Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ABELE, Αρ. Υπόθεσης: 5905/18, 12/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5905/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX ABELE Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής (κ. Π. Κωνσταντίνου για να ακούσει την ποινή) Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερέβαινε το καθορισθέν όριο, ήτοι περιείχε 104 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής αντί 22 εκατομμυριοστά. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ο κατηγορούμενος στις 3/4/2018 στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας παρά την έξοδο Παρεκκλησιάς, της Επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX33, ενώ είχε καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης με αποτέλεσμα η ένδειξη να είναι 104mg του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, αντί 22 που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας και συγκεκριμένα ότι το αδίκημα προέκυψε μετά που ο Μ1 επί του κατηγορητηρίου ανέκοψε για έλεγχο το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και υπέβαλε αυτόν σε προκαταρκτικό αρχικά έλεγχο αλκοτέστ και ακολούθως σε δύο τελικούς ελέγχους με μικρότερη ένδειξη αυτή που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες αλλά βαρύνεται με 9 βαθμούς ποινής. Ο κ. Καλλής στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορουμένου. Τόνισε παρόλα αυτά ότι είναι η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε αντικοινωνική και παραβατική συμπεριφορά και από την πράξη του αυτή ουδέν δυστύχημα προκλήθηκε, υλικές ή σωματικές βλάβες σε οιοδήποτε πρόσωπο. Τόνισε επιπλέον την απολογία του εξαρχής, την ειλικρινή του μεταμέλεια ενώ ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε ότι μετά που σχόλασε από την εργασία του κουρασμένος είχε μια έντονη συζήτηση με την γυναίκα του και λόγω της αγανάκτησης του κατέφυγε στο αλκοόλ. Εργάζεται σε εταιρεία και αν απωλέσει την άδεια οδήγησης του θα απωλέσει και την εργασία του ενώ είναι ο μόνος από την οικογένεια του που εργάζεται και έχει εισόδημα. Ως προς την αναγκαιότητα της κατοχής άδειας καταχωρήθηκε βεβαίωση από την εργοδότρια εταιρεία του κατηγορούμενου για την φύση της εργασία του. Εισήγηση έγινε από τον συνήγορο υπεράσπισης και σε ότι αφορά τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης και όπως αυτή ανασταλεί δυνάμει των προνοιών του σχετικού νόμου και νομολογίας και ειδικότερα λόγω του λευκού ποινικού μητρώου, της οικογενειακής και οικονομικής του κατάστασης της άμεσης παραδοχής, της έμπρακτης μεταμέλειας και των συνεπειών στην ζωή της οικογένειας του. Ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 48 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 7 ½ ετών. Διαμένει με την σύζυγο του και το παιδί του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Λαμβάνει από την εργασία του ποσό εκ €1.300= ενώ καταβάλει μηνιαίως ποσό εκ €350= για ενοίκιο και ποσό εκ €208= δίδακτρα για το ιδιωτικό σχολείο που φοιτά το τέκνο του. Κατάγεται από την Λετονία όπου ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση του και εργάστηκε μέχρι το 2001 όπου και μετανάστευσε στην Μόσχα. Το 2004 μετέβηκε στην Αγγλία ενώ το 2006 ήρθε στην Κύπρο όπου και ξεκίνησε εργασία σε εργοστάσιο μαρμάρων στο οποίο εργάζεται μέχρι και σήμερα. Η σύζυγος του κατάγεται από τη Ρωσία ενώ γνώρισε τον κατηγορούμενο το 2008 στην Κύπρο όπου τέλεσαν και τον γάμο τους. Στο παρόν στάδιο η σύζυγος του δεν εργάζεται και επιθυμεί να εξεύρει εργασία. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο κατηγορούμενος οδηγούσε με αναλογία αλκοόλης 104 εκ αντί 22 εκ. Η υπέρβαση αυτή είναι τέτοια, που οδήγηση υπό τέτοια επήρρεια μόνο εγωϊστική και αντικοινωνική μπορεί να χαρακτηριστεί. Η ενέργεια του αυτή σαφέστατα ενείχε κινδύνους, τόσο για την ασφάλεια του ιδίου, όσο και άλλων τρίτων ανυποψίαστων οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Έχοντας υπ' όψιν τις πιθανές συνέπειες που μπορούσαν να προκλήθουν από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου, σε μία περίοδο που τα αδικήματα αυτά βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβληθείσων ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Δυστυχώς τα αδικήματα αυτά παρουσιάζουν έξαρση σε μεγάλο βαθμό και λαμβάνω δικαστική γνώση από τη σωρεία υποθέσεων που καθημερινά τίθενται ενώπιον μου. Η οδήγηση δε υπό την επήρεια αλκοόλης και συγκεκριμένα καθ' υπέρβαση του ανώτατου ορίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία πρόκλησης οδικών δυστυχημάτων, τα οποία δυστυχώς σε αρκετές περιπτώσεις έχουν ως τραγικές συνέπειες την απώλεια ανθρώπινων ζωών. Πέραν της γνώσης που λαμβάνω από τις ενώπιον μου υποθέσεις, χαρακτηριστικό της έξαρσης των αδικημάτων αυτών αποτελούν και οι προσπάθειες που καταβάλλονται από τα νομοθετικά σώματα να θεσμοθετήσουν καινούριες μεθόδους πρόληψης των αδικημάτων αυτών, αντιλαμβανόμενοι προφανώς την ανησυχητική έξαρση των αδικημάτων τούτων. Η στάση του κατηγορούμενου να οδηγήσει καθ' όν χρόνο είχε καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης, ανεβάζοντας το ποσοστό της υπέρβασης πέραν του τετραπλασίου από το ανώτατο επιτρεπόμενο, αποτέλεσε δημόσιο κίνδυνο και το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποτρέψει τέτοιες συμπεριφορές, αλλά ταυτόχρονα να προστατέψει και το κοινό από τέτοιους κινδύνους. Οι οδηγοί θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος εξυπακούει και υποχρεώσεις οι οποίες πρέπει να τηρούνται όταν μάλιστα αυτές σχετίζονται με την ασφάλεια, τόσο των ιδίων, όσο και άλλων χρηστών του δρόμου. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί, ως υποδεικνύει το Δικαστήριο με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, αντικείμενο ικανό να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου και τη σοβαρότητα του ιδίου του αδικήματος όπως διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές καθώς επίσης, αντλώ δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που εκδικάζονται καθημερινά και τη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοιας φύσεως αδικήματα. Η ανάγκη που υπάρχει για αποτροπή είναι δεδομένη και στην παρούσα υπόθεση. Η επιβολή ποινής όμως, είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρθησαν πιο πάνω θα ληφθούν υπ' όψη. Συγκεκριμένα, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, το λευκό του ποινικό μητρώο, τη μεταμέλεια του, τη συναισθηματική και ψυχολογική φόρτιση που είχε το διάστημα εκείνο, καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες. Περαιτέρω, το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ενώ ο ίδιος εργάζεται μόνο στην οικογένεια του και έχει την ευθύνη συντήρηση της. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου ότι από την παραβατική αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν κινδύνευσε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και επί του κατηγορητηρίου δεν περιλαμβάνεται άλλη κατηγορία που να άπτεται άμεσα της οδηγητικής του συμπεριφοράς. Τα πιο πάνω όμως, θα επηρεάσουν απλά το εύρος της ποινής, αλλά όχι το είδος της, το οποίο, ενόψει του ποσοστού της υπέρβασης, δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Τα γεγονότα είναι ιδιαίτερα σοβαρά λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο ποσοστό της υπέρβασης. Όσον αφορά τώρα την άδεια οδηγού, σημειώνω ότι έχει τεθεί προς εξέταση ως ειδικός λόγος η φύση της εργασίας του κατηγορούμενου ως εργάτη στο κόψιμο μαρμάρων, πέτρας και γρανίτη ενώ μεταβαίνει με το όχημα της εταιρείας και τοποθετεί τα εν λόγω υλικά. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος με τα εισοδήματα του συμβάλλει οικονομικά, στη διαβίωση της οικογένειας του. Κρίνω όμως ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν λόγους ειδικούς οι οποίοι να δικαιολογούν τη μη επιβολή ποινής στερητική της άδειας οδηγού σε συνδυασμό με την επιβάρυνση της άδειας οδήγηση του ήδη με 9 βαθμούς ποινής. Από τα όσα έχουν αναφερθεί δεν προκύπτει αδυναμία μεταφοράς των εν λόγω υλικών και του κατηγορούμενου από άλλα πρόσωπα που εργάζονται στην εταιρεία. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκια, επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 20 ημερών και 5 βαθμούς ποινής, οι οποίοι να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης του. Με την επιβολή των 5 βαθμών ποινής ο κατηγορούμενος έχει πλέον συσσωρεύσει 14 βαθμούς ποινής. Ενόψει της συσσώρευσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα όσα έχω αναφέρει για την άδεια οδήγησης επιβάλλω σε αυτόν ποινή δια της οποίας στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα. Με την ολοκλήρωση της ποινής οι βαθμοί ποινής να διαγραφούν. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης, όπως ήταν και το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορούμενου. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2009, ημερ.29/01/2010.) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα περίπτωση είναι ηλικίας 48 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 7 ½ ετών. Είναι η πρώτη φορά που απασχολεί τη δικαιοσύνη και επίσης λαμβάνω υπόψη μου την έμπρακτη μεταμέλεια του και το γεγονός ότι από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος δεν έχει διαπράξει οποιαδήποτε άλλα αδικήματα. Επίσης, ο ίδιος φαίνεται να έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι πατέρας ανήλικου τέκνου και το μόνο έσοδο της οικογένειας αποτελεί ο μισθός του. Επίσης ελλείπουν άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες που να άπτονται της οδηγητικής του συμπεριφοράς. Τούτων δεδομένων βρίσκω ότι συντρέχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο και επομένως η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Επεξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης.) (Υπ.) ........................................................... Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Traffic / Final Αναφορά: Αλκοόλ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο