← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σιακαλλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9586/2017, 8/6/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σιακαλλής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9586/2017, 8/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9586/2017 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα αρχή ν.

  1. XXXXX Σιακαλλής
  2. XXXXX Κωνσταντίνου Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 08 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Μανώλη για κ. Π. Αβρααμίδη Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Μ. Ιωαννίδου για Ι.Μοδίτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν βρεθεί ένοχοι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι σε μία
(1)κατηγορία για την έκδοση επιταγής ποσού €65.000.- (τεκμ.2 ενώπιον του Δικαστηρίου), η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα στο λογαριασμό των κατηγορούμενων και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών. Τα γεγονότα που περιβάλλουν το εν λόγω αδίκημα εμφαίνονται στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.25/05/18 και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Παρεμβάλλω ότι σήμερα υπήρξε μια εξέλιξη στην υπόθεση, η οποία διαφοροποιεί τα γεγονότα όπως προκύπτουν μέσα από την απόφαση του Δικαστήριο. Συγκεκριμένα στο μεσοδιάστημα από την τελευταία δικάσιμο μέχρι σήμερα, οι κατηγορούμενοι έχουν προβεί σε διευθέτηση του ποσού που αφορά η επίδικη επιταγή και σχετική είναι η δήλωση σήμερα του παραπονούμενου ενώπιον του Δικαστήριο πως η επιταγή έχει εξοφληθεί και ο παραπονούμενος ουδεμία απαίτηση ή παράπονο διατηρεί. Η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων κατά την τελευταία δικάσιμο αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου για μετριασμό της ποινής. Κατ' αρχήν αναγνώρισε την σοβαρότητα του αδικήματος και ακολούθως ζήτησε όπως υπάρξει εξατομίκευση της ποινής για τους κατηγορούμενους. Ακολούθως τόνισε την πάροδο 10 χρόνων από το αδίκημα και ανέφερε ότι τότε ο κατηγορούμενος 1 ήταν 20 ετών, ενώ ο κατηγορούμενος 2 ήταν 29 ετών. Ως προς τα γεγονότα είπε ότι οι κατηγορούμενοι δεν επωφελήθηκαν ή είχαν κέρδος από την επιταγή, η οποία αφορούσε χρέη του πατέρα του 1ου κατηγορούμενου. Σημείωσε δε ότι για το χρέος αυτό έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και ο παραπονούμενος έχει καταθέσει memo στην ακίνητη περιουσία του πατέρα του 1ου κατηγορούμενου. Στη συνέχεια δε έκανε αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν και υιοθέτησε τις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκαν για τους κατηγορούμενους. Επίσης σημείωσε το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορούμενων και ότι η παρούσα ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Τέλος, αφού σημείωσε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση των κατηγορούμενων οι οποίοι βρέθηκαν στη φυλακή και το άγχος και το φόβο των οικογενειών τους, ζήτησε όπως το Δικαστήριο σε περίπτωση που θα επιβάλει ποινή φυλάκισης να την αναστείλει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα στο οποίο έχουν βρεθεί ένοχοι οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται αναφέρω και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000.- ή και οι δυο ποινές. Ας σημειωθεί εδώ ότι την σοβαρότητα του αδικήματος έχει ορθώς αναγνωρίσει και η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων μέσα από την αγόρευση της. Περαιτέρω η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα έχει τονισθεί επανειλημμένα. Τέτοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, επηρεάζουν την οικονομική ζωή του τόπου και η έξαρση τους αποτελεί μάστιγα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας μας. Όλα αυτά συνηγορούν υπέρ της αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ 60: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις». Επίσης χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου v. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546, το οποίο μιλά από μόνον του σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: "..Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν στην έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια. " Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Πάρα τα πιο πάνω δεν εξαλείφεται η ανάγκη που υπάρχει παράλληλα για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 17). Προς όφελος λοιπόν των κατηγορούμενων λαμβάνω υπόψη μου:
  1. Τo λευκό τους ποινικό μητρώο.
  2. Το γεγονός ότι η παρούσα αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό εν σχέση με τους κατηγορούμενους, οι οποίοι δεν προκύπτει μετά τη διάπραξη του αδικήματος της παρούσας να έχουν διαπράξει οιονδήποτε άλλο αδίκημα ή να έχουν παρουσιάσει εν πάση περιπτώσει παραβατική συμπεριφορά.
  3. Ότι οι κατηγορούμενοι δεν επωφελήθηκαν ή είχαν προσωπικά οποιοδήποτε κέρδος από την επιταγή. Παρεμβάλλω εδώ ότι πέραν των όσων ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορούμενων, προκύπτει περαιτέρω και από τη μαρτυρία ότι το χρέος για το οποίο έχει εκδοθεί η επίδικη επιταγή αφορά τον Χριστάκη Σιακαλλή, πατέρα του 1ου κατηγορούμενου, εξ' ου και η έκδοση απόφασης στα πλαίσια αγωγής εναντίον του και η καταχώρηση memo δυνάμει της εν λόγω απόφασης στην περιουσία του (βλ. έγγραφο Α). Και βεβαίως έχοντας υπόψη αυτά σημειώνω το γεγονός της εξόφλησης του οφειλόμενου δυνάμει της επίδικης ποσού, στοιχείο που έχει θεωρώ ενόψει των ανωτέρω τη δική του σημασία.
  4. To γεγονός ότι από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή έχουν παρέλθει κάτι λιγότερο από 10 χρόνια, σε συνάρτηση με τις αλλαγές που επήλθαν εν τω μεταξύ στις προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων. Αρκεί θεωρώ να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος ήταν 22 ετών (βλ. έκθεση γραφείου Ευημερίας), ενώ ο κατηγορούμενος 2 ήταν 31 ετών περίπου (βλ. έκθεση γραφείου Ευημερίας). Επίσης να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει εν τω μεταξύ παντρευτεί και έχει αποκτήσει 2 παιδιά τα οποία σήμερα είναι 1 ½ και 4 ετών. Οι γονείς του χώρισαν και έχει αναλάβει την οικονομική στήριξη της μητέρας του, η οποία είναι άνεργη. Ο κατηγορούμενος 2 επίσης έχει παντρευτεί και έχει αποκτήσει 2 παιδιά, ηλικίας 11 και 5 ετών αντίστοιχα. Στηρίζει δε οικονομικά τόσο την αδελφή του η οποία είναι διαζευγμένη και έχει 2 παιδιά, όσο και την μητέρα του η οποία πάσχει από σοβαρής μορφής διπολική διαταραχή (βλ. και έγγραφο Γ).
  5. Επίσης σημειώνω τις προσωπικές τους περιστάσεις γενικότερα, όπως τούτες προκύπτουν από τις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας που έχουν ετοιμαστεί με οδηγίες του Δικαστηρίου καθώς επίσης μέσα από όσα έθεσε σχετικά ενώπιον του Δικαστηρίου η ευπαίδευτη συνήγορος τους. Τονίζω εδώ το πρόβλημα κλειστοφοβίας που παρουσιάζει ο 1ος κατηγορούμενος και το πρόβλημα υγείας του 2ου κατηγορούμενου με την καρδία του (βλ. και έγγραφο Β). Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα την φύση και την σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή εν σχέση με τους κατηγορούμενους είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή πιστεύω δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε και λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Ως εκ τούτου επιβάλλω σε κάθε ένα εκ των κατηγορουμένων 1 και 2 στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Η επιταγή τεκμ.2 να επιστραφεί στον παραπονούμενο. Ενόψει της κατάληξής μου αυτής θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν η ποινή αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση των κατηγορουμένων ή αν δύναται να ανασταλεί, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του
  6. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο των κατηγορούμενων εάν το Δικαστήριο καταλήξει σε ποινή στερητική της ελευθερίας, είναι η θέση της ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι για αναστολή τέτοιας ποινής. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται, «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη, Ποιν. Έφεση 7770, ημερ. 30.3.2005 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Στην παρούσα υπόθεση έχοντας προβληματιστεί και δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορούμενων και στον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος σε συνάρτηση με την αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες των κατηγορούμενων, αλλά και στις προσωπικές τους συνθήκες γενικότερα και βεβαίως στην εξόφληση του ποσού της επίδικης επιταγής, έχω αποφασίσει να τους δώσω μια 2η ευκαιρία και ν' αναστείλω την ποινή. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα για αναστολή της ποινής εν σχέση και με τους δύο κατηγορούμενους για 3 χρόνια από σήμερα. (η έννοια της αναστολής εξηγείται στους κατηγορούμενους από το Δικαστήριο) €120.- έξοδα να πληρωθούν εξ' ημισείας από τους κατηγορούμενους άμεσα. (Υπ.) ............ Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινή / Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα / αρ.305Α
(1)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.