← Κύπρος

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Πιπόνια κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 473/17, 5/6/2018

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Πιπόνια κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 473/17, 5/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:12 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 473/17 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. XXXXX Πιπόνια, από τη Λεμεσό XXXXX Μαρκίδη, από τη Λεμεσό XXXXX Μπατζιόα, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένων 05.06.2018 Για τη Δημοκρατία: κα Όλγα Σοφοκλέους Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν: κ. Ηλ. Στεφάνου με κ. Γ. Νεάρχου Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος 3 παρών, γι' αυτόν: κ. Η. Κονναρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 3, αντιμετωπίζουν από κοινού τα αδικήματα:

  1. Της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 371, 247, 250 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 1).
  2. Του αδικήματος της απαγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 247, 250 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 2).
  3. Της συνομωσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της απειλής, κατά παράβαση των άρθρων 372, 91Α και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 3).
  4. Του αδικήματος της απειλής, κατά παράβαση των άρθρων 91Α και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 4). Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει, από μόνος του εννέα κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα αδικήματα:
  5. Της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό την κλοπή, ήτοι απαίτησης του χρηματικού ποσού των €35.000, κατά παράβαση του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 7).
  6. Της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι πιστολιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1)και 51
(1)Πρώτο Παράρτημα του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 8). 3. Της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι πιστολιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)και 51
(1)Πρώτο Παράρτημα του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113(Ι)/2004, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 9). 4. Της κατοχής εκρηκτικών υλών, ήτοι 5 φυσιγγίων διαμετρήματος 5 mm, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ), του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 10). 5. Της μεταφοράς εκρηκτικών υλών, ήτοι 5 φυσιγγίων διαμετρήματος 5 mm, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ), του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 11). 6. Της χρήσης εκρηκτικών υλών, ήτοι 5 φυσιγγίων διαμετρήματος 5 mm, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(ζ), του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ.54, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 12).
  1. Της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 13).
  2. Της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 14).
  3. Της προμήθειας ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 332,83 γραμμαρίων κοκαΐνης σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 5
(1)(β)(2α), 24
(1), 30 31 και 31Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 17). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν από κοινού τα αδικήματα: 10. Της παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 332,83 γραμμαρίων κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(2), 24, 30 31 και 31Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 15). 11. Της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι 332,83 γραμμαρίων κοκαΐνης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι, 6
(1)
(3), 30, 30Α και 31 και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (κατηγορία 16). Ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει, από μόνος του τα αδικήματα: 12. Της παράνομης χρήσης ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α, ήτοι κοκαΐνης, κατά παράβαση των άρθρων 10(α), 24
(1), 30 και 31, Πρώτος Πίνακας Μέρος Ι και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 18). 13. Της παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι 1,4655 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3, Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ, 6
(1)
(2), 24, 30, 31 και 31Α και Τρίτος Πίνακας, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/1977, όπως αυτός τροποποιήθηκε (κατηγορία 19). Τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3, 4, 7,13 και 14, διαπράχθηκαν σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, σε βάρος του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, που φέρεται να είναι το θύμα της ισχυριζόμενης παράνομης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων 1, 2 και
  1. O κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 2, 4, 15, 16, 18, 19, 21, 22 και 23 με επακόλουθο η υπόθεση να προχωρήσει για ακρόαση μόνο σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 3 στις κατηγορίες που ο καθένας από αυτούς αντιμετωπίζει, είτε από μόνος του είτε από κοινού με τους λοιπούς. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετώπιζαν αρχικά στο τροποποιηθέν από την Κατηγορούσα Αρχή κατηγορητήριο, τις κατηγορίες 1 έως
  2. Μερικές εξ αυτών αφορούσαν από κοινού και τους τρεις κατηγορούμενους, μερικές εξ αυτών αφορούσαν τους κατηγορούμενους 1 και 3 από κοινού και μερικές εξ αυτών αφορούσαν μόνο τον κατηγορούμενο
  3. Στην πορεία της υπόθεσης και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής διέκοψε τις κατηγορίες 5 και 6 που αφορούσαν και τους τρείς κατηγορούμενους. Πρόσθετα και μετά που ο κατηγορούμενος 2 ζήτησε να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής διέκοψε γι' αυτόν μόνο, τις κατηγορίες 1 και 3, που από κοινού αντιμετώπιζε με τους κατηγορούμενους 2 και 3, καθώς και την κατηγορία 20 που αφορούσε μόνον αυτόν. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι παρόλο που ο κατηγορούμενος 2, αμέσως μετά την παραδοχή του, δήλωσε μέσω του συνηγόρου του ότι ήταν διατεθειμένος να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε πως δεν προτίθετο να τον καλέσει. Συνακόλουθα το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τα όσα η σχετική επί του θέματος νομολογία αναγνωρίζει[1], δεν επέβαλε ποινή άμεσα στον κατηγορούμενο 2 μετά που αυτός άλλαξε απάντηση, αλλά τούτο θα γίνει μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την έκδοση απόφασης σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και
  4. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1 που είναι και ο παραπονούμενος στην υπόθεση, ο Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.4, ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Παντελή, Μ.Κ.6, ο Α/Αστ.XXXXX3 XXXXX Σωκράτους, Μ.Κ.7, ο Λοχίας XXXXX9 XXXXX Βακανάς, Μ.Κ.8, η χημικός XXXXX Αυξεντίου, Μ.Κ.3 και ο τεχνικός συστημάτων ασφαλείας, XXXXX Χαραλάμπους, Μ.Κ.
  5. Εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 κατέθεσαν ο γραφολόγος XXXXX Μαρκίδης, Μ.Υ.1, ο πραγματογνώμονας XXXXX Ακάμας, Μ.Υ.2, ο γυμναστής XXXXX Χαραλάμπους, Μ.Υ.3 και ο ορθοπεδικός XXXXX Συμιλλίδης, Μ.Υ.
  6. Ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε ανόμωτη δήλωση. Ο κατηγορούμενος 3 δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα και τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και δεν έχει αμφισβητηθεί και με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν κατατεθεί και εγκριθεί, προκύπτουν τα πιο κάτω: Ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο διαχειριστής του ξενοδοχείου «ΟΚΕΛΛΑ», που βρίσκεται στην περιοχή του χωριού Σαϊττά, στη Λεμεσό. Την 31.12.2016 μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. μετέβηκαν στο ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ», κατόπιν πληροφορίας ότι ο XXXXX Μαρκίδης, ήτοι ο κατηγορούμενος 2, έκρυβε ποσότητα ναρκωτικών ουσιών στο μηχανοστάσιο του εν λόγω ξενοδοχείου. Η έρευνα διεξήχθη μεταξύ των ωρών 13:30 - 15:00, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.
  7. Κατά τη διάρκεια της έρευνας ανευρέθηκε μέσα στο μηχανοστάσιο, στο έδαφος, πίσω από ένα κυλινδρικό ντεπόζιτο, ναρκωτική ουσία και συγκεκριμένα 323,83 γραμμάρια κοκαΐνης. Σχετική είναι η έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, Τεκμήριο 13, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Το μηχανοστάσιο ήταν ξεχωριστή οικοδομή και βρισκόταν στην εξωτερική, βόρεια πλευρά του ξενοδοχείου. Η πιο πάνω ποσότητα ήταν συσκευασμένη σε δέκα νάιλον διαφανή σακούλια τα οποία ήταν τοποθετημένα μέσα σε άλλα διαφανή σακούλια. Τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. ερεύνησαν και τους χώρους γύρω από το ξενοδοχείο και «έριξαν και μια ματιά» στο χώρο υποδοχής του πιο πάνω υποστατικού. Η έρευνα ολοκληρώθηκε χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο παράνομο. Σχετική επί του θέματος ήταν η μαρτυρία του Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Παντελή, Μ.Κ.
  8. Ο τελευταίος ήταν παρών κατά την έρευνα και ήταν αυτός που είχε εντοπίσει την επίδικη ναρκωτική ουσία. Μετά τον εντοπισμό της πιο πάνω ναρκωτικής ουσίας, ο Μ.Κ.6 την υπέδειξε στο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για άσπρη συμπαγή ουσία που ομοίαζε με κοκαΐνη, του επίστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Δεν είναι δικά μου. Δεν καταλάβω που τούτα τα πράγματα». Ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, αμέσως μετά την επίστηση του στο Νόμο ρωτήθηκε από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. εάν γνώριζε σε ποιον ανήκαν τα ναρκωτικά και αυτός δήλωσε άγνοια για το θέμα αυτό. Στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν γνώριζε τον XXXXX Μαρκίδη, κατηγορούμενο 2 και αν αυτός ήταν φίλος του. Ο Μ.Κ.1 τους πληροφόρησε ότι ήταν γνωστός του αλλά όχι φίλος του. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν γείτονας του και κάποιες φορές πήγαινε στο ξενοδοχείο του. Την ίδια ημέρα, 31.12.2016, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του κατηγορούμενου
  9. Η Αστυνομία τον αναζήτησε, δεν τον εντόπισε όμως. Με βάση τη μαρτυρία του Α/Αστ.XXXXX0, XXXXX Παντελή, Μ.Κ.6, δεν λήφθηκε δείγμα γενετικού υλικού για εξέταση DNA και δακτυλικά αποτυπώματα από το διαχειριστή του ξενοδοχείου, Μ.Κ.
  10. Ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, δεν συνελήφθη από την Αστυνομία. Ζητήθηκε από τον τελευταίο να μεταβεί στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. για να δώσει κατάθεση σε σχέση με τη ναρκωτική ουσία που εντοπίστηκε στο μηχανοστάσιο του ξενοδοχείου του, αυτός όμως αρνήθηκε καθότι είχε πελάτες στο ξενοδοχείο τους οποίους θα έπρεπε να εξυπηρετήσει. Διευθετήθηκε τελικά όπως αυτός δώσει κατάθεση δύο μέρες αργότερα και συγκεκριμένα τη 02.01.
  11. Την επόμενη μέρα, 01.01.2017, ο κατηγορούμενος 2 πήγε στο ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ» και όταν συνάντησε τον XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, ο τελευταίος τον πληροφόρησε για τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί την προηγούμενη μέρα και συγκεκριμένα για την έρευνα που διενήργησε η Αστυνομία στο εν λόγω ξενοδοχείο και τον εντοπισμό των ναρκωτικών ουσιών. Μετά την ενημέρωση, ο κατηγορούμενος 2 φαινόταν συγχυσμένος, ζήτησε από τον Μ.Κ.1 να του επαναλάβει τα όσα είχαν διαδραματιστεί και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το μηχανοστάσιο του ξενοδοχείου. Μετά από πέντε περίπου λεπτά επέστρεψε φανερά ανήσυχος, σε κατάσταση σοκ και ρώτησε το Μ.Κ.1, για τρίτη φορά, τι είχε συμβεί και γιατί δεν τον είχε ειδοποιήσει για την έρευνα της Αστυνομίας. Ο Μ.Κ.1 του είπε τότε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι η πιο πάνω ουσία ήταν δική του. Ο κατηγορούμενος 2 τον ρώτησε ξανά πώς η Αστυνομία είχε εντοπίσει τα ναρκωτικά, «αφού τα είχε κρυμμένα καλά και δεν γίνεται να τα βρήκαν». Την 02.01.2017 και περί την 15:46, ο κατηγορούμενος 2 τηλεφώνησε του Μ.Κ.1 και του είπε πώς αν δεν επέστρεφε τα επίδικα ναρκωτικά, τότε θα μετέβαινε μαζί με άλλα πρόσωπα στο ξενοδοχείο του και «θα τον έπαιρναν σηκωτό» στη Λεμεσό, για να συναντηθεί με τον ιδιοκτήτη τους. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε να μεταβεί στη Λεμεσό και είπε στον κατηγορούμενο 2 ότι αν κάποιος ήθελε να τον συναντήσει θα έπρεπε να πάει στο ξενοδοχείο του. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε τότε ότι θα πήγαιναν στο ξενοδοχείο και του έκλεισε το τηλέφωνο. Την ιδία ημέρα, 02.01.2017, λίγα λεπτά αργότερα, ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Παντελή, Μ.Κ.6, επικοινώνησε με το XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1 και ζήτησε να ενημερωθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 είχε επισκεφθεί το ξενοδοχείο του. Ο Μ.Κ.1 τον ενημέρωσε για την απειλή που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο 2 και ο Μ.Κ.6 του συνέστησε να προβεί σε καταγγελία σε τοπικό σταθμό και «να μην πάει πουθενά μαζί τους». Του ανέφερε επίσης ότι θα έστελνε μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού για να τον επισκεφθούν. Ακολούθως και μετά από μία ώρα περίπου, ο κατηγορούμενος 2 μετέβη, μαζί με τον κατηγορούμενο 3 και ένα άλλο πρόσωπο, στο ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ». Επέβαινε σε ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW, ιδιοκτησίας της συζύγου του κατηγορούμενου
  12. Όταν αφίχθηκαν στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου, ο κατηγορούμενος 2 κατέβηκε από το εν λόγω όχημα και εισήλθε εντός του ξενοδοχείου «ΟΚΕΛΛΑ» και συνάντησε το Μ.Κ.
  13. Ο κατηγορούμενος 2 είπε στο Μ.Κ.1 ότι «θα έπρεπε να πάει μαζί τους κάτω για να δει κάποιον, γιατί αλλιώς θα έρχονταν κάτω και θα τον έδερναν και θα τον έπαιρναν σηκωτό κάτω». Ο Μ.Κ.1, αντιλήφθηκε με βάση τα όσα του είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος 2, ότι τα άτομα που θα προέβαιναν στις πιο πάνω ενέργειες ήταν ο κατηγορούμενος 3 και το τρίτο πρόσωπο που ήταν εντός του οχήματος BMW. Ο Μ.Κ.1 είπε στον κατηγορούμενο 2 ότι δεν μπορούσε να φύγει και να αφήσει το ξενοδοχείο του και ότι δεν επιθυμούσε να δει οποιονδήποτε στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 2 συνέχισε να τον πιέζει λέγοντας του ότι πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο για να μην γίνει φασαρία και να μην τον χτυπήσουν και ότι αν αρνείτο θα κατέβαιναν οι άλλοι από το αυτοκίνητο, θα τον έδερναν και θα τον έπαιρναν με το ζόρι. Ο Μ.Κ.1 τρομοκρατήθηκε τότε και του είπε ότι μόνος του δεν πήγαινε και ότι σε περίπτωση που πήγαινε στη Λεμεσό για να συναντήσει το εν λόγω πρόσωπο θα έπρεπε να τον συνοδεύσει και ο εξάδελφος του, ο XXXXX, ο οποίος θα αναφέρεται μετά ως «XXXXX», με τον οποίο ήταν «κολλητοί» και ότι θα έπρεπε πρώτα να συμβουλευθεί εκείνον, καθότι είχε αρχίσει να φοβάται. Ο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε στον XXXXX και αυτός τού είπε να μην πάει πουθενά μόνος του και στη συνέχεια ζήτησε να μιλήσει με τον κατηγορούμενο
  14. Ο Μ.Κ.1 έδωσε το τηλέφωνο του στον κατηγορούμενο 2 και ο τελευταίος συνομίλησε με τον XXXXX. Ο Μ.Κ.1 αντιλήφθηκε ότι ο XXXXX είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο 2 το τηλέφωνο του προσώπου που θα συναντούσαν. Ο Μ.Κ.1 έλαβε τον αριθμό του τηλεφώνου του προσώπου που θα συναντούσαν στη Λεμεσό, τον οποίο στη συνέχεια διαβίβασε στον XXXXX για να μιλήσει ο τελευταίος μαζί του. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από τον συνήγορο του κατηγορούμενου 3, προέκυψε έντονη αμφισβήτηση κατά πόσο τον αριθμό του τηλεφώνου του προσώπου που φερόταν ως ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών, του τον έδωσε ο κατηγορούμενος 3 και επιπρόσθετα κατά πόσο ήταν σε γραπτή μορφή ή του τον είπε ο κατηγορούμενος
  15. Το θέμα αυτό θα τύχει περαιτέρω εξέτασης κατωτέρω. Αδιαμφισβήτητη όμως παρέμεινε η θέση του ΜΚ1, ότι ο συγκεκριμένος αριθμός τηλεφώνου ήταν του προσώπου που φερόταν ως ο ιδιοκτήτης των ναρκωτικών. Λίγη ώρα αργότερα ο Μ.Κ.1 είχε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον XXXXX, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι είχε συνομιλήσει με το εν λόγω πρόσωπο και αυτός είχε συγκατατεθεί να πάνε μαζί για να τον συναντήσουν. Ο Μ.Κ.1 και ο XXXXX διευθέτησαν να συναντηθούν σε συγκεκριμένο σημείο για να πάνε μαζί στη συνάντηση. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 2, ο Μ.Κ.1 και ο ανήλικος γιος του τελευταίου, επιβιβάστηκαν στο όχημα του Μ.Κ.1 και κατευθύνθηκαν προς τη Λεμεσό. Προτού ξεκινήσουν ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 ποιόν θα συναντούσαν στη Λεμεσό και αυτός του είπε, «τον Πεπόνια, το γαμπρό του XXXXX του γενά». Το όχημα BMW κατευθύνθηκε και εκείνο προς τη Λεμεσό, και τους ακολουθούσε για κάποια απόσταση. Το πιο πάνω όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3, σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Κ.1 που δεν αμφισβητήθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, τους ακολούθησε μέχρι το Αλτ που συνέδεε το δρόμο του Σαϊττά με το δρόμο προς Λεμεσό και Μονιάτη. Εκεί ήταν και η τελευταία φορά που ο Μ.Κ.1 είδε από το καθρεφτάκι του το εν λόγω όχημα. Από το σημείο εκείνο και εντεύθεν ο Μ.Κ.1 δεν είδε ξανά το ΒΜW. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι η χρονική διάρκεια που ο κατηγορούμενος 3 παρέμεινε με το αυτοκίνητο του στο χώρο έξω από το ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ» ήταν, σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Κ.1, γύρω στα 30 λεπτά περίπου και κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο κατηγορούμενος 3 έφυγε και επέστρεψε στο συγκεκριμένο χώρο, δεν βρισκόταν καθ' όλο το χρόνο εκεί. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί. Όταν έφθασαν στη Λεμεσό ο Μ.Κ.1 μετέφερε το γιο του στο σπίτι της πρώην συζύγου του και στη συνέχεια αυτός και ο κατηγορούμενος 2, συνάντησαν τον XXXXX σε κάποιο ανθοπωλείο. Κατευθύνθηκαν, ακολουθούμενοι από τον XXXXX που επέβαινε σε δικό του όχημα, βόρεια, πέρασαν το τελευταίο στρίψιμο που οδηγούσε προς το Γενικό Νοσοκομείο και πορεύθηκαν προς μια περιοχή με μάντρες. Όταν διένυσαν απόσταση 600 μέτρων περίπου, είδαν σταθμευμένο, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ένα όχημα σαλούν, άσπρου χρώματος. Ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από το Μ.Κ.1 να σταματήσει εκεί. Ο XXXXX στάθμευσε και εκείνος το όχημα του λίγα μέτρα πιο κάτω. Και οι τρεις άνδρες, ήτοι ο κατηγορούμενος 2, ο Μ.Κ.1 και ο XXXXX, αποβιβάστηκαν από τα οχήματα τους και πορεύθηκαν προς το σημείο που ήταν σταθμευμένο το άσπρο όχημα. Εκεί τους ανέμενε ένα πρόσωπο που οπλοφορούσε. Τα ακριβή γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο σημείο εκείνο δεν είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές και ως εκ τούτου τη μαρτυρία που σχετίζεται με το θέμα αυτό, θα την παραθέσουμε σε κάποια έκταση σε κατοπινό στάδιο. Το μόνο που είναι παραδεκτό από την Υπεράσπιση είναι ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο ο Μ.Κ.1 χτυπήθηκε από το πρόσωπο αυτό. Κάποια ώρα μετά τα επίδικα συμβάντα και συγκεκριμένα περί ώρα 20:00 και αφού προηγήθηκε τηλεφώνημα του Μ.Κ.6 προς το Μ.Κ.1, ο τελευταίος πήγε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Ενώ ο Μ.Κ.1 έδιδε κατάθεση στο Μ.Κ.2, ο πρώτος έλαβε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο 2, στο κινητό του τηλέφωνο, η ώρα 20:51 από το κινητό τηλέφωνο XXXXX5147, το οποίο με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας ανήκει στην κοπέλα του κατηγορουμένου
  16. Ο Μ.Κ.1 έβαλε την κλήση σε ανοικτή ακρόαση και ως εκ τούτου ήταν σε θέση να ακούει τη συνομιλία και ο αστυνομικός που του ελάμβανε την κατάθεση, ήτοι ο Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.
  17. Ο κατηγορούμενος 2 τον ρώτησε πού βρισκόντουσαν τα ναρκωτικά και τού ζήτησε να τα επιστρέψει. Ο Μ.Κ.1 τού επανέλαβε ότι τα ναρκωτικά τα είχε πάρει η Αστυνομία και τότε ο κατηγορούμενος 2 τού απάντησε «ότι θα είχε πρόβλημα σοβαρό». Ο Μ.Κ.1 τού επανέλαβε ότι τα ναρκωτικά τα είχε βρει η Αστυνομία και τα παρέλαβε και τότε ο κατηγορούμενος 2 τού είπε «μεν νεκατώνεις Αστυνομίες τζιαι πελλάρες τζιαι τα πράματα ε να γίνουν σιηρόττερα». Ο Μ.Κ.1 τού είπε τότε ότι θα προέβαινε σε καταγγελία. Ο κατηγορούμενος 2 του έδωσε προθεσμία για να επιστρέψει τα ναρκωτικά και επέμενε ότι τα ναρκωτικά δεν τα παρέλαβε η Αστυνομία καθότι είχαν διασυνδέσεις μέσα στην Αστυνομία και «κάτι τέτοιο δεν έγινε». Στο σημείο εκείνο τού μίλησε και ένα δεύτερο πρόσωπο που ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο 2 και τού είπε τα πιο κάτω: «Είμαι ο τατάς σου. Έσιης 15 λεπτά να μου φέρεις τα ναρκωτικά μου διαφορετικά ε να σκοτώσω τα κοπελούθκια σου». Αμέσως μετά έκλεισε το τηλέφωνο. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν στο Δικαστήριο, έγγραφο με Ένδειξη Α, προκύπτει ότι αμέσως μετά το τηλεφώνημα που δέχτηκε ο Μ.Κ.1 από τον κατηγορούμενο 2 και συγκεκριμένα η ώρα 20:51, το ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ» τέθηκε υπό φρούρηση. Την 21:45 ο κατηγορούμενος 2 θεάθηκε να περιφέρεται έξω από το εν λόγω ξενοδοχείο. Αυτός συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού. Ενώ βρισκόταν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. ανακρίθηκε γραπτώς από το Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.
  18. Ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Κατά τις πρωινές ώρες της 03.01.2017, μεταξύ των ωρών 00:45 - 01:35, ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, προέβη σε υποδείξεις σκηνών στην παρουσία του Υπαστυνόμου XXXXX Κυριάκου και του Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.
  19. Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία τόσο του Μ.Κ.1 όσο και του Μ.Κ.
  20. Ο Μ.Κ.1 υπέδειξε, μεταξύ άλλων, το σημείο όπου είδε σταθμευμένο το άσπρο όχημα, το σημείο όπου δέχθηκε τα χτυπήματα, εκεί όπου ο δράστης, ως ανέφερε χαρακτηριστικά στους αστυνομικούς, «τον εκωλόσυρε» και «τον χτυπούσε». Αποτέλεσε σημείο έντονης αντιπαράθεσης κατά την ακροαματική διαδικασία η ταυτότητα του προσώπου που συνάντησαν και ως εκ τούτου θεωρούμε σκόπιμο να τον αναφέρουμε είτε ως «ο Χ», είτε ως «ο δράστης» και όχι ως «XXXXX Πιπόνια» που τον αποκαλούσε ο Μ.Κ.1, καθότι το θέμα της αναγνώρισης και της ταυτότητας του δράστη, θα μας απασχολήσει σε έκταση, σε κατοπινό στάδιο. Υπέδειξε επίσης την οικία που ο κατηγορούμενος 2 του έδειξε ως «την οικία του XXXXX Πιπόνια» και ένα άσπρο όχημα που ήταν σταθμευμένο απέξω. Ο Μ.Κ.1 το υπέδειξε στους Αστυνομικούς ως το αυτοκίνητο που κρατούσε ο Χ και τους περίμενε στην κτηνοτροφική περιοχή. Την 03.01.2017 ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, εξετάστηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικά τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής, όπου του έγινε συρραφή, εκδορές στο μέτωπο, στη μύτη, στο αριστερό χέρι και στο δεξί αγκώνα και ερυθρότητες προσώπου, αυτιών και στέρνου. Την ίδια ημέρα, εξετάστηκε από την ιατροδικαστή XXXXX Αντωνίου η οποία ετοίμασε σχετική έκθεση. Το περιεχόμενο της πιο πάνω έκθεσης, Τεκμήριο 11, κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, αυτός έφερε θλαστικές εκχυμώσεις 4.5 εκ. x 3 εκ. στη μέση μετωπιαία περιοχή με θλον όργανο, θλαστική εκχύμωση δεξιού ριζορίνιου διαμέτρου 0.6 εκ., θλαστικό συραμμένο τραύμα 2 εκ. με 3 ραφές, στην αριστερή ινιακή περιοχή, μικρή ερυθρότητα στέρνου, εκδορά δεξιού αγκώνα 1.5 x 0.7 εκ., εκδορές (τριψίματα) αριστερού καρπού με επέκταση τον αντίχειρα και κηλίδες αίματος στον κολάρο της μπλε του φανέλας και στην μπεζ ζακέτα του. Πρόκειται για τραυματισμό που έγινε από άλλο άτομο. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 03.01.2017, εξετάστηκε από την ιατροδικαστή XXXXX Αντωνίου και ο κατηγορούμενος
  21. Αυτός, με βάση την έκθεση Τεκμήριο 10, το περιεχόμενο της οποίας κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, δεν έφερε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος την 03.01.2017 και ώρα 03:48, ενώ βρισκόταν στην οικία του. Η σύλληψη έγινε από τον Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.
  22. Ο Μ.Κ.4 εξήγησε στον κατηγορούμενο 1 τους λόγους της σύλληψης του, τού επίστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «χρόνια πολλά, εν έκαμα τίποτε». Ακολούθησε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου 1 με τη βοήθεια άλλων έξι μελών της Υ.ΚΑ.Ν. χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε παράνομο. Λίγες ώρες αργότερα, μέλη του ΤΑΕ Λεμεσού επισκέφθηκαν εκ νέου την οικία του κατηγορούμενου 1 με σκοπό την παραλαβή του «καταγραφέα» (DVR) του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο σκληρός δίσκος του «καταγραφέα» ήταν άδειος και λόγω προβλήματος δεν καταγράφονταν σε αυτόν δεδομένα τον τελευταίο μήνα. Στη συνέχεια ο Α/Αστ.XXXXX3 XXXXX Σωκράτους, Μ.Κ.7, οδήγησε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX54, ιδιοκτησία της συζύγου του κατηγορουμένου 1, με συνοδηγό τον κατηγορούμενο 1 και συνεπιβάτη τον Α/Αστ.XXXXX0 Δημητρίου, Μ.Κ.4, που κάθισε στο πίσω κάθισμα, στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Ο Μ.Κ.7 το στάθμευσε στην αυλή της Α.Δ.Ε. Λεμεσού και παρέδωσε τα κλειδιά στο Λοχία XXXXX2 XXXXX Μουρίδη, ο οποίος το σφράγισε με ταινία. Ο Λοχίας XXXXX2 Π. Μουρίδης παρέδωσε στη συνέχεια τα κλειδιά στον Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.
  23. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 4:45 και 5:40 ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.4, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, Τεκμήριο
  24. Ο κατηγορούμενος 1 απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που τού υποβλήθηκαν. Ισχυρίστηκε ότι καμία σχέση είχε με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Το XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, δεν τον γνώριζε ούτε γνώριζε πού βρισκόταν το ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ». Κατέθεσε επίσης ότι καμία σχέση είχε με τα ναρκωτικά τα οποία εντοπίστηκαν στο πιο πάνω ξενοδοχείο και καμία σχέση είχε με το περιστατικό που έλαβε χώρα στην κτηνοτροφική περιοχή Πάνω Πολεμιδιών, τη 02.01.2017 και με το απειλητικό τηλεφώνημα που δέχθηκε ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, την ίδια ημέρα. Τον κατηγορούμενο 2 τον γνώριζε «φατσικά» καθότι ήταν φίλος του μακαρίτη του κουμπάρου του, του Αμερικάνου, δεν διατηρούσε όμως οποιεσδήποτε φιλικές σχέσεις μαζί του. Ανακρινόμενος σε σχέση με τις ενέργειες του, τη 02.01.2017, κατέθεσε ότι βρισκόταν όλη μέρα στο σπίτι του, με μόνη εξαίρεση την επίσκεψη του στο περίπτερο, λίγο μετά το μεσημέρι, στις 12:30 με 1:
  25. Στο σπίτι ήταν και η σύζυγος του. Είπε επίσης ότι το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX54, ανήκε στη σύζυγο του και αυτή ήταν που το οδηγούσε. Τη 02.01.2017 το πιο πάνω όχημα βρισκόταν συνέχεια σταθμευμένο έξω από την είσοδο του σπιτιού τους. Δεν το οδήγησε κανένας. Στο περίπτερο πήγε με το Range Rover και όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «έμεινε από λάστιχο». Λίγα λεπτά αργότερα, μετά την ολοκλήρωση της ανακριτικής κατάθεσης, ο Μ.Κ.4 έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου 1, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του τελευταίου. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και η γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τη σύζυγο του κατηγορούμενου, Έλενα Γεωργίου, την 04.01.2017, Τεκμήριο
  26. Στην κατάθεση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX54 το οποίο οδηγείτο τόσο από την ίδια όσο και από το σύζυγο της. Τη 02.01.2017 ο κατηγορούμενος 1, δεν οδήγησε το όχημα της. Καταθέτοντας σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου 1, τη 02.01.2017, ισχυρίστηκε ότι ήταν μαζί στο σπίτι και αυτός δεν πήγε πουθενά. Το απόγευμα τους επισκέφθηκε ο εξάδελφος της, XXXXX Γεωργίου, και η σύζυγος του XXXXX για να τους προσκαλέσουν στο γάμο του παιδιού τους. Η επίσκεψη του πιο πάνω ζευγαριού κράτησε για 1 - 1 ½ ώρα. Όταν έφυγαν αυτή και ο σύζυγος της κάθισαν στον καναπέ και έβλεπαν τηλεόραση. Η XXXXX Γεωργίου δεν κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η Αστυνομία έλαβε γραπτή κατάθεση και από τον εξάδελφο της XXXXX Γεωργίου, τον XXXXX Γεωργίου. Σχετική επί του θέματος ήταν η κατάθεση του Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.
  27. Το πιο πάνω πρόσωπο δεν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ το περιεχόμενο της κατάθεσης του παραμένει άγνωστο καθότι δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο. O M.K.1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3, τη 12.01.2017, σε γραφείο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, ως τον οδηγό του αυτοκινήτου μάρκας BMW που είδε στο ξενοδοχείο του και τους ακολούθησε προς Λεμεσό, αλλά και ως το πρόσωπο που του έδωσε τον αριθμό τηλεφώνου του προσώπου που θα συναντούσαν. Ο κατηγορούμενος 3, μετά την αναγνώριση του από το Μ.Κ.1, παραδέχτηκε όπως και στην κατάθεση του, Τεκμήριο 21, πως κατά τους ουσιώδεις χρόνους, μετέφερε τον κατηγορούμενο 2 με το αυτοκίνητο της γυναίκας του, μάρκας ΒΜW, μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο που ήταν συνοδηγός, στον εξωτερικό χώρο του ξενοδοχείου «ΟΚΕΛΛΑ». Στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 21, ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, ήτοι το απόγευμα της 2.01.2017 αναχώρησε από τη Λεμεσό, μαζί με ένα φίλο του με προορισμό τις Πλάτρες. Στην πορεία τους συνάντησαν ένα γνωστό τους, το κατηγορούμενο 2, ο οποίος έκανε ωτοστόπ. Σταμάτησε και τον ρώτησε αν του είχε συμβεί κάτι. Αυτός τους ανέφερε πως ήθελε να πάει «πιο πάνω», χωρίς να του διευκρινίσει τον ακριβή προορισμό του και τού ζήτησε να τον μεταφέρει γιατί είχε χαλάσει το αυτοκίνητο του. Ο κατηγορούμενος 3 συμφώνησε να το πράξει και ο κατηγορούμενος 2 επιβιβάστηκε στο όχημα του. Στην πορεία προς τις Πλάτρες, ο κατηγορούμενος 2 τού ζήτησε να στρίψει δεξιά και τον οδήγησε στο σημείο που ήταν το ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ». Ο κατηγορούμενος 3 σταμάτησε το όχημα του έξω από το εν λόγω ξενοδοχείο και ο κατηγορούμενος 2 αποβιβάστηκε. Κατεβαίνοντας από το αυτοκίνητο τού ζήτησε να τον περιμένει και εισήλθε στο ξενοδοχείο. Μετά από πάροδο 2 - 3 λεπτών, ο κατηγορούμενος 3 αποφάσισε να μεταβεί στο σταθμό για να βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητο του, πράγμα που έπραξε. Στη συνέχεια επέστρεψε στο σημείο που είχε αφήσει τον κατηγορούμενο 2 και τον ανέμενε. Ο κατηγορούμενος 3 στην ίδια κατάθεση παραδέχθηκε ότι είχε παραδώσει ένα χαρτάκι, ισχυρίσθηκε όμως ότι δεν είχε δει τί έγραφε το χαρτάκι αυτό. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι το είχε δώσει στον κατηγορούμενο 2 και όχι στο Μ.Κ.
  28. Το συγκεκριμένο χαρτάκι το είχε εντοπίσει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, όπου καθόταν ο κατηγορούμενος 2, τη στιγμή που πλήρωσε για την βενζίνη. Αυτός ήταν και ο λόγος που επέστρεψε στο ξενοδοχείο, για να δώσει το χαρτάκι στον κατηγορούμενο
  29. Στο μέρος που είχε σταματήσει και κατέβασε τον κατηγορούμενο 2, παρέμεινε γύρω στα πέντε λεπτά. Κατέθεσε επίσης ότι στο Αλτ που συνέδεε το δρόμο προς Σαϊττά με το δρόμο Λεμεσού - Πλατρών μετά την αναχώρηση του από το ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ», έστριψε δεξιά προς Πλάτρες, όμως πριν το χωριό Μονιάτη έκανε επαναστροφή, λόγω του προχωρημένου της ώρας, για να επιστρέψει στη Λεμεσό. Η σκηνή όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν εξετάστηκε από μέλη της Αστυνομικής Δύναμης, την 03.01.
  30. Παραλήφθηκαν από τη σκηνή τέσσερις κάλυκες φυσιγγίου πυροβόλου όπλου, Τεκμήρια 8
(1)-
(4), ένα πλήρες φυσίγγιο πιστολιού (Τεκμήριο 9) και δείγματα από κηλίδα που ομοίαζε με αίμα, Τεκμήριο 8
(6). Η πιο πάνω κηλίδα, οι κάλυκες φυσιγγίων και το πλήρες φυσίγγιο, εξετάσθηκαν επιστημονικά στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, η κηλίδα πρόκειται για κηλίδα αίματος που ταυτίστηκε με το γενετικό υλικό του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.
  1. Η ποσότητα/ποιότητα του ανθρώπινου πυρηνικού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από τους κάλυκες και το πλήρες φυσίγγιο, ήταν μηδαμινή προς μηδέν και δεν ήταν ικανοποιητική για συγκρίσεις στο μοριακό επίπεδο. Τα πιο πάνω αντικείμενα εξετάσθηκαν επιστημονικά, δεν εντοπίσθηκε όμως οποιοδήποτε αποτύπωμα. Οι τέσσερις κάλυκες φυσιγγίου είναι κάλυκες φυσιγγίου πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9 x 19 χλμ και πυροβολήθηκαν μέσα σε ένα και το αυτό όπλο του ιδίου διαμετρήματος. Την 03.01.2017, ο Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του τελευταίου που δεν αμφισβητήθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου, παρέλαβε από τον Αστ.XXXXX5 XXXXX Σοφοκλέους μία κίτρινη κόλλα επί της οποίας ήταν αναγραμμένος ο αριθμός XXXXX
  2. Παρενθετικά παρατηρούμε ότι η κόλλα αυτή δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο. Καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας κατά πόσο το αντικείμενο αυτό έτυχε οποιασδήποτε εξέτασης, συμπεριλαμβανομένης και της γραφολογικής, ούτε κατά πόσο έγιναν έρευνες για να διαπιστωθεί αν ο αριθμός XXXXX4870 συνδεόταν με οποιονδήποτε από τους εμπλεκόμενους και δη τον κατηγορούμενο
  3. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση την αδιαμφισβήτητη επί του συγκεκριμένου ζητήματος μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο Μ.Κ.1 έδωσε τον πιο πάνω αριθμό στον εξάδελφο του XXXXX και αυτός επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το άγνωστο πρόσωπο, το οποίο στη συνέχεια συνάντησαν στην κτηνοτροφική περιοχή Πολεμιδιών. Την 03.01.2017, ενώ η Αστυνομία ετοιμαζόταν για να παρουσιάσει τους κατηγορούμενους 1 και 2 στο Δικαστήριο για αίτημα προσωποκράτησης, ο κατηγορούμενος 1 υπέστη επιληπτικό επεισόδιο. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία. Σύμφωνα με το θεράποντα γιατρό του, αυτός δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία και ως εκ τούτου αφέθηκε ελεύθερος. Εναντίον του εξασφαλίστηκε νέο δικαστικό ένταλμα σύλληψης με σκοπό να εκτελείτο μόλις το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας του. Την επόμενη μέρα, 04.01.2017, ο Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, συνέλαβε εκ νέου τον κατηγορούμενο 1, βάσει δικαστικού εντάλματος. Ο κατηγορούμενος 1 πληροφορήθηκε το λόγο της σύλληψης του, του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «κάμε τη δουλειά σου». Την ίδια μέρα, 04.01.2017, στην παρουσία της συζύγου του κατηγορούμενου 1, XXXXX Γεωργίου, έγιναν δειγματοληψίες για εντοπισμό υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου από το όχημα XXXXX
  4. Τα δείγματα που λήφθηκαν, εξετάστηκαν στο Γενικό Χημείο του Κράτους και ετοιμάστηκε για το σκοπό αυτό έκθεση, Τεκμήριο 12, το περιεχόμενο της οποίας είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Με βάση το περιεχόμενο της πιο πάνω έκθεσης, σε δειγματοληψία που έγινε στο ταμπλό του πιο πάνω οχήματος δεν ανιχνεύθηκαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου. Σε δειγματοληψίες που έγιναν στη ζώνη της θέσης του οδηγού, στην πόρτα του οδηγού και στο μοχλό του χειροφρένου, ανιχνεύθηκαν σωματίδια που αποτελούνται από τρία συστατικά, μόλυβδο, αντιμόνιο και βάριο. Σε δειγματοληψίες που έγιναν στη ζώνη της θέσης του οδηγού, από σημεία άλλα από αυτά που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, στη ζώνη της θέσης του συνοδηγού και στο μοχλό του χειροφρένου ανιχνεύθηκαν σωματίδια που αποτελούνται από δύο συστατικά. Με βάση την ίδια έκθεση η ανίχνευση των σωματιδίων με τρία συστατικά, αποδεικνύει αποκλειστικά την ύπαρξη υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης. Την 05.01.2017 ο Λοχίας XXXXX9 XXXXX Βακανάς, Μ.Κ.8 και ο Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, μετέβηκαν στη σκηνή στην οδό Καντάρας προς αναζήτηση μαρτυρίας. Έλαβαν αντίγραφο του ψηφιακού δίσκου του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που βρισκόταν εγκατεστημένο σε οικία στα Πάνω Πολεμίδια. Οι νάιλον συσκευασίες εντός των οποίων εντοπίσθηκε η ναρκωτική ουσία εξετάστηκαν επιστημονικά στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας. Το επίχρισμα που λήφθηκε από το εσωτερικό άσπρης νάιλον τσάντας και το επίχρισμα που λήφθηκε από τον κόμπο του διάφανου νάιλον σακουλιού, εντός του οποίου ήταν η κοκαΐνη, ταυτίσθηκαν με τον κατηγορούμενο
  5. Ο κατηγορούμενος 2 είναι δότης του πιο πάνω γενετικού υλικού, ενώ δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης του μικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από άλλα σημεία των πιο πάνω συσκευασιών. Σχετική είναι η έκθεση του πιο πάνω Ινστιτούτου, Τεκμήριο 14, το περιεχόμενο της οποίας κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Στη νάιλον συσκευασία που περιείχε κοκαΐνη, εντοπίσθηκε και το δακτυλικό αποτύπωμα του κατηγορούμενου
  6. Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δεν συνδέθηκαν επιστημονικά με τα πιο πάνω Τεκμήρια. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία ως προαναφέραμε πηγάζουν από αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ή είναι μέρος των παραδεκτών γεγονότων, γίνονται ευρήματα μας. Στα ευρήματα μας περιλαμβάνονται και αναφορές που έγιναν από τους κατηγορούμενους 1 και 3 στις γραπτές τους καταθέσεις. Οι αναφορές αυτές δεν γίνονται δεκτές ως προς την αλήθεια τους, αλλά ως οι αναφορές που έγιναν από τα συγκεκριμένα πρόσωπα το δεδομένο χρόνο. Θα παραθέσουμε στη συνέχεια την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, στην έκταση βέβαια που αυτή είναι σχετική με τα θέματα που καλούμαστε να αποφασίσουμε. Ένας από τους πλέον σημαντικούς μάρτυρες της υπόθεσης ήταν ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.
  7. Ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, ως αναφέραμε και πιο πάνω, έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία λίγη μόνο ώρα μετά τα επίδικα συμβάντα, και συγκεκριμένα η ώρα 8:25 μ.μ. Πρόκειται για το έγγραφο με Ένδειξη Β
  8. Την επόμενη μέρα, 03.01.2017, έδωσε συμπληρωματική κατάθεση, έγγραφο με Ένδειξη Β2 και την 12.01.2017 έδωσε δεύτερη συμπληρωματική κατάθεση, έγγραφο με Ένδειξη Β
  9. Στην κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β1, αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 31.12.2016 στα πλαίσια της έρευνας του μηχανοστασίου του ξενοδοχείου του, κατά την οποία εντοπίσθηκε η ναρκωτική ουσία και όσα επακολούθησαν τις επόμενες μέρες. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην επίσκεψη του κατηγορούμενου 2, του κατηγορούμενου 3 και του τρίτου προσώπου στο ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ» νωρίς το απόγευμα της 02.01.
  10. Τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του σε σχέση με το θέμα αυτό, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και περιλαμβάνονται στα ευρήματα μας τα οποία παραθέσαμε πιο πάνω. Το μόνο που αμφισβητήθηκε, όπως και πιο πάνω αναφέρουμε, ήταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 τού είχε πει τον αριθμό του τηλεφώνου του προσώπου που θα συναντούσαν προφορικά ή τού είχε δώσει ένα χαρτάκι στο οποίο ήταν καταγραμμένος ο εν λόγω αριθμός. Στην κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β1, είπε σχετικά τα πιο κάτω: «Τότε ο οδηγός του αυτοκινήτου μου είπε τον αριθμό του τηλεφώνου, εκείνου που θα συναντούσαμε για να τον δώσω του ξάδελφου μου για να μιλήσει μαζί του.» Με βάση την πιο πάνω δήλωση, προκύπτει ότι η ενημέρωση που έτυχε ήταν προφορική. Αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα γίνεται και στη συμπληρωματική κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β3 όπου, αναφερόμενος στον κατηγορούμενο 3, λέει τα πιο κάτω: «Το πρόσωπο αυτό (κατηγορούμενος 3) είναι αυτό που μου έδωσε και το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη των ναρκωτικών με τον οποίο μίλησε ο ξάδελφος μου.» Η φράση που χρησιμοποιείται «μού έδωσε» μπορεί να ερμηνευθεί και με τους δύο τρόπους, ότι του είπε τον αριθμό προφορικά ή του τον έδωσε σε γραπτή μορφή. Ο Μ.Κ.1 κατά την προφορική του μαρτυρία και συγκεκριμένα κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε και στον αριθμό του τηλεφώνου που του είχε δώσει ο κατηγορούμενος 3 και ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 «τού έδειξε» τον αριθμό του τηλεφώνου του προσώπου με το οποίο θα διευθετείτο η συνάντηση. Εφόσον «τού έδειξε» τον αριθμό, εξυπακούεται ότι ο αριθμός αυτός ήταν κάπου γραμμένος. Αντεξεταζόμενος για το συγκεκριμένο θέμα από το συνήγορο του κατηγορουμένου 3 ισχυρίσθηκε ότι τον αριθμό του τηλεφώνου που έλαβε από τον κατηγορούμενο 3, τον «είχε γραμμένο πάνω σε μια κολλούα», ενώ σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του απόφυγε να απαντήσει με ποιο τρόπο έλαβε το συγκεκριμένο αριθμό, κατά πόσο ήταν προφορικά ή σε γραπτή μορφή. Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα αργά το απόγευμα της 02.01.2017 και συγκεκριμένα για τη συνάντηση του με τον Χ, στη γραπτή κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β1 είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 και ο ίδιος έφτασαν στο σημείο της συνάντησης, αποβιβάστηκαν από το όχημα του και ξεκίνησαν να περπατούν προς το άσπρο αυτοκίνητο. Όταν το πλησίασαν, ο Χ κατέβηκε από αυτό και τους ζήτησε να σταθούν μπροστά από το αυτοκίνητο, που ήταν τα φώτα για να τους βλέπει. Όταν ο εξάδελφος του ο XXXXX που στεκόταν δίπλα του, είδε τον Χ, τού είπε «ρε εν είσαι ο XXXXX ο Πεπόνιας που του εβάλαμε κάμερες σπίτι του;» και ο Χ απάντησε «ναι ρε εν εσύ που ήρτες με τον XXXXX τζιαι εβάλετε μου τις κάμερες;». Ο μάρτυρας είδε τότε ότι ο Χ κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα μικρό πιστόλι γκρίζου χρώματος, με το οποίο «άρχισε» να σημαδεύει τον κατηγορούμενο 2 και τον ίδιο και «να το στρέφει προς τον ουρανό, να το οπλίζει». Την ίδια στιγμή φώναζε και ζητούσε από το μάρτυρα να του πει τι είχε γίνει με τα πράγματα του. Πριν προλάβει ο μάρτυρας να του απαντήσει, ο Χ του είπε «Πε μου ρε τι εγίναν τα πράματα μου. Ε ναρκωτικά που έχασα, εν περιουσία που αξίζει €35.000 τζιαι πρέπει να δώκω τζιαι εγώ λοαρκασμό πάρα κάτω. Εγώ ήταν να τα πουλήσω €65.000». Στη συνέχεια όπλισε ξανά το πιστόλι και «επέφταν οι σφαίρες χαμαί τζιαι έσιηφκε χαμαί και έπιανε τες». Ο κατηγορούμενος 2 τον ρώτησε «ρε μα τι κάμνεις ε να μας παίξεις;» και ο Χ του απάντησε, «ναι ρε ε να σας παίξω» και έδωσε μία μπουνιά του κατηγορούμενου 2 «μέσα στα μούτρα» και στη συνέχεια μια μπουνιά στο Μ.Κ.1 και αυτή «μέσα στα μούτρα». Ακολούθως απευθυνόμενος προς τον εξάδελφο του, του είπε «εσύ φύε που δαμαί τζιαι άφησ' μου τούτους τους δύο δαμαί να μου πουν πού εν η περιουσία μου, πού εν τα ναρκωτικά μου». Όταν ο μάρτυρας ζήτησε να πληροφορηθεί γιατί τον χτυπούσε, ο Χ του έδωσε ακόμα «δύο μπουνιές με το πιστόλι μέσα στα μούτρα», τον χτυπούσε και ταυτόχρονα τον ρωτούσε τί είχαν απογίνει τα ναρκωτικά του. Ο μάρτυρας του είπε ότι τα ναρκωτικά τα είχε πιάσει η Αστυνομία, αυτός όμως συνέχιζε να τον χτυπά στο κεφάλι με τα χέρια του και με το πιστόλι. Ο μάρτυρας λόγω των χτυπημάτων έπεσε στο έδαφος, ο Χ γονάτισε από πάνω του και του έλεγε ότι η Αστυνομία «εν είπε τίποτε» και ότι ήταν ο ίδιος που είχε πάρει τα ναρκωτικά και «τον περίπαιζε». Ενώ ήταν γονατισμένος πάνω του, άρχισε να ρίχνει πυροβολισμούς στον αέρα με το πιστόλι. Στη συνέχεια έβαλε το πιστόλι στο κεφάλι του και στο λαιμό του και απειλούσε ότι «θα τον έπαιζε». Τον χτυπούσε για δέκα λεπτά περίπου και καθ' όλο αυτό το διάστημα τον ρωτούσε για τα ναρκωτικά και έριχνε ταυτόχρονα πυροβολισμούς στον αέρα, απειλώντας τον ότι θα τον έπαιζε. Ενώ τον χτυπούσε, έριξε στον αέρα τρεις - τέσσερις πυροβολισμούς. Όπλιζε το πιστόλι συνέχεια και κάθε τόσο έβγαζε τη γεμιστήρα και έβαζε μέσα στη θαλάμη τις σφαίρες που έφευγαν όταν όπλιζε. Σε κάποια στιγμή σταμάτησε να χτυπά το μάρτυρα και άρχισε να χτυπά τον κατηγορούμενο
  11. Τον έριξε στο έδαφος και του έκανε ότι ακριβώς έκανε και στον ίδιο. Τον χτυπούσε τόσο με τα χέρια όσο και με το πιστόλι για δέκα λεπτά περίπου και την ίδια ώρα έριξε τρεις - τέσσερις πυροβολισμούς στον αέρα. Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι θα του έδιδε ο ίδιος το ποσό των €35.
  12. Μετά την πιο πάνω δήλωση, ο Χ σήκωσε τον κατηγορούμενο 2 και τον έβαλε να σταθεί δίπλα από το μάρτυρα και χτυπούσε τότε «μία τον κατηγορούμενο 2 και μία τον ίδιο». Κάθε τόσο δε έριχνε και πυροβολισμούς στον αέρα. Έριξε δέκα - δώδεκα πυροβολισμούς. Πριν να ρίξει τον τελευταίο πυροβολισμό ανάγκασε τον κατηγορούμενο 2 να γονατίσει πάλι, του έβαλε το πιστόλι στην κεφαλή και του είπε ότι θα τον έπαιζε. Ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι το πρόσωπο αυτό ήταν παρανοϊκό, γι' αυτό «τράβησε πίσω καμιά δεκαρκά μέτρα για να βουρήσει να φύει αν τον έπαιζε να γλιτώσει». Ο κατηγορούμενος 2 του επανέλαβε ότι θα του έδιδε ο ίδιος τα χρήματα. Μετά την πιο πάνω δήλωση ο Χ έριξε τον τελευταίο πυροβολισμό στον αέρα και σήκωσε τον κατηγορούμενο 2 πάνω. Ακολούθως μάζεψε τους κάλυκες από το έδαφος, επιβιβάστηκε στο όχημα του και απομακρύνθηκε. Ο μάρτυρας επιβιβάστηκε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 στο δικό του όχημα και έφυγαν από το χώρο. Αμέσως μετά και συγκεκριμένα η ώρα 18:10, ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον XXXXX και διευθέτησαν να συναντηθούν στο «Pop Life» στον Ύψωνα. Στη συνέχεια, οδήγησε τον κατηγορούμενο 2 στο σημείο όπου είχε αφήσει το αυτοκίνητό του, ήτοι έξω από ένα σπίτι στα Κάτω Πολεμίδια, κοντά σε κάποια φρουταρία. Όταν έφτασαν εκεί, ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι ήταν το σπίτι του «Πεπόνια» και του ζήτησε να σταματήσουν λίγο πιο κάτω γιατί υπήρχαν κάμερες. Ο μάρτυρας πήγε στη συνέχεια να συναντήσει τον XXXXX. Καθ' οδό, και συγκεκριμένα η ώρα 18:20, του τηλεφώνησε ο αστυνομικός ο XXXXX, αυτός τον ενημέρωσε για το συμβάν που είχε προηγηθεί και ο αστυνομικός του ζήτησε να πάει στην Αστυνομία και να κάνει καταγγελία. Ο μάρτυρας του είπε ότι θα μιλούσε πρώτα με τον εξάδελφο του τον XXXXX και μετά θα πήγαινε. Συναντήθηκε με τον τελευταίο, τον ενημέρωσε για τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν μετά που ο τελευταίος έφυγε από τη σκηνή και αυτός του είπε να πάει στην Αστυνομία για να κάνει καταγγελία, πράγμα που ο μάρτυρας έπραξε. Προτού πάει στον Αστυνομικό Σταθμό, πήγε στο σπίτι όπου διέμενε ο γιος του για να τον καθησυχάσει, έμεινε εκεί μερικά λεπτά και η ώρα 19:40 πήγε στο Σταθμό. Σε δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την επόμενη μέρα, 03.01.2017, Ένδειξη Β2, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι «λόγω σύγχυσης του και λόγω του σκοταδιού» δεν υπέδειξε στην Αστυνομία «το σωστό ακριβές σημείο», όπου τον είχε χτυπήσει ο Χ. Το σωστό σημείο ήταν 500 μέτρα περίπου βορειότερα από το σημείο που τους είχε υποδείξει και ήταν το σημείο στο οποίο η Αστυνομία είχε εντοπίσει κάλυκες και μία κηλίδα αίματος. Στην ίδια κατάθεση ανέφερε και τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «Επίσης θέλω να σου πω ότι δέχτηκα πολλαπλά κτυπήματα στο κεφάλι με το περίστροφο και γι' αυτό ήμουν συγχυσμένος.» Αντεξεταζόμενος για την υπόδειξη του χώρου όπου είχε γίνει το συμβάν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν επισκέφθηκε την περιοχή την επόμενη μέρα με την Αστυνομία για να τους υποδείξει εκ νέου το χώρο, ο συγκεκριμένος χώρος είχε ήδη «κλείσει» με κορδέλες της Αστυνομίας. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας επικαλέστηκε εκ νέου τη σύγχυση που τον διακατείχε τη 02.01.2017 και είπε, μεταξύ άλλων, ότι την ώρα που έδιδε την πρώτη κατάθεση στην Αστυνομία, δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Βρισκόμουν σε πολλά περίεργη, παράξενη κατάσταση, ήμουν κτυπημένος, γαιματωμένος, ζαλισμένος . Είχα ζήσει μια πρωτόγνωρη κατάσταση με το να με κτυπά ο άλλος πάνω στην κκελλέ με το πιστόλι τζιαι εν ήμουν σε καλή κατάσταση. Πραγματικά δεν ήμουν σε καθόλου καλή κατάσταση. Ήξερα τι μου συνέβαινε, ήξερα τους κινδύνους που διέτρεχα αλλά ένοιωθα μεγάλο φόβο». Σε παρόμοια δήλωση προέβη και κατά την αντεξέτασή του, ήτοι ότι κατά το χρόνο που έδιδε την κατάθεση του ήταν χτυπημένος και συγχυσμένος και γι' αυτό το λόγο δεν ανέφερε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν το συγκεκριμένο χρόνο. Στη συνέχεια ζήτησε όπως «διορθώσει» διάφορα σημεία της κατάθεσης του, μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενέργειες του κατηγορούμενου 2, την 02.01.2017, στο ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ». Πρόβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήθελε να κατεβούν τα δύο πρόσωπα που ήταν μέσα στο όχημα BMW γιατί αν το έπρατταν θα τα έσπαζαν «ούλλα», θα έδερναν τόσο τον ίδιο όσο και το γιο του και θα έκαναν «κάτι σοβαρό μες στο ξενοδοχείο». Περιγράφοντας το επεισόδιο κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «. (ο κατηγορούμενος 2) μπαινόβγαινε μες στο αυτοκίνητο τζιαι προς το αυτοκίνητο τζιαι προσπαθούσε να τους συγκρατήσει τους άλλους θκιο που ήταν μες στο αυτοκίνητο, να τους μιλήσει, "περιμένετε να δούμε ήνταπου να κάμουμε τζιαι ε να έρτει ε να πάει κάτω Λεμεσό, πρέπει να του δώκουμε την ευκαιρία να έρτει με τον ξάδελφο του αφού εν πάει μόνος του, αφού φοάται" τζια είναι πραγματικότητα ότι ο XXXXX Μαρκίδης απότρεψε τους άλλους θκιο με τον τρόπο του να κατεβούν κάτω να μου τα σπάσουν ούλλα τζιαι να με δέρουσιν τζιαι εμένα τζιαι το γιο μου». Σε κάποια άλλη δικάσιμο και ενώ συνέχιζε η κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας τόνισε για ακόμα μια φορά τον ευεργετικό ρόλο του κατηγορούμενου
  13. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «. ο XXXXX ο Μαρκίδης ένιωθε μεγάλη ένταση στο να μεν μπουν τα άτομα που κάθονται μέσα στο αυτοκίνητο, να μεν μπουν να μου τα σπάσουν ούλλα γιατί έλεγε μου χαρακτηριστικά "ρε XXXXX, εν μπορώ να τους σταματήσω, μετά εν θα μπορώ να τους σταματήσω, εν να μπουν μέσα να τα σπάσουν ούλλα, εν να σε δέρουν τζιαι εσένα τζιαι εν να σε σύρουν συρτό μέστο αυτοκίνητο τζιαι θα δέρουν τζιαι τον γιο σου. Σε παρακαλώ έλα να τελειώνουμε, να πάμε τζιαμέ που εν να πάμε, να τους πεις που εν που ένη τα ναρκωτικά, να τους πεις ότι τα έπιασε η Αστυνομία τζιαι να τελειώνουμε".» Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ήταν ο κατηγορούμενος 2 που είχε σταματήσει τον κατηγορούμενο και το τρίτο πρόσωπο από το να κατεβούν από το αυτοκίνητο και να προκαλέσουν φασαρία. Κατά την ιδία δικάσιμο, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά των δύο προσώπων που βρισκόντουσαν εντός του BMW ήταν «έντονη», κάθε δύο λεπτά «επαίζαν πουρού του XXXXX». Ο XXXXX είναι ο κατηγορούμενος
  14. Όταν ο τελευταίος άκουε την πουρού, πήγαινε έξω, τους μιλούσε και επέστρεφε. Σε μία περίπτωση, τα δύο πιο πάνω πρόσωπα κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και εισήλθαν εντός του ξενοδοχείου. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «. εμπήκαν με μια άνεση μέσα στο χώρο το δικό του, επερπατήσασιν, είδαν τους χώρους, δεν του είπαν τίποτε του ιδίου, κάτι εμιλούσαν με το XXXXX τζιαι ξαναφκήκαν έξω». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του είπε χαρακτηριστικά ότι τα δύο αυτά πρόσωπα «εμπήκαν έτσι με ένα τρόπο περπατώντας σαν να τζιαι περπατούσαν μες τα δικά τους περβόλια, άνετοι, εκυκλοφόρησαν μέσα στο χώρο το δικό του τζιαι οι δύο για 2-3 λεπτά, κάτι εμιλούσαν με τον XXXXX τζιαι εφκήκαν έξω». Ο μάρτυρας περίγραψε και τη σκηνή όπου είχε συναντήσει τον Χ και είπε ότι επρόκειτο για ένα χώρο «ερημικό, περίεργο και μοναχικό» και «δεν είχε τίποτε τζιαμαί εκτός από κτηνοτροφικές μονάδες». Υποδείχθηκαν στο μάρτυρα οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1 και αυτός αναγνώρισε ότι στις φωτογραφίες 28 - 37 απεικονιζόταν η σκηνή. Αναγνώρισε, μεταξύ άλλων, ότι στη φωτογραφία 30 απεικονίζονταν οι δύο πλευρές του δρόμου, στην αριστερή πλευρά ήταν σταθμευμένα τα οχήματα, ενώ στη δεξιά πλευρά ήταν το σημείο όπου ο Χ τον έριξε χάμω και τον χτυπούσε. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι όταν έφθασαν στη σκηνή ήταν ήδη νύχτα και ότι εκείνο που κατέγραψε στην κατάθεσή του, «ξεκίνησε να νυχτώνει», δεν ευσταθούσε. Είπε επίσης ότι ο Χ άρχισε να τον χτυπά ενώ αυτός βρισκόταν μπροστά από το άσπρο αυτοκίνητο, που ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου και στη συνέχεια όλοι μεταφέρθηκαν στην άλλη πλευρά του δρόμου, ήτοι στη δεξιά, μέσα στα χωράφια. Ο Χ τον χτύπησε και σε εκείνο το σημείο τον χτυπούσε με το πιστόλι πάνω στην κεφαλή. Ο μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι στη δεξιά πλευρά του δρόμου δεν υπήρχε φωτισμός. Καταθέτοντας προφορικά σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην κτηνοτροφική περιοχή Πολεμιδιών, διαφοροποίησε σε κάποια έκταση τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και ισχυρίστηκε ότι όταν είδε για πρώτη φορά τον Χ, αυτός καθόταν στη θέση του οδηγού, με ανοικτή την πόρτα, ανοικτό το φως της εσωτερικής καμπίνας του αυτοκινήτου και ανοικτά τα φώτα έξω του αυτοκινήτου. Ο Χ κρατούσε ένα πιστόλι στα χέρια του «. τζιαι εμάσιετουν τζιαι όπλιζε το». Ο κατηγορούμενος 2 και ο ίδιος στάθηκαν μπροστά από το αυτοκίνητο και αυτός συνέχισε να ασχολείται με το όπλο, να βάζει σφαίρες μέσα στο γεμιστήρα και να το οπλίζει. Στη συνέχεια κατέβηκε από το αυτοκίνητο είδε τον εξάδελφο του τον XXXXX και απευθυνόμενος προς αυτόν του είπε «ρε κουμπάρε ήντα που κάμνεις». Αμέσως μετά απευθύνθηκε και προς τον ίδιο και του είπε «ρε XXXXX πε μου πού εν τα ναρκωτικά μου». Ο XXXXX του αποκρίθηκε λέγοντας «να σου πούμε πού εν τα ναρκωτικά να τελειώνουμε να φεύκουμε». Στη συνέχεια ο μάρτυρας διαφοροποίησε, εκ νέου σε κάποιο βαθμό τη μαρτυρία του και ισχυρίστηκε ότι ήταν μετά την πιο πάνω συνομιλία που ο Χ είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο και όχι προηγουμένως. Όταν ο Χ κατέβηκε από το αυτοκίνητο, σύμφωνα πάντα με τη δεύτερη εκδοχή του μάρτυρα, πυροβόλησε στον αέρα και οι σφαίρες έπεφταν στο έδαφος. Στη συνέχεια τους απείλησε λέγοντας τους «ρε πέτε μου που εν τα ναρκωτικά μου τζιαι ε να σας παίξω τζιαι τους θκιο. Πέτε μου πού εν τα ναρκωτικά μου». Ο XXXXX προσπάθησε να τον καθησυχάσει και του είπε «ρε εν είσαι ο XXXXX ο Πιπόνιας που ήρταμε έσσω σου τζιαι εβάλαμε σου κάμερες;» και ο Χ του απάντησε «εσού ποιος εν που είσαι ρε; Δως μου την ταυτότητα σου». Ο XXXXX του την έδωσε, ο Χ την πήρε, πήγε μπροστά στα φώτα του αυτοκινήτου, την είδε και την έβαλε μέσα στην τσέπη του. Ο XXXXX τού ζήτησε την ταυτότητα του πίσω και αυτός τού την επέστρεψε. Εκείνη τη στιγμή του είπε «ρε δεν είσαι εσύ που ήρτες τζιαι έβαλες μου κάμερες σπίτι μου με τον XXXXX;». Στη συνέχεια ο Χ όπλισε και «έπαιξε για πρώτη φορά το πιστόλι του». Αμέσως μετά έδωσε μια μπουνιά στον κατηγορούμενο 2 και του είπε «ρε πού εν τα ναρκωτικά μου; Ήντα που σκέφτεσαι να κάμεις με τα ναρκωτικά μου». Ακολούθως έδωσε και μία μπουνιά στο μάρτυρα και τον ρώτησε και αυτόν πού ήταν τα ναρκωτικά του. Ο Μ.Κ.1 τον ρώτησε γιατί τον χτυπούσε και τότε αυτός τον έπιασε από τα μαλλιά, τον χτυπούσε με το πιστόλι πάνω στην κεφαλή, «. ώσπου τζιαι έσυρε τον κάτω χαμαί». Τον κτυπούσε για 8 - 10 λεπτά. Ο κατηγορούμενος 2 τού ζητούσε να σταματήσει και τότε ο Χ σηκώθηκε από το έδαφος, πήγε στο μέρος που ήταν ο κατηγορούμενος 2 και άρχισε να χτυπά εκείνον. Ακολούθως επέστρεψε στο σημείο που ήταν ο Μ.Κ.1 «εξανάπιαε τον τζιαι εφάκκαν τον χαμαί, εξανάσυρεν τον χαμαί, εξαναφάκκαν του ακριβώς με τον ίδιο τρόπο σε διαφορετικό σημείο» και ζητούσε να πληροφορηθεί από το ΜΚ1 πού ήταν τα ναρκωτικά του. Ο κατηγορούμενος 2 προσπάθησε εκ νέου να παρέμβει. Μετά την πιο πάνω παρέμβαση, ο Χ έπιασε ξανά τον κατηγορούμενο 2 και τον «εξαναφάκκαν» για ακόμα δύο τρία λεπτά. Στη συνέχεια τους έβαλε «δίπλα-δίπλα» και χτυπούσε μια τον ένα και μια τον άλλο και ρωτούσε ταυτόχρονα τι είχαν απογίνει τα ναρκωτικά του. Ανάγκασε στη συνέχεια τον κατηγορούμενο 2 να γονατίσει και του είπε «ρε, πε μου ήντα που να κάμεις με τα ναρκωτικά γιατί ε να σε παίξω». Ο κατηγορούμενος 2 του είπε τότε ότι θα ζητούσε από τους γονείς του τα χρήματα, ήτοι τις €35.000 και θα του τα έπαιρνε για να τους αφήσει ήσυχους. Αμέσως μετά ο Χ έριξε τον τελευταίο πυροβολισμό στον αέρα και απομακρύνθηκε με το όχημα του. Ο Μ.Κ.1 και ο κατηγορούμενος 2 επιβιβάστηκαν τότε στο όχημα του πρώτου. Όταν ο κατηγορούμενος 2 είδε ότι ο Μ.Κ.1 ήταν «γαιματωμένος», απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του Χ και του ζήτησε «σιήλια συγνώμη». Επανέλαβε τις απολογίες του «τζιαι τα σιήλια συγνώμη» δύο με τρεις φορές. Ο Μ.Κ.1 αντεξετάστηκε για τον ισχυρισμό που πρόβαλε στην κυρίως εξέτασή του, ότι ο Χ μόλις τον είδε του είπε, «ρε XXXXX πε μου πού εν τα ναρκωτικά μου». Η εκφώνηση του ονόματος του θα ήταν ένδειξη ότι οι δύο τους ήταν γνωστοί μεταξύ τους, κάτι που δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία του. Ανατρέποντας προηγούμενη δήλωση του, ισχυρίστηκε ότι ο Χ δεν ανέφερε τη λέξη «XXXXX» αλλά του είπε «ρε πε μου πού εν τα ναρκωτικά μου». Στη συνέχεια όμως τροποποίησε για ακόμη μια φορά την πιο πάνω θέση και είπε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο ο δράστης τον είχε αποκαλέσει με το όνομα του. Αντεξετάστηκε και σε σχέση με το χρόνο που είδε για πρώτη φορά το πιστόλι που κρατούσε ο δράστης. Ισχυρίστηκε ότι είδε το πιστόλι ενώ ο δράστης βρισκόταν εντός του οχήματος, διέκρινε όμως ότι αυτό ήταν χρώματος γκρίζου όταν αυτός κατέβηκε από το όχημα του. Εκείνο που ανέφερε στην κατάθεση του «τότε είδα ότι στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα μικρό πιστόλι γκρίζου σκούρου χρώματος» αναφερόταν στο χρώμα, ήτοι ότι τότε είδε για πρώτη φορά ότι το πιστόλι που κρατούσε ο δράστης ήταν γκρίζου χρώματος. Ο Μ.Κ.1 είπε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια το χρόνο που ο Χ χτυπούσε τον ίδιο και τον κατηγορούμενο
  15. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 χτυπήθηκε από τον Χ για μικρότερο χρόνο απ' ότι τον ίδιο. Σε κάποιο άλλο σημείο ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ο Χ χτύπησε τον κατηγορούμενο 2 ήταν γιατί ο τελευταίος είχε προσπαθήσει δύο φορές να σταματήσει τον Χ να χτυπά τον ίδιο. Πρόσθεσε επίσης ότι ο Χ δεν χτυπούσε τον κατηγορούμενο 2 για δέκα συνεχόμενα λεπτά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν χτυπούσε τον κατηγορούμενο 2 με το ίδιο σθένος, με την ίδια βαρβαρότητα. Ο Μ.Κ.1 αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων και για το γεγονός ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία σε σχέση με τα επίδικα συμβάντα, έγγραφο με Ένδειξη Β1, δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το περιστατικό με την ταυτότητα του XXXXX. Ο μάρτυρας απέδωσε την παράλειψη του στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο που έδιδε την κατάθεση, ήταν χτυπημένος και φοβισμένος καθότι είχε δεχθεί απειλή ότι θα του σκότωναν τα παιδιά του. Ο Μ.Κ.1 ερωτηθείς και σε σχέση με το άσπρο όχημα, το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX54 που αναγνώρισε ενώ βρισκόταν στην Αστυνομία ως το όχημα που οδηγείτο από το δράστη κατά τον επίδικο χρόνο, παραδέχθηκε ότι δεν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι επρόκειτο για το ίδιο όχημα. Το όχημα που είδε τη συγκεκριμένη νύχτα έμοιαζε με το όχημα XXXXX54 που του υπέδειξε η Αστυνομία, δεν ήταν σε θέση να πει μετά βεβαιότητας όμως ότι επρόκειτο για το ίδιο όχημα. Συμφώνησε ότι υπήρχαν και άλλα μοντέλα αυτοκινήτων διαφορετικών εταιρειών που έμοιαζαν με το όχημα που είχε δει το συγκεκριμένο βράδυ και ότι ο ίδιος δεν είχε δει τον αριθμό εγγραφής του οχήματος. Ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως το δράστη, ήτοι ως το Χ. Σημειώνουμε ότι ο μάρτυρας δεν γνώριζε τον Χ πριν από το επίδικο συμβάν, ήτοι δεν ήταν άτομο γνωστό του. Άκουσε για το όνομα «XXXXX Πεπόνιας», για πρώτη φορά, την 02.01.
  16. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 2 τον πληροφόρησε, ενώ βρισκόντουσαν στο ξενοδοχείο του στο Σαϊττά, ότι θα πήγαιναν να συναντήσουν κάποιον «Πεπόνια», ένα νεαρό που ήταν γαμπρός του «XXXXX στα Πολεμίδια, του γενά». Η αναγνώριση έγινε για πρώτη φορά από το εδώλιο του κατηγορούμενου, μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση μας ημερομηνίας 06.12.
  17. Ο Μ.Κ.1 ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο δράστης. Ισχυρίστηκε ότι τον έβλεπε καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου, ήτοι για 10 με 15 λεπτά. Αντεξεταζόμενος για το θέμα αυτό ισχυρίστηκε ότι ήταν 100% σίγουρος ότι το πρόσωπο που τον είχε χτυπήσει ήταν ο κατηγορούμενος
  18. Ο Μ.Κ.1 περιέγραψε τον κατηγορούμενο 1 ως άτομο «καλού αναστήματος», όχι μικρού αναστήματος, ούτε όμως τόσο γεροδεμένος όσο ο κατηγορούμενος
  19. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1 που τον είχε ταυτίσει προηγουμένως με τον Χ, τον είχε «κωλοσύρει» από τη μια πλευρά του δρόμου στην άλλη πλευρά του δρόμου. Να σημειωθεί ότι το ύψος του παραπονούμενου, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν 1.81 και το βάρος του 90 κιλά περίπου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1 βάδιζε, γονατούσε και έσκυβε άνετα χωρίς κανένα πρόβλημα. Η επαφή με το δράστη ήταν συνεχής, «δεν έχασε ούτε δευτερόλεπτο επαφή γιατί (αυτός) κρατούσε πιστόλι» και δεν του «άφησε περιθώριο να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά». Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 είπε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι την 02.01.2017, την ίδια εξωτερική όψη που είχε κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκεκριμένα την 08.12.2017, ημέρα που αυτός αντεξεταζόταν. Ρωτήθηκε ειδικά για το βάρος του κατηγορούμενου 1 και του υποβλήθηκε ότι την ημέρα που ο μάρτυρας κατέθετε, ήτοι την 08.12.2017, ο κατηγορούμενος 1 ήταν κατά 20 κιλά πιο λεπτός απ' ότι ήταν αρχές του 2017 όταν έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο. Ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο αυτός ήταν 20 κιλά πιο λεπτός. Ρωτήθηκε και σε σχέση με τα μαλλιά του κατηγορούμενου 1 και του υποβλήθηκε ότι την 08.12.2017 είχε περισσότερα μαλλιά και ότι τα μαλλιά του κατά τον επίδικο χρόνο δεν παρουσίαζαν την ίδια εικόνα. Ο Μ.Κ.1 ήταν απόλυτα σίγουρος ότι τα μαλλιά του ήταν τα ίδια. Αντεξετάστηκε και κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 είχε οποιαδήποτε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Ο Μ.Κ.1 δεν πρόσεξε τα τατουάζ που είχε ο κατηγορούμενος 1 στο λαιμό του δεξιά και αριστερά, ούτε το σκουλαρίκι, ούτε το «βαθούλωμα» στο μέτωπο του, πρόσεξε όμως ότι πάνω από το δεξί του φρύδι είχε μια σχισμή. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, σχετικό είναι το έγγραφο με Ένδειξη Α, ότι την 12.01.2017 και ώρα 12:00 ο Αστ. XXXXX1, XXXXX Μαυρομούστακος μετέβηκε στον καρδιολογικό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού μαζί με το Λοχία XXXXX9 Βακανά, Μ.Κ.8, και Α/Αστ. XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, όπου νοσηλευόταν ο κατηγορούμενος 1, σχετικά με επιθυμία που εξέφρασε ο τελευταίος ώστε να τύχει αναγνώρισης μόνος του από μάρτυρα, χωρίς τη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης. Όταν πληροφορήθηκε από το Μαυρομούστακο ότι η Αστυνομία ήταν έτοιμη για τη διαδικασία και του ζητήθηκε η γραπτή συγκατάθεση του, εξέφρασε την επιθυμία να συμβουλευτεί το δικηγόρο του και μετά από συνομιλία που είχε με τον Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι θα διαβουλευόταν με το δικηγόρο του και θα απαντούσε μέχρι το βράδυ της ίδιας ημέρας. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 και ο τότε δικηγόρος του δεν επανήλθαν στην Αστυνομία σχετικά με συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1 για αναγνώριση, αλλά ούτε και η Αστυνομία προέβη σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια προς αναγνώριση. Η υπόθεση παρουσιάστηκε για παραπομπή της στο Κακουργιοδικείο στις 17.01.
  20. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 φωτογραφήθηκε, την 11.01.2017, στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου νοσηλευόταν, από τον Αστ.XXXXX0 XXXXX Παντελή, Μ.Κ.6, μέλος της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού, για σκοπούς καταχώρισης της φωτογραφίας του στο αρχείο υπόπτων της Υ.ΚΑ.Ν. Η συγκεκριμένη φωτογραφία ουδέποτε υποδείχθηκε στον παραπονούμενο, Μ.Κ.
  21. Ο Α/Αστ.XXXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, αντεξεταζόμενος για το θέμα της αναγνώρισης του δράστη, ισχυρίστηκε ότι δεν θεώρησε σκόπιμο να ζητήσει από το Μ.Κ.1 να περιγράψει το άτομο που τον είχε χτυπήσει, καθότι ο Μ.Κ.1 του είχε ήδη αναφέρει το όνομα του, ότι ήταν «ο XXXXX Πιπόνιας». Από τη στιγμή που γνώριζε σε ποιο πρόσωπο αναφερόταν ο Μ.Κ.1, οποιοδήποτε σκίτσο ή περιγραφή θεωρήθηκε άσκοπη. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του είπε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα ο παραπονούμενος, Μ.Κ.1, να είχε κάμει λάθος ή να είχε κίνητρο ή λόγο να πει ψέματα σε σχέση με την ταυτότητα του συγκεκριμένου προσώπου. Ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε επίσης ότι θα ήταν πρακτικά δύσκολο να γίνει αναγνωριστική παράταξη ή να αναγνωριστεί ο δράστης μέσω φωτογραφιών, λόγω του γεγονότος ότι αυτός βρισκόταν στο Νοσοκομείο. Απόρριψε και τη θέση που του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο Μ.Κ.1 θα μπορούσε να είχε πάει στο Νοσοκομείο, όπου βρισκόταν ο δράστης, για να τον αναγνωρίσει. Αυτό δεν ήταν εφικτό, καθότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε δώσει σχετική συγκατάθεση. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε ενδοιασμούς για τη διαδικασία αναγνώρισης, καθότι κάποιος αστυνομικός τον είχε φωτογραφίσει ενώ βρισκόταν στο Νοσοκομείο και φοβόταν ότι η φωτογραφία αυτή θα υποδεικνυόταν στον Μ.Κ.1, προτού λάβει χώρα η διαδικασία αναγνώρισης. Για το θέμα της αναγνώρισης κατέθεσε και ο Λοχίας XXXXX9 XXXXX Βακανάς, Μ.Κ.8, που ήταν ο δεύτερος αστυνομικός που είχε πάει στο Νοσοκομείο την 12.01.2017 για σκοπούς αναγνώρισης. Ο Μ.Κ.8 ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Ισχυρίστηκε ότι ήταν αδύνατο στο χώρο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος 1, ήτοι στο Νοσοκομείο, να γίνει αναγνωριστική παράταξη καθότι θα ήταν δύσκολο να βάλει 8 - 10 κρεβάτια δίπλα δίπλα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν θα ήταν «υπέρ του κατηγορούμενου 1» να ακολουθείτο τέτοια διαδικασία. Και αυτός ο μάρτυρας ανέφερε ότι η δικαιολογία που είχε προβάλει ο κατηγορούμενος 1, ήταν η φωτογραφία που είχε ληφθεί πριν τη διαδικασία αναγνώρισης. Κατά την άποψή του όμως, η δικαιολογία αυτή ήταν απλά «μια πρόφαση» καθότι δεν υπήρχε περίπτωση ο ίδιος, που ήταν και ο εξεταστής της υπόθεσης, να δείξει τη φωτογραφία του κατηγορούμενου 1 στον παραπονούμενο, Μ.Κ.1, πριν να γίνει η διαδικασία αναγνώρισης. Συμφώνησε όμως ότι ήταν λάθος του αστυνομικού που έλαβε την κατάθεση από το Μ.Κ.1, να παραλείψει να ζητήσει από τον τελευταίο περιγραφή του δράστη. Του υποβλήθηκε τότε από την Υπεράσπιση ότι υπήρχε η δυνατότητα λήψης συμπληρωματικής κατάθεσης και να του ζητηθεί να περιγράψει το δράστη. Ο μάρτυρας πρόβαλε τη θέση ότι οι συμπληρωματικές καταθέσεις δεν ήταν «θεμιτές». Συμφώνησε επίσης ότι ήταν λάθος ενέργεια εκ μέρους της Αστυνομίας η λήψη φωτογραφίας του κατηγορούμενου 1, την 12.01.
  22. Οι φωτογραφίες που λαμβάνονται από την Αστυνομία, σύμφωνα με το Μ.Κ.8, καταχωρούνται σε ένα αρχείο στο οποίο έχουν πρόσβαση όλα τα Τμήματα της Αστυνομίας, δεν διατηρεί κάθε Τμήμα το δικό του αρχείο. Αναγνώρισε επίσης ότι στο σύστημα της Αστυνομίας υπήρχαν τρία πρόσωπα που έφεραν το όνομα «XXXXX Πιπόνιας». Το πρόσωπο που φωτογράφισε τον κατηγορούμενο 1, ενώ ο τελευταίος βρισκόταν στο Νοσοκομείο, ήταν ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Παντελή, Μ.Κ.
  23. Ο τελευταίος ισχυρίσθηκε ότι η φωτογραφία λήφθηκε για να καταχωρηθεί στο Αρχείο της Υ.ΚΑ.Ν. Πρόκειται για συνήθη πρακτική που ακολουθείται από το συγκεκριμένο τμήμα της Αστυνομίας. Η Υ.ΚΑ.Ν. διατηρεί δικό της αρχείο φωτογραφιών το οποίο είναι ανεξάρτητο από το αρχείο που τηρεί το ΤΑΕ Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «E. Το ΤΑΕ δεν κάνει το ίδιο πράμα; Δεν είναι όλα τα τμήματα που κάνουν διερεύνηση που κάνουν αυτήν τη διαδικασία βάσει των αστυνομικών διατάξεων; A. Το ΤΑΕ το κάμνει για δικό του αρχείο. Εμείς στην ΥΚΑΝ, που αφορά το επαρχιακό κλιμάκιο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, το κάνουμε για το αρχείο που τηρείται. Αν τηρούν δικό τους, δεν ξέρω αν έχουν και αυτοί αρχείο όπως έχει η ΥΚΑΝ. Εμείς το κάνουμε και αφορά μονό τους δικούς μας υπόπτους. E. Και ούτε μετά σε ρώτησε κάποιος από το ΤΑΕ ανακριτής αναφορικά με αυτήν τη φωτογραφία; A. Όχι. E. Αν έλαβες ή δεν έλαβες; A. Δεν θυμάμαι. Νομίζω όχι. Πάντως δεν την έδωσα σε κανέναν αυτήν τη φωτογραφία.» Ο Μ.Κ.6 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι όταν πήγε για φωτογράφιση ο κατηγορούμενος 1 είχε στο μέτωπο του ένα «βαθούλωμα», το οποίο ήταν εμφανές. Ο Μ.Κ.6 είπε επίσης ότι στη Λεμεσό υπήρχε ακόμα ένα πρόσωπο με το όνομα XXXXX Πιπόνιας που απασχολούσε την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών. Σε σχέση με την κατάσταση που βρισκόταν ο κατηγορούμενος 1 κατά τον επίδικο χρόνο και συγκεκριμένα σε σχέση με την κινητικότητά του, κατέθεσαν και οι Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.4 και ο Α/Αστ.XXXXX3 XXXXX Σωκράτους, Μ.Κ.
  24. Ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.4, ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με τη φυσική κατάσταση του κατηγορούμενου 1, κατά το χρόνο που διενεργήθηκε έρευνα στο σπίτι του τελευταίου, έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Ήταν μια χαρά όπως ανέφερα και προηγουμένως. Είχε κινητικότητα, ήταν μια χαρά. Δεν μου φαινόταν να είχε κάποιο πρόβλημα. Αν είχε θα το έλεγε. Δεν μας είπε κάτι εμάς.». Όταν ο κατηγορούμενος 1 μεταφέρθηκε στη συνέχεια στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, αυτός, σύμφωνα πάντα με τον Μ.Κ.4, χρησιμοποίησε τις σκάλες που αποτελούνταν από 20 σκαλιά περίπου για να μεταβεί από το ισόγειο στον πρώτο όροφο. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την πιο πάνω μαρτυρία, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας ο κατηγορούμενος καθόταν δίπλα από το τζάκι και ότι ήταν η σύζυγος του που ήταν παρούσα κατά την έρευνα των διαφόρων δωματίων. Του υποβλήθηκε επίσης ότι όταν ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στον πρώτο όροφο των γραφείων του ΤΑΕ Λεμεσού, στηριζόταν στο κιγκλίδωμα της σκάλας. Ο μάρτυρας απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις. Ο Α/Αστ.XXXXX3 XXXXX Σωκράτους, Μ.Κ.7, όχι μόνο δεν παρατήρησε οποιοδήποτε πρόβλημα κινητικότητας του κατηγορούμενου 1, αλλά αντιθέτως διαπίστωσε ότι αυτός ήταν «υπερκινητικός». Διαπίστωση την οποία αποκάλυψε στο Δικαστήριο χωρίς να προηγηθεί καν σχετική ερώτηση. Λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 «ήταν μια χαρά, ήταν φυσιολογικός» και ήταν απόλυτος σίγουρος ότι αυτός δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την ανάβαση του στον πρώτο όροφο του κτιρίου που στεγάζονταν τα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Υποβλήθηκε και σ' αυτό το μάρτυρα ότι κατά τη διάρκεια της έρευνας στην οικία του κατηγορούμενου 1 αυτός καθόταν συνέχεια δίπλα από το τζάκι, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Για το ίδιο θέμα, ήτοι την κινητικότητα του κατηγορούμενου 1, κατέθεσαν και οι μάρτυρες υπεράσπισης XXXXX Χαραλάμπους, Μ.Υ.3 και XXXXX Συμιλλίδης, Μ.Υ.
  25. Ο XXXXX Χαραλάμπους, Μ.Υ.3, είναι γυμναστής από το 2011 απόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής. Διατηρούσε γυμναστήριο το Body Fitness Gym Center. Ένας εκ των πελατών του Μ.Υ.3 ήταν και ο κατηγορούμενος 1, τον γύμναζε για δύο - τρία χρόνια, τρεις - τέσσερις φορές την εβδομάδα. Η εκγύμναση του κατηγορούμενου 1 σταμάτησε όταν ο τελευταίος συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση. Ο κατηγορούμενος 1, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, είχε αστάθεια και αυτός ανέλαβε να του κάνει ασκήσεις ισορροπίας, ασκήσεις ενδυνάμωσης και ισομετρικές ασκήσεις. Ο κατηγορούμενος 1 είχε αστάθεια κατά το σκύψιμο, κατά το ημικάθισμα και κατά τη βάδιση. Ο κατηγορούμενος 1 στηριζόταν σε δεκανίκια και σε υποστήριγμα, γνωστό ως «Π». Ο μάρτυρας δεν θυμόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 πήγαινε στο γυμναστήριο οδηγώντας ο ίδιος, θυμόταν όμως ότι τον έπαιρναν διάφορα άτομα και ότι μετά την προπόνηση κάποιος πήγαινε και τον έπαιρνε. Με τη γυμναστική η κατάσταση του σταθεροποιήθηκε σε κάποιο βαθμό, όταν έκανε ισομετρικές ασκήσεις δεν έτρεμε και δυνάμωσαν κάποιοι μύες. Συνέχισε όμως να χρειάζεται κατά τη βάδιση υποστήριγμα. Η Κατηγορούσα Αρχή αμφισβήτησε τη θέση του μάρτυρα ότι χρειαζόταν υποστηρίγματα για να τον στηρίξουν. Ο XXXXX Συμιλλίδης, Μ.Υ.4, είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών και έχει την ειδικότητα του ορθοπεδικού χειρούργου. Την ειδικότητα του την απέκτησε σε νοσοκομεία στη Νότια Αφρική και στην Αμερική. Στην Κύπρο εργάζεται ως γιατρός από το
  26. Ο μάρτυρας είχε εξετάσει τον κατηγορούμενο 1 το 2004, τον Απρίλιο του 2007 και το Σεπτέμβριο του
  27. Ο κατηγορούμενος 1, σύμφωνα με την κατάθεση του γιατρού, είχε τραυματιστεί σε τροχαίο ατύχημα με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα του 8ου και 9ου θωρακικού σπονδύλου με πλήξη του νωτιαίου μυελού. Αρχικά παρουσίασε παραπληγία, στη συνέχεια έγινε σταθεροποίηση του κατάγματος του. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε σπονδυλοδεσία στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Παρατηρήθηκε βελτίωση της κατάστασης του. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά ο γιατρός, «από παραπληγία έγινε πάρεση». Ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση της κατάστασης του κατηγορούμενου
  28. Ερωτηθείς για το συγκεκριμένο θέμα κατά πόσο υπάρχει κάποιο χρονικό όριο ή πλαίσιο εντός του οποίου ένας γιατρός αναμένει ότι ένας ασθενής στην κατάσταση που ήταν ο κατηγορούμενος 1 θα μπορούσε να βελτιωθεί, είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Α. Ο ανωτέρω, ο κύριος XXXXX Πεπόνιας, υπέστη ένα κάταγμα στον όγδοο και ένατο σπόνδυλο, με πλήξη του νωτιαίου μυελού, ο οποίος αρχικά παρουσίασε παραπληγία. Έγινε μια σταθεροποίηση του κατάγματος, παρουσίασε μια βελτίωση τον πρώτο καιρό. Αν η βελτίωση η οποία αναμένεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι μάξιμουμ 18 - 24 μήνες, τότε μπορεί να βελτιωθεί μέχρι εκείνο το διάστημα. Άρα από το 1999 μέχρι το 2000, ότι κερδήθηκε νευρολογικά, κερδήθηκε. Από εκεί και κάτω, δεν αναμένεται βελτίωση.» Ο μάρτυρας υιοθέτησε τα όσα κατέγραψε στο ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε την 15.09.2010, Τεκμήριο
  29. Σύμφωνα με το πιο πάνω έγγραφο, ο κατηγορούμενος 1 παρουσιάζει πάρεση των κάτω άκρων, είναι ανίκανος για εργασία γιατί το πρόβλημα του είναι μόνιμο και χρειάζεται επειγόντως βοήθεια στο σπίτι γιατί δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετείται και χρησιμοποιεί πάντα «πατερίτσες» για τη μετακίνηση του. Ρωτήθηκε, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 θα μπορούσε στην κατάσταση που βρισκόταν να «κωλοσύρει ένα άνθρωπο 90 κιλών από τη μια πλευρά του δρόμου στην άλλη», χωρίς να έχει οποιαδήποτε βοήθεια. Ο μάρτυρας θεωρούσε ότι αυτό θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο, σχεδόν ανέφικτο. Δύσκολο και ανέφικτο ήταν επίσης για τον κατηγορούμενο 1 να σκύψει, να γονατίσει άνετα και να βαδίσει χωρίς πρόβλημα. Η τελευταία φορά που ο μάρτυρας εξέτασε τον κατηγορούμενο 1 ήταν το
  30. Κατέθεσε όμως ότι δεν ανέμενε να είχε αλλάξει η κλινική εικόνα του συγκεκριμένου προσώπου έκτοτε, λόγω του φύσης του τραυματισμού που υπέστη. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσο η λήψη φαρμάκων και ή ναρκωτικών, όπως είναι η κοκαΐνη, θα μπορούσαν να βελτιώσουν την κινητικότητά του. Ο μάρτυρας ήταν απόλυτος ότι δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα. Κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στο μάρτυρα ένα ιατρικό πιστοποιητικό, ημερομηνίας 10.03.2004 το οποίο έφερε το όνομα του. Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι επρόκειτο για πιστοποιητικό το οποίο είχε εκδώσει ο ίδιος, δεν το ανέφερε όμως κατά τη μαρτυρία του καθότι δεν περιλαμβανόταν στα έγγραφα που διατηρούσε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του. Και σε εκείνο το πιστοποιητικό, Τεκμήριο 42, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 παρουσίαζε πάρεση των κάτω άκρων, ότι το πρόβλημα του ήταν μόνιμο και ήταν ανίκανος για εργασία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το 1999 υπέστη κατάγματα σπονδύλου και υπεβλήθη σε εγχείρηση. Σύμφωνα με την έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ημερομηνίας 24.01.2012, για τις ανάγκες και ασχολίες του χρειάζεται βοήθεια τρίτου προσώπου και του εγκρίθηκε έκτοτε η παροχή οικιακού βοηθού στο σπίτι. Ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε μαρτυρία και σε σχέση με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 ήταν δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας. Προφανώς η μαρτυρία αυτή κρίθηκε αναγκαία για να αντικρούσει τον ισχυρισμό του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, ότι ο δράστης, ήτοι ο Χ, κρατούσε το πιστόλι με το δεξί του χέρι και με το ίδιο χέρι κρατούσε το κλείστρο πίσω για να υπάρχει η οπή. Κλήθηκε ο γραφολόγος XXXXX Μαρκίδης, Μ.Υ.1, για να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν αριστερόχειρας και όχι δεξιόχειρας. Ο XXXXX Μαρκίδης, Μ.Υ.1, είναι δικαστικός γραφολόγος. Η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο την Έκθεση του, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 32, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι η γραφή/πιστοποίηση και υπογραφή που φαίνεται στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου 1, Τεκμήριο 20, γράφτηκαν με το αριστερό χέρι του κατηγορούμενου 1 και δεν μπορεί να γράφτηκαν με το δεξί του. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 1 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμφιδέξιο άτομο, δεν έχει δηλαδή την επιδεξιότητα να γράφει και να υπογράφει και με τα δύο του χέρια. Το χέρι που γράφει και υπογράφει με επιδεξιότητα είναι το αριστερό του χέρι. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι ήταν η πρώτη φορά στην καριέρα του που κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσο κάποιο άτομο ήταν αριστερόχειρας, δεξιόχειρας ή αμφιδέξιος. Περαιτέρω σε ερώτηση κατά πόσο συμφωνούσε με τη θέση ότι κάποιο πρόσωπο που μπορούσε να γράφει με το αριστερό χέρι εξυπακούεται ότι έκανε όλες τις υπόλοιπες εργασίες με το ίδιο χέρι, ο Μ.Υ.1 απάντησε ότι το θέμα αυτό δεν ενέπιπτε στην εμπειρογνωμοσύνη του. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε και στο άσπρο όχημα που οδηγείτο το συγκεκριμένο βράδυ από το δράστη. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι επρόκειτο για το όχημα XXXXX54, ιδιοκτησία της XXXXX Γεωργίου, συζύγου του κατηγορούμενου
  31. Ενώπιον του Δικαστηρίου προβλήθηκε ο ψηφιακός δίσκος που παραλήφθηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της οικίας με αριθμό 12 στην οδό XXXXX, Τεκμήριο
  32. Το σημείο όπου ήταν τοποθετημένη η πιο πάνω κάμερα απέχει 500 μέτρα περίπου από τη σκηνή που διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Στον πιο πάνω ψηφιακό δίσκο φαίνεται η ώρα 18:50 να περνά ένα αυτοκίνητο άσπρου χρώματος το οποίο επέστρεψε η ώρα 19:
  33. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Α/Αστ.XXXXX7 Στ. Αντωνίου, Μ.Κ.2 η οποία δεν αμφισβητήθηκε, το σύστημα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης παρουσίαζε μια απόκλιση στην ώρα. Αντί να φαίνεται στο βίντεο 17:50 φαινόταν 18:
  34. Ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι το όχημα που φαίνεται στον πιο πάνω ψηφιακό δίσκο είναι παρόμοιο με το όχημα XXXXX
  35. Αντεξεταζόμενος για το θέμα αυτό είπε τα πιο κάτω, τα οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια: «Είναι όχημα παρόμοιου τύπο και σε συνδυασμό με την καταγγελία του παραπονουμένου μας και τις ώρες τις οποίες έχει αναφέρει και φαίνεται και το αυτοκίνητο του να κατευθύνεται και να φεύγει από τη σκηνή, εμείς πιστεύουμε ότι είναι το αυτοκίνητο της συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου.» Παραδέχτηκε επίσης ότι ο δρόμος επί του οποίου πορευόταν το συγκεκριμένο όχημα δεν οδηγούσε αποκλειστικά προς την κτηνοτροφική περιοχή αλλά υπήρχε και ένα στρίψιμο στα δεξιά που οδηγούσε σε δρόμο αδιέξοδο με κατοικίες και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το όχημα αυτό να μην είχε πάει στην κτηνοτροφική περιοχή, όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, αλλά να είχε πάει σε οποιοδήποτε άλλο σημείο. Για το ίδιο θέμα κατέθεσε και ο Λοχίας XXXXX XXXXX Βακανάς, Μ.Κ.8, ο οποίος είχε δει και αυτός το συγκεκριμένο ψηφιακό δίσκο. Ήταν η θέση του ότι το άσπρο όχημα που φαίνεται στον εν λόγω δίσκο έμοιαζε με το όχημα XXXXX54 αλλά δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο ταυτιζόταν καθότι δεν είχε δει τα νούμερα, η μάρκα του οχήματος δεν φαινόταν και ούτε γνώριζε την πορεία του οχήματος αυτού, ήτοι κατά πόσο κατέληξε ή όχι στην κτηνοτροφική περιοχή. Για το θέμα των υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης κατέθεσε η XXXXX Αυξεντίου, Μ.Κ.3, προϊσταμένη του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, η μαρτυρία της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε σημείο της. Η μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η ανίχνευση σωματιδίων με τρία συστατικά είναι απόδειξη ότι έχει γίνει εκπυρσοκρότηση όπλου και «ότι έχει αγγίξει κάποιος ή το αντικείμενο που βρέθηκαν πάνω του αυτά τα σωματίδια με τα τρία στοιχεία, ότι ήταν κοντά σε χώρο που έγινε εκπυρσοκρότηση όπλου ή ότι ήταν σε κοντινή απόσταση». Η ανίχνευση σωματιδίων με δύο στοιχεία είναι απόδειξη ότι τα σωματίδια αυτά «πιθανό να βρίσκονταν κοντά σε εκπυρσοκρότηση όπλου, πιθανό να το άγγιξε κάποιος που είχε εκπυρσοκροτήσει όπλο ή να ήρθε σε επαφή με άλλο αντικείμενο ή να ήταν σε κοντινή απόσταση». Επεξήγησε στη συνέχεια ότι ο μόλυβδος, το βάριο και το αντιμόνιο είναι άλατα που βρίσκονται στο περιβάλλον και «είναι από πολλούς παράγοντες που μπορεί να βρούμε τα στοιχεία αυτά μαζί». Όταν ανιχνευθούν σωματίδια που περιέχουν και τα τρία στοιχεία, αυτό οφείλεται αποκλειστικά από την εκπυρσοκρότηση όπλου. Η εναπόθεση των σωματιδίων αυτών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως είναι οι καιρικές συνθήκες, το είδος του όπλου, ο τρόπος που δημιουργείται το νέφος, το αντικείμενο στο οποίο θα επικαθίσουν τα υπολείμματα και άλλους. Τα σωματίδια αυτά μπορούν να μεταφερθούν από ένα άνθρωπο σε άλλο άνθρωπο ή από άνθρωπο σε ένα αντικείμενο ή από αντικείμενο σε αντικείμενο. Συμφώνησε με τη θέση που της τέθηκε από την Υπεράσπιση ότι σε περίπτωση που υπάρξει εκπυρσοκρότηση όπλου και τα υπολείμματα εκπυρσοκρότησης επικαθήσουν πάνω σε ένα αντικείμενο, εάν ένα πρόσωπο αγγίξει το αντικείμενο αυτό και στη συνέχεια αγγίξει κάποιο άλλο πρόσωπο, τα σωματίδια που υπήρχαν στο πρώτο αντικείμενο είναι δυνατό να μεταφερθούν στο δεύτερο αυτό πρόσωπο και ότι η μεταφορά μπορεί να γίνει και μέσω της ενδυμασίας κάποιου προσώπου. Από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργούνται δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί ο χρόνος εναπόθεσης των υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το όπλο που πυροδότησε το καψύλλιο για να παραχθούν τα σωματίδια που εντοπίστηκαν, είναι ακαθόριστο. Θα μπορούσε να είχε πυροδοτηθεί και από κυνηγετικό όπλο. Κατέθεσε επίσης ότι για να ήταν σε θέση να ταυτιστούν τα υπολείμματα εκπυρσοκρότησης με συγκεκριμένους κάλυκες, θα έπρεπε να είχαν εξετασθεί οι κάλυκες αυτοί. Η Μ.Κ.3 κατέθεσε και σε σχέση με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει η Αστυνομία προληπτικά για να αποφευχθεί η τυχόν επιμόλυνση των δειγμάτων καθότι, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, αν γίνει επιμόλυνση του δείγματος αυτό είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό και αυτό, κατ' επέκταση, θα έχει αντίκτυπο στα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Κατέθεσε ότι το Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας, έχει ετοιμάσει ένα «kit» για να χρησιμοποιείται από τις Αστυνομικές Αρχές όταν γίνεται δειγματοληψία υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου από όχημα. Στο εν λόγω κιβώτιο περιέχονται ταινίες δειγματοληψίας ως επίσης ένα έγγραφο που τιτλοφορείται «ΟΔΗΓΙΕΣ ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑΣ ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΩΝ ΕΚΠΥΡΣΟΚΡΟΤΗΣΗΣ ΟΠΛΟΥ (Y.E.Ο.) ΑΠΟ ΟΧΗΜΑ», Τεκμήριο
  36. Σύμφωνα με το πιο πάνω Τεκμήριο αλλά και όπως εξήγησε η Μ.Κ.3, δίδονται ως γενικές οδηγίες στον αστυνομικό να μην προβεί ο ίδιος σε δειγματοληψία αν έχει χειριστεί πρόσφατα όπλα ή πυρομαχικά ή αν είναι συχνός χρήστης όπλων. Επιβάλλεται επίσης όπως ληφθούν δείγματα και από το δειγματολήπτη για να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο αυτός να ήταν επιμολυσμένος. Ο δειγματολήπτης προτού προχωρήσει να κάνει τη δειγματοληψία, θα πρέπει να πλύνει πολύ καλά τα χέρια του. Η Μ.Κ.3 πρόσθεσε ότι όταν ένα πρόσωπο που θεωρείται ότι έριξε ένα πυροβολισμό θα πρέπει να γίνει δειγματοληψία τόσο από τα ρούχα του όσο και από τα χέρια του, ακόμη και αν έχουν περάσει τέσσερις ώρες από τον υποτιθέμενο πυροβολισμό. Μετά την πάροδο των τεσσάρων ωρών, απλώς μειώνονται οι πιθανότητες να εντοπιστούν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου, ιδίως στα χέρια τα οποία όλοι οι άνθρωποι κινούν πολύ εύκολα. Όμως στα ρούχα, ιδίως σε τσέπες, τα υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου μπορεί να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα λόγω του ότι είναι δυνατό να μην έρθουν σε επαφή με οτιδήποτε άλλο. Η δειγματοληψία θα πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατό ούτως ώστε να μην υπάρχουν απώλειες στοιχείων. Κατά τη δειγματοληψία θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ειδικά γάντια, φιαλίδια και ταινίες δειγματοληψίας για να αποφευχθεί η επιμόλυνση. Οι χώροι όπου υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εντοπισθούν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλων είναι τα χερούλια των πόρτων, το τιμόνι, η ζώνη ασφαλείας, το χειρόφρενο, οι ταχύτητες, το χερούλι στήριξης συνοδηγού και το ταμπλό. Κατά τη δειγματοληψία, πρέπει να αποφεύγονται «λαδερές» και πολύ σκονισμένες επιφάνειες. Τέλος η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι σε περίπτωση που ένα άτομο ρίξει πυροβολισμό εκτός του οχήματος του και στη συνέχεια οδηγήσει το όχημα του αυτό, είναι ορθότερο όταν το όχημα εντοπιστεί να σφραγιστεί στο μέρος που εντοπίστηκε, να μεταφερθεί με πλατφόρμα σε χώρο ασφαλή από κίνδυνο επιμόλυνσης και στη συνέχεια στο χώρο αυτό να γίνει η δειγματοληψία. Δρώντας με αυτό τον τρόπο, δηλαδή προληπτικά, μειώνονται οι πιθανότητες επιμόλυνσης του οχήματος αφού δεν θα εισέλθει σε αυτό οποιοδήποτε άτομο για να το οδηγήσει στο χώρο όπου θα γινόταν η δειγματοληψία. Η Μ.Κ.3 διευκρίνισε ότι ο λόγος που δίδονται οδηγίες ως προς τη διαδικασία και τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται κατά τη διενέργεια των δειγματοληψιών, είναι προληπτικός για να αποφευχθεί τυχόν επιμόλυνση των δειγμάτων με τη μεταφορά υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου προηγούμενης χρήσης στα δείγματα. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε και στο θέμα επιμόλυνσης του οχήματος XXXXX
  37. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, σε δείγματα εκπυρσοκρότησης που λήφθηκαν από διάφορα σημεία του οχήματος XXXXX54, εντοπίστηκαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης. Ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.4 και ο Α/Αστ.XXXXX3 XXXXX Σωκράτους, Μ.Κ.7, ήταν τα δύο πρόσωπα που μαζί με τον κατηγορούμενο 1 μετέφεραν το όχημα XXXXX54 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Ήταν η θέση αμφοτέρων των πιο πάνω προσώπων ότι τη συγκεκριμένη μέρα οι ίδιοι δεν μετέφεραν οποιονδήποτε οπλισμό, άλλοι όμως συνάδελφοι τους που ήταν παρόντες κατά την έρευνα και τη σύλληψη του κατηγορούμενου 1, μετέφεραν όπλο. Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι τη συγκεκριμένη ημέρα φορούσε πολιτικά ρούχα, δεν ήταν σε θέση όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Τόνισε όμως πως στη δουλειά του «πάει καθαρός». Ούτε ο Μ.Κ.7 ήταν σε θέση να θυμηθεί τί ρούχα φορούσε τη συγκεκριμένη ημέρα, ήταν όμως και αυτός απόλυτος ότι ήταν καθαρά καθότι δεν συνήθιζε να φορεί τα ίδια ρούχα στη δουλειά για δύο συνεχόμενες μέρες χωρίς να τα πλύνει και χωρίς να τα καθαρίσει. Δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο την ημέρα εκείνη, που ήταν η 02.01.2017, μετά την Πρωτοχρονιά, να είχε κάνει χειραψία ή να είχε φιλήσει κάποιο συνάδελφο του λόγω των γιορτών. Δεν μπορούσε επίσης να αποκλείσει ότι εκεί που είχε καθίσει και είχαν ακουμπήσει τα ρούχα του, να είχε καθίσει προηγουμένως κάποιος άλλος συνάδελφος του. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Αστυνομία δεν έλαβε δείγματα από το σώμα και την ένδυση του κατηγορούμενου 1 για να εξετασθεί κατά πόσο αυτός είχε επιμολυνθεί. Ο Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, ΜΚ4, αντεξεταζόμενος για το θέμα αυτό ισχυρίσθηκε ότι δεν έλαβε τα πιο πάνω δείγματα γιατί δεν έλαβε οδηγίες από τους ανωτέρους του να προβεί σε τέτοια ενέργεια, πέραν τούτου είχε παρέλθει από την ώρα που έλαβε χώρα το συμβάν, αρκετή ώρα. Ο Λοχίας XXXXX9 XXXXX Βακανάς, Μ.Κ.8, δικαιολόγησε την πιο πάνω παράλειψη λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν «αντιδραστικός». Ο κατηγορούμενος 1, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, έδωσε ανώμοτη δήλωση, έγγραφο με Ένδειξη Θ. Στη δήλωση του αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή με την υπόθεση και αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι αριστερόχειρας, αντιμετωπίζει προβλήματα κινητικότητας, έχει τατουάζ στο λαιμό και ΄βαθούλωμα΄, στο πρόσωπο πάνω από το δεξί φρύδι που είναι πολύ εμφανή. Αναφέρει επίσης ότι η εμφάνιση του κατά το χρόνο που συνελήφθη είναι πολύ διαφορετική από την εμφάνιση του κατά το χρόνο που ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο. Στο διάστημα που μεσολάβησε έχασε πολλά κιλά και άφησε γένια λόγω του θανάτου του πατέρα του. Ο κ. Στεφάνου αγορεύοντας εκ μέρους του κατηγορουμένου 1 εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει την εμπλοκή του κατηγορουμένου 1 με τις επίδικες ναρκωτικές ουσίες. Χαρακτήρισε το XXXXX Νικολάου, Μ.Κ. 1, ως «ύποπτο μάρτυρα ή με ίδιον συμφέρον» και κάλεσε το Δικαστήριο να είναι πολύ προσεκτικό κατά την εξέταση της μαρτυρίας του. Αναφέρθηκε σε έκταση στο θέμα της αναγνώρισης του κατηγορουμένου 1 από το Μ.Κ.1, ενώ ο πρώτος βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, και τόνισε τους κινδύνους που ελλοχεύον όταν γίνεται αναγνώριση, υπό αυτές τις συνθήκες, με ειδική αναφορά στη νομολογία που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. Αναφέρθηκε επίσης στα υπολείμματα εκπυρσοκρότησης που εντοπίστηκαν στο όχημα της συζύγου του κατηγορουμένου 1 και εισηγήθηκε ότι αυτά δεν μπορούν να οδηγήσουν σε θετικό συμπέρασμα περί ενοχής του κατηγορουμένου 1 καθότι η Αστυνομία δεν τήρησε τα αναγκαία μέτρα που τους έθεσε το Κρατικό Χημείο κατά τη λήψη δειγμάτων. Αγόρευσε και σε σχέση με τις ενέργειες και παραλείψεις της Αστυνομίας που είχαν ως αποτέλεσμα η διερεύνηση της υπόθεσης να μη γίνει δίκαια και κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος 1 να στερηθεί το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Ο κ. Κονναρής, εκ μέρους του κατηγορουμένου 3, εισηγήθηκε ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί η ενοχή του πελάτη του. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, συμπεριλαμβανομένου και του μέρους που αφορά την αναγνώριση του κατηγορουμένου
  38. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του ενισχύεται από τις απεικονίσεις του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, στις οποίες φαίνεται ένα όχημα παρομοίου τύπου και χρώματος με αυτό της συζύγου του κατηγορουμένου 1 να κατευθύνεται κατά τον κρίσιμο χρόνο στη κτηνοτροφική περιοχή Πολεμιδιών, όπου έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα. Ενισχύεται επίσης, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση της και από την ύπαρξη υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου που εντοπίσθηκαν στο πιο πάνω όχημα. Περαιτέρω αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων θα γίνει όπου αυτό κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Θα προχωρήσουμε αμέσως μετά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν θα περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε ενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά όπου κρίνεται αναγκαίο θα συσχετιστεί, θα αντιπαραβληθεί και θα διερευνηθεί με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων[2]. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι κρίνουμε αχρείαστο και άσκοπο να επεκταθούμε σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν. Ως αναφέραμε και πιο πάνω, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση και το έχουμε ήδη παραθέσει ανωτέρω. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα ήταν κατά πόσο ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το δράστη ένα χρόνο περίπου μετά το συμβάν, εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Το άλλο θέμα που αμφισβητήθηκε και το οποίο είναι και αλληλένδετο με το θέμα της αναγνώρισης του δράστη, ήταν η κατάσταση του κατηγορούμενου 1 κατά τον επίδικο χρόνο, η κινητικότητά του και η εξωτερική του όψη και το τρίτο θέμα ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εξετάστηκε το όχημα XXXXX54, για εντοπισμό υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης και κατ' επέκταση κατά πόσο ο εντοπισμός των πιο πάνω υπολειμμάτων δυνατό να οφείλεται σε επιμόλυνση από άτομα ή αντικείμενα άσχετα με τον κατηγορούμενο
  39. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία αποτελεί, κατά την κρίση μας, την καλύτερη δομή της απόφασης. Προτού προβούμε στην αξιολόγηση της XXXXX Αυξεντίου, Μ.Κ.3, του XXXXX Ακάμα, Μ.Υ.2 και του XXXXX Συμιλλίδη, Μ.Υ.4, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι αυτοί κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες. Τα προσόντα και η πείρα των εν λόγω προσώπων δεν αμφισβητήθηκαν, στοιχεία που σε συνάρτηση με την εκπαίδευση και την κατάρτιση τους, αποδεχόμαστε ότι τους κατατάσσουν στην κατηγορία των μαρτύρων - εμπειρογνωμόνων. Η μαρτυρία τους αξιολογήθηκε έχοντας υπόψη τη νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. Αρχίζοντας από τη μαρτυρία της χημικού XXXXX Αυξεντίου, Μ.Κ.3, παρατηρούμε ότι αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε σημείο. Η μαρτυρία της ήταν θετική και στηριζόταν σε επιστημονικά στοιχεία. Η μάρτυρας εξήγησε με τρόπο απλό και κατανοητό τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται κατά την εξέταση τεκμηρίων, τον τρόπο ανίχνευσης της εκρηκτικής ύλης, πώς εξετάζονται τα σωματίδια που απομονώνονται και γιατί η ανίχνευση συγκεκριμένων συστατικών στα σωματίδια είναι απόδειξη ότι το άτομο ή το αντικείμενο, στο οποίο επικάθισαν τα υπολείμματα εκρηκτικής ύλης, είτε βρισκόταν στη σκηνή κατά το χρόνο εκπυρσοκρότησης του πυροβόλου όπλου, είτε επιμολύνθηκε με υπολείμματα εκρηκτικής ύλης μέσω της επαφής του με κάποιο άλλο ή άλλα πρόσωπα ή με κάποιο αντικείμενο. Η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στο σύνολό της και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Καλή εντύπωση μας έκαναν και οι XXXXX Μαρκίδης, Μ.Υ.1 και XXXXX Ακάμας, Μ.Υ.2, παρατηρούμε όμως ότι η μαρτυρία τους ήταν περιορισμένης σημασίας. Ο XXXXX Μαρκίδης, Μ.Υ.1, ήταν προσοντούχος και πεπειραμένος γραφολόγος. Όπως όμως ο ίδιος αναγνώρισε, δεν ενέπιπτε στην εμπειρογνωμοσύνη του το θέμα για το οποίο κλήθηκε στην ουσία να καταθέσει, ήτοι κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 χρησιμοποιούσε το δεξί του χέρι για την εκτέλεση διαφόρων εργασιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εκείνο που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο αυτός μπορούσε να κρατήσει το πιστόλι με το δεξί του χέρι, ως ήταν η μαρτυρία του Μ.Κ.
  40. Η έρευνα του Μ.Υ.1 περιορίστηκε στη γραφή, ήτοι κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 έγραφε με το δεξί ή με το αριστερό χέρι, μαρτυρία η οποία δεν σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα. Καμία επιστημονική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το άτομο που γράφει με το αριστερό χέρι, εκτελεί και τις υπόλοιπες εργασίες με το χέρι αυτό. Αντιθέτως επί τη βάση των όσων αναφέρονται στο σύγγραμμα Handwriting Identification: Facts and Fundamentals, Τεκμήριο 33, σελ.320, δεν αποκλείεται κάποιος που χρησιμοποιεί το ένα χέρι για να γράφει, να εκτελεί άλλες εργασίες με το άλλο. Ενόψει τούτου, δεν μπορούμε να καταλήξουμε στο εύρημα που εισηγήθηκε η Υπεράσπιση, ήτοι ότι, αφ' ης στιγμή ο κατηγορούμενος 1 ήταν με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 αριστερόχειρας, θα έπρεπε να κρατά το πιστόλι με το αριστερό και όχι με το δεξί χέρι. Περιορισμένης σημασίας ήταν και η μαρτυρία του XXXXX Ακάμα, Μ.Υ.2 καθότι αυτός δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει τη σκηνή όπου έλαβε χώρα το συμβάν και το όπλο που χρησιμοποίησε ο δράστης το συγκεκριμένο βράδυ. Δεχόμαστε όμως τη μαρτυρία του σε σχέση με την όπλιση του πιστολιού και τη θέση που πρόβαλε και δεν αμφισβητήθηκε ότι για να τοποθετήσει κάποιος φυσίγγια στο γεμιστήρα του πιστολιού χρειάζεται όπως χρησιμοποιήσει και τα δύο του χέρια, το ένα χέρι δεν είναι αρκετό. Δεχόμαστε επίσης τη θέση του ότι αν εξεταζόταν η σκηνή από την ΥΠ.ΕΓ.Ε. πιθανό να εντοπίζονταν κάποια περαιτέρω στοιχεία τα οποία θα διευκόλυναν τη διερεύνηση της υπόθεσης. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του γιατρού XXXXX Συμιλλίδη, Μ.Υ. 4, θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο. Η μαρτυρία του τεχνικού XXXXX Παπαχαραλάμπους, Μ.Κ.5, ήταν τυπική και δεν αμφισβητήθηκε σε οποιονδήποτε σημείο. Γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Στρεφόμενοι στις καταθέσεις των Αστυνομικών, διαπιστώνουμε ότι το μέρος της μαρτυρίας τους που αφορά τις ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί δεν αμφισβητήθηκε και είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση. Το έχουμε ήδη παραθέσει ανωτέρω ως μέρος των ευρημάτων μας. Η αξιολόγηση μας θα επικεντρωθεί στα σημεία που έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Ο Α/Αστ.XXXX7 XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.2, ήταν ειλικρινής, δεν θεωρούμε όμως ότι όσα κατέθεσε σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες θα έπρεπε να προβεί κάποιος αστυνομικός αναφορικά με την αναγνώριση ενός δράστη ήταν ορθά και ότι ο τρόπος που ενήργησε ο ίδιος, υπό τις περιστάσεις, ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος. Εντύπωση μας έκανε το γεγονός ότι ο μάρτυρας, που ήταν το πρόσωπο που έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, δεν του ζήτησε να περιγράψει το δράστη, παρά το γεγονός ότι ο δράστης δεν ήταν γνωστό πρόσωπο του Μ.Κ.1, τον είχε συναντήσει για πρώτη φορά το συγκεκριμένο βράδυ. Απορρίπτουμε επίσης τη θέση του Μ.Κ.2 ότι δεν υπήρχε πιθανότητα ο παραπονούμενος, ήτοι ο Μ.Κ.1, να είχε κάμει λάθος ή να είχε κίνητρο ή λόγο να πει ψέματα σε σχέση με την ταυτότητα του δράστη. Αυτή ήταν η προσωπική πεποίθηση του εν λόγω Αστυνομικού, την οποία δεν υποστήριξε με οποιαδήποτε στοιχεία. Απορρίπτουμε επίσης τη θέση του ότι θα ήταν πολύ δύσκολο, σχεδόν ανέφικτο, να γίνει αναγνώριση του δράστη από το XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, καθότι ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν στο Νοσοκομείο. Δεχόμαστε ότι θα ήταν πρακτικώς πιο δύσκολο να γίνει αναγνωριστική παράταξη στο Νοσοκομείο, απορρίπτουμε όμως τη θέση ότι θα ήταν ανέφικτο. Απορρίπτουμε επίσης τη θέση ότι ήταν ανέφικτο να γίνει αναγνώριση μέσω φωτογραφιών. Οι λόγοι που επικαλέσθηκε ο μάρτυρας δεν πείθουν. Για τον ίδιο λόγο απορρίπτουμε και τη θέση που πρόβαλε και ο Λοχίας XXXXX9 XXXXX Βακανάς, Μ.Κ.8, για το ίδιο θέμα. Υπενθυμίζουμε ότι και αυτός ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ήταν πρακτικά δύσκολο να γίνει αναγνώριση, εφόσον ο κατηγορούμενος 1 ήταν εντός του Νοσοκομείου. Ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι για να γίνει αναγνώριση μέσω φωτογραφιών θα έπρεπε η Αστυνομία να βρει αριθμό φωτογραφιών που θα είχαν ως φόντο χώρο του Νοσοκομείου, καθότι η φωτογραφία του κατηγορούμενου 1 θα είχε αναγκαστικά ως φόντο το χώρο του Νοσοκομείου, εφόσον θα φωτογραφιζόταν εντός του Νοσοκομείου. Ο ισχυρισμός αυτός καταρρίπτεται από τις φωτογραφίες, Τεκμήρια 29(α) και (β). Πρόκειται για φωτογραφίες του κατηγορούμενου 1 που λήφθηκαν στο χώρο του Νοσοκομείου. Οι φωτογραφίες αυτές δεν έχουν ως φόντο το χώρο του Νοσοκομείου αλλά ένα ουδέτερο άσπρο φόντο, κατ' επέκταση δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι υπήρχε πρακτική δυσκολία στη διενέργεια διαδικασίας αναγνώρισης υπόπτου προσώπου μέσω φωτογραφιών. Παραμένει δε άγνωστο στο Δικαστήριο γιατί η Αστυνομία δεν ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη μετά την απόλυση του από το Νοσοκομείο ή γιατί δεν μερίμνησε να λάβει τη φωτογραφία αυτού, εφόσον θεωρούσε ότι οι φωτογραφίες Τεκμήρια 29(α) και 29(β) λόγω του φόντου, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς αναγνώρισης, είτε ενώ ο κατηγορούμενος 1 νοσηλευόταν στο νοσοκομείο είτε εκτός αυτού. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο λόγω κρίσης επιληψίας και καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας ότι αυτός δεν μπορούσε να μετακινηθεί από το κρεβάτι, έστω και για λίγη ώρα, για σκοπούς φωτογράφισης. Αποτελεί εύρημα μας ότι θα ήταν εφικτή η διενέργεια αναγνώρισης μέσω φωτογραφιών. Η διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης θα ήταν πρακτικά πιο δύσκολη, ήταν όμως και αυτή υπό τις περιστάσεις εφικτή. Τόσο ο Μ.Κ.2 όσο και ο Μ.Κ.8 σχολίασαν τους φόβους που είχε εκφράσει ο κατηγορούμενος 1, ότι η φωτογραφία του θα υποδεικνυόταν στο Μ.Κ.1 και τους χαρακτήρισαν ως «πρόφαση» για να δικαιολογήσει την άρνηση του να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη. Βέβαια, ο Μ.Κ.8, στη συνέχεια συμφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η λήψη της συγκεκριμένης φωτογραφίας τη δεδομένη στιγμή ήταν λανθασμένη ενέργεια εκ μέρους της Αστυνομίας. Η θέση ότι επρόκειτο για ΄πρόφαση΄ είναι η προσωπική άποψη των δύο αστυνομικών, την οποίαν δεν υποστήριξαν με οποιαδήποτε μαρτυρία. Τουναντίον, η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεικνύει ότι οι φόβοι του κατηγορούμενου 1, ότι η διαδικασία της αναγνώρισης δυνατό να μην ήταν δίκαιη, δεν ήταν αντικειμενικά ανυπόστατοι, έχοντας υπόψη τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Και εξηγούμε. Για οκτώ ολόκληρες μέρες, ήτοι από την ημέρα σύλληψης του κατηγορούμενου 1, την 03.01.2017 μέχρι και την 11.01.2017, η Αστυνομία παρά τις εκκλήσεις του κατηγορούμενου 1 να τύχει αναγνώρισης, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για την επίτευξη του σκοπού αυτού, την 11.01.2017 μέλος της Υ.ΚΑ.Ν. φωτογραφίζει τον κατηγορούμενο 1 και την αμέσως επόμενη ημέρα, ήτοι την 12.01.2017, μέλη της Αστυνομικής Δύναμης, οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.8, τον επισκέπτονται στο Νοσοκομείο και του ζητούν όπως τύχει αναγνώρισης από το Μ.Κ.
  41. Ο Α/ΑστXXXXX0 XXXXX Παντελή, Μ.Κ.6, ισχυρίσθηκε ότι η φωτογραφία αυτή λήφθηκε αποκλειστικά για σκοπούς του αρχείου της Υ.ΚΑ.Ν. στο οποίο δεν είχαν πρόσβαση τα υπόλοιπα Τμήματα της Αστυνομίας, συμπεριλαμβανομένου και του ΤΑΕ Η πιο πάνω μαρτυρία καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Λοχία XXXXX9 XXXXX Βακανά, Μ.Κ.8, που ήταν απόλυτος για το θέμα αυτό, ήτοι ότι στην Αστυνομία τηρείται ένα μόνο αρχείο φωτογραφιών στο οποίο έχουν πρόσβαση όλα τα Τμήματα της Αστυνομίας. Δεν τηρεί το κάθε Τμήμα το δικό του, ξεχωριστό αρχείο. Η ανάγκη διασφάλισης μιας δίκαιης διαδικασίας αναγνώρισης, ρητά προβλέπεται στην εισαγωγή της Αστυνομικής Διάταξης 3/
  42. Διαβάζουμε σχετικά τα ακόλουθα: «Για να γίνει δεκτή στο Δικαστήριο μαρτυρία αναγνώρισης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ενέργειες σε όλα τα στάδια της διαδικασίας έγιναν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο προς όφελος του υπόπτου/κατηγορουμένου.» Στην παράγραφο 4(v) της ίδιας διάταξης, δίδονται κατευθυντήριες οδηγίες ως προς τη διαδικασία της αναγνώρισης. Μία εκ των οδηγιών προβλέπει ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται σε μάρτυρα να δει τον ύποπτο, να δει φωτογραφία του υπόπτου και/ή να υποβοηθηθεί στην αναγνώριση του υπόπτου με γραπτή ή προφορική περιγραφή του. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η λήψη της φωτογραφίας του κατηγορούμενου 1, μια ημέρα πριν την ημέρα που θα λάμβανε χώρα η διαδικασία αναγνώρισης, δεν ήταν η ενδεδειγμένη ενέργεια υπό τις περιστάσεις. Η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει ερωτηματικά σε οποιονδήποτε λογικό πρόσωπο σε σχέση με τη διαδικασία αναγνώρισης που θα επακολουθούσε. Κατ' επέκταση απορρίπτουμε την άποψη που εξέφρασαν οι δύο αστυνομικοί ότι η επίκληση αυτού του γεγονότος από τον κατηγορούμενο 1, ήταν πρόφαση για να αποφύγει την αναγνώριση. Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.8 ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος που δεν έγινε αναγνώριση κατά πρόσωπο, ήταν γιατί δεν είχε ληφθεί σχετική συγκατάθεση από τον κατηγορούμενο
  43. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παρατηρήσουμε ότι ήταν ορθή η επισήμανση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1, την οποία υπέβαλε και στους μάρτυρες, ότι στις Αστυνομικές Διατάξεις που διέπουν το θέμα της αναγνώρισης υπόπτου κατά πρόσωπο, δεν τίθεται ως προϋπόθεση η λήψη συγκατάθεσης από τον ύποπτο. Η παράγραφος 4 της σχετικής Αστυνομικής Διάταξης προνοεί πως όταν ένας ύποπτος αρνηθεί να λάβει μέρος στην παράταξη, πρέπει να πληροφορηθεί ότι είναι προς το συμφέρον του να το πράξει. Αν συνεχίσει να αρνείται, τότε εφαρμόζονται οι πρόνοιες της παραγράφου 4(β)(ii) που προνοούν τα πιο κάτω: «(ii) . να του λεχθεί ότι του δίδεται η ευκαιρία να παραταχθεί σε αναγνωριστική παράταξη που θα διεξαχθεί με δίκαιο τρόπο και ότι αν εξακολουθεί να αρνείται, οι μάρτυρες ο ένας μετά τον άλλο, θα περάσουν από το χώρο που θα βρίσκεται για σκοπούς αναγνώρισης. Η διαδικασία αυτή είναι αποδεκτή στο Δικαστήριο.» Ορθή ήταν και η επισήμανση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να ζητούσε από το XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, να δώσει συμπληρωματική κατάθεση και να περιγράψει το δράστη. Τη θέση αυτή την υπέβαλε στον ανακριτή της υπόθεσης, Λοχία 649 Μ. Βακανά, Μ.Κ.8, ο οποίος όμως την απέρριψε λέγοντας ότι οι συμπληρωματικές καταθέσεις δεν είναι «θεμιτές». Την πιο πάνω απάντηση του δεν την υποστήριξε με οποιαδήποτε στοιχεία. Αντιθέτως, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας, προκύπτει ότι η λήψη συμπληρωματικών καταθέσεων ήταν πρακτική που ακολουθήθηκε και στην υπό κρίση υπόθεση και συγκεκριμένα στην περίπτωση του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.
  44. Υπενθυμίζουμε ότι λήφθηκαν από το συγκεκριμένο πρόσωπο όχι μία αλλά δύο συμπληρωματικές καταθέσεις. Στρεφόμαστε τώρα στη μαρτυρία του Α/Αστ.XXXXX0 XXXX Παντελή, Μ.Κ.
  45. Έχουμε ήδη απορρίψει τον ισχυρισμό του σε σχέση με το αρχείο φωτογραφιών της Υ.ΚΑ.Ν. Ο εν λόγω ισχυρισμός εδραζόταν προφανώς σε λάθος πληροφόρηση. Ανεξαρτήτως τούτου, ο μάρτυρας αυτός μας άφησε γενικά καλή εντύπωση. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη, χωρίς όμως να αποφαινόμαστε κατά πόσο οι ενέργειες αυτές ήταν, υπό τις περιστάσεις, ορθές. Κατά πόσο ορθά μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. μετέβηκαν στο ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ» για να διενεργήσουν έρευνα για εντοπισμό ναρκωτικών, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει προηγουμένως ένταλμα έρευνας, κατά πόσο ορθά ο διαχειριστής του υποστατικού εντός του οποίου εντοπίστηκε μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης, ήτοι ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, δεν έτυχε μεταχείρισης ως ύποπτο πρόσωπο και δεν διερευνήθηκε το ενδεχόμενο αυτό και κατά πόσο ορθά δεν λήφθηκε αμέσως κατάθεση από τον τελευταίο, αλλά του ζητήθηκε να δώσει κατάθεση δύο μέρες αργότερα. Οι Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.4 και Α/Αστ.XXXXX3 XXXXX Σωκράτους, Μ.Κ.7, συμμετείχαν στην έρευνα που διεξήχθη, την 03.01.2017, στην οικία του κατηγορούμενου 1, ενώ ο Μ.Κ.4 ήταν και το άτομο που είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο
  46. Η μαρτυρία των δύο πιο πάνω προσώπων αμφισβητήθηκε έντονα σε δύο σημεία, η θέση τους ότι το βράδυ εκείνο δεν μετέφεραν οπλισμό και η θέση τους ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν παρουσίαζε πρόβλημα κινητικότητας. Ο Α/Αστ.XXXXX3 XXXXX Σωκράτους, Μ.Κ.7, περίγραψε τον κατηγορούμενο 1, τη συγκεκριμένη μέρα, ως «υπερκινητικό». Παρατηρούμε ότι τον περίγραψε ως «υπερκινητικό» χωρίς καν να ερωτηθεί για το θέμα αυτού. Η ερώτηση που προηγήθηκε της πιο πάνω δήλωσης του, ήταν εντελώς άσχετη με το θέμα της κινητικότητας. Ενώ του ζητήθηκε να περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η έρευνα, αυτός θεώρησε σκόπιμο να περιγράψει και τον τρόπο που αυτός κινείτο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «E. Επειδή εμείς δεν ήμασταν εκεί κύριε Σωκράτους, θέλουμε να δώσετε την εικόνα πώς ήταν. Χτυπήσατε κουδούνι, σας άνοιξε την πόρτα, μπουκάρατε μέσα, του σπάσατε την πόρτα; Να πείτε βήμα προς βήμα, να περιγράψετε όπως το ζήσατε και όπως τα θυμάστε για να μας δώσετε εικόνα τι έγινε εκείνη τη μέρα, εκείνο το πρωί. A. Χτυπήσαμε την πόρτα, δεν θυμάμαι ποιος μας άνοιξε, αν είναι ο XXXXX ο Πιπόνιας ή η σύζυγος του, όταν εισήλθαμε στο σπίτι θυμάμαι ότι ήταν και οι δύο παρών, ξεκινήσαμε την έρευνα στην παρουσία του XXXXX, αρχίσαμε να ερευνούμε το καθιστικό, το κάθε δωμάτιο διαδοχικά στην παρουσία του, ο ίδιος ήταν μαζί μας παρών στην έρευνα, ήταν υπερκινητικός απ' ό,τι θυμάμαι. E. Τι εννοείτε; A. Εννοώ ότι κινείτο γρήγορα, ίσως να είναι το φυσιολογικό του. Ερευνήθηκε ολόκληρο το σπίτι και η αυλή και δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το παράνομο.» Ο Μ.Κ.7 ήταν επίσης απόλυτα σίγουρος ότι ο ίδιος, την ημέρα εκείνη, ήτοι την 2 Ιανουαρίου προς 3 Ιανουαρίου 2017, ασχολείτο με γραφειακή εργασία, δεν συμμετείχε σε επιχειρησιακό επεισόδιο, δεν χρησιμοποίησε οπλισμό και δεν ήρθε σε επαφή με οποιοδήποτε πρόσωπο που μετέφερε οπλισμό. Και σε αυτή την περίπτωση αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο θέμα, ήτοι στη χρήση οπλισμού, ενώ δεν είχε ερωτηθεί σχετικά. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «A. Τη συγκεκριμένη μέρα ασχολούμουν με γραφειακή εργασία στα γραφεία μας, δεν συμμετείχα σε οτιδήποτε άλλο, επιχειρησιακό επεισόδιο ας το πούμε και δεν χρησιμοποίησα οπλισμό, ούτε ήρθα σε επαφή προσωπικά με οποιονδήποτε με οπλισμό τη συγκεκριμένη μέρα. E. Δεν σε ρώτησα για οπλισμό. Γιατί απαντάς για οπλισμό. Μήπως ξέρεις γιατί ρωτώ; A. Διότι ένα περίπου κατάλαβα προς τα πού κατευθύνεται η ερώτηση σας.» Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας του που είναι άξιο αναφοράς, είναι το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι ρούχα και τι παπούτσια φορούσε ο ίδιος τη συγκεκριμένη μέρα, κατά πόσο φορούσε ή όχι σακάκι, ήταν όμως απόλυτα σίγουρος ότι τα ρούχα και τα παπούτσια του την ημέρα εκείνη ήταν καθαρά. Το θέμα του οπλισμού και το θέμα της ένδυσης και υπόδησης του, σχετίζονται άμεσα με τη δειγματοληψία που έγινε στο όχημα ΜΚΗ 854 για εντοπισμό υπολειμμάτων εκπυρσοκρότησης όπλου. Στα αρχικά στάδια της μαρτυρία του ο Μ.Κ. 7 περιέγραψε τον κατηγορούμενο 1 και ως άτομο «επικίνδυνο». Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι είχε και προσωπική άποψη για το πόσο επικίνδυνος ήταν ο κατηγορούμενος 1 γιατί και στο παρελθόν είχε επαφή μαζί του για θέματα της δουλειάς του. Λίγο αργότερα όμως αντεξεταζόμενος σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι μετέφερε τον κατηγορούμενο 1, ένα άτομο επικίνδυνο, στο σταθμό μαζί με το συνάδελφο του, άοπλοι και του υποβλήθηκε ότι επρόκειτο για εντελώς παράλογη ενέργεια, αυτός ανέτρεψε την προηγούμενη δήλωσή του, προφανώς για να δικαιολογήσει την κατ' ισχυρισμό ενέργεια του να μεταφέρει κρατούμενο άοπλος και ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ακίνδυνος και αρνήθηκε ότι λίγο νωρίτερα τον είχε χαρακτηρίσει επικίνδυνο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «A. Σε καμία περίπτωση δεν είπα για την επικινδυνότητα του κατηγορουμένου εγώ. Εγώ είπα ότι ήταν υπερκινητικός. E. Μιλώ ότι γνωρίζατε προσωπικά λόγω της εμπλοκής που είχατε σε άλλες υποθέσεις. A. Αντίθετα, ήθελα να πω ότι είχα καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και σε καμία περίπτωση δεν θα θεωρούσα ότι θα αποπειραθεί να κάνει κάτι σε εμένα. Λόγω της εργασίας μου τον γνωρίζω πολλά χρόνια πριν.» Η εικόνα που αποκομίσαμε από το μάρτυρα αυτό δεν ήταν θετική. Η μνήμη του ήταν επιλεκτική, θυμόταν για παράδειγμα ότι ο κατηγορούμενος 1 κινείτο μια χαρά, χωρίς να στηρίζεται κάπου, ενώ δεν θυμόταν κατά πόσο η οικία του στην οποία αυτός παρέμεινε για αρκετή ώρα στα πλαίσια της έρευνας, ήταν μονώροφη ή διώροφη. Πέραν τούτου, διαμόρφωνε τις απαντήσεις του ανάλογα με την περίπτωση, κατά την προσπάθεια του να καταδείξει ότι όλες οι ενέργειες της Αστυνομίας ήταν ορθές και δεν υπήρξαν λάθη στον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων σημείων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία του Α/Αστ.XXXXX0 XXXXX Δημητρίου, Μ.Κ.4., σε σχέση με το θέμα της κινητικότητας του κατηγορούμενου 1, ήτοι κατά πόσο αυτός κινείτο άνετα ή όχι, είναι περιορισμένης σημασίας, καθότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν ο κατηγορούμενος 1 χρειαζόταν να στηριχθεί κάπου κατά τη βάδιση ή κατά την ώρα που κατέβαινε τις σκάλες. Σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του, μετά από σχετική ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού «μια χαρά» και στη συνέχεια πρόσθεσε ότι δεν θυμόταν ο κατηγορούμενος 1 «να κρατούσε το κάγκελο για να ανεβεί». Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο μάρτυρας θυμόταν ένα και πλέον χρόνο αργότερα τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια έχοντας υπόψη ότι με βάση τη δική του μαρτυρία, το θέμα κινητικότητας του κατηγορούμενου 1, δεν ήταν θέμα που τον είχε απασχολήσει το συγκεκριμένο βράδυ και κατ' επέκταση δεν είχε λόγο να παρατηρεί κατά πόσο αυτός άγγιζε το κιγκλίδωμα ή όχι, όταν ανέβαινε τις σκάλες. Σε σχέση με το δεύτερο θέμα, ήτοι το θέμα του οπλισμού, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι δύο έμπειροι αστυνομικοί του ΤΑΕ που είχαν υπό τη φύλαξη τους ένα κρατούμενο, τον οποίο θεωρούσαν ως πρόσωπο επικίνδυνο και ο οποίος λίγες ώρες προηγουμένως οπλοφορούσε και είχε χτυπήσει άγρια το Μ.Κ.1, επιβιβάστηκαν στο όχημα του επικίνδυνου αυτού κρατούμενου, το οποίο δεν είχαν προηγουμένως ερευνήσει και κατ' επέκταση δεν γνώριζαν κατά πόσο υπήρχε ή όχι οπλισμός εντός αυτού, μαζί με τον επικίνδυνο κρατούμενο για να τον μεταφέρουν από τα Πάνω Πολεμίδια στα γραφεία του ΤΑΕ, χωρίς κάποιος εκ των δύο αυτών αστυνομικών να μεταφέρει όπλο. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Για το θέμα της φυσικής κατάστασης του κατηγορούμενου 1 κατέθεσε και ο γυμναστής Στέφανος Χαραλάμπους, Μ.Υ.3 και ο χειρούργος ορθοπεδικός XXXXX Συμιλλίδης, Μ.Υ.
  47. Αμφότεροι οι μάρτυρες μας έκαναν θετική εντύπωση, η μαρτυρία τους δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε αντιφάσεις και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Ο XXXXX Συμιλλίδης, Μ.Υ.4, δεν ήταν σε θέση να δώσει πλήρη εικόνα της κατάστασης του κατηγορούμενου 1 κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι το Γενάρη του 2017, καθότι η τελευταία φορά που τον είχε εξετάσει ήταν το 2010, δεχόμαστε όμως τη θέση του ότι λόγω του τραυματισμού που αυτός είχε υποστεί σε τροχαίο ατύχημα, είχε πάρεση στα κάτω άκρα και ότι η πάρεση αυτή ήταν μια μόνιμη κατάσταση. Δεχόμαστε και τη θέση του γυμναστή XXXXX Χαραλάμπους, Μ.Υ.3, ότι τα τελευταία τρία χρόνια πριν τη σύλληψη του κατηγορούμενου 1, ήταν ο προσωπικός γυμναστής του, τον εκγύμναζε καθότι αυτός παρουσίαζε αστάθεια στα κάτω άκρα. Παρουσίαζε αστάθεια κατά τη βάδιση, το σκύψιμο και το ημικάθισμα. Η κατάσταση του βελτιώθηκε σε κάποιο βαθμό λόγω των ασκήσεων, όχι όμως σε βαθμό που αυτός να ήταν σε θέση να βαδίζει κανονικά, ως ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε πάρεση στα κάτω άκρα, γεγονός που του προκαλούσε κάποια αστάθεια. Ενίοτε χρησιμοποιούσε υποστήριγμα, όπως είναι τα δεκανίκια, όχι όμως συνεχώς. Την ημέρα της σύλληψης του ακολούθησε τους αστυνομικούς στα γραφεία του ΤΑΕ χωρίς να βοηθείται από υποστήριγμα. Αποτελεί επίσης εύρημα μας ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν σε θέση, λόγω της κατάστασης του, να σύρει ή να «κωλοσύρει», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, οποιονδήποτε άνθρωπο για κάποια απόσταση, πόσο μάλλον τον ίδιο, ήτοι τον Μ.Κ.1 που είχε βάρος 90 κιλά και ύψος 1,80 μ. Στρεφόμαστε τώρα στη μαρτυρία του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.
  48. Ως αναφέραμε και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 1 δεν αμφισβήτησε τη θέση που πρόβαλε ο XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1 ότι το βράδυ της 02.01.2017 χτυπήθηκε και απειλήθηκε με όπλο. Εκείνο το οποίο αμφισβητεί έντονα είναι τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο δράστης ήταν ο κατηγορούμενος 1 και ότι ο Μ.Κ.1 ήταν, έχοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτυλίχθηκε το επεισόδιο, σε θέση να τον αναγνωρίσει. Ήταν η εισήγηση του κ. Στεφάνου ότι στο πλαίσιο αυτό έχει σημασία η ικανότητα του παραπονούμενου να περιγράφει με ακρίβεια τα γεγονότα, γεγονός το οποίο είναι άρρηκτα συνυφασμένο με τη μνήμη του ένα χρόνο μετά το συμβάν. Η θέση αυτή μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους και ως εκ τούτου κρίνουμε σκόπιμο να εξετάσουμε και να σχολιάσουμε σε κάποια έκταση τη μαρτυρία του και τους διαφόρους ισχυρισμούς που πρόβαλε. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, τόσο αυτή που περιέχεται στις καταθέσεις του στην Αστυνομία τις οποίες υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, όσο και την προφορική μαρτυρία του ενώπιον Δικαστηρίου, παρατηρούμε σημαντικές διαφορές μεταξύ των καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία, ιδιαίτερα της πρώτης κατάθεσης του, έγγραφο με Ένδειξη Β1 και της προφορικής μαρτυρίας του. Εν πρώτοις θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι η εικόνα που έδωσε σε σχέση με το πρόσωπο του κατηγορούμενου 2 στη γραπτή κατάθεσή του, έγγραφο με Ένδειξη Β1, ήταν εντελώς διαφορετική από την εικόνα που προσπάθησε να μεταφέρει προφορικά στο Δικαστήριο. Στη γραπτή κατάθεση του παρουσιάζει τον κατηγορούμενο 2 ως το άτομο που τον επισκέφθηκε το απόγευμα της 02.01.2017, στο ξενοδοχείο του και με πιέσεις και απειλές τον εξανάγκασε να πάει να συναντήσει τον Χ. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, παρουσίασε τον κατηγορούμενο 2, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, ως «το φύλακα άγγελο του». Ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι όλες οι ενέργειες του κατηγορούμενου 2, τη 02.01.2017, όταν τον επισκέφθηκε στο ξενοδοχείο του, είχαν ως σκοπό να συγκρατήσουν τα δύο άτομα που επέβαιναν στο όχημα BMW, να αποτραπούν από το να χτυπήσουν τον ίδιο και το γιό του και να προκαλέσουν ζημιά στο ξενοδοχείο. Ισχυρίστηκε, πάλι για πρώτη φορά, ότι τα πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα BMW, ήτοι ο κατηγορούμενος 3 και ο συνεπιβάτης του, «επαίζαν πουρού του XXXXX» και ότι σε κάποιο στάδιο αυτοί κατέβηκαν από το όχημα και εισήλθαν εντός του ξενοδοχείου, κυκλοφόρησαν στο χώρο, «. σαν να τζιαι περπατούσαν με στα δικά τους περβόλια άνετοι». Περιγράφοντας δε τα όσα έλαβαν χώρα στην κτηνοτροφική περιοχή Πολεμιδιών, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι όταν ο Χ χτυπούσε τον ίδιο, ο κατηγορούμενος 2 επενέβη δύο τουλάχιστο φορές και του ζήτησε να σταματήσει. Οι παρεμβάσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα ο Χ να στραφεί εναντίον του κατηγορούμενου 2 και να τον χτυπήσει και στις δύο περιπτώσεις. Εντύπωση μας έκανε και η δήλωση του Μ.Κ.1 ότι μετά το συμβάν, όταν αυτός και ο κατηγορούμενος 2 επιβιβάστηκαν στο όχημα του, ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε συγνώμη, δύο τρεις φορές, επαναλαμβάνοντας του κάθε φορά, «σιήλια συγνώμη». Οι ισχυρισμοί του Μ.Κ.1 σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ήτοι ότι προσπαθούσε συνεχώς να τον προστατεύσει και ότι του απολογήθηκε τρεις φορές για τη μεταχείριση που έτυχε από το Χ, δεν συνάδουν με τα γεγονότα που επακολούθησαν και συγκεκριμένα με το απειλητικό τηλεφώνημα που έλαβε από τον κατηγορούμενο 2, λίγη ώρα αργότερα, ενώ έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία. Στην ουσία, μας καλεί να δεχθούμε ότι «ο προστάτης του», εκείνος που έκανε τα πάντα για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο 3 και το τρίτο πρόσωπο να χτυπήσουν το γιο του και τον ίδιο και να καταστρέψουν την περιουσία του, εκείνος που παρενέβη δύο τουλάχιστο φορές για να αποτρέψει το Χ από του να τον χτυπήσει, θέτοντας σε κίνδυνο τη δική του σωματική ακεραιότητα, τον απείλησε «ότι θα είχε πρόβλημα σοβαρό» και ότι θα έπρεπε να «μεν νεκατώνει Αστυνομίες τζιαι πελλάρες τζιαι τα πράματα ε να γίνουν σιηρόττερα». Καταλήγουμε ότι η εικόνα που παρουσίασε ο Μ.Κ.1 σε σχέση με το θέμα αυτό, δεν στέκει στη λογική. Αντιφατική είναι η μαρτυρία του και σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου 3 και του τρίτου προσώπου. Στην κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β1, ανέφερε ότι ο μόνος που κατέβηκε από το όχημα BMW όταν αυτό στάθμευσε έξω από το ξενοδοχείο «ΟΚΕΛΛΑ» νωρίς το απόγευμα της 02.01.2017, πλην του κατηγορουμένου 2, ήταν ο κατηγορούμενος 3 και αυτό έγινε μία μόνο φορά όταν του έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του προσώπου που θα συναντούσε. Ο συνοδηγός του παρέμεινε καθ' όλο το διάστημα εντός του οχήματος. Κατά την προφορική μαρτυρία του όμως παρουσίασε μία εντελώς διαφορετική εκδοχή. Παρουσίασε τόσο τον κατηγορούμενο 3 όσο και το συνοδηγό του, ως άτομα επικίνδυνα, ως ταραχοποιούς, ή αν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε πιο λαϊκή έκφραση, ως δύο «μπράβους». Η συμπεριφορά των δύο αυτών προσώπων ήταν «έντονη» και «κάθε θκιό λεπτά έπαιζαν πουρού του XXXXX έξω, εμίλα μαζί τους τζιαι ξαναέρκετου μέσα». Σε κάποιο στάδιο εισήλθαν εντός του ξενοδοχείου, παρέμειναν για 2-3 λεπτά και στη συνέχεια εξήλθαν. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «. έτσι εμπήκαν με μια άνεση μέσα στο χώρο τον δικό μου, επερπατήσασιν, είδαν τους χώρους, δεν μου είπαν τίποτε εμένα, κάτι εμιλούσαν με το XXXXX τζιαι εξαναφκήκαν έξω». Στη συνέχεια επανέλαβε για ακόμη μια φορά ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν εκείνος που τους συγκράτησε και τους απότρεψε από του να τον χτυπήσουν και να προκαλέσουν ζημιά στο ξενοδοχείο. Το εύλογο ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί ο Μ.Κ.1 δεν αποκάλυψε όλα αυτά τα σοβαρά συμβάντα στην κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β1 και γιατί δεν τα αποκάλυψε ούτε στις επόμενες δύο συμπληρωματικές καταθέσεις του. Επισημαίνουμε δε ότι στην τρίτη κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β3, η οποία αφορά τον κατηγορούμενο 3 και την αναγνώριση που έλαβε χώρα, όχι μόνο δεν κάνει μνεία στα πιο πάνω γεγονότα, αλλά στο σημείο όπου ήθελε να εξηγήσει την εμπλοκή του προσώπου αυτού στην υπόθεση, είπε τα πιο κάτω: «Το πρόσωπο αυτό είναι αυτό που μου έδωσε και το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη των ναρκωτικών με τον οποίο μίλησε ο εξάδελφος μου.» Καμία αναφορά γίνεται ότι ήταν το πρόσωπο «που έπαιζε πουρούδες» και πήγε στο ξενοδοχείο του με σκοπό να τον χτυπήσει και να προκαλέσει ταραχή. Καταλήγουμε ότι καμία βαρύτητα μπορούμε να δώσουμε στην προφορική μαρτυρία του Μ.Κ.1, όσον αφορά τις ενέργειες του κατηγορούμενου 3, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στη γραπτή κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β
  49. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που διαπιστώσαμε είναι ότι ο Μ.Κ.1 κατά την προφορική του μαρτυρία διαφοροποίησε και τα γεγονότα που αφορούσαν τον ξυλοδαρμό του κατηγορούμενου 2, από το Χ. Ενώ στη γραπτή κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι ο ξυλοδαρμός του κατηγορούμενου 2 ήταν της ίδιας έκτασης και έντασης και διήρκησε τον ίδιο χρόνο με τον ξυλοδαρμό που υπέστη ο ίδιος, καταθέτοντας προφορικά μείωσε τον πιο πάνω χρόνο και την ένταση των χτυπημάτων. Παρενθετικά αναφέρουμε, επί του σημείου αυτού, ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 εξετάστηκε μετά το συμβάν από την ιατροδικαστή XXXXX Αντωνίου και αυτός δεν έφερε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Όποια εκδοχή εκ των δύο και αν δεχθούμε σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό ξυλοδαρμό του κατηγορούμενου 2, αυτή δεν συνάδει με το πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν έφερε οποιαδήποτε εξωτερική κάκωση. Πώς είναι δυνατό κάποιος να γρονθοκοπείται στο πρόσωπο, να δέχεται χτυπήματα τόσο με τα χέρια όσο και με το πιστόλι και να μη φέρει ούτε μία γρατσουνιά, ούτε ένα μώλωπα, ενώ άλλο πρόσωπο, ήτοι ο Μ.Κ.1, που κτυπήθηκε με τον ίδιο τρόπο, να φέρει τα τραύματα που καταγράφονται στην έκθεση Τεκμήριο
  50. Σημαντικές διαφορές εντοπίζουμε μεταξύ της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.1, έγγραφο με Ένδειξη Β1 και της προφορικής του μαρτυρίας και σε σχέση με τις ενέργειες του Χ. Ο Μ.Κ.1 καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε, για πρώτη φορά, ότι όταν είδε για πρώτη φορά τον Χ, αυτός καθόταν στη θέση του οδηγού με ανοικτή την πόρτα, ανοικτό το φως της εσωτερικής καμπίνας του αυτοκινήτου και ανοικτά «τα φώτα έξω του αυτοκινήτου», κρατούσε δε ένα πιστόλι στα χέρια του «τζιαι εμάσιετουν τζιαι όπλιζε το». Ο μάρτυρας και ο κατηγορούμενος 2 στάθηκαν μπροστά από το αυτοκίνητο και αυτός συνέχισε να ασχολείται με το όπλο, ήτοι να το οπλίζει. Στη γραπτή κατάθεση του, έγγραφο με Ένδειξη Β1, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Παρουσιάζει τον Χ να κατεβαίνει από το όχημα του μόλις αυτοί, ήτοι ο μάρτυρας και ο κατηγορούμενος 2, πλησίασαν το όχημα του. Καμία αναφορά γίνεται για ανοικτή πόρτα αυτοκινήτου, για φως εσωτερικής καμπίνας και για την όπλιση του πιστολιού. Αντιθέτως, στη γραπτή του κατάθεση ρητά αναφέρει ότι αντιλήφθηκε ότι ο δράστης κρατούσε όπλο μετά που ο τελευταίος είχε αποβιβαστεί από το όχημα του και σημάδευε με αυτό τόσο το μάρτυρα όσο και τον κατηγορούμενο
  51. Για πρώτη φορά καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε και στο επεισόδιο με την ταυτότητα, ήτοι ότι ο Χ ζήτησε από τον εξάδελφο του, τον XXXXX, να του δώσει την ταυτότητα του, ότι την πήρε, την έλεγξε και στη συνέχεια την επέστρεψε. Διαφορές υπάρχουν και σε σχέση με το χρόνο που ο δράστης πυροβόλησε για πρώτη φορά. Στη γραπτή κατάθεση του στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι ο Χ πυροβόλησε στον αέρα για πρώτη φορά ενώ ήταν γονατισμένος πάνω του, ενώ στην προφορική του μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος πυροβολισμός ρίχθηκε πολύ νωρίτερα, μόλις ο Χ κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Λίγο αργότερα, διαφοροποίησε την πιο πάνω θέση και τοποθέτησε τον πρώτο πυροβολισμό μετά τη συνομιλία που είχε ο Χ με τον ίδιο και τον εξάδελφο του και το συμβάν με την ταυτότητα του. Πέραν των όσων αναφέραμε πιο πάνω, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι από τη μαρτυρία του XXXXX Νικολάου, Μ.Κ.1, δημιουργούνται διάφορα εύλογα ερωτήματα σε σχέση με τον τρόπο που ενήργησε κατά τον επίδικο χρόνο. Και εξηγούμε. Η Αστυνομία εντόπισε μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης στα υποστατικά του ξενοδοχείου και αυτός υποψιάστηκε τον κατηγορούμενο
  52. Οι υποψίες του επαληθεύθηκαν καθότι, με βάση πάντα τους δικούς του τους ισχυρισμούς, την επόμενη ημέρα, όταν ο κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε το ξενοδοχείο και ο μάρτυρας τον ενημέρωσε για την επίσκεψη της Αστυνομίας και τον εντοπισμό των ναρκωτικών, αυτός αναγνώρισε ότι τα ναρκωτικά ήταν δικά του. Το γεγονός ότι ο γείτονας του έκρυψε μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης στο δικό του υποστατικό και ότι άθελα του θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί και ο ίδιος ότι εμπλεκόταν σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση, φαίνεται να μην τον προβλημάτισαν. Όχι μόνο δεν εκνευρίσθηκε, όχι μόνο δεν κάκισε τη συμπεριφορά του κ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.