Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. IVANOV, Αρ. Υπόθεσης: 526/18, 4/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 526/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXXX IVANOV Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 4.6.2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Αργυρού με κα Α. Αριστείδου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν η κα Έλενα Αντωνιάδου κα Ντετισλάβα Ζαβρού ορκίζεται να εκτελεί χρέη μεταφράστριας στα Βουλγάρικα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν διέγερση για διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 370(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και πιο συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2017 στη Λεμεσό, διέγειρε τον Μ.Κ.2 από τη Βουλγαρία να διαπράξει ποινικό αδίκημα, δηλαδή διάρρηξη αποθήκης και κλοπή και ο λόγος που υπάρχουν δύο κατηγορίες είναι διότι σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Κ.2, ο κατηγορούμενος διέγειρε δύο φορές τον Μ.Κ.2 να προβεί στη διάρρηξη των επίδικων υποστατικών και στην κλοπή του χρηματοκιβωτίου. Κατ' αρχήν έχουν γίνει παραδεκτά γεγονότα, τα Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, αλλά αυτά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Ο Μ.Κ.1 XXXXX Κακογιάννης έδωσε τρεις καταθέσεις στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσης υπόθεσης, δηλαδή τα Τεκμήρια 4,5 και
- Ο εν λόγω μάρτυρας είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, ιδιοκτήτης συγκεκριμένης εταιρείας που διατηρεί γραφεία και αποθήκες σε συγκεκριμένη περιοχή της επαρχίας Λεμεσού, στην οποία υπήρχε χρηματοκιβώτιο στο οποίο υπήρχε το χρηματικό ποσό των €375,
- Το εν λόγω ποσό αποκρυσταλλώθηκε βέβαια στο Τεκμήριο 6, διότι αρχικά στο Τεκμήριο 4, υπήρχε αναφορά για μικρότερο ποσό, διαπίστωσε την επίδικη ημέρα ότι έγινε κλοπή στα πιο πάνω υποστατικά, μέσα από τα σημάδια παραβίασης όπως τα έχει περιγράψει, εκφράζοντας την άποψη ότι το χρηματοκιβώτιο φορτώθηκε σε χειροποίητο ανυψωτήρα και πετάχτηκε από το παράθυρο. Εξέφρασε υποψίες εναντίον πρώην υπαλλήλου του που τον απείλησε ένα μήνα περίπου πριν και ο οποίος δεν ήταν ο κατηγορούμενος και ο οποίος διέμενε στο πατάρι της αποθήκης χωρίς να γνωρίζει ο μάρτυρας αν το εν λόγω πρόσωπο γνώριζε για την ύπαρξη του χρηματοκιβωτίου, καθώς επίσης και το περιεχόμενο του. Στη δεύτερη του κατάθεση, δηλαδή στο Τεκμήριο 5, έκανε αναφορά στο Μ.Κ.2 και την πρόσληψη του για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, για συγκεκριμένη εργασία, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και διατηρούσε δεσμό με μια υπάλληλο του μέχρι ενός σημείου. Ο Μ.Κ.2 της ανάφερε ότι κέρδισε σε συγκεκριμένο τυχερό παιγνίδι εξαψήφιο αριθμό χρημάτων, την προέτρεψε να ξανασμίξουν, της απέστειλε χρήματα και της ανάφερε ότι διέφυγε μέσω κατεχομένων για τη Βουλγαρία. Εξέφρασε ο μάρτυρας υποψίες ότι ο Μ.Κ.2 είναι αυτός που ευθύνεται για την κλοπή. Στην τρίτη του κατάθεση, δηλαδή στο Τεκμήριο 6, ουσιαστικά διευκρίνισε ότι το ποσό της κλοπής ανέρχεται στο ποσό των €375,
- Προφορικά στην κύρια εξέταση του, ανάφερε ότι δεν βρέθηκε οτιδήποτε από την κλοπή, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνώρισε τον Μ.Κ.2, τη δεινή του οικονομική του κατάσταση, δίδοντας συγκεκριμένα παραδείγματα, την εργασία που του έδωσε να εκτελέσει, περιγράφοντας ταυτόχρονα τον χώρο όπου έγινε η κλοπή, καθώς επίσης και τα υποστατικά της εταιρείας του εν γένει. Γενικά δηλαδή, απέκλεισε το ενδεχόμενο ο Μ.Κ.2 να εισήλθε στο χώρο όπου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο και δεν γνωρίζει αν ο Μ.Κ.2 γνώριζε κάτι για το χρηματοκιβώτιο. Περίγραψε επίσης τα καθήκοντα του κατηγορούμενου, ο οποίος γνώριζε για την ύπαρξη χρημάτων εντός αυτού, όχι όμως το ύψος τους, ο δε κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που τοποθέτησε το χρηματοκιβώτιο, περιγράφοντας επίσης και τον τρόπο που έγινε η τοποθέτηση. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι ήταν το μοναδικό άτομο που κατείχε κλειδιά του χρηματοκιβωτίου, το οποίο θα μπορούσε να μετακινηθεί από ένα άτομο μόνο αν ήταν χειροδύναμος. Είδε ο ίδιος ο μάρτυρας φωτογραφίες που έστειλε ο Μ.Κ.2 στη φίλη του από το εξωτερικό, δίνοντας συγκεκριμένη περιγραφή στο τι απεικονιζόταν. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου μετά τη διάρρηξη άλλαξε ριζικά, όχι όμως γενικά η οικονομική του κατάσταση και εμφάνιση, ακολούθως βρέθηκε η χρυσή τομή και ο κατηγορούμενος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του. Αντεξεταζόμενος, περίγραψε τα υποστατικά της εταιρείας όπου έγινε διάρρηξη και κλοπή και ειδικότερα το χώρο που βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο που κλάπηκε, τα κλειδιά του οποίου κατέχει αποκλειστικά ο ίδιος, ότι το χρηματοκιβώτιο όταν είχε χρήματα, ήταν κλειδωμένο τόσο αυτό, όσο και το δωμάτιο που βρίσκονταν, ενώ το αντίθετο συνέβαινε όταν δεν υπήρχαν χρήματα, διευκρινίζοντας όμως αργότερα ότι στο χώρο υπήρχαν δύο χρηματοκιβώτια σε δύο ξεχωριστά δωμάτια, όπου στο ένα υπήρχαν μόνο τα έγγραφα και ότι ήταν πάντα κλειστό το δωμάτιο και το χρηματοκιβώτιο όπου έγινε η διάρρηξη και η κλοπή. Δύο ήταν οι υπάλληλοι του που γνώριζαν ότι φυλάσσονταν χρήματα εντός αυτού του χρηματοκιβωτίου, δηλαδή ο κατηγορούμενος και ένα άλλο πρόσωπο που κατονόμασε, καθότι ο κατηγορούμενος είδε τον μάρτυρα να τοποθετεί χρήματα εντός του χρηματοκιβωτίου. Επανέλαβε τη θέση του για την αλλαγή στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την εκτέλεση της εργασίας του, η οποία ήταν πλημμελής, αλλά ο μάρτυρας τον είχε κρατήσει στην εργασία λόγω έλλειψης προσωπικού. Αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργοδότησε τον Μ.Κ.2 και τον λόγο εργοδότησης του και έδωσε διευκρινίσεις και λεπτομέρειες αναφορικά με το πως τελικά διαμορφώθηκε και διαπιστώθηκε το ύψος του χρηματικού ποσού που έχει κλαπεί μαζί με το χρηματοκιβώτιο, παραπέμποντας ουσιαστικά στο λογιστή του. Στην επανεξέταση του, κατάθεσε το Τεκμήριο 7 που αφορά βεβαίωση του λογιστή του ως προς το ύψος του ποσού που έχει κλαπεί και την προσέλευση του παραπέμποντας ο μάρτυρας ουσιαστικά στους λογιστές του για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις, απαντώντας σχετικά σε ερωτήσεις που του έγιναν γι' αυτό το ζήτημα. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο κ. XXXXX Hasan, o οποίος αναγνώρισε μεν την υπογραφή του στην κατάθεση του που κατατέθηκε ως Τεκμήριο, δεν υιοθέτησε όμως το περιεχόμενο της. Στην κατάθεση του, ανάφερε ότι για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εργαζόταν στην αποθήκη του Μ.Κ.1, όπου εκεί γνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος ανάφερε ότι βαρέθηκε την εργασία του και ότι ήξερε ότι υπήρχαν πολλά λεφτά στο συγκεκριμένο χρηματοκιβώτιο. Ο κατηγορούμενος του είπε να πάνε να το κλέψουν, αλλά αυτός δεν συμφώνησε. Μετά από μια εβδομάδα ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του όπου ξανάνοιξε το ζήτημα με τον μάρτυρα και του έδειξε ζωγραφισμένο σε ένα ξύλο ένα σχέδιο κλειδιών, που όπως ανάφερε ήταν το κλειδί του χρηματοκιβωτίου με σκοπό να βγάλουν αντικλείδι. Ο Μ.Κ.2 του ανάφερε ξανά ότι δεν θέλει να το κάνει και από εκείνη την ημέρα δεν ξαναμίλησαν γι' αυτό το θέμα. Ο μάρτυρας δεν έβγαλε από το μυαλό του τα λεγόμενα του κατηγορούμενου και ήθελε να κλέψει τα χρήματα, ώσπου και συνάντησε ένα Ρώσο που ήξερε ότι διαπράττει κλοπές, όπου τον προσέγγισε και συμφώνησε μαζί του να κλέψει το χρηματοκιβώτιο, όπως και έγινε, περιγράφοντας τον τρόπο που έγινε η διάρρηξη του κτιρίου και η κλοπή του χρηματοκιβωτίου, δηλαδή έσπασαν πόρτα και με χειροκίνητο ανυψωτικό εργαλείο σήκωσαν το χρηματοκιβώτιο και το πέταξαν από το παράθυρο. Το φόρτωσαν σε αυτοκίνητο και ακολούθως ο Ρώσος το άνοιξε με εργαλεία που είχε και ο Μ.Κ.2 έλαβε το ποσό των €130,
- Αναχώρησε από την Κύπρο μετά από δύο εβδομάδες μέσω κατεχομένων για τη Βουλγαρία και ακολούθως πήγε στη Δομινικανή Δημοκρατία και όταν επέστρεψε στη Βουλγαρία τον συνέλαβε η αστυνομία. Ξόδεψε όλα τα χρήματα της κλοπής και ούτε αγόρασε κάτι για να του μείνει. Δεν γνώριζε το όνομα και τη διαμονή του συναδικοπραγούντα του και ούτε μπορεί να τον αναγνωρίσει, ούτε τα άλλα πρόσωπα που ήταν μαζί του. Εξέφρασε την απολογία του στην Αστυνομία και στον παραπονούμενο για ότι έκανε. Προφορικά στην κύρια εξέταση του, επεξήγησε τους λόγους που αποστασιοποιήθηκε από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι έχει εμπλέξει τον κατηγορούμενο θεωρώντας τον υπεύθυνο για την απώλεια της εργασίας του και ότι η αλήθεια είναι αυτή που ανάφερε προφορικά στο Δικαστήριο, αφήνοντας το όλο θέμα στην κρίση του Δικαστηρίου να κρίνει ποια είναι η αλήθεια, διευκρινίζοντας ότι από την κατάθεση του, δεν είναι αλήθεια η προτροπή του κατηγορούμενου για να κλέψουν και ούτε είναι η αλήθεια η υπόδειξη κλειδιού από τον κατηγορούμενο, παραδεχόμενος όμως ότι τα χρήματα τα έκλεψε ο ίδιος με άλλους τρεις και ότι το χρηματοκιβώτιο ήταν στο δεύτερο όροφο και όχι στο πρώτον και ότι με τον κατηγορούμενο διαμένουν στο ίδιο κελί, χωρίς αυτό να αποτελεί επιλογή του, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τον κατηγορούμενο στο εδώλιο του κατηγορούμενου και ότι ο ίδιος παραδέχθηκε σε άλλη δικαστική διαδικασία ότι έκλεψε τα χρήματα. Μετά από αυτές τις αναφορές του μάρτυρα, με απόφαση του Δικαστηρίου κηρύχθηκε εχθρικός και αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και που είχε ως επίκεντρο υποβολή θέσεων ότι η αλήθεια είναι όπως αυτή αναφέρεται στην κατάθεση του και που αναφέρουν εμπλοκή του κατηγορούμενου, δηλαδή στη διέγερση για διάπραξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή τη διάρρηξη του επίδικου υποστατικού και την κλοπή του χρηματοκιβωτίου. Ο μάρτυρας μετά από αυτή την εξέλιξη δεν αντεξετάστηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στο κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στην ανώμοτη του δήλωση η οποία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτολεξεί, ουσιαστικά αποστασιοποιείται από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς την νομική πτυχή των επίδικων κατηγοριών σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 370 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος διεγείρει ή αποπειράται να υποκινήσει άλλο να διαπράξει ποινικό αδίκημα, ανεξάρτητα αν ο άλλος συναινεί ή όχι να διαπράξει αυτό, είναι ένοχος- (α) κακουργήματος, αν το ποινικό αδίκημα για το οποίο γίνεται λόγος είναι κακούργημα, και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση των επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή» ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ.40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolminghton v. D.P.P.
(1935)ΑC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχεία της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και τον τρόπο που αυτή αξιολογείται, στην υπόθεση Α.Δ. εναντίον Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/14 ημερομηνίας 22 Ιουνίου 2016, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γιώργος Ερωτοκρίτου, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης». Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Ως προς τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και γενικά την αποδεικτική βαρύτητα μαρτυρίας εχθρικού μάρτυρα σχετικό είναι το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ, έκδοση 2014, σελ. 701 όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: «Η μαρτυρία μάρτυρα που έχει κηρυχθεί εχθρικός, συνεχίζει να αποτελεί μέρος του αποδεικτικού υλικού έστω και αν αποτελεί μαρτυρία που θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεχομένως και αναλόγως της περίπτωσης και ως αναξιόπιστη και γενικώς, ασήμαντης ή μηδαμινής αξίας (Βενιζέλου ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 59). Αξιολογώντας τη μαρτυρία αυτή το Δικαστήριο, αν σκοπεύει να της αποδώσει ολικώς ή μερικώς οποιαδήποτε βαρύτητα, πρέπει να αυτοπροειδοποιείται ξεκάθαρα για τους εγγενείς κινδύνους του εγχειρήματος και να την προσεγγίζει με μεγάλη προσοχή και επιφύλαξη (Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 104, R v. Greene
(2009)EWCA Crim 2282, R v Maw
(2005)Crim LR 841)». Σύμφωνα με την απόφαση Κώστας Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ σελ. 359, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας που έχει κηρυχθεί ως εχθρικός όπου και το πιο κάτω απόσπασμα. Η νομική θέση που προβάλλει μέσα από τις αυθεντίες και τα συγγράμματα είναι ότι η προηγούμενη κατάθεση μάρτυρα που λόγω της ένορκης συμπεριφοράς του κηρύσσεται εχθρικός ενόψει ουσιαστικής αναίρεσης του περιεχομένου της, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο ή μαρτυρία ενοχής. Η κατάθεση όμως μπορεί να αποτελέσει ενδεικτικό υλικό αναξιοπιστίας. Όπως το θέτει το σύγγραμμα του Murphy on Evidence 8η έκδ.
(2003)σελ. 586: «In such a case, the jury must, therefore, assess the evidence of the witness in the light of the statement put to him, to show inconsistency, and if the inconsistency is substantial and is unexplained to their satisfaction, the statement may altogether destroy the effect of the evidence. Be that as it may, the jury cannot substitute the statement for the evidence.» (Σε μετάφραση): Σε τέτοια περίπτωση, οι ένορκοι πρέπει συνεπώς να εκτιμήσουν την ένορκη μαρτυρία του μάρτυρα υπό το φως της κατάθεσης που του υποδείχθηκε, για να φανεί αντίφαση και αν η αντίφαση είναι ουσιώδης, και παραμένει χωρίς εξήγηση και χωρίς οι ένορκοι να ικανοποιηθούν, η κατάθεση μπορεί να καταστρέψει ολωσδιόλου το αποτέλεσμα της ένορκης μαρτυρίας. Όπως και να έχει το ζήτημα, οι ένορκοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ένορκη μαρτυρία με την κατάθεση.» Η θέση αυτή, έκφραση του κοινοδικαίου, έχει τώρα ανατραπεί στην Αγγλία ως αποτέλεσμα του s. 119
(1)του νόμου The Criminal Justice Act 2003, με το οποίο η προηγούμενη αντιφατική κατάθεση είναι αποδεκτή ως μαρτυρία οποιουδήποτε γεγονότος περιέχεται εκεί, ανεξάρτητα βεβαίως από τη βαρύτητα που θα της αποδοθεί σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία. Στην Κύπρο βεβαίως εξακολουθεί να ισχύει ενόψει των προνοιών του Άρθρου 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Criminal Procedure Act 1865, στη βάση του οποίου είναι δυνατή η αντιπαραβολή της κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας ως ερχόμενης σ' αντίθεση με τη μαρτυρία που δίνει ενόρκως και σε περίπτωση επιμονής του στην ένορκη μαρτυρία του, παρέχεται η δυνατότητα κήρυξης του ως εχθρικού (δέστε και το σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη: «Το Δίκαιο της Απόδειξης» σελ. 223-228). Κατά το κοινοδίκαιο, ενδεικτική εχθρικής διάθεσης είναι και η περίπτωση ο μάρτυρας να αρνείται πέραν ορισμένων προκαταρκτικών απαντήσεων, να δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία (R. V. Thompson 64 Cr. App.R. 96). .................................. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Murphy - πιο πάνω - σελ. 583: «They may (the jury) use the statement only as evidence going to the credit of the witness, and it will be a serious misdirection to invite them to act upon the contents of the statement as evidence of quilt.» (Σε μετάφραση): «Μπορούν (οι ένορκοι) να χρησιμοποιήσουν την κατάθεση μόνο ως μαρτυρία για την αξιοπιστία του μάρτυρα και θα ήταν ουσιαστικά λανθασμένη η καθοδήγηση να κληθούν να ενεργήσουν με βάση το περιεχόμενο της καταθέσεως ως απόδειξη ενοχής.» Στην R. v. Golder [1960] 1 W.L.R. 1169, αναφέρθηκε ότι οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγούνται ότι η ένορκη μαρτυρία είναι σε αυτές τις περιπτώσεις αναξιόπιστη. Η ουσία εδώ, εν τέλει, είναι ότι το Κακουργιοδικείο δεν βάσισε την καταδικαστική του απόφαση σε οποιαδήποτε θέση του πρώην συγκατηγορούμενου, ο οποίος εν πάση περιπτώσει και σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκε ο συνήγορος, περί του ότι έδωσε την ανακριτική κατάθεση αποσκοπώντας στην εξασφάλιση ευνοϊκής μεταχείρισης, καταδικάστηκε σε αυστηρή ποινή φυλάκισης, μετά την παραδοχή του. Ως προς τη βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι δεν δύναται να αποδώσει σ' αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, λόγω ακριβώς του περιεχομένου της, δηλαδή της αποποίησης οποιασδήποτε εμπλοκής που ούτως ή άλλως αποτελεί βάρος που να εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά και λόγω της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 που ακολουθεί πιο κάτω. Ο Μ.Κ.1 σε γενικές γραμμές άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο διότι κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να πει κάτι περισσότερο από αυτό που πίστευε και γνώριζε αναφορικά με το πρόσωπο του κατηγορούμενου και την όλη εμπλοκή του. Υπήρξε ειλικρινής και εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του δεν καλύπτει τον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή τη διέγερση εκ μέρους του κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.2 όπως διαρρήξουν τα επίδικα υποστατικά και κλέψουν το χρηματοκιβώτιο. Συνεπώς, ο κύριος μάρτυρας στον οποίο στηρίχθηκε η Κατηγορούσα Αρχή για να στηρίξει την υπόθεση της είναι ο Μ.Κ.2. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα παρουσιάζει την εξής ιδιομορφία, δηλαδή την αξιολόγηση μαρτυρίας μάρτυρα που κηρύχθηκε εχθρικός με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας μάρτυρα που κηρύχθηκε ως εχθρικός προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις: Διαφαίνεται ότι η όλη στάση του Μ.Κ.2 κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ήταν στοχευμένη και με απώτερο σκοπό να αποποιηθεί της πρώτης του κατάθεσης και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από οποιαδήποτε εμπλοκή. Επιπρόσθετα δε, το δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν ακροσφαλές στο να στηριχθεί στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 και να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο ή μαρτυρία ενοχής και ούτε θα μπορούσε να αντικατασταθεί η ένορκη του μαρτυρία με την κατάθεση του ως και οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές, έχοντας μάλιστα υπόψη ότι ο Μ.Κ.2 είναι ήδη μολυσμένος με τη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης του επίδικου υποστατικού και την κλοπή του χρηματοκιβωτίου και μάλιστα με άλλα τρία άτομα, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται ο κατηγορούμενος. Ένα ακόμα επιπρόσθετο στοιχείο που συνηγορεί στο να μη στηριχθεί το Δικαστήριο στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι όχι μόνο η αντιφατική γραμμή που κράτησε ως προς την εμπλοκή του κατηγορούμενου αλλά και επειδή δεν θα μπορούσε λογικά να ευσταθεί η θέση του Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος του έδειξε σε ξύλο σχέδιο κλειδιού του χρηματοκιβωτίου που κλάπηκε, διότι όπως ο ίδιος ο Μ.Κ.1 ανάφερε και που το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του, μόνο ο Μ.Κ.1 κρατούσε κλειδιά του χρηματοκιβωτίου και κανένας άλλος. Βεβαίως το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 αρχικά δεν συναίνεσε στις δύο παραινέσεις του κατηγορούμενου στο να διαπράξουν το πιο πάνω αδίκημα είναι ανεξάρτητο ως το άρθρο 370(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί και το αδίκημα θα διαπραττόταν εκ μέρους του κατηγορούμενου αν και εφόσον βεβαίως το Δικαστήριο αποδεχόταν τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση με βάση και την αξιολόγηση που προηγήθηκε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνακόλουθα, από την στιγμή που το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν γίνεται αποδεκτή και από την στιγμή που δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να καλύπτει τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 370(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και απαλλάσσεται της κράτησης του. Τα €60 έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Διέγερση για διάπραξη κακουργήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο