ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. F&T Shipping Limited κ.α., Υπόθεση: 2511/16, 12/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση: 2511/16 Μεταξύ: XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, εκ Λεμεσού Παραπονούμενος -ν-
- F&T Shipping Limited, εκ Λεμεσού
- XXXXX Τζιωρτζής, εκ Λεμεσού
- XXXXX Τζιωρτζή, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2018 Για Παραπονούμενο: κος Μ. Σωφρονίου. Για Κατηγορούμενους: κος Χρ. Παύλου. Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, τις κατηγορίες 1,3,5 και 7, σύμφωνα με τις οποίες κατηγορείται ότι κατά ή περί την 10-15/7/2012, εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου, τις επιταγές με αριθμό: XXXXX4340 για το ποσό των €50.000.- (1η κατηγορία), XXXXX4344 για το ποσό των €50.000.- (3η κατηγορία), XXXXX4343 για το ποσό των €50.000.- (5η κατηγορία) και XXXXX4332 για το ποσό των €20.000.- (7η κατηγορία), οι οποίες παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της και/ή λόγω παγοποίησης λογαριασμού - ΚΑΠ. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν την 2η, 4η, 6η και 8η κατηγορία δυνάμει των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού κώδικα, για τη συνέργεια τους στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων από την 1η κατηγορούμενη, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή αξιωματούχοι και/ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας. Κατά τη δίκη παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με πάγια αρχή της νομολογίας, η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Πέραν των πιο πάνω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας επιτελέστηκε εν σχέση με τα ουσιώδη επίδικα θέματα και ιδιαίτερα εκείνα που είναι υπό αμφισβήτηση (βλ. R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1Β AAΔ 1074, SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 89/2011, 13/4/2016). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ένας πολύ καλός του φίλος, ο XXXXX Παπάς, του ζήτησε να βοηθήσει ένα γνωστό του επιχειρηματία ο οποίος έχει ναυπηγείο στο λιμάνι Λεμεσού και έτσι του δάνεισε το ποσό των €170.000.- ως εξυπηρέτηση για περίπου 5-6 μήνες. Όταν πλησίαζαν οι έξι μήνες για να λήξουν οι επιταγές που του είχαν δοθεί, επικοινώνησε με τον φίλο του και διευθετήθηκε συνάντηση στο ναυπηγείο όπου ήταν παρόντες οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και ο πατέρας τους. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε τους κατηγορούμενους 2 και 3, τους οποίους γνώρισε όταν πήγε στα γραφεία του ναυπηγείου να πάρει τις επιταγές, οι οποίες του δόθησαν και οι τέσσερις την ίδια ημέρα γύρω στις 10 - 15 Ιουλίου
- Κατά τον ίδιο οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από την 3η κατηγορούμενη, κόρη του XXXXX ο οποίος χειριζόταν τα θέματα, ήταν το πρόσωπο που έκανε κουμάντο και είναι, όπως είπε, ο ειδήμονας. Ήταν στο γραφείο του XXXXX όπως είπε, έκανε τη σημείωση, έδωσε τα ποσά στην 3η κατηγορούμενη και της έδωσε οδηγίες να βγάλει τις επιταγές. Αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο ανέφερε ότι ήταν και αυτός όταν αποφασίστηκε να του δοθούν οι επιταγές και τι ρόλο έπαιξε δεν μπορεί να ξέρει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές δεν του δόθησαν στο ναυπηγείο και ότι του δόθηκαν από τον XXXXX Παπά, όπως αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης. Ουσιαστικά αυτό που αμφισβητεί η υπεράσπιση είναι το μέρος της εκδοχής του παραπονούμενου ότι οι επιταγές παραλήφθηκαν από αυτόν στο ναυπηγείο ενώπιον των κατηγορουμένων 2 και 3 και κατόπιν κοινής απόφασης τους. Το ότι του παραδόθηκαν για τον σκοπό που ανέφερε δεν αμφισβητήθηκε, εφόσον θέση της υπεράσπισης αποτέλεσε ότι του παραδόθηκαν από άλλο πρόσωπο και συγκεκριμένα από το XXXXX Παπά. Διεφάνηκε από τη μαρτυρία του παραπονούμενου ότι προσπάθησε ουσιαστικά να συνδέσει τους κατηγορούμενους 2 και 3 με τα γεγονότα της υπόθεσης, τοποθετώντας τους στο χώρο και κατά το χρόνο όπου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, οι οποίες κατά τον ίδιο υπογραφήκαν από την 3η κατηγορούμενη μετά από απόφαση η οποία λήφθηκε από τους κατηγορούμενους 2 και 3 και τον πατέρα τους. Η ουσιαστική θέση του παραπονούμενου για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα κατά την έκδοση των επιταγών δεν μπορεί να κριθεί αληθής και πειστική. Η θέση του ότι αποφάσισαν όλοι, δηλαδή οι κατηγορούμενοι 2 και 3 με τον πατέρα τους, να του δώσουν τις επίδικες επιταγές, κρίνεται ασαφής και γενική. Ενώ του τέθηκε η θέση ότι οι επιταγές δεν παραδοθήκαν στο ναυπηγείο ούτε στην παρουσία των κατηγορουμένων 2 και 3, δεν παρέθεσε οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τρόπο που θα μπορούσε να καταστήσει πειστική την όλη εκδοχή του ως αυτή σχετίζεται με τους κατηγορούμενους 2 και
- Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο τι προηγήθηκε αυτής της απόφασης ή τι συζήτησαν μεταξύ τους για να ληφθεί τέτοια απόφαση την στιγμή μάλιστα όπου κατά τον ίδιο τον παραπονούμενο, όποια συνομιλία είχε για την διευθέτηση της οφειλής αυτής ή την παροχή της βοήθειας και γενικά ότι αφορούσε τη συναλλαγή αυτή, γινόταν με τον πατέρα των κατηγορουμένων 2 και 3 χωρίς να φαίνεται οποιαδήποτε εμπλοκή των κατηγορουμένων 2 και
- Η θέση του ότι ο πατέρας της 3ης κατηγορούμενης έδωσε οδηγίες με σημείωση στην 3η κατηγορούμενη να συμπληρώσει τις επιταγές, για ποσά ημερομηνίες κλπ, δεν υποστηρίζεται από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Αντιπαραβάλλοντας την μαρτυρία αυτή με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης και αναφέρομαι στη μαρτυρία του γραφολόγου ΜΥ3 η οποία όπως θα διαφανεί πιο κάτω γίνεται αποδεκτή, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των επιταγών δεν έγινε από την κατηγορούμενη 3 ή τον κατηγορούμενο 2 αλλά από δύο άγνωστα πρόσωπα. Πέραν των πιο πάνω, διαπιστώνω την εξής αντίφαση. Αρχικά ανέφερε ότι ο πατέρας των κατηγορουμένων έδωσε σημείωση στην 3η κατηγορούμενη και οδηγίες σ' αυτήν για την έκδοση των επιταγών ενώ σε άλλο σημείο κατά την αντεξέταση του αναφερόμενος και πάλι στους κατηγορούμενους 2 και 3 ανέφερε ότι: «Οι επιταγές, έδωσε τη σημείωση ο πατέρας, πήγαν τις έβγαλαν, της έφεραν στο γραφείο του, ποιος τις έβγαλε δεν ξέρω, θα φανεί από την τράπεζα.» Όπως διεφάνηκε από τη μαρτυρία του παραπονούμενου, ο ίδιος του με τον πατέρα των κατηγορουμένων 2 και 3 προέβαιναν σε διευθετήσεις πληρωμής του χρέους, δίδοντας στον παραπονούμενο επιταγές οι οποίες μετά αντικαθίσταντο, ο πατέρας των κατηγορουμένων υποσχόταν στον παραπονούμενο την πληρωμή του ποσού αυτού, χωρίς να έχει διαφανεί από τη μαρτυρία του παραπονούμενου ότι κατά τη διαδικασία αυτή να είχαν οποιοδήποτε συγκεκριμένο ρόλο οι κατηγορούμενοι 2 και
- Πέραν των πιο πάνω και πέραν της αόριστης και ασαφής θέσης του ότι οι κατηγορούμενοι αποφάσισαν ενώπιον του να του δώσουν τις επίδικες επιταγές, ο ίδιος του δεν μπορούσε να καθορίσει και να αναφέρει συγκεκριμένη ενέργεια του 2ου κατηγορούμενου ή πως συγκεκριμένα εμπλέκεται στην υπόθεση, αφήνοντας τη μοναδική του θέση για την ισχυριζόμενη λήψη μιας κοινής απόφασης μετέωρη, εφόσον σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ερωτηθείς σε τι ενέργειες ακριβώς προέβηκε ο 2ος κατηγορούμενος ανέφερε τα εξής: «Ως διευθυντής αντιλαμβάνομαι, δεν μπορώ να ξέρω τις λεπτομέρειες, όταν τους επισκέφθηκα αποφάσισαν να μου δώσουν τις επιταγές, τι ρόλο έπαιξε δεν μπορώ να ξέρω.» Αν και η υπογραφή των επίδικων επιταγών από την 3η κατηγορούμενη φάνηκε να αμφισβητείται από πλευράς υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, εν τέλει η υπογραφή της επί των επίδικων επιταγών δεν αμφισβητήθηκε ευθαρσώς από την ίδια και πέραν τούτου, η υπογραφή των επιταγών από την 3η κατηγορούμενη επιβεβαιώνεται ως θα διαφανεί πιο κάτω και από τον γραφολόγο ΜΚ
- Εις ότι αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα, ήτοι την παρουσία των κατηγορουμένων 2 και 3 στην επίμαχη συνάντηση και την κατ' ισχυρισμό απόφαση τους να δώσουν στον παραπονούμενο τις επίδικες επιταγές, ο παραπονούμενος δεν κρίνεται πειστικός και αξιόπιστος, ενόψει των αντιφάσεων που καταγράφηκαν πιο πάνω αλλά και λόγω της απουσίας τέτοιων λεπτομερειών οι οποίες θα μπορούσαν να καταστήσουν πειστική την μαρτυρία του. Συνεπώς, η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επόμενος μάρτυρας ο XXXXX Φραντζής (ΜΚ2), είναι τραπεζικός υπάλληλος και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού όπου μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα. Ανέφερε ότι η 1η κατηγορούμενη είναι πελάτης της τράπεζας και σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής το οποίο έχει η τράπεζα (Τεκμήριο 6), δικαίωμα υπογραφής για την 1η κατηγορούμενη είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και η 3η κατηγορούμενη. Κατά τον ίδιο η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών συνάδει με το δείγμα το οποίο κατέχει η τράπεζα όπου μπορεί να υπογράφει ένας εκ των τριών ατόμων που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6, περιλαμβανομένης της 3ης κατηγορούμενης. Όπως είπε οι επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή και σφραγίστηκαν αναλόγως. Την πρώτη φορά που παρουσιάστηκαν σφραγίστηκαν με την ένδειξη να παρουσιαστούν ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα και μετά από 15 μέρες σφραγίστηκαν με την ένδειξη ακάλυπτη επιταγή αποταθείτε στον εκδότη. Στη συνέχεια όταν παρουσιάστηκαν ξανά οι επιταγές ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ, ήτοι Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών που διατηρεί η Κεντρική Τράπεζα για ακάλυπτες επιταγές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 κατάσταση λογαριασμού ημερ. 1.7.12 με 31.12.
- Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε εάν είναι γραφολόγος και ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει κάνει σεμινάριο για υπογραφές, εργάζεται 38 χρόνια στις επιταγές και έχει δει εκατομμύρια υπογραφές, έχει ελέγξει και πληρώσει εκατομμύρια επιταγών μετά από έλεγχο τους. Ήταν σίγουρος ότι η υπογραφή επί των επιταγών είναι της 3ης κατηγορούμενης, σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής που έχει η τράπεζα και αν υπήρχαν χρήματα οι επιταγές θα πληρώνονταν. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν έχω λόγο να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του. Αν και δεν είναι γραφολόγος όπως είπε, αναγνώρισε την υπογραφή της 3ης κατηγορούμενης σύμφωνα με τα δείγματα που έχει η τράπεζα στην κατοχή της και δεν αμφισβητήθηκε ότι το δείγμα υπογραφής επί του Τεκμηρίου 6 εις το οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυρας είναι της 3ης κατηγορούμενης. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και γίνεται αποδεκτή. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Μαρκίδης, ΜΚ3, δικαστικός γραφολόγος, τα προσόντα και εμπειρογνωμοσύνη του οποίου δεν αμφισβητηθήκαν από πλευράς υπεράσπισης. Η έκθεση του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 22.2.
- Σκοπός της εξέτασης και έκθεσης του ήταν όπως είπε να συγκρίνει τις αμφισβητούμενες υπογραφές που φαίνονται στις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-4, με τα δείγματα υπογραφής του Τεκμηρίου 6 και των πρωτότυπων υπογραφών όπως εξέτασε αυτές στο τραπεζικό ίδρυμα. Στην έκθεση του καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα γνωρίσματα τα οποία κατά τον ίδιο είναι κοινά μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των δειγμάτων υπογραφής της 3ης κατηγορούμενης και ότι προέβηκε στην έρευνα του ακολουθώντας την συγκριτική αναλυτική μέθοδο. Εξήγησε ότι λόγω των κοινών χαρακτηριστικών των αμφισβητούμενων υπογραφών κατέληξε αρχικά ότι και οι 4 αυτές υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές του ίδιου προσώπου (σελ. 11 Τεκμηρίου 7). Κατέληξε επίσης και εξήγησε στη σελ. 12 του Τεκμηρίου 7 ότι τα πέντε δείγματα υπογραφών που κατέχει προς σύγκριση είναι γνήσιες υπογραφές της 3ης κατηγορούμενης. Ετοίμασε και περιέλαβε στην έκθεση του πίνακες των υπογραφών που εξέτασε υποδεικνύοντας τις ομοιότητες μεταξύ τους. Για τους λόγους τους οποίους με λεπτομέρεια καταγράφει στην έκθεση του ήτοι λόγω του ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές επί των επίδικων επιταγών συγκρινόμενες με τα δείγματα υπογραφής της 3ης κατηγορούμενης, παρουσιάζουν την ίδια μορφή και εμφάνιση, την ίδια τεχνική σχηματισμού, τον ίδιο τρόπο έναρξης, τον ίδιο τρόπο κατάληξης, την ίδια σχέση και αναλογία μεταξύ των γραφικών τους σχημάτων, την ίδια έκταση και όλες σχηματίζονται με δυο ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις και όλες τους επίσης χαρακτηρίζονται από φυσικότητα και αυθορμητισμό, κατά τη γνώμη του οι αμφισβητούμενες υπογραφές επί των επίδικων επιταγών είναι γνήσιες υπογραφές της 3ης κατηγορούμενης (σελ. 28 Τεκμηρίου 7). Αντεξεταζόμενος, αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο διεξήγαγε την έρευνα του. Αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη 3/14 υπάρχουν οδηγίες όπως λαμβάνονται τουλάχιστον 10 δείγματα υπογραφών προς σύγκριση. Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι η συγκεκριμένη οδηγίες αφορά τρόπο λήψης δειγμάτων από ανακριτές από ύποπτο ή παραπονούμενο. Ο ίδιος του χρησιμοποίησε δείγματα ανύποπτου χρόνου όπου αποτελούν τα καλύτερα δείγματα από οποιοδήποτε άλλο δείγμα γραφής λόγω του ότι το δείγμα ανύποπτου χρόνου είναι πολύ καλύτερο και πιο αντιπροσωπευτικό από άλλα δείγματα εφόσον από αυτά απουσιάζει το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης. Ερωτηθείς αναφορικά με κάποιες διαφορές εις τις καμπύλες που φέρουν οι υπογραφές, θέση του μάρτυρα αποτέλεσε ότι το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχανισμός που παράγει προϊόντα ακριβείας αλλά προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε κάποιες φυσιολογικές παραλλαγές ή διακυμάνσεις. Ενόψει της εμπειρίας του εντάσσει τις παρατηρήσεις της υπεράσπισης στο φυσιολογικό πλαίσιο των φυσιολογικών παραλλαγών υπογραφής του ιδίου προσώπου. Ανέφερε τέλος ότι εξέτασε μόνο της υπογραφές και όχι τη συμπλήρωση επί των επίδικων επιταγών τονίζοντας ότι το αποτέλεσμα του είναι πλήρης βεβαιότητας. Τα πιο πάνω αποτελούν συνοπτικά την μαρτυρία του ΜΚ3, ενώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του έλαβα υπόψη μου το σύνολο της έκθεσης του Τεκμήριο 7 και την προφορική του μαρτυρία. Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη (Βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298). Επίσης έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβράαμ
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ΄ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπατη Φαρμ ν. Δημοκρατία
(1990)1 ΑΑΔ 984 και Τσαγγαρίδης κ.α ν. Αυγουστή
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 528). Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1020). Είμαι πεπεισμένη κατ' αρχάς ότι ο ΜΚ3 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Τα προσόντα του δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση με οποιοδήποτε τρόπο ως αυτά καταγράφονται με λεπτομέρεια στη σελ. 1-3 του Τεκμηρίου
- Συνεπώς, καταλήγω ότι αυτός μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Ο ΜΚ3 ανέφερε στο Δικαστήριο με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο εξέτασε τις αμφισβητούμενες υπογραφές με τα συγκριτικά δείγματα που είχε στη διάθεση του. Με έπεισε για την ορθότητα του αποτελέσματος του κυρίως λόγω του ότι όπως εξήγησε είχε στην κατοχή του πρωτότυπα, δείγματα προς σύγκριση ανύποπτου χρόνου από τα οποία απουσιάζει το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης και τα οποία τονίζω, δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτά ανήκουν στην 3η κατηγορούμενη. Τεκμηρίωσε επίσης με την απαιτούμενη βεβαιότητα τους λόγους που κατέληξε στο συμπέρασμα του αναφορικά με τις ομοιότητες μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών με τα συγκριτικά δείγματα όπως κατέγραψα πιο πάνω και αιτιολόγησε με επάρκεια τη θέση του ότι μικρές διαφορές αποτελούν φυσιολογικές παραλλαγές της υπογραφής του ίδιου προσώπου. Η μαρτυρία του επίσης υποστηρίζει και υποστηρίζεται από αυτήν του ΜΚ2 όπως επίσης και από την ίδια την 3η κατηγορούμενη η οποία ουσιαστικά με την μαρτυρία της δεν αρνήθηκε ότι η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών είναι δική της, δίδοντας όμως τη δική της εκδοχή υπό τις συνθήκες που υπογράφηκαν. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή. Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατέθεσαν ενόρκως. Ο 2ος κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν και είναι ένας εκ των διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης και ασχολείτο με τα τεχνικά θέματα του ναυπηγείου. Γνώρισε για πρώτη φορά τον παραπονούμενο το καλοκαίρι του
- Ο παραπονούμενος όπως είπε, είναι πιστοποιών υπάλληλος και είχε πιστοποιήσει κάποια χαρτιά της εταιρείας με την υπογραφή τους. Μετά τον ξαναείδε στο Δικαστήριο για την υπόθεση αυτή. Αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συνάντηση με τον παραπονούμενο την αδελφή του και τον πατέρα του στο ναυπηγείο ενώ για πρώτη φορά όπως είπε έμαθε για την υπόθεση αυτή όταν έλαβε την κλήση του Δικαστηρίου, προσθέτοντας ότι τα χρήματα αυτά στα οποία αναφέρθηκε ο παραπονούμενος δεν είχαν «περάσει» από λογαριασμό της εταιρείας και ουδέποτε γνώριζε προηγουμένως για τη συμφωνία αυτή την οποία έκανε ο πατέρας του με τον παραπονούμενο. Τα καθήκοντα του στην εταιρεία αφορούσαν τα τεχνικά ζητήματα του ναυπηγείου, προετοίμαζε τις προσφορές, τα τελικά τιμολόγια, είχε την καθημερινή επίβλεψη του προσωπικού, τα μέτρα ασφαλείας κλπ Πήγαινε όπως είπε και στα γραφεία της εταιρείας για ραντεβού με πελάτες, με το προσωπικό, για να ετοιμάσει προσφορές κλπ. Η αδερφή του όπως είπε, η 3η κατηγορούμενη, χειριζόταν το γραφείο και ήταν γραμματέας της εταιρείας. Έλεγχε όπως είπε τη χαρτούρα της εργασίας, τους λογαριασμούς κλπ, ήταν για την διοίκηση του γραφείου. Συμπλήρωνε και υπέγραφε επιταγές μετά όπου ο ίδιος σαν τεχνικός ή ο λογιστής που κανόνιζε τα μισθολόγια της έδιναν τις αναγκαίες πληρωμές που έπρεπε να γίνουν και αφού πρώτα έλεγχε ότι υπήρχαν χρήματα στον λογαριασμό τότε συμπλήρωνε τις επιταγές και υπέγραφε. Όπως είπε η αδερφή του ήταν πάντοτε τυπική στο θέμα αυτό των πληρωμών και πάντοτε γινόταν έλεγχος πριν συμπληρώσει την επιταγή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος του είναι ο μόνος διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης αλλά άλλοι λάμβαναν αποφάσεις και έκαναν κουμάντο στο γραφείο. Η αδελφή του ήταν γραμματέας της εταιρείας από το 2008 μέχρι τον Μάιο του 2012 όπου μετά ανέλαβε ο αδελφός του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 έρευνα του εφόρου εταιρειών αναφορικά με την 1η κατηγορούμενη. Αποτέλεσε θέση του ότι ναι μεν ο ίδιος του ήταν και παραμένει διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης, αλλά τα καθήκοντα του αφορούσαν το τεχνικό θέμα της επιχείρησης, χωρίς ο ίδιος του να εμπλέκεται στην οικονομική διαχείριση της οικογενειακής τους εταιρείας. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τον λόγο για τον οποίο εκδοθήκαν οι επίδικες επιταγές. Κατά τον ίδιο όμως έμαθε πολύ αργότερα και μετά την παραλαβή του κατηγορητηρίου τι ακριβώς έγινε με τον πατέρα του και τον παραπονούμενο. Το ακριβώς πότε επιδόθηκε σε αυτόν το κατηγορητήριο, δεν θυμόταν αν ήταν το 2014, 2015 ή
- Η θέση του δε ότι τα χρήματα που σύμφωνα με τον παραπονούμενο τους δάνεισε, ουδέποτε πέρασαν από το λογαριασμό της εταιρείας, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς παραπονούμενου. Αρνήθηκε ότι ήταν παρών όταν εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και πρόσθεσε ότι είναι 99% σίγουρος ότι ούτε η αδελφή του ήταν παρούσα γιατί ήταν έγκυος και δεν πήγαινε γραφείο. Ανέφερε επίσης ότι για την περίοδο 1 - 15 Ιουλίου δεν μπορεί να πει με σιγουριά εάν ήταν εκεί. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν αρνείται τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατηγορούμενη
- Παρά του ότι προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σημασία της ιδιότητας του ως διευθυντή της εταιρείας και τις υποχρεώσεις του, τονίζοντας ότι ασχολείτο μόνο με τα τεχνικά ζητήματα ενώ βρισκόταν καθημερινά στο γραφείο της εταιρείας για συναντήσεις με πελάτες και ετοιμασία τιμολογίων και καθημερινά επισκεπτόταν τα γραφεία της εταιρείας, αμφισβήτησε όμως έντονα ότι κατά την ισχυριζόμενη συνάντηση με τον παραπονούμενο και τον πατέρα του ο ίδιος του βρισκόταν εκεί, όπως αποτέλεσε θέση του παραπονούμενου η οποία δεν έγινε αποδεκτή. Το ότι δεν θυμόταν ακριβώς πότε έμαθε για το χρέος προς τον παραπονούμενο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας του 2ου κατηγορούμενου, εφόσον ουσιώδης χρόνος κατά τον οποίο θα κριθεί η αξιοπιστία του δεν είναι πότε έμαθε για την ύπαρξη του χρέους αλλά κατά την έκδοση των επιταγών το
- Η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου, επί των αμφισβητούμενων και ουσιαστικών γεγονότων, ήτοι για την παρουσία του κατά την έκδοση των επιταγών και τη γνώση του για την δημιουργία της οφειλής προς τον παραπονούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο, κρίνεται πειστική. Ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και τις εξηγήσεις που έδιδε στο Δικαστήριο, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η 3η κατηγορούμενη, ανέφερε ότι το 2012 ήταν διευθύντρια του γραφείου της 1ης κατηγορούμενης και έκανε όλη τη διοίκηση της εταιρείας, την αρχειοθέτηση, μιλούσε με πελάτες, λάμβανε και απαντούσε σε όλη την ηλεκτρονική αλληλογραφία. Η ιδιότητα την στην 1η κατηγορούμενη ήταν γραμματέας και σαν γραμματέας είχε τα καθήκοντα εις τα οποία κατέγραψα πιο πάνω. Πρώτη φορά γνώρισε τον παραπονούμενο όταν ήρθε στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς εάν τον Ιούλιο του 2012 ήταν στο γραφείο της εταιρείας ανέφερε ότι τέλη Ιουνίου αρχές Ιουλίου έφυγε από το γραφείο λόγω προβλημάτων εγκυμοσύνης και δεν επέστρεψε ποτέ πίσω. Όταν βρισκόταν στο γραφείο, εκ των καθηκόντων της αποτελούσε και η έκδοση, υπογραφή επιταγών της εταιρείας. Όταν εξέδιδε μια επιταγή, πρώτα έπρεπε να ξέρει το γιατί, από πού, να δει τιμολόγιο και μετά την έγκριση που λάμβανε από το τεχνικό ή λογιστικό τμήμα εξέδιδε την επιταγή. Ενόσω ήταν στην εταιρεία ουδέποτε εξέδωσε επιταγή χωρίς να ελέγξει το λογαριασμό της τράπεζας. Προτού φύγει όπως είπε, υπέγραψε μερικές επιταγές με αυστηρές οδηγίες να μην εκδοθεί ποτέ επιταγή αν δεν ελεγχθεί το υπόλοιπο στο λογαριασμό και το τιμολόγιο και επιταγή να εκδοθεί μόνο σε έκτακτη ανάγκη. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι οι επιταγές αυτές ήταν περίπου
- Της υποδείχθηκαν οι επιταγές Τεκμήρια 1-4 και ανέφερε εν σχέση με τις υπογραφές «Φαίνεται σαν την υπογραφή μου», προσθέτοντας ότι η γραφή συμπλήρωσης δεν είναι δική της. Τέλος, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τίποτε για τις επιταγές αυτές μέχρι το Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι μέχρι που έφυγε πήγαινε κάθε μέρα στην εταιρεία μέχρι το μεσημέρι. Η 3η κατηγορούμενη συμφώνησε με την περιγραφή του χώρου των γραφείων της εταιρείας και ανέφερε ότι ακόμα και να πήγε ο παραπονούμενος στα γραφεία της εταιρείας η ίδια της δεν ήταν ποτέ παρούσα σε οποιαδήποτε συνάντηση με τον παραπονούμενο. Της υποδείχθηκε η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 5 και ανέφερε ότι την περίοδο από 1-15 Ιουλίου δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα να καλύψουν τις επιταγές. Ερωτηθείς για ποιο λόγο υπέγραψε τις επιταγές πριν φύγει, ανέφερε ότι εμπιστεύτηκε την οικογένεια της ότι θα ακολουθούσαν τις μεθόδους της για ελέγχους πριν την έκδοση επιταγών αλλά προφανώς αυτό δεν έγινε, εννοώντας τον πατέρα της. Οι επιταγές όπως είπε ήταν στο χρηματοκιβώτιο στο γραφείο της και δεν γνωρίζει ποιος τις πήρε μετά. Όπως διεφάνηκε από τη μαρτυρία της 3ης κατηγορούμενης, κύρια εκδοχή της αποτέλεσε ότι τέλος Ιουνίου με αρχές Ιουλίου 2012 έφυγε από τα γραφεία της εταιρείας λόγω προβλημάτων με την εγκυμοσύνη της, υπέγραψε περίπου 10 επιταγές για έκτακτη ανάγκη, ενώ δικαίωμα υπογραφής είχαν και τα δυο της αδέρφια, φύλαξε τις επιταγές στο χρηματοκιβώτιο και ουδέποτε επέστρεψε στην εταιρεία. Η 3η κατηγορούμενη καθ' όλη τη μαρτυρία της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και οι εξηγήσεις τις οποίες έδωσε στις θέσεις της υπεράσπισης κρίνονται πειστικές. Θέση της πλευράς του παραπονούμενου αποτέλεσε ότι, δεν υπήρχε λόγος να υπογράψει επιταγές και να τις αφήσει στο χρηματοκιβώτιο όταν θα έφευγε εφόσον δικαίωμα υπογραφής είχαν και τα άλλα δυο αδέρφια της. Η 3η κατηγορούμενη, εξήγησε και επανέλαβε ότι ο χώρος του ναυπηγείου είναι πολύ μεγάλος και θα ήταν δύσκολο όταν θα έπρεπε να γινόταν μια πληρωμή να ανευρεθεί ένας εκ των αδερφών της, οι οποίοι ήταν στο εργοτάξιο και σε δεξαμενές. Με έπεισε επίσης ότι είχε δώσει οδηγίες για τη διαδικασία που θα ακολουθείτο και παρ' όλα αυτά, επιρρίπτοντας ευθύνες στον πατέρα της, οι οδηγίες της δεν ακολουθηθήκαν. Σημειώνω τέλος, ότι παρά την αναφορά της 3ης κατηγορούμενης ότι διοικούσε την εταιρεία, φάνηκε από τη μαρτυρία της ότι η αναφορά αυτή αφορούσε διοίκηση του γραφείου και διαχείριση των γραφειακών ζητημάτων της εταιρείας και όχι για παράδειγμα τη λήψη αποφάσεων ή διαχείριση άλλων θεμάτων της εταιρείας, εφόσον όπως φαίνεται κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ούτε αξιωματούχος της 1ης κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη 3 κρίνεται πειστική για ακόμα ένα λόγο. Φαίνεται από τη σφραγίδα της τράπεζας επί της επιταγής Τεκμήριο 4, η οποία αποτελεί μαχητό τεκμήριο για το λόγο μη πληρωμής, όπου η επιταγή αυτή είναι η πρώτη πληρωτέα στη σειρά ήτοι την 20.7.12, όταν παρουσιάστηκε στις 23.7.12 σύμφωνα με τη σφραγίδα κατάθεσης, επιστράφηκε μόνο για λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, ενώ η σφραγίδα που φαίνεται σε όλες τις επιταγές Τεκμήρια 1 -4 με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» φέρει ημερομηνία 22.10.12 και 6.11.
- Προκύπτει από τα τεκμήρια αυτά και τις πιο πάνω σφραγίδες ότι κατά το χρόνο όπου κατά την 3η κατηγορούμενη υπέγραψε τις επιταγές αλλά και μέχρι την πρώτη παρουσίαση του Τεκμηρίου 4 στις 23.7.12 ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης δεν ήταν παγοποιημένος ούτε είχε καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών. Ούτε και τέθηκε σημειώνω η θέση στην 3η κατηγορούμενη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης είχε παγοποιηθεί ή ότι γνώριζε κάτι τέτοιο είτε η 3η κατηγορούμενη είτε ο 2ος κατηγορούμενος. Η θέση της ότι η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών φαίνεται να είναι δική της ενισχύει τη μαρτυρία του ΜΚ3 και τη γνώμη του ότι η υπογραφή ανήκει στην 3η κατηγορούμενη, όπου σημειώνω παρά την αμφισβήτηση του γεγονότος αυτού κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, η ίδια με τη μαρτυρία της δεν αμφισβήτησε ευθαρσώς την υπογραφή της επί των επίδικων επιταγών. Τέλος, παρατηρώ εις το Τεκμήριο 8 ότι η 3η κατηγορούμενη από 2.5.2012 δεν ήταν γραμματέας στην 1η κατηγορούμενη. Παρά τούτο όμως σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 η ίδια της με άλλα δυο άτομα, περιλαμβανομένου του 2ου κατηγορούμενου, παρέμεινε ένα εκ των εξουσιοδοτημένων προσώπων να υπογράφουν επιταγές για την 1η κατηγορούμενη και ακόμα μετά τον τερματισμό της ως γραμματέας, η εξουσιοδότηση αυτή για υπογραφή δεν ανακλήθηκε. Η 3η κατηγορούμενη ήταν σταθερή στις απαντήσεις της και την εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στη μαρτυρία της. Η μαρτυρία της επίσης υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του γραφολόγου ΜΥ3, στην οποία θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω. Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, η 3η κατηγορούμενη κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Τελευταίος μάρτυρας από πλευράς υπεράσπισης παρουσιάστηκε ο γραφολόγος Ανδρέας Παναγιώτου, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την έκθεση του ημερ. 24.4.
- Ανέφερε ότι σκοπός της έκθεσης του ήταν η εξέταση της αμφισβητούμενης γραφής συμπλήρωσης των επίδικων επιταγών Τεκμήρια 1-4 και κατά πόσο αυτή έγινε είτε από τον κατηγορούμενο 2 είτε από την κατηγορούμενη
- Η εξέταση του όπως είπε δεν αφορούσε την υπογραφή εκδότη. Όπως αναφέρει στη σελ. 5 του Τεκμηρίου 9 η αμφισβητούμενη γραφή - συμπλήρωση των Τεκμηρίων 1-4 χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και αυθορμητισμό. Περικλείει πλούσια γραφολογικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν τη συγκριτική αντιπαραβολή με αντίστοιχα γνήσια δείγματα γραφής. Κατά τον μάρτυρα η γραφή - συμπλήρωση στη θέση ΠΛΗΡΩΣΤΕ στα Τεκμήρια 1-4 διαφέρει από την υπόλοιπη γραφή - συμπλήρωση και κατά τη γνώμη του έγινε από άλλο άγνωστο πρόσωπο. Για σκοπούς σύγκρισης της αμφισβητούμενης γραφής επί των τεκμηρίων 1-4 χρησιμοποίησε συνολικά 20 δείγματα γραφής τα οποία δόθηκαν στην παρουσία του ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα 10 δείγματα γραφής ανήκουν στον 2ο κατηγορούμενο (παραστατική αποτύπωση στη σελ. 9 του Τεκμηρίου 9) και τα υπόλοιπα 10 στην 3η κατηγορούμενη (παραστατική αποτύπωση στη σελ. 10 του Τεκμηρίου 9). Όπως επίσης καταγράφει δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθούν δείγματα γραφής των κατηγορουμένων 2 και 3 ανύποπτου χρόνου. Ανεξάρτητα όμως τούτου, κατά τον μάρτυρα το συγκριτικό υλικό είναι ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά θεωρείται κατάλληλο για γραφολογική εξέταση ανάλυση και σύγκριση. Όπως αναφέρει στη σελ. 8 της έκθεσης του Τεκμήριο 9, τα δείγματα της γνήσιας γραφής του συγκριτικού υλικού σε αντιπαραβολή μεταξύ τους προέκυψε ομοιογένεια και ομοιομορφία των γραφολογικών χαρακτηριστικών στα δείγματα και των δυο κατηγορουμένων, με φυσιολογικές διαφοροποιήσεις, ώστε να προκύπτει ότι έχουν χαραχθεί από το ίδιο χέρι του 2ου κατηγορούμενου και της 3ης κατηγορούμενης. Κατά τη γνώμη του μάρτυρα τα γενικά χαρακτηριστικά ενός γραψίματος δεν μπορούν ποτέ να αλλάξουν εντελώς ακόμα και στις περιπτώσεις που τροποποιείτε εθελοντικά το γράψιμο. Τα κυρίαρχα γενικά χαρακτηριστικά σχετίζονται με το βαθμό γραφικής ωριμότητας, τη μορφή των γραμμάτων, τη διάσταση, το ρυθμό, τη δομή, τη γραφική πίεση, την κατεύθυνση της γραφής, τις συνδέσεις και τρόπο σύνδεσης σε ομάδες γραμμάτων. Σύμφωνα με τους φωτοτεχνικούς - συγκριτικούς πίνακες που ετοίμασε (σελ. 12-15 του Τεκμηρίου 9), εξήγησε ότι από το γραφολογική εξέταση και συγκριτική αντιπαραβολή των δειγμάτων γραφής του 2ου κατηγορούμενου με την αμφισβητούμενη γραφή - συμπλήρωση στις επίδικες επιταγές διαπιστώθηκε ότι φέρουν πολλές και σημαντικές διαφορές μεταξύ τους στα γενικά και ειδικά γραφολογικά γνωρίσματα. Εις ότι αφορά την 3η κατηγορούμενη από την γραφολογική εξέταση και συγκριτική αντιπαραβολή των δειγμάτων γραφής της με την αμφισβητούμενη γραφή - συμπλήρωση στις επίδικες επιταγές προέκυψε ανομοιομορφία και ανομοιογένεια μεταξύ τους σε όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά. Προφορικά κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η συμπλήρωση των επιταγών έγινε από δυο πρόσωπα. Το μέρος ΠΛΗΡΩΣΤΕ έγινε από ένα πρόσωπο και το υπόλοιπο μέρος από άλλο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα δείγματα γραφής που έλαβε αφορούσαν ελληνικούς και αγγλικούς χαρακτήρες αναλόγως το τι αναγράφετε στα τεκμήρια 1-4, εξηγώντας ότι με αυτό τον τρόπο σύγκρινε όμοια πράγματα. Συμφώνησε ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου έχουν μεγαλύτερη γραφολογική αξία, στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν εντόπισε δόλια προαίρεση των κατηγορουμένων 2 και 3 κατά τη λήψη των δειγμάτων. Είναι όπως είπε ένας φυσιολογικός τρόπος γραφής και τα γραφολογικά χαρακτηριστικά αποτυπώνονται με ευκρίνεια και δεν υπάρχει οποιαδήποτε εσκεμμένη προσπάθεια παραποίησης, τονίζοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εντόπισε στοιχεία αλλοίωσης της γραφής των κατηγορουμένων τα οποία λήφθηκαν στην παρουσία του. Προς τούτο διευκρίνησε κατά την επανεξέταση του ότι ο τρόπος γραφής των δειγμάτων που λήφθηκαν στην παρουσία του ήταν φυσιολογικός τρόπος γραφής, έγραφαν με ταχύτητα και αυθορμητισμό χωρίς να υπάρχει αργός ρυθμός ή επιβράδυνση, που αποτελούν στοιχεία μιας εσκεμμένης προσπάθειας παραποίησης. Ουσιαστικά τέθηκε στον μάρτυρα ότι τα δείγματα τα οποία έλαβε από τους κατηγορούμενους δεν είναι αντιπροσωπευτικά εφόσον γνώριζαν το λόγο που έδιδαν τέτοια δείγματα με αποτέλεσμα να υπάρχει το στοιχείο της δόλιας προαίρεσης. Σύμφωνα με τις αρχές τις οποίες κατέγραψα πιο πάνω, δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΥ3 παρουσιάστηκε και κατέθεσε ενώπιον μου ως εμπειρογνώμονας και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στα όσα ανέφερε για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σημειώνω βεβαίως ότι τα όσα ανέφερε εν σχέση με τις υπογραφές επί των επίδικων επιταγών δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά την στιγμή όπου η μαρτυρία του ΜΚ3 έγινε αποδεκτή προς τούτο και κατά δεύτερο, ουσιαστικά η 3η κατηγορούμενη δεν αμφισβήτησε ευθαρσώς ότι οι υπογραφές αυτές είναι δικές της. Πέραν τούτων, όπως ανέφερε ο μάρτυρας ο ίδιος του δεν προέβηκε σε εξέταση των υπογραφών. Η μαρτυρία του συνεπώς ως προς το ζήτημα της υπογραφής δεν γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΥ3 έπεισε το Δικαστήριο κατ' αρχάς ότι τα συγκριτικά δείγματα τα οποία χρησιμοποίησε με την αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης, δεν περιέχουν στοιχεία δόλιας προαίρεσης. Συμφώνησε ότι τα δείγματα ανύποπτου χρόνου είναι πιο ασφαλείς αλλά αιτιολόγησε την πεποίθηση του ότι εις τα δείγματα τα οποία έλαβε από τους κατηγορούμενους 2 και 3 ήταν ποιοτικά και ποσοτικά κατάλληλα για να προβεί στην εξέταση του και να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα του, για τους λόγους οι οποίοι καταγράφονται πιο πάνω. Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των πρωταγωνιστών της διαφοράς. (βλ. Δημήτρης Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd
(2012)1 ΑΑΔ 1682, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 176/2013, 6/4/2015). Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ3 επιβεβαιώνει την κρίση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η μαρτυρία του παραπονούμενου αναφορικά με το τι πραγματικά διαδραματίστηκε κατά το χρόνο όπου του παραδόθηκαν οι επιταγές αλλά και επιβεβαιώνει ταυτόχρονα την μαρτυρία των κατηγορουμένων 2 και 3 και ειδικότερα της 3ης κατηγορούμενης η οποία αρνείται την αποδιδόμενη σε αυτή ουσιαστική εμπλοκή της στα γεγονότα της υπόθεσης συμπληρώνοντας τις επίδικες επιταγές. Προκύπτει επίσης μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ3 ότι οι επίδικες επιταγές συμπληρώθηκαν από δυο άγνωστα διαφορετικά πρόσωπα και η ουσιαστική θέση αυτή του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε ειδικά και συγκεκριμένα, παρά μόνο αμφισβητήθηκε γενικότερα ο τρόπος με τον οποίο διεξήγαγε την έρευνα του. Η μαρτυρία του ήταν εμπεριστατωμένη μέσα από τις γνώσεις του ως εξιδεικευμένος γραφολόγος και κρίνω ότι οι πιο πάνω θέσεις του δεν κλονίστηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Σημειώνω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του οι θέσεις που προβλήθηκαν δεν κατάφεραν να εγείρουν αμφιβολίες ή να θέσουν ερωτηματικά σε σχέση με την ποιότητα και την επάρκεια της γραφολογικής εξέτασης που διενήργησε. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, ενώ τα όσα ανέφερε για την υπογραφή των επιταγών δεν γίνονται αποδεκτά για τους λόγους οι οποίοι αναφερθήκαν πιο πάνω. Έχοντας προβεί στην πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Κατά τον ουσιώδη χρόνο, διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης ήταν ο 2ος κατηγορούμενος. - Η 3η κατηγορούμενη μέχρι την 2.5.12 ήταν διορισμένη γραμματέας στην 1η κατηγορούμενη (Τεκμήριο 8). - Η 3η κατηγορούμενη ήταν ένα εκ των εξουσιοδοτημένων προσώπων να υπογράφουν επιταγές για την 1η κατηγορούμενη (Τεκμήριο 8). - Η 3η κατηγορούμενη τέλος Ιουνίου - αρχές Ιουλίου 2012 σταμάτησε να εργάζεται στα γραφεία της 1ης κατηγορούμενης. Προτού φύγει ήτοι κατά το τέλος Ιουνίου αρχές Ιουλίου, υπέγραψε περίπου 10 επιταγές της 1ης κατηγορούμενης και τις φύλαξε στο χρηματοκιβώτιο του γραφείου. - Κάτω από άγνωστες συνθήκες και σε άγνωστο χρόνο, οι επίδικες επιταγές της 1ης κατηγορούμενης, υπογραμμένες από την 3η κατηγορούμενη, βρέθηκαν στην κατοχή του παραπονούμενου. - Η γραφή συμπλήρωσης των επιταγών Τεκμήρια 1-4 έγινε από δυο διαφορετικά και άγνωστα πρόσωπα και όχι από τους κατηγορούμενους 2 και 3. Σύμφωνα με τις σφραγίδες που φέρουν οι επίδικες επιταγές καταλήγω επίσης στα ακόλουθα ευρήματα: - Η επιταγή Τεκμήριο 1 ημερ. 1.8.12 παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, προς πληρωμή στις 22.10.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Κατατέθηκε ξανά στις 6.11.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και «Αποταθείτε στον εκδότη ακάλυπτη επιταγή». - Η επιταγή Τεκμήριο 2 ημερ. 1.9.12 παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, προς πληρωμή στις 22.10.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Κατατέθηκε ξανά στις 6.11.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και «Αποταθείτε στον εκδότη ακάλυπτη επιταγή». - Η επιταγή Τεκμήριο 3 ημερ. 1.10.12 παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, προς πληρωμή στις 22.10.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Κατατέθηκε ξανά στις 6.11.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και «Αποταθείτε στον εκδότη ακάλυπτη επιταγή». - Η επιταγή Τεκμήριο 4 ημερ. 20.7.12 παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, προς πληρωμή στις 23.7.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Κατατέθηκε ξανά στις 22.10.12 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» και «Εκπρόθεσμη παρουσίαση για πληρωμή». - Οι πιο πάνω επιταγές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών ούτε και μέχρι σήμερα. Εις ότι αφορά την 1η, 3η, 5η και 7η κατηγορία τις οποίες αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη, από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Εις ότι αφορά την έκδοση των επίδικων επιταγών από την 1η κατηγορούμενη, από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα εις τα οποία κατέληξα διαπιστώνω ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προς τούτο, την 3η κατηγορούμενη. Το γεγονός ότι παρέμεινε άγνωστο από ποιο πρόσωπο συμπληρώθηκαν αυτές, δεν αναιρεί την εξουσιοδότηση της 1ης κατηγορούμενης για την συμπλήρωση τους με τον τρόπο που συμπληρώθηκαν, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτές παραδόθηκαν εκ μέρους της εταιρείας και για τον σκοπό που ανέφερε ο παραπονούμενος, ήτοι την αποπληρωμή χρέους προς αυτόν. Ενόψει τούτου, το γεγονός ότι δεν αποτέλεσε εύρημα μου πότε ακριβώς παραδόθηκαν οι επιταγές και υπό ποιες συνθήκες δεν μεταβάλει την απόδειξη της έκδοσης των επίδικων επιταγών από μέρους της 1ης κατηγορούμενης, όπου γι' αυτήν τα αδικήματα που αντιμετωπίζει είναι αυστηρής ευθύνης. Εις ότι αφορά τη συμπλήρωση της επιταγής, πέραν της υπογραφής, είναι ξεκάθαρο από τη νομολογία ότι η συμπλήρωση αυτής από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της επιταγής δεν επηρεάζει την υπόσταση της επιταγής ως τέτοια, ως είναι και η εισήγηση του κου Σωφρονίου σύμφωνα με την τελική του αγόρευση, η οποία με βρίσκει σύμφωνη. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι αυτές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω του ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα και λόγω του ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης είχε παγοποιηθεί σε κάποιο σημείο μετά την έκδοση τους, σύμφωνα με τις σφραγίδες οι οποίες αυτές φαίνονται στις επιταγές, οι οποίες συνιστούν μαχητό τεκμήριο το οποίο ούτε αμφισβητήθηκε και ούτε ανατράπηκε. Όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην τράπεζα. Σημειώνω, όπως προανάφερα ότι αρχικά ο λόγος μη πληρωμής της επιταγής Τεκμήριο 4 αποτέλεσε τα ανεπαρκή υπόλοιπα όταν παρουσιάστηκε στις 23.7.
- Στη συνέχεια όταν όλες οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στις 22.10.12 και 6.11.12 πέραν των ανεπαρκών υπολοίπων δεν πληρώθηκαν και λόγω παγοποίησης του λογαριασμού, γεγονός το οποίο δεν φαίνεται να υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών. Εις ότι αφορά τη θέση της υπεράσπισης ότι οι επιταγές δεν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΣΠΥΡΟΥ ν. ΒΑΣΟΥ ΣΥΜΙΛΛΙΔΗ, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 139/2015, 22/4/2016, αυτό είναι ζήτημα γεγονότων και θα πρέπει να καταδειχθεί ότι κατά τον χρόνο που παρουσιάστηκαν προς πληρωμή δεν υπήρχε η εξουσιοδότηση του εκδότη προς τούτο. Η πλευρά της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε την εξουσιοδότηση της 1ης κατηγορούμενης ως εκδότη των επιταγών να παρουσιάσει τις επιταγές προς πληρωμή, ως εκ τούτου, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνεπώς εις ότι αφορά την 1η κατηγορούμενη, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει με τις κατηγορίες 1,3, 5 και 7, έχουν αποδειχθεί. Με τις κατηγορίες 2,4,6 και 8 οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διώκονται ως συνεργοί στην έκδοση των επιταγών από την 1η κατηγορούμενη, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018: «Δεν είναι νοητό να τεθεί υπό αμφισβήτηση, ότι η Κατηγορούσα Αρχή, επιβαρύνεται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων της αποδιδόμενης σε κατηγορούμενο εγκληματικής πράξης, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Π.Κ.[1] Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο στη νοητική λειτουργία, μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία που την αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Στη δε περίπτωση όπου αναζητείται η ένοχη πρόθεση του διευθυντή, εδώ κατηγορουμένου 2, ως συνεργού δυνάμει του άρθρου 20 του Π.Κ. θα πρέπει να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι γνώριζε τα ουσιαστικά στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα (Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερης κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφ. Αρ. 121/2014, ημερ. 16.12.2016).» Όπως προβλέπεται από τη νομολογία, δεν απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης από πλευράς συνεργού για τη διάπραξη από τον εκδότη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με την υπόθεση Θεόδωρου Μ. Ιωαννίδη v. 1. Gastop Boutique Ltd, κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B235, Ποιν. Εφ. αρ. 161/2014, ημερ. 30.6.2017, το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα της ευθύνης προσώπου ως συνεργού, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και, πιο συγκεκριμένα, τις ευθύνες και τα καθήκοντα διευθυντή εταιρείας που υπογράφουν επιταγές και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου κατηγορήθηκε η εφεσίβλητη 2 ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, από την εφεσίβλητη 1, δεν προνοεί ρητά για συγκεκριμένη ένοχη διάνοια του συνεργού. Η νομολογία όμως, αγγλική και κυπριακή, δείχνει ότι ο συνεργός θα πρέπει να γνωρίζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τουλάχιστον τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα. Συμφωνούμε με τη θέση που εκφράστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ότι ακόμα και όταν το κύριο αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης, για τη διάπραξη του αδικήματος της συνέργειας στο αδίκημα, είναι απαραίτητη η υποκειμενική υπόσταση, ένοχη διάνοια (mens rea). Όμως δεν φαίνεται να επιβάλλεται η ανάγκη απόδειξης πρόθεσης, εκ μέρους του συνεργού, για διάπραξη του κύριου αδικήματος, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση μή πληρωμής της επιταγής, όπως το έθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Είναι αρκετό, κατά την κρίση μας, εάν ο συνεργός γνώριζε τα γεγονότα που συνέθεταν το κύριο αδίκημα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής στην προκείμενη περίπτωση, και ήταν αδιάφορος ή απερίσκεπτος αναφορικά με το κατά πόσον η επιταγή θα ετιμάτο όταν παρουσιάζετο στην Τράπεζα για πληρωμή (reckless). Όπως είναι θεμελιωμένο, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος (intention), όσο και η αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness), συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης (Δέστε: Smith & Hogan΄s, Criminal Law, 13η έκδοση, σελ. 118, παρ. 5.2.2). Στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Procecutor
(2003)2 LRC 658 το Ανώτατο Δικαστήριο της Συγκαπούρης έκρινε ότι η ποινική ευθύνη των διοικητικών συμβούλων εταιρείας, τους επέβαλλε το καθήκον να ενεργούν έντιμα και με εύλογη επιμέλεια (duty to act honestly and with reasonable diligence). ........ Συμφωνούμε με την απόφαση Θεοχάρους (ανωτέρω) και θεωρούμε ότι ο όρος «γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν», που χρησιμοποιήθηκε σε εκείνη την απόφαση, δημιουργεί την υποχρέωση επίδειξης εύλογης επιμέλειας εκ μέρους των υπογραφόντων επιταγές εταιρειών και καθήκον να μην επιδεικνύουν αδιαφορία ή απερισκεψία (recklessness) αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδίδεται, παραδίδεται και παρουσιάζεται προς πληρωμή μια επιταγή. ......» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Απαραίτητη προϋπόθεση συνεπώς για να αποδειχθεί η ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων 2 και 3 είναι η απόδειξη της γνώσης τους κατά την έκδοση των επιταγών για τα ουσιαστικά στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα της έκδοσης των επίδικων επιταγών. Σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή, η 3η κατηγορούμενη, χωρίς να είναι αξιωματούχος της 1ης κατηγορούμενης, υπέγραψε τις επιταγές τέλος Ιουνίου αρχές Ιουλίου 2012, χωρίς όμως να διαφανεί με πειστική μαρτυρία η γνώση της για τις περιβάλλουσες συνθήκες παράδοσης των επιταγών και για ποιο λόγο και πως βρεθήκαν στην κατοχή του παραπονούμενου. Όπως διεφάνηκε περαιτέρω με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ο κατηγορούμενος 2 ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης αλλά δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ούτε φάνηκε να συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με την έκδοση τους. Πέραν τούτων, εκτός από την ιδιότητα του ως διευθυντή, δεν τέθηκε μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να διαφανεί και μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο 2ος κατηγορούμενος ως διευθυντής είτε γνώριζε για την ύπαρξη του χρέους προς τον παραπονούμενο, εφόσον θέση του η οποία δεν αμφισβητήθηκε αποτέλεσε ότι τα χρήματα αυτά δεν «πέρασαν» από λογαριασμό της εταιρείας, ούτε μαρτυρία τέθηκε κατά πόσο αυτός ως διευθυντής είτε συζήτησε ποτέ με τον παραπονούμενο για διευθέτηση του χρέους και γενικότερα δεν τέθηκε ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την οικονομική διαχείριση της 1ης κατηγορούμενης ή τους λογαριασμούς της. Γενικότερα ελλείπει τέτοια μαρτυρία την οποία όφειλε να παρουσιάσει η πλευρά του παραπονούμενου η οποία θα μπορούσε να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος 2 αν και διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης, στην οποία όπως αποτελεί κοινό έδαφος, «κουμμάντο» έκανε ο πατέρας των κατηγορουμένων 2 και 3, με ποιο τρόπο παρακίνησε ή έστω βοήθησε την 1η κατηγορούμενη να εκδώσει τις επίδικες επιταγές. Εις ότι αφορά την 3η κατηγορούμενη, σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν γραμματέας της εταιρείας. Αποδέχτηκε όμως ότι μέχρι αρχές Ιουλίου 2012 όπου εργαζόταν στην εταιρεία είχε την ευθύνη του γραφείου και των πληρωμών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή είναι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές οι οποίες όμως συμπληρώθηκαν από δυο άγνωστα πρόσωπα, όπου κάτι τέτοιο δεν επηρεάζει την απόδειξη της υπόθεσης εναντίον της 1ης κατηγορούμενης αλλά αποτελεί στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την εξέταση τυχόν ποινικής ευθύνης της 3ης κατηγορούμενης ως συνεργού. Η μαρτυρία του παραπονούμενου ότι η 3η κατηγορούμενη ήταν παρούσα κατά την λήψη της απόφασης να δοθούν οι επιταγές, δεν έγινε αποδεκτή. Συνεπώς το ερώτημα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι κατά πόσο η 3η κατηγορούμενη, ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και τις φύλαξε στο χρηματοκιβώτιο δίδοντας μάλιστα οδηγίες για το πως θα πληρώνονταν αυτές και χωρίς να είναι αξιωματούχος της 1ης κατηγορούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, μπορεί να κριθεί ένοχη για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, στον βαθμό απόδειξης που απαιτείται. Το ότι η 3η κατηγορούμενη υπέγραψε τις επίδικες επιταγές οι οποίες συμπληρώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για λόγους που δεν γνώριζε η ίδια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε γνώση ή ήταν αδιάφορη για τα αποτελέσματα των πράξεων της, χρέος και ευθύνη η οποία αποδίδεται σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία σε αξιωματούχο μιας εταιρείας ο οποίος υπογράφει μια επιταγή εκ μέρους του νομικού προσώπου. Επαναλαμβάνω ότι η 3η κατηγορούμενη δεν ήταν αξιωματούχος κατά τον ουσιώδη χρόνο της 1ης κατηγορούμενης ούτε και είχε κάποιο ουσιαστικό ρόλο ή ευθύνη στην λήψη αποφάσεων για την εταιρεία ούτε διεφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία να εμπλέκετο ενεργά και ουσιαστικά στην οικονομική διαχείριση της 1ης κατηγορούμενης, εφόσον ο ρόλος της περιοριζόταν στον έλεγχο των λογαριασμών πριν την έκδοση επιταγών σύμφωνα με οδηγίες που λάμβανε από άλλα πρόσωπα. Επαναλαμβάνω επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που υπέγραψε τις επιταγές, ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης δεν είχε παγοποιηθεί, ενώ κάτι τέτοιο φαίνεται να προέκυψε σε χρόνο μεταγενέστερο της υπογραφής των επιταγών από την ίδια. Για τους λόγους οι οποίοι καταγράφονται πιο πάνω καταλήγω ότι το πλέγμα των γεγονότων όπως αυτά παρουσιάστηκαν από τον παραπονούμενο, δημιουργούν πολλές και σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την αποδιδόμενη και ισχυριζόμενη ευθύνη των κατηγορουμένων 2 και 3, για τους οποίους δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο γνώριζαν τα ουσιαστικά στοιχεία τα οποία συνέθεταν τα αδικήματα τα οποία διέπραξε η 1η κατηγορούμενη. Ενόψει των πιο πάνω ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 3, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ο παραπονούμενος απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1,3,5 και 7 εναντίον της 1ης κατηγορούμενης η οποία κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες αυτές. Υπό τις περιστάσεις, η 1η κατηγορούμενη μπορεί να καταδικαστεί επί τη βάση του κατηγορητηρίου ως αυτό έχει τροποποιηθεί και δεν κρίνεται αναγκαία η μεταβολή ή τροποποίηση των κατηγοριών 1,3,5 και 7 στις οποίες αναφέρεται ως χρόνος έκδοσης των επιταγών 10-15 Ιουλίου 2012, εφόσον για την 1η κατηγορούμενη ο χρόνος υπογραφής των επιταγών δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015) Το ζήτημα των εξόδων θα το επιληφθώ με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο