← Κύπρος

Έφορος Φορολογίας ν. Α/ΦΟΙ ΠΑΤΟΥΝΑ (ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΛΟΥΠΙΩΝ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 486/16, 27/6/2018

Έφορος Φορολογίας ν. Α/ΦΟΙ ΠΑΤΟΥΝΑ (ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΛΟΥΠΙΩΝ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 486/16, 27/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 486/16 Μεταξύ: Έφορος Φορολογίας v. 1.Α/ΦΟΙ ΠΑΤΟΥΝΑ (ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΑΛΟΥΠΙΩΝ) ΛΤΔ, Αρ. Εγγραφής

  1. 2.XXXXX ΠΑΤΟΥΝΑ, Α.Δ.Τ. XXXXX
  2. 3.XXXXX ΠΑΤΟΥΝΑ, Α.Δ.Τ. XXXXX
  3. Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2018 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζηγιάννη, για ν' ακούσει απόφαση η κα Ξ. Κλωνάρη. Για τους Κατηγορούμενους: κος Κ. Πόλεως. Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν οκτώ συνολικά κοινές κατηγορίες, εκ των οποίων δεν παραδέχονται την 3η και 7η κατηγορία και η υπόθεση για τις κατηγορίες αυτές οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Με την 3η κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας ποσό ύψους €13.731,45σ που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για τη φορολογική περίοδο 01/11/2008 - 31/01/2009, κατά παράβαση των άρθρων 46

(9)
(14), 20
(1)και 48 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, του 2000, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής θα καλείται ως ο «Νόμος») και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και 51/2002), ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Με την 7η κατηγορία κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να καταβάλουν πρόσθετο φόρο, χρηματική επιβάρυνση και τόκο από παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης και καταβολής Φ.Π.Α., κατά παράβαση των άρθρων 46(10Α), 46
(10), 46
(9), 46
(14), 20
(1)και 48 του Νόμου και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 7ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φ.Π.Α ποσά ύψους €6.692,31 ήτοι πρόσθετο φόρο €1.373,14, χρηματική επιβάρυνση €51.- και τόκο €5.268,17, που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης καθώς και μη καταβολής Φ.Π.Α για τη φορολογική περίοδο 1.11.2008 - 31.1.2009. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Θεοδούλου (ΜΚ1), ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας, εις το τμήμα εγγραφών της υπηρεσίας Φ.Π.Α. Αναφέρθηκε εις τα καθήκοντα του και γνωρίζει όπως είπε ότι η 1η κατηγορούμενη εγγράφηκε στο Μητρώο Φ.Π.Α. στις 18.10.2004 και παρέμεινε εγγεγραμμένη μέχρι την 27.3.2009 όπου η εγγραφή της ακυρώθηκε. Κατέθεσε προς τούτο, Πιστοποιητικό ημερ. 22.2.2018, Τεκμήριο
  1. Η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε. Κατά την αντεξέταση του τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις τις οποίες απαντούσε με σαφήνεια και επάρκεια. Η μαρτυρία του κρίνεται ειλικρινής και την αποδέχομαι. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η XXXXX Παντελή, (ΜΚ2), η οποία εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας και είναι λειτουργός Φ.Π.Α., στον τομέα φορολογικών δηλώσεων. Ελέγχει όπως είπε και επεξεργάζεται τις φορολογικές δηλώσεις οι οποίες υποβάλλονται στον Έφορο Φορολογίας και ελέγχει τον φόρο που βεβαιώθηκε, δηλώθηκε και καταβλήθηκε. Επίσης ελέγχει εάν ορθά έχουν επιβληθεί ο πρόσθετος φόρος, οι χρηματικές επιβαρύνσεις καθώς και ο τόκος. Ετοίμασε όπως είπε πιστοποιητικό στο οποίο αναγράφεται ο οφειλόμενος φόρος από φορολογική δήλωση καθώς και οι χρηματικές επιβαρύνσεις, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Εξηγώντας το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι η πρώτη παράγραφος αυτού αντιστοιχεί στην 3η κατηγορία η οποία αφορά την φορολογική δήλωση 1.11.08 - 31.1.09, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, η οποία θα έπρεπε να είχε υποβληθεί μέχρι την 10.3.2009 αλλά παραλήφθηκε από την υπηρεσία σύμφωνα με την σφραγίδα επί του Τεκμηρίου 3, στις 10.1.
  3. Στο τετράγωνο 5 όπως είπε του Τεκμηρίου 3, αναφέρεται ως Φ.Π.Α. καταβλητέος το ποσό των €13.731,45σ και το ποσό αυτό θα έπρεπε να είχε πληρωθεί μέχρι 10.3.09 και δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα. Πρόσθεσε ότι η φορολογική δήλωση Τεκμήριο 3, είναι υπογραμμένη και στο ονοματεπώνυμο φαίνεται το όνομα Χαράλαμπος Πατούνα. Η 2η παράγραφος του Τεκμηρίου 2 αντιστοιχεί στην 7η κατηγορία και αφορά τόκο, πρόσθετο φόρο και χρηματική επιβάρυνση για την περίοδο 1.11.08 - 31.1.09, σύμφωνα με τον πίνακα τον οποίο ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 5 δέσμη πιστοποιητικών από τον Έφορο Εταιρειών για την σύσταση και εγγραφή της 1ης κατηγορούμενης αλλά και πιστοποιητικό αξιωματούχων και εγγεγραμμένου γραφείου της 1ης κατηγορούμενης. Αντεξεταζόμενη, ερωτήθηκε αν υπάρχει διαδικασία διόρθωσης φορολογικών δηλώσεων απαντώντας ότι υπάρχει τέτοια διαδικασία η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στα καθήκοντα της. Τέθηκε επίσης στη μάρτυρα ότι η 1η κατηγορούμενη έχει προβεί σε αίτηση για διόρθωση σφάλματος επί της δήλωσης Τεκμήριο
  5. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ελέγχοντας τον φάκελο της εταιρείας έχει δει μια επιστολή η οποία στάληκε στον τομέα μηχανογράφησης με ημερομηνία παραλαβής την 13.5.15, με την οποία ζητείται να αποσταλεί στην εταιρεία η φορολογική δήλωση για την περίοδο 1.11.2008 - 31.1.
  6. Η επιστολή αυτή όπως είπε απαντήθηκε στις 8.6.15, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, με την οποία αποστάληκε αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης. Στον φάκελο όπως είπε, υπάρχει ακόμα μια επιστολή ημερ. 20.2.18 από τον κο Πόλεως η οποία απαντήθηκε στις 5.3.18 από το Τμήμα Φορολογίας, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Η μάρτυρας εξήγησε με επάρκεια το πιστοποιητικό Τεκμήριο 2 το οποίο ετοίμασε σε συνάρτηση με την επίδικη φορολογική δήλωση Τεκμήριο
  8. Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες και σαφείς και μετέφερε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση της στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της. Για όσα ζητήματα ερωτήθηκε, ιδίως κατά την αντεξέταση της και δεν γνώριζε, με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει χωρίς να καταφύγει σε αοριστολογίες και υπεκφυγές. Παράδειγμα αποτελεί η θέση η οποία τέθηκε στην μάρτυρα ότι οι κατηγορούμενοι αιτήθηκαν διόρθωση λάθους, όπου με αναφορά σε έγγραφα του φακέλου της (Τεκμήρια 6 και 7) ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι ζήτησαν μόνο να τους σταλεί η επίδικη φορολογική δήλωση. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Επόμενη μάρτυρας παρουσιάστηκε η XXXXX Κλείτου, (ΜΚ3), η οποία εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας, Υπηρεσία Φ.Π.Α. και ασχολείται με τις διορθώσεις λαθών σε φορολογικές δηλώσεις. Της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6, επιστολή ημερ. 8.6.15 με συνημμένη επιστολή των κατηγορουμένων. Εξήγησε ότι η εταιρεία ζήτησε τη φορολογική δήλωση για την περίοδο από 1.11.2008 - 31.1.2009 και το Τμήμα Φορολογίας απάντησε με την επιστολή 8.6.15 στην οποία αναφέρεται ότι αποστέλλονται στην εταιρεία αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων σύμφωνα με την επιστολή της η οποία λήφθηκε από την υπηρεσία στις 13.5.
  9. Αναγνώρισε επίσης την επιστολή ημερ. 5.3.18, Τεκμήριο 7, την οποία ετοίμασε η ίδια εις απάντηση στην επιστολή του κου Πόλεως ημερ. 21.2.2018 (Τεκμήριο 8). Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι είχε ξαναδεί τον 3ο κατηγορούμενο αλλά και ότι παρέπεμψε αυτόν να ετοιμάσει τη χειρόγραφη επιστολή 13.5.
  10. Δεν γνώριζε επίσης να απαντήσει κατά πόσο έχουν σταλεί οι φορολογικές δηλώσεις όπως αναφέρεται εις το Τεκμήριο
  11. Εξήγησε την διαδικασία διόρθωσης δηλώσεων κατά την οποία ο φορολογούμενος στέλνει ένα αίτημα στο Τμήμα Φορολογίας, με το οποίο ζητά διόρθωση των φορολογικών δηλώσεων. Ακολούθως ζητούνται από την υπηρεσία τα στοιχεία εάν δεν υποβληθούν με την επιστολή. Με την προσκόμιση των στοιχείων εξετάζεται το αίτημα και αν τα στοιχεία είναι ορθά, όπως τιμολόγια, λογαριασμοί και λογιστικά βιβλία, τότε δίδεται το δικαίωμα να προβεί σε διόρθωση με επόμενη δήλωση, εάν τα στοιχεία δεν είναι ορθά, το αίτημα απορρίπτεται. Η μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή ότι η επιστολή ημερ. 13.5.15 συνιστά αίτημα για διόρθωση λάθους. Θέση της μάρτυρας αποτέλεσε ότι με την επιστολή η οποία στάληκε από την εταιρεία και λήφθηκε στις 13.5.15 δεν ζητείται διόρθωση λαθών αλλά ζητείται η φορολογική δήλωση για την περίοδο 11ο του 2008 με 1ο του
  12. Πρόσθεσε επίσης ότι σε αίτημα για διόρθωση λάθους θα πρέπει να αναφέρεται ξεκάθαρα ότι έχει εντοπιστεί το λάθος και αφού αναφερθούν τα σωστά ποσά τα οποία θα καταχωρηθούν στη συγκεκριμένη δήλωση τότε η υπηρεσία ζητά στοιχεία και όταν προσκομιστούν, προβαίνουν σε διόρθωση. Η μάρτυρας ήταν σαφής στις απαντήσεις της, εξήγησε με επάρκεια και λεπτομέρεια ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση αιτήματος για διαγραφή λάθους σε φορολογική δήλωση και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί με την θέση της υπεράσπισης ότι η επιστολή η οποία στάληκε από την εταιρεία και λήφθηκε 13.5.15 δεν αποτελεί αίτημα για διόρθωση δήλωσης αλλά αφορούσε αίτημα των κατηγορουμένων να τους σταλεί η φορολογική δήλωση για την περίοδο 1.11.08 - 31.1.
  13. Η αξιοπιστία της μάρτυρος δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση της, τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια 6-8 τα οποία εξήγησε παραπέμποντας σε αυτά κατά τη μαρτυρία της. Η μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Τελευταίος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Πουρνάρης (ΜΚ4), ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας, στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9, πιστό αντίγραφο επιστολής ημερ. 11.1.12 με την οποία η εταιρεία ζητά να της σταλεί αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης για την περίοδο 1.11.08 - 31.1.09 η οποία κατατέθηκε στις 11.1.
  14. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε εν σχέση με τα επίδικα ζητήματα, κατά πόσο η επιστολή Τεκμήριο 9 απαντήθηκε από την Υπηρεσία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή ημερ. 2.2.12 με την οποία απαντήθηκε το αίτημα και στην οποία αναφέρεται ότι επισυνάτπονται τα στοιχεία της φορολογικής δήλωσης για την περίοδο 1.11.2008 - 31.1.
  15. Ο μάρτυρας ανέφερε πως εξασφάλισε το αντίγραφο του Τεκμηρίου 9, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του όπως επίσης και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10, το περιεχόμενο των οποίων επιβεβαιώνουν και την μαρτυρία της ΜΚ3, εφόσον προκύπτει ότι ακόμα και μέχρι την 11.1.12 οι κατηγορούμενοι ακόμα ζητούσαν να τους δοθεί αντίγραφο της εν λόγω φορολογικής δήλωσης. Η κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 10 αποτέλεσε την ουσία της μαρτυρίας του η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και για τα ζητήματα αυτά που ανέφερε δεν αμφισβητήθηκε. Ο μάρτυρας αυτός κρίνεται ειλικρινής, αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατέθεσαν ενόρκως. O 2ος κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης η οποία έκλεισε από το 2009 και ασχολείτο με καλούπια. Ο ίδιος του εργαζόταν στην εταιρεία μέχρι το 2006, όπου σταμάτησε να εργάζεται λόγω ασθένειας. Αναγνώρισε την υπογραφή επί της φορολογικής δήλωσης Τεκμήριο 3 ότι ανήκει στον γιο του, 3ο κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6 και ανέφερε ότι μαζί με το γιο του έστειλαν την επιστολή αυτή αλλά δεν τους στάληκαν όπως είπε τα στοιχεία που ζήτησαν. Ο 2ος κατηγορούμενος παρά την αρχική του προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έλαβαν οποιοδήποτε στοιχείο μετά την αποστολή του αιτήματος για την λήψη της δήλωσης, διεφάνηκε στη συνέχεια κατά την αντεξέταση του να αποδέχεται ότι η φορολογική δήλωση στάληκε στον γιο του 3ο κατηγορούμενο ο οποίος προέβηκε σε όλες τις ενέργειες. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του 2ου κατηγορούμενου: «E. Το Τεκμήριο 3 είναι αυτό, ο ίδιος αναφέρθηκε πριν γι' αυτό. Σας δείχνω το Τεκμήριο
  16. Σας έστειλαν αντίγραφο αυτού του τεκμηρίου; A. Εγώ από το 2006 παραίτησα, δεν ήμουν στην εταιρεία. Ναι, είμαι διευθυντής, αλλά δεν εργάζομαι στην εταιρεία. E. Προηγουμένως είπατε ότι σας έστειλαν αντίγραφο της δήλωσης. A. Εντάξει, του γιου μου εννοώ. E. Εσείς προσωπικά έχετε προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια μετά τη λήψη της δήλωσης; A. Έκαμνε τες ο γιος μου.» Η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου δεν μπορεί να κριθεί πειστική. Οι απαντήσεις του για ουσιώδη ζητήματα της υπεράσπισης δεν ήταν σαφείς όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα. Ούτε επίσης η θέση του ότι έγινε διόρθωση λάθους επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια, εφόσον στο Τεκμήριο 6 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Παρακαλώ όπως μου αποστείλεται την φορολογική μου δήλωση για την περίοδο 1/11/2008 - 31/01/
  17. Συγκεκριμένα έχω απόλευση στοιχείων για να προβώ σε αίτημα για διόρθωση της». Ούτε από το Τεκμήριο 9 φαίνεται ότι έγινε διόρθωση λάθους με αναφορά σε συγκεκριμένο λάθος το οποίο θα έπρεπε να διορθωθεί, αντιθέτως με τα Τεκμήρια 6 και 9 φαίνεται οι κατηγορούμενοι να ζητούν την εν λόγω φορολογική δήλωση για να προβούν σε αίτημα διόρθωσης λάθους. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου δεν κρίνεται πειστική και αξιόπιστη, ούτε υποστηρίζεται από τα τεκμήρια 6-9 και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Ακολούθως ένορκη μαρτυρία έδωσε ο 3ος κατηγορούμενος. Ανέφερε ότι το 2009 μέσω του τμήματος φορολογίας στη Λεμεσό, πήρε όλα τα βιβλία της εταιρείας σε κάποια κυρία Κατερίνα, έκανε τον έλεγχο και διαγράφηκε περίπου τον Μάρτιο
  18. Αναγνώρισε ως δική του την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 3 αναφέροντας ότι έδιδε υπογραμμένες δηλώσεις στον λογιστή και απλά του έπαιρνε τα χαρτιά. Την επίδικη φορολογική δήλωση όπως είπε την είδε πρώτη φορά όταν ήρθε στο Δικαστήριο. Εις ότι αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης δεν γνώριζε οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενος επανάλαβε τη θέση του ότι ουδέποτε έλαβε αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης που ζήτησε και παρά τις προσπάθειες του δεν έγινε η διόρθωση του λάθους, αναφερόμενος και σε κάποια υπόθεση η οποία εκκρεμούσε το 2012 και αναστάληκε. Ο 3ος κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί πειστικός και ειλικρινής. Οχυρώθηκε πίσω από το γεγονός ότι ο ίδιος του απλά υπέγραψε την επίδικη φορολογική δήλωση χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της, του οποίου έλαβε γνώση στο Δικαστήριο. Η θέση του αυτή κρίνεται άκρως αντιφατική με την όλη προωθούμενη εκδοχή της υπεράσπισης αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων. Πώς είναι δυνατόν να μην γνώριζε προηγουμένως το περιεχόμενο της δήλωσης αλλά την 11.1.12, με το Τεκμήριο 9 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, να ζητά αντίγραφο της δήλωσης αυτής για την κατ' ισχυρισμό διόρθωση λάθους, όπως επίσης ζήτησε και με την επιστολή Τεκμήριο
  19. Πώς είναι δυνατό να διαπίστωσε ότι υπήρχε λάθος στη φορολογική δήλωση ενώ δεν την είχε δει προηγουμένως, παρά μόνο στο Δικαστήριο, όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση του. Η θέση του ότι απλά υπέγραφε τις δηλώσεις στον λογιστή του χωρίς να τις συμπληρώνει, δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε καθοριστικό ρόλο στην παρούσα υπόθεση, εφόσον δεν αμφισβητείται η εξουσιοδότηση του λογιστή να συμπληρώσει την επίδικη δήλωση. Πέραν τούτου από την στιγμή όπου η υπογραφή επί της δήλωσης αδιαμφησβήτητα ανήκει στον 3ο κατηγορούμενο τα όσα ανέφερε εν σχέση με την συμπλήρωση της, κρίνονται άσχετα με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε επίσης ότι ζήτησε να διορθωθεί η δήλωση Τεκμήριο
  20. Η θέση του αυτή δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Όπως ανέφερα πιο πάνω όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 6 και 9 ζητείται αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης χωρίς να διαφανεί οποιοδήποτε αίτημα για διόρθωση λάθους. Αντιθέτως μέχρι και το τέλος της δίκης, δεν έγινε καμία αναφορά σε συγκεκριμένο λάθος ούτε τι ακριβώς θα επιδίωκαν οι κατηγορούμενοι να διορθώσουν. Ακόμα και εις το Τεκμήριο 8, επιστολή του κου Πόλεως ημερ. 20.2.18 στην οποία γίνεται αναφορά σε αίτημα για διόρθωση αυτό αναφέρεται εις το αίτημα των κατηγορουμένων για να λάβουν αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης σύμφωνα με τη συνημμένη επιστολή την οποία έστειλαν οι κατηγορούμενοι στην υπηρεσία Φ.Π.Α. και λήφθηκε στις 13.5.
  21. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του 3ου κατηγορούμενου δεν μπορεί να κριθεί πειστική και αξιόπιστη ούτε υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί κατά την Ακρόαση και συνεπώς απορρίπτεται, εκτός από το γεγονός που δεν αμφισβητεί ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 3 είναι δική του. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την ενώπιον μου μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Η κατηγορούμενη 1 συστάθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 30.9.
  22. Έκτοτε και τουλάχιστον μέχρι την 26.2.18 διευθυντές της ήταν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 (Τεκμήριο 5). - Η 1η κατηγορούμενη ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο Φ.Π.Α με ημερομηνία έναρξης ισχύος της εγγραφής της την 18.10.04 μέχρι 27.3.2009 όπου η εγγραφή της ακυρώθηκε (Τεκμήριο 1). - Η κατηγορούμενη 1 υπέβαλε την φορολογική δήλωση (Τεκμήριο 3) με την υπογραφή του 3ου κατηγορούμενου, στις 10.1.11 για την φορολογική περίοδο 1.11.2008 μέχρι 31.1.
  23. Η φορολογική δήλωση θα έπρεπε να υποβληθεί μέχρι την 10.3.
  24. - Το οφειλόμενο σύμφωνα με την πιο πάνω φορολογική δήλωση ποσό, ήτοι €13.731,45σ δεν καταβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δηλαδή μέχρι τις 10.3.
  25. - Οι αναλογούσες χρηματικές επιβαρύνσεις λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της φορολογικής δήλωσης και καταβολής του Φ.Π.Α για την περίοδο 1.11.2008 - 31.1.09 καθώς και οι τόκοι ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €6.692,31, ήτοι πρόσθετος φόρος €1.373,14, χρηματική επιβάρυνση €51.- και τόκος €5.268,17 (Τεκμήριο 2). Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Τα άρθρα 46
(9), (10Α) και 48 του Νόμου έχουν ως ακολούθως: «.........................................
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. ................................ (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος του άρθρου 46
(9)του Νόμου που αφορά την 3η κατηγορία είναι, (α) η παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α, (β) ο οποίος είναι καταβλητέος δυνάμει φορολογικής δήλωσης και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Όσον αφορά το αδίκημα του άρθρου 46(10Α), που αφορά την 7η κατηγορία, τα συστατικά του στοιχεία είναι (α) η παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου, (β) που επιβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων με την τελική του αγόρευση εισηγείται ότι η φορολογική δήλωση Τεκμήριο 3 δεν συνιστά δήλωση εν τη εννοία του Νόμου εφόσον αυτή υποβλήθηκε στις 10.1.11, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της διαγραφής της 1ης κατηγορούμενης από το μητρώο Φ.Π.Α. (ημερ. διαγραφής 27.3.2009), η οποία μάλιστα δεν συμπληρώθηκε από τον 3ο κατηγορούμενο ο οποίος μόνο υπέγραψε αυτήν. Πέραν των πιο πάνω ο κος Πόλεως εισηγήθηκε ότι η 1η κατηγορούμενη προσπαθεί από το 2012 να διορθώσει τη δήλωση Τεκμήριο 3 και λόγω παραλείψεων της κατηγορούσας αρχής δεν μπορεί να ακολουθήσει τη διαδικασία διόρθωσης λάθους. Από την άλλη η κα Χατζηγιάννη υποστήριξε ότι αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 7, η φορολογική δήλωση Τεκμήριο 3, αφορούσε φορολογική περίοδο για την οποία η 1η κατηγορούμενη ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. και δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία διόρθωσης λάθους σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 314/
  1. Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι η φορολογική δήλωση Τεκμήριο 3 υπογράφηκε από τον 3ο κατηγορούμενο και σύμφωνα με τη σφραγίδα που φέρει αυτή κατατέθηκε συμπληρωμένη στις 10.1.
  2. Το ότι μπορεί η δήλωση να υποβλήθηκε από άλλο πρόσωπο ή συμπληρώθηκε από τρίτο, θέσεις οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο, δεν διαφοροποιεί το γεγονός και την διαπίστωση ότι από την ημερομηνία υποβολής της την 10.1.2011 για πρώτη φορά φαίνεται οι κατηγορούμενοι να ζητούν αντίγραφο της την 11.1.2012 σύμφωνα με το Τεκμήριο
  3. Αν και οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι προέβηκαν σε αίτημα για διόρθωση λάθους, κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί εφόσον το μόνο αίτημα που τέθηκε ενώπιον μου είναι το αίτημα τους για λήψη αντιγράφου της φορολογικής δήλωσης, η οποία φαίνεται να στάληκε συνημμένη με τα Τεκμήρια 6 και 10, ακόμα όμως και να μην λάμβαναν την δήλωση οι κατηγορούμενοι με τις πιο πάνω επιστολές, δεν φαίνεται να είχαν διαμαρτυρηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο για την μη παραλαβή της. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η ΜΚ3 αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται για διόρθωση λάθους την οποία όπως επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες κατηγορίας δεν ακολούθησαν οι κατηγορούμενοι στην προκειμένη περίπτωση. Το ότι δεν έγινε αίτηση για διόρθωση λάθους επιβεβαιώνεται και από τα αιτήματα των κατηγορουμένων Τεκμήρια 6 και 9 με τα οποία ζητούσαν μόνο αντίγραφο της δήλωσης και τίποτε περισσότερο. Οι κατηγορούμενοι ούτε και ισχυρίστηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο ποιο είναι αυτό το συγκεκριμένο λάθος επί της φορολογικής δήλωσης τους το οποίο έπρεπε κατά τους ίδιους να διορθωθεί. Το γεγονός ότι η φορολογική δήλωση υποβλήθηκε σε χρόνο όπου η 1η κατηγορούμενη ήταν διεγραμμένη, δεν μπορεί να αλλοιώσει την υπόσταση του Τεκμηρίου 3 ως φορολογική δήλωση την στιγμή όπου η περίοδος που αφορούσε η εν λόγω φορολογική δήλωση ήτοι για την περίοδο από 1.11.2008 μέχρι 31.1.2009, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 εξακολουθούσε να ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο του Φ.Π.Α. Συνεπώς οι επί του προκειμένου εισηγήσεις της υπεράσπισης απορρίπτονται. Στρεφόμενη τώρα στην ουσία της 3ης κατηγορίας, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί έχει αποδειχθεί η καταχώρηση της φορολογικής δήλωσης (Τεκμήριο 3) στην οποία φαίνεται ως καταβλητέος Φ.Π.Α το ποσό των €13.731,45σ και σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η ΜΚ2 το ποσό αυτό δεν καταβλήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπουν οι περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί, Κ.Δ.Π 314/01, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και συγκεκριμένα το αργότερο μέχρι τη δέκατη μέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου που αφορά η κάθε φορολογική δήλωση (βλ. Κανονισμό 17
(1)). Επομένως, για τη φορολογική δήλωση της περιόδου 1.11.08 - 31.1.09 (Τεκμήριο 3) ο οφειλόμενος Φ.Π.Α θα έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο την 10.3.09 όπως αναφέρει η ίδια η δήλωση η οποία όπως προκύπτει δεν υποβλήθηκε κατά το χρόνο που προβλέπεται στην ίδια τη δήλωση. Τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα επιβεβαιώθηκαν και με σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 2) που κατέθεσε η ΜΚ2 δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του δέκατου παραρτήματος του Νόμου. Η πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη ορίζει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Με την κατάθεση επομένως του εν λόγω πιστοποιητικού δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο και μεταφέρεται πλέον το βάρος απόδειξης στην υπεράσπιση για να αποδείξει ότι τα όσα βεβαιώνονται σε αυτό δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εν προκειμένω, τα πιο πάνω γεγονότα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, η οποία επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό ότι έγινε αίτημα για διόρθωση λάθους, ισχυρισμός ο οποίος έρχεται και σε αντίφαση με τη θέση της υπεράσπισης η οποία τέθηκε με την τελική αγόρευση ότι εν τέλει λόγω παράλειψης της κατηγορούσας αρχής να στείλει στους κατηγορούμενους την φορολογική δήλωση δεν μπόρεσαν να υποβάλουν το αίτημα για διόρθωση λάθους. Εις ότι αφορά το αδίκημα της 7ης κατηγορίας προκύπτει από το Τεκμήριο 3 και τα όσα ανέφερε η ΜΚ2 ότι λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής της φορολογικής δήλωσης και μη εμπρόθεσμης καταβολής του φόρου που αφορά την 3η κατηγορία, επιβλήθηκαν στην 1η κατηγορούμενη ο τόκος και χρηματική επιβάρυνση σύμφωνα με το Νόμο ο οποίος ανέρχεται στο ποσό των €6.692,31σ. Η μαρτυρία της ΜΚ2 και τα όσα αναφέρονται προς τούτο στο Τεκμήριο 3, παράγραφο 2, σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης. Συνεπώς η διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 7 από μέρους της 1ης κατηγορούμενης έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όσον αφορά τώρα την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων 2 και 3, αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 48 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό εφόσον διαπραχθεί αδίκημα από το νομικό πρόσωπο, τότε την ευθύνη για το εν λόγω αδίκημα φέρει και ο σύμβουλος ή διευθύνων αξιωματούχος του. Αρκεί δηλαδή να αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε το αδίκημα. Η ευθύνη διευθυντή εταιρείας δυνάμει του άρθρου 48 του Νόμου, εξετάστηκε στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 277/2015, 12/4/2017 όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι το λεκτικό του Νόμου δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης εφόσον ρητώς προνοεί πως «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθυντές αξιωματούχοι του νομικού προσώπου» (άρθρο 48). Τοσούσω μάλλον που πρόκειται για ένα εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική οικονομία και ο καταλογισμός ευθύνης στους αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου από το Νόμο αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του (Μελάς ανωτέρω). ....... Ο Νόμος λοιπόν (άρθρο 48) κατά τρόπο που δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας καθιστά προσωπικώς ποινικώς υπεύθυνους τους διευθυντές (και άλλους αξιωματούχους) για τα αδικήματα ενός νομικού προσώπου που προνοούνται από το Νόμο και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «Η δυνάμει του άρθρου 48
(1)του Ν.95
(1)/2000 ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας δεν προκύπτει αυτομάτως και άνευ άλλου τινός από μόνο το γεγονός της στοιχειοθέτησης της ευθύνης της εταιρείας. Τα όσα ισχύουν στην περίπτωση δίωξης, δυνάμει του άρθρου 20 Κεφ. 154, προσώπου το οποίο εμπλέκεται ως συνεργός ισχύουν, κατ΄ αναλογία, και εν προκειμένω». Με δεδομένο δε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εφεσίβλητοι ήταν διευθυντές της Εταιρείας και η Εταιρεία διέπραξε τα αδικήματα τα οποία της καταλογίστηκαν δυνάμει του Νόμου, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κρίνει γι΄ αυτά ένοχους και τους εφεσίβλητους.» Εν προκειμένω, όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 7 από την κατηγορούμενη
  1. Επίσης, αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης όπως επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο 5, το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί. Ενόψει των πιο πάνω, η θέση το 2ου κατηγορούμενου ότι μετά το 2006 αποχώρησε από την εταιρεία λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορεί να τον απαλλάξει από τις ευθύνες του ως εγγεγραμμένου διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης, σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 26.2.
  2. Συνεπώς με την απόδειξη της ιδιότητας των κατηγορουμένων 2 και 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ως διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης, έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες 3 και 7 εναντίον τους. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 3 και 7 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 3 και
  3. (Υπ.)................................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.