Αναφορικά με την μονομερή αίτηση υπ΄ αριθμό 37/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 21.2.2018, Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων Αρ: 37/18, 11/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλέξανδρου Φυλακτού, Ε.Δ Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων Αρ: 37/18 Αναφορικά με την μονομερή αίτηση υπ΄ αριθμό 37/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 21.2.2018 Ημερομηνία: 11/6/2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κουτσόφτας Για το Ενδιαφερόμενο μέρος - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Κ. Τούμπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση αίτηση, ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, ζητά την κατακράτηση των τεκμηρίων, που αναφέρονται στον επισυναπτόμενο κατάλογο, μέχρι τη συμπλήρωση των αστυνομικών εξετάσεων και εκδίκαση της υπόθεσης. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτέλεσαν τα Άρθρα 25 - 27 και το άρθρο 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του Αστυφ. XXXXX6 XXXXX Τσαγγάρη, ο οποίος ανάφερε πολύ συνοπτικά, ότι στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης κατά παράβαση του Περί Κυβείας Νόμου, Κεφ. 155, έγινε συγκεκριμένη έφοδος στο επίδικο υποστατικό μετά από πληροφορία και σχετική παρακολούθηση, όπου εντόπισαν συγκεκριμένα πρόσωπα να επιδίδονται σε κυβεία, δηλαδή στο παιγνίδι Texas Poker και ακολούθησε έρευνα στο υποστατικό, όπου εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν τα σχετικά τεκμήρια. Λόγω του ότι οι εξετάσεις της αστυνομίας δεν έχουν συμπληρωθεί, αιτήθηκε από το Δικαστήριο την κατακράτηση των Τεκμηρίων, την οποία θεωρεί αναγκαία, για απόδειξη της υπόθεσης στη δικαστική διαδικασία που θα ακολουθήσει. Το αίτημα αντίκρυσε την ένσταση από το ενδιαφερόμενο μέρος όπου καταγράφονται λεπτομερώς οι σχετικοί λόγοι ένστασης και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, αλλά θα γίνει ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης. Στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, καταγράφονται οι λόγοι ένστασης και το πραγματικό υπόβαθρό που την υποστηρίζει, το οποίο επίσης δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτολεξεί, αλλά θα γίνεται ειδική μνεία για σκοπούς αξιολόγησης. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσε ο Μ1, δηλαδή ο ενόρκως δηλών, Αστυφ. XXXXX6 XXXXX Τσαγγάρης, ο οποίος στην κύρια εξέταση του ανάφερε ότι υιοθέτησε την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και ότι υπάρχει αναγκαιότητα κατακράτησης των Τεκμηρίων για να στοιχειοθετηθεί υπόθεση και κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 1, καθώς επίσης και το Τεκμήριο 2 που αφορά την κατάθεση ατόμου, όπου ανάφερε ότι την επίδικη ημέρα στο επίδικο υποστατικό διεξαγόταν κυβεία, αφού έδωσε το εν λόγω πρόσωπο το ποσό των €100 και έλαβε τις ανάλογες φίσιες. Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 3 που είναι η δέσμη των σχετικών φωτογραφιών, όπου φαίνεται κρυμμένο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και κατάθεσε τη σχετική βεβαίωση, δηλαδή το Τεκμήριο 4, ως προς την ύπαρξη της Κυπριακής Ομοσπονδίας Πόκερ. Στην αντεξέταση του κατάθεσε τα Τεκμήριο 5 και 6 που αφορούν το ένταλμα έρευνας και ο όρκος που συνόδευε το σχετικό αίτημα για έκδοση εντάλματος έρευνας στο επίδικο υποστατικό, τι αφορούσε το εκδοθέν ένταλμα έρευνας και τι επιτρεπόταν να ερευνηθεί και να παραληφθούν ως Τεκμήρια, διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών στην έφοδο και η γνώση του προήλθε από τους συναδέλφους του και από τη μελέτη του φακέλου. Δεν εντοπίστηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στο ένταλμα έρευνας υπεραμυνόμενος τη νομιμότητα της έρευνας και της κατάσχεσης των εκεί ανευρεθέντων Τεκμηρίων. Εξέφρασε άγνοια για το λόγο που η έφοδος έγινε κάποιες μέρες αργότερα από την έκδοση του εντάλματος έρευνας. Αναφέρθηκε στην ανεύρεση χρημάτων στον επίδικο χώρο που ήταν κρυμμένα στην κονσόλα, εκφράζοντας άγνοια για την προέλευση τους, υπήρχαν δε άλλα άτομα στο χώρο που φαίνονται να ήταν μέλη του επίδικου Σωματείου, εκφράζοντας ταυτόχρονα και άγνοια αν το Σωματείο είναι εγγεγραμμένο με βάση την κείμενη νομοθεσία. Περιέγραψε τι απεικονίζει το Τεκμήριο 3, δηλαδή το επίδικο υποστατικό και τι έχει. Αναφέρθηκε και έδωσε στην έκταση που γνώριζε απαντήσεις επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου
- Εξέφρασε άγνοια για την προέλευση των χρημάτων που αναφέρθηκε και επικαλέσθηκε τις καταθέσεις που λήφθηκαν. Ανάφερε ότι η υπόθεση συμπληρώνεται και αναμένεται η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τη διάθεση των τεκμηρίων και ότι η υπόθεση συμπληρώνεται και θα δικαστεί το συντομότερο δυνατό. Υπεραμύνθηκε της στάσης της Αστυνομίας για πλήρη αποκάλυψη γεγονότων, λέγοντας ότι παρουσιάστηκαν ότι είχε στην κατοχή του. Ως Μάρτυρας 2 κατάθεσε ο Υπαστυνόμος κ. XXXXX Φωτίου, υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Επισκοπής, ο οποίος ανάφερε ότι κατά την επίδικη ημέρα ήταν ο υπεύθυνος του ΟΠΕ της Επαρχίας Λεμεσού. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο τι προηγήθηκε της επιχείρησης, στην οποία μέλη της Αστυνομίας εισήλθαν στο επίδικο υποστατικό και τι προηγήθηκε της εισόδου, δηλαδή διακριτική παρακολούθηση και η έκδοση του εντάλματος έρευνας. Αποφασίστηκε από τον ίδιο να γίνει επιχείρηση εισόδου στο επίδικο υποστατικό, όπου περίγραψε πόσα άτομα βρήκε, τι αντικείμενα ανευρέθηκαν, τι έλεγχος έγινε και ανάφερε ότι τα άτομα επιδίδονταν σε κυβεία, δηλαδή στο παιγνίδι Texas Poker. 'Ηταν παρών στην όλη διαδικασία και έδινε οδηγίες και περίγραψε τον επίδικο χώρο. Για να υποστηρίξει τη θέση του ότι διεξαγόταν κυβεία, ανάφερε ότι ένας θαμώνας κατάθεση ότι έδωσε το ποσό των €100, καθώς επίσης βρέθηκαν σημειώσεις, όπου σύμφωνα με τους παρευρισκόμενους αντιστοιχούσαν σε χρήματα. Επίσης, αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ανεύρεση των Τεκμηρίων, έλεγχο προσώπων και χώρου και κατάσχεση Τεκμηρίων. Έδωσε τη δική του ερμηνεία για το τι είναι κυβεία, λέγοντας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση διεξαγόταν κυβεία με το συγκεκριμένο παιγνίδι, δηλαδή το Texas Poker. Αναφέρθηκε συνοπτικά στο τι περιεχόταν στις φωτογραφίες, δηλαδή στο Τεκμήριο 3, όπου το περιεχόμενο των φωτογραφιών δεν έχει αμφισβητηθεί και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 5 και
- Ως προς τη χρησιμότητα κατακράτησης Τεκμηρίων, ανάφερε ότι είναι αποδεικτικά στοιχεία για τη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος και ειδικότερα ως προς το τραπέζι, ανάφερε ότι είναι ένα ειδικά διαμορφωμένο τραπέζι που δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό, παρά μόνο να χρησιμοποιηθεί για τον ίδιο παράνομο σκοπό, ως η θέση του. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε στην πληροφόρηση που είχε για το επίδικο υποστατικό για συγκεκριμένα αδικήματα, όχι όμως το υπό εξέταση, στις οδηγίες που έδωσε στη διαδικασία αίτησης για έκδοση εντάλματος έρευνας, αναφέροντας, στην έκταση που γνωρίζει στα πλαίσια των καθηκόντων του, αναφορικά με τις δραστηριότητες του Σωματείου και προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες που το αφορούν. Διευκρίνισε ότι δεν έχουν ανευρεθεί τα Τεκμήρια που αναζητούνταν με το ένταλμα έρευνας με βάση την πληροφόρηση που είχαν, υπεραμυνόμενος όμως την εξουσία που είχε με βάση το νόμο να πάρουν αυτά που ανευρέθηκαν ως Τεκμήρια. Ανάφερε ότι είναι ικανοποιητική η μαρτυρία η ύπαρξη της κατάθεσης, δηλαδή του Τεκμηρίου 2 στο ότι διεξαγόταν κυβεία και αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση αυτή και επεξήγησε το λόγο όπου επιλέγηκε συγκεκριμένη ημέρα για να γίνει επιχείρηση που έλαβε χώρα και που έχει περιγράψει. Ανάφερε ότι δεν αμφισβητείται η εγγραφή και ο σκοπός του καταστατικού, αλλά ότι την επίδικη ημέρα διεξαγόταν παράνομο παιγνίδι κυβείας και διαχώρισε το παιγνίδι Poker από το Texas Poker. Διευκρίνισε ότι για τα χρήματα που βρέθηκαν κρυμμένα, ο υπεύθυνος του χώρου επικαλέστηκε ότι ήταν δικά του. Καταληκτικά έδωσε τις δικές του εξηγήσεις σε υποβολές που έγιναν και που αφορούν θέσεις της άλλης πλευράς ως προς τη νομική πτυχή. Κάνω αναφορά στο σύγγραμμα του αείμνηστου Κώστα Σατολιά, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 155, Κεφ. 155, σελ. 108 - 113 όπου έγινε αναφορά και σε νομολογία όπου τίθενται οι αρχές και θα γίνει ειδική αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο. «Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οποιοδήποτε πράγμα και προσκομιστεί (η χρήση στο Νόμο του ρήματος «μεταφέρει» (άρθρο 27(γ)(ι) και «προσκομιστεί» (άρθρο 32(Ι)) το αντικείμενο «ενώπιον του δικαστηρίου», δεν σημαίνει κατ' ανάγκη τη φυσική μεταφορά του αντικειμένου στο δικαστήριο. Εξαρτάται από το είδος και τη φύση του αντικειμένου, καθώς επίσης και τις προσφερόμενες δυνατότητες μεταφοράς του στο δικαστήριο. Ορισμένες φορές το αντικείμενο μπορεί να είναι επικίνδυνο και να μην είναι δυνατή η μεταφορά του στο δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις αρκεί η λεπτομερής περιγραφή των αντικειμένων στην ένορκη δήλωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις η περιγραφή μπορεί να συνοδεύεται και από φωτογραφίες. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει απαραιτήτως να επιθεωρήσει το ίδιο τα αντικείμενα, έχει διακριτική ευχέρεια να δώσει τις αναγκαίες οδηγίες (βλέπε σχετικά, Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ. 669) ενώπιον δικαστή, («Δικαστής» σημαίνει δικαστή Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλέπε άρθρο 2, Κεφ. 155), κατά τη διαδικασία του άρθρου 27, αυτό δύναται να κατακρατηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο οριστεί από το δικαστή για το σκοπό αυτό. Το πρόσωπο που θα ορισθεί θα πρέπει να έχει τη διάθεση και τη δυνατότητα να λάβει κάθε λογική φροντίδα για τη διατήρηση του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας, (η έκδοση διατάγματος κατακράτησης, δυνάμει του άρθρου 32(Ι), μέχρι «την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας», δεν εμπεριέχει ο,τιδήποτε το μεμπτό, υπόκειται όμως στην προϋπόθεση, ότι η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης θα λάβει χώρα ενός ευλόγου χρόνου (βλέπε σχετικά, Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 669, Ch . & G. Emporium Cars Ltd ν. Αστυνομίας, Ποινικής Έφεση Αρ. 70/2015, ημερ. 12.07.2016), η οποία ρητά θα διεξαχθεί σε σχέση με αυτό. Αν το πράγμα, που κατασχέθηκε, δυνάμει εντάλματος έρευνας, και στη συνέχεια προσκομίσθηκε στο δικαστή, υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, δύναται να διατεθεί άμεσα, με τέτοιο τρόπο, που θα αποφασίσει ο δικαστής. Σε περίπτωση που ο δικαστής κρίνει, ότι το πράγμα που κατασχέθηκε, δυνάμει εντάλματος έρευνας, δεν θα χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία ή δεν είναι απαραίτητο πλέον σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε, εκτός εάν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από το Κεφ. 155 ή από οποιοδήποτε άλλο Νόμο να το διαθέσει διαφορετικά, έχει τη δυνατότητα να διατάξει είτε (α) την επιστροφή του, ή την επιστροφή μέρους του, στο πρόσωπο, που κρίνει, ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, σε περίπτωση που αυτό το πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε άλλο πρόσωπο, που ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε άλλο πρόσωπο, που ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει, είτε (β) αν ανήκει στον κατηγορούμενο, την χρησιμοποίησή του για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων, που ο κατηγορούμενος διατάχθηκε να πληρώσει. Οι διατάξεις του άρθρου 32(Ι) παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη αντικειμένων, που κατασχέθηκαν από τις αστυνομικές αρχές, βάσει του άρθρου 27, για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, η οποία ήθελε προκύψει από τις ανακρίσεις. Προαπαιτούμενο της ύπαρξης αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι η διασύνδεση των τεκμηρίων με τα αδικήματα, η οποία πρέπει να προκύπτει από την ένορκη δήλωση του αστυνομικού, που υποστηρίζει την αίτηση κατακράτησης. Η απουσία τέτοιας διασύνδεσης αφαιρεί το βάθρο της εξουσίας του δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 (Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 330/2015, ημερ. 24.03.2017 ). Η εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο και τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας για την κράτηση κατασχεθέντων αντικειμένων. Το εδάφιο 3 του άρθρου 32, παρέχει εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξη του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης. Η ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 32
(3)επιβάλλεται, τόσο από το λεκτικό των διατάξεων του άρθρου 32
(3), όσο και από την ταξινόμησή του στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 155. Η έννοια του όρου «criminal proceedings») (ποινικά μέτρα) προσδιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Κεφ. 155 και περιλαμβάνει μόνο την κατηγορία ενώπιον του δικαστηρίου και τη διαδικασία που ακολουθεί. Επομένως, η εξουσία που παρέχεται συναρτάται με την πρόσαψη κατηγορίας ενώπιον του δικαστηρίου. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου 3 του 32, με την αναφορά που γίνεται στον κατηγορούμενο. Ο όρος «charged» (κατηγορείται), που απαντάται στις δύο αυτές παραγράφους του άρθρου 32
(3), αναφέρεται αποκλειστικά σε πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει προσαφθεί κατηγορία ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο «charge» στο άρθρο 2 του Κεφ. 155. Προς την ερμηνεία του άρθρου 32
(3), που οριοθετεί το λεκτικό του, συγκλίνει και η ταξινόμηση, στο πλαίσιο του Κεφ. 155, των διατάξεων που διέπουν την κατάσχεση και κράτηση αντικειμένων για τους σκοπούς των ανακρίσεων και της δίκης (άρθρα 27, 32(Ι) και 32
(3)), καθώς και η στόχευση των προνοιών κάθε μιας από αυτές τις νομοθετικές διατάξεις. Το άρθρο 27 διέπει και καθορίζει την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το άρθρο 32(Ι) την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές αρχές μετά την κατάσχεση τους, και το άρθρο 32
(3)την αποδέσμευσή τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας ενώπιον δικαστηρίου, εάν η περαιτέρω κράτησή τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης (Concrete Mix Limited v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 360 και Ch. & G. Emporium Cars Ltd v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2015, ημερ. 12.07.2016). Η φύση της διαδικασίας κατακράτησης τεκμηρίων είναι πολιτική (Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 181). Αυτό συνάγεται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των όρων ποινική διαδικασία («ποινική διαδικασία» και συναφείς εκφράσεις σημαίνουν οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος (άρθρο 2 Κεφ. 155) (βλ. και άρθρο 2 περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και πολιτική διαδικασία («πολιτική διαδικασία» περιλαμβάνει οιανδήποτε διαδικασίαν άλλη ή ποινικήν διαδικασίαν (άρθρο 2 περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60). Η περίπτωση μπορεί να παραλληλιστεί με τη διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου (βλέπε σχετικά, Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), στην οποία γίνεται αναφορά στις υποθέσεις Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 84, Γενικός Εισαγγελέας ν. Nikolay
(2009)1 (B) A.A.Δ. 1299 και Re Γενικός Εισαγγελλέας της Δημοκρατίας
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.181). Η σχετική απόφαση δεν είναι ενδιάμεση, αλλά ούτε και απόφαση στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας (Αναφορικά με την αίτηση της Νευφύτας Αρσιώτου (ανωτέρω)). Η διαδικασία ρυθμίζεται από το άρθρο 32 του Κεφ. 155, το οποίο δεν προνοεί την επίδοση της σχετικής αίτησης, πριν την άσκηση από το δικαστήριο της εξουσίας, όπως τη διαλαμβάνει το εν λόγω άρθρο (Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 84). Και ορθά, ενόψει των προφανών περιπλοκών και των αδιεξόδων, που θα δημιουργούνταν, σε μια τέτοια περίπτωση, στη λειτουργία του Κεφ. 155. Όμως αυτό δεν εμποδίζει το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να διατάξει επίδοση της αίτησης ή μόνο του διατάγματος. Σε περίπτωση, που αποφασισθεί ο χειρισμός της αίτησης στην απουσία της άλλης πλευράς, προκρίνεται, ότι θα πρέπει να διαταχθεί, όπως αυτή επιδοθεί στον/ους καθ' ου/ων η αίτηση, μέσα σε συγκεκριμένη χρονική προθεσμία από την έκδοση του διατάγματος), προκειμένου να γνωστοποιηθεί σε αυτόν/αυτούς και να του/τους δοθεί η ευκαιρία να εφεσιβάλει/ουν την πρωτόδικη απόφαση, εντός της προβλεπόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 32Α του Κεφ. 155, προθεσμίας (βλέπε σχετικά, Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Το διάταγμα κατακράτησης (σε περίπτωση, που στο διάταγμα κατακράτησης καθορίζεται συγκεκριμένη χρονική περίοδος και η περίοδος αυτή παρέλθει, η αστυνομία, εφόσον επιθυμεί την περαιτέρω κατακράτηση των τεκμηρίων, μπορεί να υποβάλει και δεύτερη αίτηση, με άλλο αριθμό από την πρώτη, η οποία μπορεί να εξετασθεί από άλλο Δικαστή, από αυτόν που εξέτασε την πρώτη αίτηση (βλέπε σχετικά, Αναφορικά με την αίτηση του Πάρη Γεωργιάδη
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1000) δεν δύναται να ακυρωθεί από το δικαστήριο που το εξέδωσε. Η σχετική απόφαση δύναται να αμφισβητηθεί μόνο με έφεση, κατά τη διαδικασία του άρθρου 32Α. Ο κατηγορούμενος, όπως και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο πράγμα ή σε μέρος του, έχει τη δυνατότητα υποβολής αίτησης, δυνάμει του άρθρου 32
(3), για επιστροφή του (βλέπε λεκτικό άρθρου 32
(3)(α) Κεφ. 155 και Παντελίδης (ανωτέρω)). Η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο δικαστής, δυνάμει των άρθρων 27 έως 34 του Κεφ. 155, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλέπε σχετικά, Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας (ανωτέρω) C.T. Tobacco Ltd κ.α. ν. Τμήματος Τελωνείων
(2003)2 Α.Α.Δ. 212, Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) (στην Ησαΐα το ζήτημα δεν αποφασίσθηκε τελεσίδικα), Ch. & G. Emporium Cars Ltd v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Για παράδειγμα, μπορεί ανεξάρτητα από τη νομιμότητα του διατάγματος έρευνας, να ανευρέθηκαν παράνομα αντικείμενα, πχ. όπλα, ναρκωτικά, άλλες δηλητηριώδεις ουσίες, εκρηκτικά, επικίνδυνα ζώα κ.α. τα οποία να μην ανήκουν στο πρόσωπο στην κατοχή του οποίου ανευρέθηκαν. Σε τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα του εντάλματος έρευνας, το δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 34 Κεφ. 155, δύναται, ελλείψει κάποιας νόμιμης δικαιολογίας από το πρόσωπο στην κατοχή του οποίου ανευρέθηκαν, «να προκαλέσει την κατάσχεση, παραμόρφωση ή καταστροφή» των αντικειμένων, ανεξαρτήτως του ότι κανένα πρόσωπο δεν θα διωχθεί σε σχέση με αυτό (βλέπε σχετικά Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Το Δικαστήριο προχωρώντας στην αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων που προβλήθηκαν από την κάθε πλευρά και αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο όπως αναφέρθηκε από το πιο πάνω σύγγραμμα προχωρεί στα ακόλουθα ευρήματα και συμπεράσματα. Κατ' αρχήν, έχοντας υπόψη ότι τα ποσά που ανευρέθηκαν στους θαμώνες έγιναν μετά από ξεχωριστή προσωπική έρευνα σε συγκεκριμένο χώρο, δηλαδή ανευρέθηκαν στα προσωπικά τους αντικείμενα και όχι στο χώρο του επίδικου υποστατικού είτε στο τραπέζι όπου διεξαγόταν η κατ' ισχυρισμό κυβεία, το Δικαστήριο κρίνει, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι αυτά θα πρέπει να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες. Ως προς τις καρέκλες, έχοντας υπόψη και τη εποικοδομητική στάση που κράτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή και την υπεύθυνη θέση που κράτησε, το Δικαστήριο κρίνει ότι χωρίς κανένα δισταγμό θα πρέπει να επιστραφούν στο νόμιμο ιδιοκτήτη διότι οι καρέκλες δεν θα μπορούσαν να συνδέονται με το κατ' ισχυρισμό διαπραττόμενο αδίκημα της κυβείας. Ως προς το ποσό των €1960, χωρίς το Δικαστήριο να παραγνωρίζει το σύνολο των θέσεων και της στάσης που κράτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του επηρεαζόμενου προσώπου, η οποία στάση επίσης ήταν υπεύθυνη και εποικοδομητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογα θα μπορούσαν να κατακρατηθούν, έχοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανευρέθηκαν, πλην όμως θα γίνει βεβαίως σχετική αναφορά πιο κάτω για τη χρονική διάρκεια κατακράτησης, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες και τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Ησαΐας. Ως προς τα υπόλοιπα Τεκμήρια, δηλαδή το Τεκμήριο που αφορά το τραπέζι και τα τραπουλόχαρτα και τις σχετικές φίσιες, το Δικαστήριο αντλώντας επίσης διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι αυτά θα πρέπει να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας, διότι δεν διαφεύγει μεν της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενδεχομένως να βρίσκονταν νόμιμα στο επίδικο υποστατικό λόγω της ιδιότητας του Σωματείου, αλλά από την στιγμή που υπάρχει αναφορά για διεξαγωγή κυβείας, δηλαδή με χρηματικό αντάλλαγμα, αυτό θα κριθεί στην ουσία της υπόθεσης, αν και εφόσον στοιχειοθετηθεί το αδίκημα και αν στοιχειοθετηθεί το αδίκημα στην κύρια υπόθεση, αυτά θα κατασχεθούν και θα καταστραφούν. Σε αντίθετη περίπτωση βεβαίως, αυτά θα επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους, αν υπάρξει αθώωση. Αξιολογώντας τις θέσεις που προβλήθηκαν και από τις δύο πλευρές, το Δικαστήριο προχωρεί και στην αξιολόγηση των σχετικών ενστάσεων που οδήγησαν στην πιο πάνω αξιολόγηση του Δικαστηρίου ως προς την διάθεση των Τεκμηρίων. Το ένταλμα έρευνας δεν έχει ακυρωθεί με προνομιακό ένταλμα και εν πάση περιπτώσει, η αστυνομία έχει το δικαίωμα να κατάσχει Τεκμήρια, αν διαπιστώνει ότι σχετίζονται με το πιο πάνω αδίκημα και συνακόλουθα, η έρευνα που έγινε στο υποστατικό έγινε νόμιμα και ο σχετικός λόγος ένστασης δεν γίνεται αποδεκτός. Ως προς τη θέση που εγέρθηκε ότι υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι δεν ανευρέθηκαν τα Τεκμήρια που ήταν στον όρκο αλλά τελικά άλλα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται πρόθεση παραπλάνησης κατά τη διαδικασία έκδοσης του εντάλματος έρευνας, όχι μόνο διότι δεν έχει ακυρωθεί το σχετικό ένταλμα έρευνας με προνομιακό ένταλμα έρευνας certiorari, αλλά και επειδή δεν είναι λογικό να αναμένεται με βεβαιότητα ότι τελικά τα εν λόγω Τεκμήρια θα ανευρεθούν, διότι για τα Τεκμήρια απαιτείται η εύλογη υποψία και θεωρητικά δεν αποκλείεται οποιαδήποτε προηγούμενη μετακίνηση τους. Αν ανευρεθούν τα Τεκμήρια στα οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες που σχετίζονται με διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, αυτό αποτελεί εξουσία με βάση το Άρθρο 32 και τη νομολογία που αναφέρθηκε πιο πάνω και την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, από την στιγμή που ανευρέθηκαν τα σχετικά τεκμήρια και που σχετίζονται με διερευνώμενη υπόθεση κυβείας, έστω και εν μέρη, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στη σχετική αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι καλώς και νομίμως κατακρατήθηκαν τα εν λόγω Τεκμήρια. Ως προς το Τεκμήριο 8 και την αποστολή του το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν σημαίνει ότι από μόνη της η εν λόγω επιστολή, δηλαδή το Τεκμήριο 8, αποδεικνύει και αποκλείει από μόνη της και εκ των υστέρων το ενδεχόμενο να διαπράττεται το αδίκημα της κυβείας στο επίδικο υποστατικό και τη δυνατότητα υποβολής αίτησης κατακράτησης τεκμηρίων, διότι δεν αποκλείεται το παιγνίδι Poker ή Texas Poker ή οποιαδήποτε παρεμφερή ονομασία να διεξάγεται νόμιμα, δηλαδή χωρίς αντάλλαγμα χρηματικό, είτε παράνομα, δηλαδή με χρηματικό αντάλλαγμα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα και σχετικότητα κατά πόσο για το ίδιο επίδικο υποστατικό έχουν κατηγορηθεί και αθωωθεί σε άλλες περιπτώσεις, διότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και δεν δεσμεύουν σίγουρα προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις την παρούσα αίτηση η οποία αφορά νέα και ξεχωριστά γεγονότα. Ως προς τη θέση που προβλήθηκε ότι δεν παρουσιάστηκαν τα Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν χρειάζεται να παρουσιαστούν τα Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, έχοντας υπόψη και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να τα μεταχειριστεί με βάση τη πιο πάνω νομολογία και όπως έχει νομολογηθεί, δεν σημαίνει απαραίτητα και την αυτούσια παρουσίαση τους, στο Δικαστήριο με βάση και την παραπομπή στο πιο πάνω σύγγραμμα. Το ότι δεν παρουσιάστηκαν οι φωτογραφίες, το πιστοποιητικό εγγραφής και η δέσμη των μελών που βρίσκονταν στο σωματείο, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόκρυψη γεγονότων, διότι οι φωτογραφίες παραλήφθηκαν στις 17.4.2018, ως η μαρτυρία του μάρτυρα 1, δηλαδή σε μεταγενέστερο στάδιο της επιστολής. Ως προς το πιστοποιητικό εγγραφής του Σωματείου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να διεξαγόταν κυβεία. Ως προς τη δέσμη μελών, δεν θα εξυπηρετούσε οτιδήποτε η παρουσίαση του, έχοντας υπόψη την φύση της υπό εξέταση αίτησης. Το ότι δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες αθωωτικές αποφάσεις και η επιστολή, έγινε ειδική αναφορά πιο πάνω και στην υπό εξέταση υπόθεση υπάρχει εύλογη υποψία ότι διαπραττόταν το αδίκημα της κυβείας, έχοντας υπόψη την ύπαρξη της κατάθεσης, δηλαδή του Τεκμηρίου 2. Το ότι δεν έχει δώσει μαρτυρία το εν λόγω πρόσωπο, δηλαδή το πρόσωπο που φαίνεται να έδωσε την κατάθεση, δηλαδή το Τεκμήριο 2, δεν κρίνεται βεβαίως μοιραία στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, διότι αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της ουσίας της υπόθεσης και όχι στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης, όπου αυτό που δικάζεται δεν είναι η ουσία της υπόθεσης, αλλά η αναγκαιότητα κατακράτησης των Τεκμηρίων με βάση την πιο πάνω νομολογία. Η θέση που προβλήθηκε ότι υπήρξε κακοβουλία από πλευράς Αστυνομίας λόγω της ύπαρξης του Τεκμηρίου 8, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη την αξιολόγηση που γίνεται αναφορικά με το εν λόγω Τεκμήριο. Η θέση που προβλήθηκε ότι η αίτηση δεν έχει υποβληθεί από δικηγόρο το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο ή το παράτυπο ενόψει και των προνοιών των άρθρων 27 και 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στα οποία δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή πρόνοια περί τούτου που εν πάση περιπτώσει, αυτό που απαιτείται, είναι η έγγραφη δήλωση και προφανώς ένορκη μαρτυρία που να καταδεικνύει αυτά που προνοούνται στο άρθρο 27 και δεν πρέπει να λησμονείται ότι αυτού του είδους η αίτηση είναι ιδιόμορφη, διότι ναι μεν θεωρείται με βάση τη νομολογία αστικής φύσεως, πλην όμως εκ των πραγμάτων και ως λογική απόρροια προωθείται από την Αστυνομία, η οποία κατέχει τα Τεκμήρια και ζητά την κατακράτηση τους για σκοπούς ολοκλήρωσης της ποινικής διαδικασίας και συνακόλουθα ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται, όπως βεβαίως απορρίπτεται και ο σχετικός λόγος ένστασης ότι δεν υπήρχε εξουσία από το παρόν Δικαστήριο, διότι το δικαιοδοτικό μέτρο είναι το Άρθρο 32 του Κεφ. 155. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν επηρεάζεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, ως είναι η θέση του ενδιαφερόμενου μέρους, διότι αυτό που προέχει είναι η διερεύνηση της υπόθεσης και να επιστραφούν τα οποιαδήποτε Τεκμήρια στους νόμιμους δικαιούχους με το πέρας της διαδικασίας, νοουμένου ότι δεν είναι παράνομα ή αν υπάρχει αθώωση ή καταδίκη, ανάλογα με την περίπτωση. Με βάση και την αξιολόγηση που γίνεται πιο πάνω, βεβαίως το Δικαστήριο θα δώσει σχετικό χρονικό περιορισμό στην κατακράτηση των Τεκμηρίων που θα κατακρατηθούν τελικώς. Καταληκτικά το Δικαστήριο εκδίδει το ακόλουθο διάταγμα: Τα χρηματικά ποσά που ανευρέθηκαν κατά την σωματική έρευνα των θαμώνων που ανευρέθηκαν στο επίδικο υποστατικό την επίδικη ημερομηνία να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους, δηλαδή στα άτομα τα οποία έχουν ανευρεθεί τα σχετικά Τεκμήρια και αυτό να γίνει μέχρι τις 29.6.2018. Το ίδιο να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους οι καρέκλες μέχρι τις 29.6.2018. Το χρηματικό ποσό των €1960 καθώς επίσης και τα υπόλοιπα Τεκμήρια, που ενδεικτικά είναι φίσιες και τραπουλόχαρτα, να παραμείνουν μεν στην κατοχή της Αστυνομίας, όμως έχοντας υπόψη ότι κρατούνται από τις 16.2.2018 και δεν έχει καταχωρηθεί ακόμα οποιαδήποτε ποινική υπόθεση και το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει παρέλθει ήδη εύλογος χρόνος, το Δικαστήριο κρίνει ότι αν μέχρι τις 29.6.2018 δεν καταχωρηθεί οποιαδήποτε υπόθεση να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κατακράτηση Τεκμηρίων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο