← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Τσίτσης, Αρ. Υπόθεσης: 13431/15, 4/6/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Τσίτσης, Αρ. Υπόθεσης: 13431/15, 4/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B108 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13431/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXXX Τσίτσης Κατηγορουμένου ------------------------ Ημερομηνία: 4.6.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Άννα Αριστείδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Αλέξανδρος Σαουρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης, προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 8ην Φεβρουαρίου 2015 στον Άγιο Αμβρόσιο της επαρχίας Λεμεσού, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον XXXXX Ιωακείμ από τον Άγιο Αμβρόσιο Λεμεσού. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1, κατέθεσε ο αστυφύλακας XXXXX5 κ. XXXXX Βρυωνή, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρεται στην λήψη γραπτού παραπόνου από τον Μ.Κ. 2 ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορουμένου δυνάμει Δικαστικου εντάλματος, η επίστηση σε αυτόν εις τον νόμο με τον κατηγορούμενο να αναφέρει ότι εκείνη την ημέρα δεν τον έχει δει, η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, ως τεκμήριο 3 το έντυπο που χορήγησε στον παραπονούμενο για να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση και απλά το παρέλαβε συμπληρωμένο από το νοσοκομείο. Έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, έδωσε διευκρινήσεις για το τι έχει περιπέσει στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής και μέσα από τις καταθέσεις που έλαβε, τον χρόνο, τον χώρο και τις συνθήκες που τις έλαβε και τι λέχθηκε σε αυτές, καθώς επίσης και τι ενέργειες έκανε ο ίδιος στα πλαίσια της διερεύνησης της επίδικης καταγγελίας και ποιες ενέργειες δεν έχει κάνει. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. XXXXX Ιωακείμ, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 4, 5 και 6 και οι οποίες δόθησαν την ίδια μέρα, σε διαφορετικές ώρες. Στην πρώτη του κατάθεση αναφέρει ότι την ημέρα που έδινε την κατάθεση, ήτοι στις 8/2/2015, ενώ βρισκόταν στην περιοχή Κολώνη, του ανέκοψε τον δρόμο ο κατηγορούμενος, ο οποίος του καταλόγιζε ότι του πυροβόλησε τον κομπρεσόρο. Τότε ο μάρτυρας κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος τον έριξε στο έδαφος και τον κτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια του στο κεφάλι. Η δεύτερη του κατάθεση ήταν κάπως πιο εκτεταμένη με περισσότερες λεπτομέρειες για το τι έχει διαμειφθεί μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου και το πως έγινε το επίδικο κατ΄ ισχυρισμό περιστατικό και τι ενέργειες έχει κάνει ο ίδιος μετά τον τραυματισμό του και την αποχώρηση του κατηγορουμένου από το μέρος, ήτοι ο μάρτυρας μετέβηκε με το αυτοκίνητο του στην μάντρα του, όπου φώναξε της συζύγου που τον είδε ότι ήταν τραυματισμένος, στην συνέχεια ειδοποίησε την αστυνομία και τον μετέφερε ο γιος του στο νοσοκομείο, όπου τον εξέτασε ο ιατρός στις πρώτες βοήθειες και ο ιατρός του είπε να πάει την επόμενη μέρα για να τον εξετάσει καλύτερα. Στην τελευταία του κατάθεση, προσθέτει ότι ο κατηγορούμενος είχε για συνοδηγό έναν παράνομο αλλοδαπό, αραβικής καταγωγής, ο οποίος φοβήθηκε από το όλο συμβάν και κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έφυγε, χωρίς να τον πλησιάσει. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, περιέγραψε το μέρος του κεφαλιού όπου δέχθηκε τα κτυπήματα, την διάρκεια των κτυπημάτων, ανέφερε ότι δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους, τι του καταλόγισε ο κατηγορούμενος, τι διαμείφθηκε με ταξύ του ιδίου και της συζύγου του αναφορικά με το περιστατικό που περιέγραψε, το ότι ο ίδιος και η σύζυγος του γνώριζαν τον κατηγορούμενο και ότι τυχαίνει να τον συναντά στον κοινό δρόμο που χρησιμοποιούν, περιέγραψε τον χώρο εργασίας του κατηγορουμένου και τον τρόπο που οδηγούσε μέχρι να φτάσει στην σύζυγο του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στον λόγο που βρισκόταν στην περιοχή μαζί με τα ζώα του και το αυτοκίνητο που οδηγούσε, στην σκηνή όπου ανακόπηκε η πορεία του από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και τον τρόπο που έγινε η ανακοπή, στον τρόπο που του επιτέθηκε ο κατηγορούμενος και στην διάρκεια του όλου περιστατικού, περιγράφοντας επίσης τα τραύματα και την αιμορραγία του, τι του ανέφεραν στο νοσοκομείο και τι είδους περίθαλψη έτυχε, στο τι γνώριζε για τον Αραβικής καταγωγής αλλοδαπό που ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα, ήτοι ότι αυτός εργάζεται καθημερινώς με τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι παράνομος και το γνωρίζει ο ίδιος, αλλά και η αστυνομία, η οποία εθελοτυφλεί (κάνει τα μάτια κλειστά ως η έκφραση του). Επίσης επανέλαβε ότι δεν είχε ο ίδιος και η σύζυγος του οποιοδήποτε πρόβλημα με τον κατηγορούμενο, αρνούμενος επίσης υποβληθείσα θέση ότι την επίδικη ημέρα δεν είδε τον κατηγορούμενο, παραθέτοντας τις ενέργειες που έκανε μετά το συμβάν που εξιστόρισε, αρνούμενος ταυτόχρονα αντίθετες υποβληθείσες θέσεις, ως επίσης και αρνήθηκε ότι έχει αντιπάθεια με τον κατηγορούμενο λόγω των παραπόνων του κατηγορουμένου ότι τα ζώα του προκαλούσαν ζημιές. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα XXXXX Χρυσοστόμου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε τις καταθέσεις της - τεκμήρια 7 και
  2. Στην πρώτη της κατάθεση κάνει αναφορά ότι την επιδικη ημέρα ο συζυγος της, ήτοι ο Μ.Κ. 2, έφτασε στην μάντρα τους, όπου ήταν κτυπημένος και της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και τον κτύπησε, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος τον ρώτησε εάν έχει πυροβολήσει τα ρολόγια του κομπρεσόρου. Τότε η μάρτυρας τηλεφώνησε στην αστυνομία, αναφέροντας επίσης ότι τον τελευταίο καιρό έχουν προβλήματα με τον κατηγορούμενο, διότι δεν επιθυμεί να πηγαίνουν τα ζώα τους στην περιοχή και να βόσκουν. Στην δεύτερη κατάθεση της, αναφέρει την ύπαρξη ενός αλλοδαπού προσώπου στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν συμμετείχε στο συμβάν, αλλά έφυγε από την σκηνή, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του συζύγου της. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, περιγράφει την σκηνή που έφτασε ο σύζυγος της στην μάντρα κτυπημένος και αιματωμένος, περιγράφοντας επίσης τα τραύματα του, τι της ανέφερε ο Μ.Κ. 2 και τι ενέργειες έκανε η ίδια, ήτοι να περιποιηθεί τα τραύματα του συζύγου της, να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και να μεταβεί η ίδια με τον γιο της και τον Μ.Κ. 2 στο νοσοκομείο. Αναφέρθηκε επίσης στην άφιξη της αστυνομίας στην μάντρα μετά από κάποια λεπτά. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στην απαίτηση του κατηγορουμένου να μην παιρνούν τα ζωά τους έξω από το λατομείο του, χωρίς να τα χαρακτηρίζει ως σοβαρά, στις ενέργειες που είχε προβεί η ίδια μετά που έφτασε ο σύζυγος της στην μάντρα, στην άφιξη της αστυνομίας στο μέρος, στις ενέργειες που έγιναν όπως επαναφερθούν τα ζώα τους στην μάντρα και να φέρουν ιατρό, καθώς επίσης και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τις καταθέσεις της. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο κ. XXXXX Μιχαήλ, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 13, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα πήγε για κυνήγι με τον κατηγορούμενο μέχρι το μεσημέρι, όπου και αναχώρησαν για τις οικίες τους με τα δικά τους αυτοκίνητα, στην δε συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αλλοδαπός μαζί τους στο κυνήγι και ούτε είδε τον κατηγορούμενο μετά το κυνήγι να παραλαμβάνει κάποιον αλλοδαπό. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε ο κ. XXXXX Παρασκευά, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο 14, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα ο κατηγορούμενος πέρασε από το καφενείο που διατηρεί, συνομίλησαν για το κυνήγι, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να κατεβεί για καφέ, λόγω του ότι επιθυμούσε να γευματίσει στο σπίτι του και δεν του ανέφερε οποιοδήποτε περιστατικό, στην δε συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιονδηποτε αλλοδαπό μαζί του και περιέγραψε αποστάσεις μεταξύ του καφενείου του και του επίδικου χώρου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 2 και
  3. Στην πρώτη του κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο 12, ουσιαστικά αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, πήγε για κυνήγι σε συγκεκριμένη περιοχή με συγγενικό του πρόσωπο, όπου αναχώρησε από την περιοχή γύρω στο μεσημέρι. Στην διαδρομή του για το σπίτι, συνάντησε ένα φίλο του έξω από καφενείο, όπου σταμάτησε και του μίλησε και ακολούθως κατευθύνθηκε για το σπίτι του. Εκεί, σε κάποια φάση και ενώ ήταν με τα παιδιά του, ειδοποιήθηκε από την αστυνομία, όπου και μετέβηκε, αναφέροντας ότι εκείνη την ημέρα δεν έχει συναντήσει τον παραπονούμενο και ότι το μόνο πρόσωπο που ήταν μαζί του, ήταν το συγγενικό πρόσωπο που είχε αναφέρει. Στην συμπληρωματική ανακριτική του κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο 12, αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα δεν είχε οποιονδήποτε αλλοδαπό μαζί του και ούτε εργοδοτεί οποιονδήποτε αλλοδαπό. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι γνωρίζει τον παραπονούμενο, οι σχέσεις μαζί του ήταν καλές και κατάγεται από γειτονικό χωριό, όπου είναι βοσκός στην εκεί περιοχή και υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις του, εκφράζοντας παράλληλα την άγνοια του για τα όσα του καταλογίζει ο παραπονούμενος. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την πρώτη του κατάθεση, στο πως γνωρίζει τον παραπονούμενο και την σύζυγο του, στην βόσκηση των ζώων του παραπονουμένου στην εκεί περιοχή, στο ότι έχει ο ίδιος κομπρεσόρους και οι οποίοι έχουν ρολόγια επάνω τους, έδωσε την δική του εκδοχή στο κατά πόσο υπήρχαν προβλήματα μεταξύ του ιδίου και του παραπονούμενου αναφορικά με την βόσκηση των ζώων του παραπονουμένου, τονίζοντας ότι δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα με τον παραπονούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στην ενασχόληση του με το κυνήγι την επίδικη ημέρα και την ώρα έναρξης και λήξης αυτής της ενασχόλησης με συγγενικό του πρόσωπο, όπου αμφότεροι πήγαν στην περιοχή με δικά τους αυτοκίνητα ξεχωριστά, στις αποστάσεις μεταξύ τοποθεσιών στην εκεί περιοχή και τον χρόνο που χρειάζεται κάποιος για να διανύσει συγκεκριμένες αποστάσεις, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου για την επίδικη ημέρα, το πέρασμα του από καφενείο και τις συνομιλίες που είχε με τον ιδιοκτήτη του και χωρίς να καθίσει στον χώρο και την συνομιλία που είχε με την σύζυγο του πριν φθάσει στο σπίτι του. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο και κύριο άξονα την εκδοχή του παραπονούμενου για το πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα την επίδικη ημέρα, ήτοι την ανακοπή της πορείας του παραπονουμένου από τον κατηγορούμενο, τι λέχθηκε μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου, με αποκορύφωμα την επίθεση εναντίον του παραπονουμένου και την πρόκληση σε αυτόν πραγματικής σωματικής βλάβης, δίνοντας την δική του εκδοχή που είχε ως επίκεντρο και κύριο άξονα την μη εμπλοκή του σε οποιανδήποτε επίθεση εναντίον του και της πρόκλησης οποιασδήποτε σωματικής βλάβης, λόγω του ότι δεν είχε συναντηθεί μαζί του την επίδικη ημέρα και ότι δεν γνωρίζει κάτι για την εκδοχή του παραπονούμενου και τα κίνητρα του. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ως προς τις σχέσεις του ιδίου με τον παραπονούμενο και την σύζυγο του, ότι η εκδοχή που παρουσίασε ήταν προϊόν μελέτης του μαρτυρικού υλικού και ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο λόγω του ότι ο παραπονούμενος βοσκούσε τα ζώα του πλησίον της περιουσίας του και αυτό τον παρενοχλούσε, εκφράζοντας ταυτόχρονα άγνοια για το ζήτημα που προέβαλε ο παραπονούμενος για την καταστροφή των κομπρεσόρων του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, σχετικό είναι το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna

(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 1 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Ο Μ.Κ. 1, ο οποίος είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, άφησε θετική εικόνα μεν στο Δικαστήριο, όμως η διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους του ήταν πλημμελής, χωρίς όμως το Δικαστήριο να έχει εντοπίσει πρόθεση του μάρτυρα για εσκεμμένη παραμέληση άσκησης καθήκοντος και πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα έπρεπε ο μάρτυρας να διερευνήσει κατά πόσο έχουν δεχθεί πυροβολισμούς οι κομπρεσόροι του κατηγορουμένου, έτσι ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσο πράγματι έχει λάβει χώρα ένα τέτοιο γεγονός, ως η εκδοχή του παραπονούμενου, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος καταλόγιζε στον παραπονούμενο πυροβολισμό των κομπρεσόρων του από τον παραπονούμενο και που ήταν το κίνητρο, πάντα ως η θέση του παραπονούμενου, να κτυπηθεί από τον κατηγορούμενο, θεωρόντας ο κατηγορούμενος τον παραπονούμενο ως τον υπαίτιο για τον εν λόγω ισχυρισμό, ως η θέση του παραπονούμενου βεβαίως. Αυτή η μη διερεύνηση, αφήνει ένα κενό και μια αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, διότι εάν πράγματι διαπιστωνόταν αυτό το γεγονός, ήτοι ο πυροβολισμός των κομπρεσόρων του κατηγορουμένου, θα αποτελούσε ένα στοιχείο που θα συνάδε με την εκδοχή του παραπονουμένου, χωρίς βεβαίως να είναι καταλυτικής και αποφασιστικής σημασίας για την θετική αξιοπιστία του παραπονούμενου, καθώς θα αξιολογείτο όλη η μαρτυρία του, ως βεβαίως καθηκόντως το Δικαστήριο πράττει. Η μη διερεύνηση, διαπίστωση ή επιβεβαίωση ενός τέτοιου γεγονότος, αφήνει το πρώτο ρίγμα αμφιβολίας στο οικοδόμημα της εκδοχής που παρουσίασε ο παραπονούμενος. Μέσα όμως από την λοιπή διερεύνηση που έγινε από τον ίδιο, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν εργοδοτούσε οποιονδήποτε αλλοδαπό και γενικά δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε αλλοδαπού κατά την επίδικη ημέρα και αυτό το στοιχείο δημιουργεί ακόμα ένα ρίγμα αμφιβολίας στην εκδοχή του παραπονούμενου και ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την εκδοχή του κατηγορούμενου, ήτοι ότι δεν εργοδοτούσε και ούτε είχε αλλδαπό μαζί του την επίδικη ημέρα. Βεβαίως, επί αυτού του θέματος, γίνεται περαιτέρω αναφορά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Το ότι ο Μ.Κ. 1 δεν πήγε στην σκηνή, δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις ότι είναι μοιραίο για την αξιοπιστία του, διότι αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός το τεκμήριο 3, όπου γίνεται αναφορά σε αιματώματα και συνεπώς υπάρχει διαφώτιση του Δικαστηρίου σε αυτό το θέμα, ήτοι η αιμορραγία του παραπονούμενου και συνεπώς το κατά πόσο υπήρχαν ή όχι αίματα στην σκηνή, κρίνεται από το Δικαστήριο ως επουσιώδης, με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και ιδίως του τεκμηρίου 3, το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεκτό. Κατά τα υπόλοιπα, το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ εναντίον οποιουδήποτε και συνακόλουθα το Δικαστήριο, με τις πιο πάνω επισημάνσεις, αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο προβαίνει στην ακόλουθη αξιολόγηση. Το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα παρακολουθούσε τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας υπ΄ όψη ότι ήταν ο ένας εκ των πρωταγωνιστών του κατ΄ ισχυρισμόν γεγονότος, αλλά και λόγω της ιδιότητας του ως παραπονουμένου. Αναμφίβολα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η ψυχοσύνθεση του εν λόγω μάρτυρα, η προέλευση και ενασχόληση του ως βοσκός σε χωριό της επαρχίας, με την δική του δηλαδή ιδιοσυγκρασία και τρόπο σκέψης και έκφρασης. Κατ΄ αρχήν, αποτελεί παραδεκτό γεγονός, δια μέσου του τεκμηρίου 3, ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα εξετάστηκε από ιατρό του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού, όπου και διαπιστώθηκε ότι έφερε τα τραύματα που φαίνονται στο εν λόγω τεκμήριο. Αυτό που απομένει επομένως ως επίδικο γεγονός, είναι διαπιστωθεί κατά πόσο αυτοί οι τραυματισμοί ήταν αποτέλεσμα της επίθεσης από τον κατηγορούμενο, ως η εκδοχή του, ή από άλλη αιτία ή πρόσωπο, έχοντας υπ΄ όψη την εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε καν συναντηθεί με τον παραπονούμενο. Αναμφίβολα, μια τέτοια εκδοχή και σκηνικό, ήτοι από την μια να προβάλλεται η εκδοχή του παραπονούμενου ότι έχει δεχθεί επίθεση από τον κατηγορούμενο και να του προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη, η οποία είναι παραδεκτή και από την άλλη να προβάλλεται από τον κατηγορούμενο η εκδοχή ότι δεν έχει συναντηθεί καν μαζί με τον παραπονούμενο, προκαλεί εκ πρώτης όψεως ένα ξάφνιασμα και γενικά ερωτηματικά, έχοντας μάλιστα ως παραδεκτό γεγονός τα τραύματα του παραπονούμενου. Όμως, όπως ανέφερε ο Έντιμος πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής στην υπόθεση MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA - ανδρεα Κακουρη κ.α.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165 ότι και το απίθανο μπορεί να είναι αληθινό και ότι κριτής είναι το Δικαστήριο. Ούτε διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι πιο σωματώδης και δυνατός από τον παραπονούμενο και θα μπορούσε ως ενδεχόμενο και πιθανότητα, να μπορούσε ο κατηγορούμενος να επιφέρει τα τραύματα που είχε ο παραπονούμενος, ως είναι άλλωστε παραδεκτά τα τραύματα του, όμως ο σωματότυπος από μόνος του δεν αποτελεί από μόνο του αποφασιστικό κριτήριο για να κριθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου, αλλά βεβαίως απαιτείται αξιόπιστη μαρτυρία που να πείθει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το Δικαστήριο ότι έχει συμβεί το γεγονός, ως το έχει περιγράψει ο παραπονούμενος. Τα στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο για το αξιόπιστο της εκδοχής του, είναι τα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος είχε μια δόση υπερβολής και υπερβάλοντα ζήλου όταν περιέγραφε το συμβάν, ως η εκδοχή του και πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε για 20 - 25 λεπτά, στα μέρη του σώματος που περιέγραψε και αυτή η αναφορά του παραπονούμενου κρίνεται ως υπερβολική και ότι τέθηκε σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει εντυπώσεις που θα ενίσχυαν την εκδοχή του και το ίδιο ισχύει με την μεταγενέστερη του αναφορά ότι η διάρκεια της επίθεσης ήταν 15 - 20 λεπτά, διότι πάλι κρίνεται ως υπερβολική αυτή η αναφορά του παραπονουμένου για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η προσπάθεια αυτή για δημιουργία εντυπώσεων και γενικά ανέγερσης του οικοδομήματος της εκδοχής που εξιστόρισε ο παραπονούμενος, έγκειται και στο γεγονός ότι εμπλέκοντας τον κατηγορούμενο ως τον δράστη της επίθεσης που δέχθηκε και της πρόκλησης των τραυμάτων, τοποθέτησε στην σκηνή και έναν αλλοδαπό, όπου όμως όπως διεφάνη, μέσα από την διερεύνηση της υπόθεσης από τον ανακριτή της υπόθεσης, δεν εντοπίστηκε τέτοιο άτομο. Αυτό βεβαίως θα μπορούσε θεωρητικά να συνέβαινε, ήτοι να υπήρχε ένα τέτοιο άτομο και πράγματι να διέφυγε, όμως οι προσπάθειες του παραπονουμένου για αυτό το ζήτημα δεν εξαντλήθηκαν σε αυτήν του την αναφορά, αλλά προέβηκε σε περαιτέρω αναφορές, οι οποίες σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εν λόγω αναφορά έχει καταγραφεί στην τρίτη κατάθεση του που έδωσε την ίδια ημέρα, αφήνει αμφιβολίες και γεννά ερωτηματικά το όλο πλαίσιο των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο παραπονούμενος κατήγγειλε τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το εν λόγω άτομο Αραβικής καταγωγής, είναι παράνομος και ότι εργάζεται στον χώρο εργασίας του κατηγορουμένου και ότι η Αστυνομία εθελοτυφλεί (κάνει τα κλειστά μάτια κατά την έκφραση του) και αυτή η αναφορά του παραπονουμένου δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι από την μια κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αυτή η αναφορά λέχθηκε από τον παραπονούμενο σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού και να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του και επιπρόσθετα, δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο μεροληπτικής στάσης του ανακριτή της υπόθεσης υπέρ του κατηγορουμένου και ούτε έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχει τέτοια μεροληπτική στάση της Αστυνομίας προς όφελος του κατηγορουμένου. Απεναντίας, εύκολα θα μπορούσε να ανευρεθεί και να διαπιστωθεί η ύπαρξη αλλοδαπού ατόμου που εργάζεται παράνομα, πράγμα που διερευνήθηκε και δεν επιβεβαιώθηκε αυτή η θέση του παραπονουμένου, μιας και ήταν το ίδιο άτομο, ως η εκδοχή του παραπονουμένου, που ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα. Η δε αναφορά του ότι δεν ΄΄σπονταρίσκει΄΄ ήτοι ότι δεν προέβαινε σε καταγγελίες στο παρελθόν, δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι κρίνεται ότι τέθηκε σε μια προσπάθεια του μάρτυρα να πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών του και την απουσία αλλότριων κινήτρων και ότι απλά κάνει αναφορά για την ύπαρξη ενός άλλου προσώπου. Μια προσεκτική ανάγνωση των τριών καταθέσεων του παραπονουμένου, διαπιστώνεται ότι σε κάθε επόμενη κατάθεση, υπάρχει εμπλουτισμός λεπτομερειών, όπως η απόδοση ευθυνών από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο για τον πυροβολισμό των κομπρεσόρων και την ύπαρξη αλλοδαπού προσώπου, που αφήνει εύλογα ερωτηματικά για τις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν τον παραπονούμενο στο να καταθέσει τρεις φορές σε μια μέρα. Όλα τα πιο πάνω αφήνουν σοβαρά ερωτηματικά για το αξιόπιστο της εκδοχής του παραπονουμένου και από την άλλη, επιβεβαιώνεται και κρίνεται ως πιο λογική και πιθανή η εκδοχή του κατηγορουμένου ότι δεν είχε συναντηθεί με τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα. Ως προς το τι εκτυλίχθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, ο μάρτυρας δεν υπήρξε σταθερός, προβάλλοντας διαφορετικά γεγονότα, που κρίνονται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι εκείνες οι επουσιώδεις αντιφάσεις που είναι λογικό και αναμενόμενο να υπάρχουν και που ενισχύουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα διότι αποκλείουν το ενδεχόμενο προμελέτης της μαρτυρίας του, αλλά οι αντιφάσεις είναι τέτοιες και που αφορούν τον πυρήνα της εκδοχής του παραπονούμενου και που προκαλούν εύλογα ερωτηματικά. Συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 4, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε τόσο με τα χέρια, όσο και με τα πόδια, ενώ στο τεκμήριο 5, ανέφερε ότι τον κτυπούσε μόνο με τα χέρια. Στα τεκμήρια 4 και 5, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του ανέκοψε την πορεία με το αυτοκίνητο του, ενώ στο τεκμήριο 6 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του έκανε σήμα για να σταματήσει, ενώ προσφορικά ανέφερε ότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος του ανέκοψε την πορεία, λόγω της στενότητας των δρόμων και ότι δεν μπορούσαν να χωρέσουν και τα δύο αυτοκίνητα ταυτόχρονα, λόγω της οδήγησης του κατηγορουμένου. Ούτε η αναφορά του παραπονουμένου ότι η συζήτηση μεταξύ τους διήρκησε 5 - 6 λεπτά πείθει, διότι μια συνομιλία που είχε ως μοναδικό αντικείμενο, ως η θέση του παραπονουμένου, στο ότι ο κατηγορούμενος του καταλόγιζε ευθύνη για τον πυροβολισμό των κομπρεσόρων και ο παραπονούμενος απλά να το αρνείται, κρίνεται υπό τις περιστάσεις ως παράδοξο η ανταλλαγή αυτών των θέσεων για 5 - 6 λεπτά. Επουσιώδης κρίνεται η αντίφαση που παρατηρείται μεταξύ της μαρτυρίας του και του τεκμηρίου 3, το οποίο είναι παραδεκτό και πιο συγκεκριμένα η αναφορά του παραπονούμενου ότι του είπαν στο νοσοκομείο να εξεταστεί καλύτερα την επόμενη ημέρα ενώ το τεκμήριο 3 ουσιαστικά αναφέρει ότι ο παραπονούμενος δεν υπάκουσε στις συστάσεις να παραμείνει στο νοσοκομείο και ο λόγος που κρίνεται ως επουσιώδης, είναι διότι τα τραύματα τα οποία είχε ο παραπονούμενος είναι παραδεκτά, μη παραδεκτή όμως η πρόκληση τους από τον κατηγορούμενο. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο απδέχεται, λόγω του παραδεκτού περιεχομένου του τεκμηρίου 3, ότι ο παραπονούμενος είχε τα τραύματα που καταγράφονται στο τεκμήριο 3, πλην όμως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το στέρεο και αξιόπιστο μαρτυρικό υπόβαθρο που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την πρόκληση αυτών των τραυμάτων, λόγω ακριβώς της αξιολόγησης της μαρτυρίας του παραπονουμένου, η οποία για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, αυτή δεν γίνεται αποδεκτή για τους εξής λόγους. Συγκεκριμένα η μάρτυρας ούτε αυτόπτης, ούτε αυτήκοος μάρτυρας υπήρξε στην σκηνή, όπου κατά την εκδοχή του παραπονούμενου, που είναι ο σύζυγος της, δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο και του προκάλεσε τα τραύματα που είχε. Εν πάση περιπτώσει όμως, η μάρτυρας προσήθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του Μ.Κ. 2, η μαρτυρία του οποίου δεν έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και κατ΄ επέκταση, ούτε η δική της μαρτυρία δύναται να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Επιπρόσθετα δε, σε ορισμένα σημεία αντικρούει τον ίδιο τον σύζυγο της, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης διαφορών με τον κατηγορούμενο, ήτοι ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν διαφορές ενώ η Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι υπήρχαν, παρόλο που αυτό το ζήτημα κρίνεται ως είσσονος σημασίας. Είσσονος σημασίας κρίνεται η αντίφαση στις μαρτυρίες μεταξύ των Μ.Κ. 2 και 3, ήτοι ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι πήγε στο νοσοκομείο με τον γιο του ενώ η Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι πήγε και αυτή στο νοσοκομείο, διότι ούτως ή άλλως είναι παραδεκτό γεγονός τα τραύματα του παραπονούμενου και αποτελεί λεπτομέρεια το πως και με ποιον ή με ποιους πήγε στο νοσοκομείο. Eπουσιώδης κρίνεται και η αντίφαση μεταξύ των Μ.Κ. 2 και 3 ως προς το πως τελικώς επέστρεψαν τα ζώα τους στην μάντρα μετά το κατ΄ ισχυρισμόν περιστατικό, ήτοι ο μεν Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι οδηγήθηκαν μόνα τους, ενώ η Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι είναι αυτή που πήγε να τα φέρει και ο λόγος που κρίνεται ως επουσιώδης, είναι διότι δεν σχετίζεται άμεσα με το επίδικο κατ΄ ισχυρισμόν περιστατικό. Όμως, σοβαρά ερωτηματικά εγείρονται ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε τις καταθέσεις της στην αστυνομία και τους λόγους μετάβασης της εκεί, οι οποίες καταθέσεις δόθησαν την ίδια ημέρα σε μικρό χρονικό διάστημα και τα όσα ανέφερε η μάρτυρας δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως πιστευτή η αναφορά της ότι την κάλεσε η Αστυνομία την δεύτερη φορά για να δώσει κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο 8, στην οποία γίνεται αναφορά για το αλλοδαπό πρόσωπο, διότι στο τεκμήριο 6 ο Μ.Κ. 2, αναφέρει ότι εκείνη την στιγμή που ήταν λίγο καλύτερα, θυμήθηκε ότι υπήρχε ο αλλοδαπός, δηλαδή ο Μ.Κ. 2 από μόνος του αναφέρθηκε για τον εν λόγω αλλοδαπό, ζήτημα το οποίο έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση. Αυτό που προκύπτει λοιπόν αβίαστα, είναι ότι η Μ.Κ. 3 επιστρατεύθηκε από τον Μ.Κ. 2 και συμπορεύθηκαν μαζί για να δώσουν κατάθεση και να αναφέρουν την ύπαρξη ενός αλλοδαπού άνδρα μαζί με τον κατηγορούμενο κατά την στιγμή του κατ΄ ισχυρισμόν επεισοδίου και γενικά να ενισχύσει μια εκδοχή η οποία δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η δε αναφορά της μάρτυρος ότι δεν ήθελε να κάνει σκάνδαλα, ήτοι με την μη καταγγελία του κατηγορουμένου για το ζήτημα του αλλοδαπού, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αναφορά της τέθηκε σε μια προσπάθεια της μάρτυρος να καταδείξει την απουσία αλλότριων κινήτρων εκ μέρους της. Ούτε γίνεται αποδεκτή η αναφορά της μάρτυρος ότι έχει ερωτηθεί από την αστυνομία για το ζήτημα του αλλοδαπού, όχι μόνο λόγω της αξιολόγησης που έγινε πιο πάνω και που καταδεικνύει ότι η Μ.Κ. 3 επιστρατεύθηκε προς αυτόν τον σκοπό, αλλά και επειδή δεν υπάρχουν ερωτήσεις στην κατάθεση της, ούτε ανακριτικής φύσεως ήταν η κατάθεση της. Συνακόλουθα και για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η μαρτυρία της Μ.Κ. 3 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη και δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιανδήποτε προσπάθεια να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε. Μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος είναι και συγγενής με τον κατηγορούμενο και ήταν το άτομο με τον οποίο πήγε για κυνήγι με τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα, διαφάνηκε ότι δεν είχαν μαζί τους οποιονδήποτε αλλοδαπό, επιβεβαιόνοντας έτσι την εκδοχή του κατηγορουμένου και εκθεμελιώνοντας την εκδοχή του παραπονουμένου. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος μετά την αναχώρηση από το μέρος του κυνηγιού παρέλαβε οποιονδήποτε αλλοδαπό, έτσι ώστε να δικαιολογείται ή να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του εν λόγω αλλοδαπού στην κατ΄ ισχυρισμόν σκηνή όπου έγινε το κατ΄ ισχυρισμό επίδικο περιστατικό, ζήτημα για το οποίο έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, επίσης χωρίς κανένα δισταγμό το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, χωρίς να διαφανεί οποιοδήποτε ίχνος ή προσπάθειας να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε και μέσα από την μαρτυρία του, επιβεβαιώθηκε η ανυπαρξία οποιουδήποτε αλλοδαπού προσώπου μαζί με τον κατηγορούμενο κατά την επίδικη ημέρα. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της υπόθεσης, ήτοι με την ανυπαρξία αξιόπιστης μαρτυρίας που να συνδέει τον κατηγορούμενο με την επίθεση που του καταλογίζει ο Μ.Κ. 2 και συνεπεία αυτής της πρόκλησης των τραυμάτων που παρουσίαζε ο εν λόγω μάρτυρας, εν τούτοις το Δικαστήριο καθηκόντως και για σκοπούς πληρότητας, θα αξιολογήσει την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Η εκδοχή του κατηγορουμένου παρουσιάζει μια συνοχή και σταθερότητα και που έγκειται στις αναφορές του ότι δεν είχε συναντήσει τον παραπονούμενο την επίδικη ημέρα και ούτε είχε μαζί του οποιονδήποτε αλλοδαπό μαζί του. Αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται αντίστοιχα με την μη αποδοχή της εκδοχής του Μ.Κ. 2 και της μη απόδειξης ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιονδήποτε αλλοδαπό μαζί του την επίδικη ημέρα. Κατά τα λοιπά, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο παρακολούθησε τον κατηγορούμενο με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω και της ιδιότητας του και τα όσα του καταλόγιζε ο Μ.Κ. 2 και η εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο, είναι ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν απλός και πηγαίος. Η αντίφαση που παρατηρήθηκε μεταξύ της μαρτυρίας του και των υποβολών κατά το στάδιο της αντεξέτασης των Μ.Κ. 2 και 3 ως προς την ύπαρξη διαφορών που έγκεινται στην βόσκηση των ζώων πλησίον της περιουσίας του, κρίνεται από το Δικαστήριο ως δευτερεύουσας σημασίας, ως έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορουμένου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.