωπο το οποίο «.δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου.» Θα συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου της Υπεράσπισης ότι στην προκειμένη ελλείπει οιαδήποτε μαρτυρία περί του ότι το πρόσωπο που αναφέρεται ότι οδήγησε το εν λόγω όχημα, ονόματι XXXXX Λαυρεντιάδης, αναφερόμενος και ως Πάκκος εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία προσώπων που δεν έχουν ή δεν δύναται να έχουν άδεια οδήγησης της κατηγορίας του επίδικου μηχανοκίνητου οχήματος ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο πιστοποιητικό ασφάλισης. Στην προκειμένη περίπτωση της υπό κρίση κατηγορίας ο νομοθέτης προβλέπει μεταφορά του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο περί του ότι αυτός έλαβε τα απαραίτητα και εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρήσης του αφού πληρωθούν τα συστατικά στοιχεία της ύπαρξης ιδιοκτησίας εν τη έννοια του άρθρου 14 και της χρήσης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στην προκειμένη ουδεμία μαρτυρία δόθηκε περί του ότι το πρόσωπο αυτό που οδήγησε το όχημα δεν είχε άδεια οδηγού ή δεν δύνατο να έχει άδεια οδηγού για την εν λόγω κατηγορία οχήματος ή ότι δεν καλυπτόταν από ασφαλιστήριο έγγραφο. Ο ΜΚ1 ουδεμία αναφορά έκανε στην ύπαρξη των στοιχείων αυτών ή την απουσία τους ενώ ούτε και μέσα από την κατάθεση του κατηγορούμενου τίθεται οιαδήποτε σχετική επί τούτου μαρτυρία. Στο σύνολο της η δοθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία παρουσιάζει έλλειψη στοιχείων, γεγονότων ή ισχυρισμών που να άπτονται αυτού του συστατικού στοιχείου επί των οποίων των Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει εύρημα πλήρωσης και του συστατικού αυτού στοιχείου επομένως να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Σημειώνω περαιτέρω ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι εναντίον του Λαυρεντιάδη σχηματίστηκε ποινική υπόθεση που αφορούσε την πρόκληση δυστυχήματος, την εγκατάλειψη σκηνής δυστυχήματος και άλλα αδικήματα που όμως δεν διευκρινίστηκαν. Ως εκ τούτου ελλείπει οιαδήποτε αναφορά σχετική με την ύπαρξη ή όχι άδειας οδηγού ή την δυνατότητα απόκτησης ή ασφαλιστηρίου εγγράφου. Υπενθυμίζω ότι με βάση την νομολογία το Δικαστήριο δεν δύναται να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία όταν με την κλήση του αυτός ενδεχομένως να κληθεί να καλύψει κενά της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Υπό τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν, την μαρτυρία που ενώπιον μου υπάρχει και η οποία σημειώνω παρουσιάσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία δεν είναι δυνατή ελλείψει ενός εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και συγκεκριμένα μαρτυρίας που να δεικνύει ότι το εν λόγω όχημα οδηγήθηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εν τη έννοια που αποδίδεται στον ορισμό αυτό από την πρόνοια του άρθρου 14Α. Η πιο πάνω κατάληξη μου προκύπτει μέσα από την μαρτυρία αντικειμενικά ιδωμένη και στο απόγειο της και χωρίς να χρήζει αυτή αξιολόγησης. Ενόψει των όσων ανωτέρω έχω αναφέρει κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου αυτός απαλλάσσεται και αθωώνεται από το στάδιο αυτό στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).................................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο