← Κύπρος

Μ.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. KR BETON LTD κ.α., Υπόθεση: 18357/17, 22/6/2018

Μ.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. KR BETON LTD κ.α., Υπόθεση: 18357/17, 22/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Υπόθεση: 18357/17 Μεταξύ: Μ.Σ. (ΣΚΥΡΑ) ΒΑΣΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Παραπονούμενη -ν-

  1. KR BETON LTD
  2. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2018 Για Παραπονούμενη: κα Μ. Ιωαννίδου. Για Κατηγορούμενους: κος Σ. Νεοφύτου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την 1η, 3η, 5η, 7η, 9η, 11η, 13η, 15η και 17η, κατηγορία για την έκδοση εννέα επιταγών, άνευ αντικρίσματος, συνολικού ποσού €47.500.-, κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Αποδίδεται σε αυτήν ότι σε διάφορες ημερομηνίες εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης τις επιταγές που αναφέρονται στις ως άνω κατηγορίες, οι οποίες μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και/ή παγοποιημένος και παρέμειναν απλήρωτες πέραν των 15 ημερών από τη παρουσίαση τους. Ο 2ος κατηγορούμενος με την 2η, 4η, 6η, 8η, 10η, 12η, 14η, 16η και 18η κατηγορία κατηγορείται ως συνεργός στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων από την 1η κατηγορούμενη, δυνάμει των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και εξουσιοδοτημένου προσώπου να υπογράφει επιταγές για την 1η κατηγορούμενη. Κατά τη δίκη παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Επίσης η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν περιορίστηκε στην εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά τέθηκε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256: «όταν αναφερόμαστε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας, εννοούμε κατά κύριο λόγο τον έλεγχο «με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Πέραν των πιο πάνω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας επιτελέστηκε εν σχέση με τα ουσιώδη επίδικα θέματα και ιδιαίτερα εκείνα που είναι υπό αμφισβήτηση (βλ. R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1Β AAΔ 1074, SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 89/2011, 13/4/2016). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του και εις το βαθμό που σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, σημειώνω ότι πλείστα από τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα δεν αμφισβητούνται, όπως η υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος είναι ο μοναδικός διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή επιταγών, η παρουσίαση τους στην τράπεζα προς πληρωμή και η μη πληρωμή τους εντός 15 ημερών από την παρουσίαση τους λόγω του ότι ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης είχε παγοποιηθεί. Με την υπεράσπιση τους οι κατηγορούμενοι προβάλλουν ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εξοφληθεί και ο 2ος κατηγορούμενος ήταν διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης μόνο για τυπικούς λόγους χωρίς να εμπλέκεται στη διαχείριση και εργασίες της 1ης κατηγορούμενης. Οι θέσεις αμφοτέρων πλευρών αναπτύχθηκαν επίσης με τις τελικές τους αγορεύσεις οι οποίες έχουν επίσης μελετηθεί και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Πρώτη μάρτυρας παρουσιάστηκε η XXXXX Αντωνιάδου (ΜΚ1), τραπεζικός υπάλληλος στην Societe Generale Bank - Cyprus στην οποία εργάζεται ως λειτουργός εξυπηρέτησης επιχειρήσεων. Γνωρίζει την 1η κατηγορούμενη εταιρεία η οποία ήταν πελάτης της τράπεζας και είναι υπεύθυνη του λογαριασμού της. Κατέθεσε τις επίδικες επιταγές με αριθμό XXXXX0451, XXXXX0453, XXXXX0454, XXXXX0455, XXXXX0456, XXXXX0457, XXXXX0458, XXXXX0459 και XXXXX0460, ως Τεκμήρια 1-9 αντίστοιχα. Ανέφερε ότι οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών, όπως είπε, ελέγχθηκαν από το αρμόδιο τμήμα σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής το οποίο κατέχει η τράπεζα. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 10 κατάσταση του λογαριασμού ο οποίος σχετίζεται με τις επίδικες επιταγές. Η 1η κατηγορούμενη, όπως είπε, ήταν ήδη στο ΚΑΠ όταν παρουσιάστηκε η επίδικη επιταγή Τεκμήριο
  1. Εξήγησε ότι όταν ένας πελάτης καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ), ο λογαριασμός παγοποιείται και ο πελάτης δεν έχει δικαίωμα έκδοσης επιταγών και ενημερώνεται προς τούτο ο πελάτης. Οι πελάτες όπως είπε γνώριζαν ότι ήταν ήδη στο ΚΑΠ, τόσο τηλεφωνικώς όσο και γραπτώς. Εν σχέση με όλες τις επίδικες επιταγές ανέφερε ότι παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και ακολούθως στην τράπεζα που εργάζεται και σφραγίστηκαν από την τράπεζα ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει εάν η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών προσομοιάζει με το δείγμα που ελέγχθηκε από το αρμόδιο τμήμα και δεν γνώριζε, χωρίς κάτι τέτοιο να επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου περί αξιοπιστίας της μάρτυρος εφόσον η υπογραφή των επιταγών από τον 2ο κατηγορούμενο δεν αμφισβητείται. Η μαρτυρία της ΜΚ1 ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε παρά μόνο τέθηκαν σε αυτήν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ήταν σαφείς στις απαντήσεις της, εις τον βαθμό που γνώριζε να απαντήσει. Κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Σαββίδης, (ΜΚ2). Είναι ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας (Τεκμήριο 11) η οποία κατασκευάζει έτοιμο μπετόν και προμήθευαν όπως είπε, την 1η κατηγορούμενη με χαλίκια και άμμους από το λατομείο της παραπονούμενης, με αντάλλαγμα την πληρωμή. Η πληρωμή γινόταν όπως είπε με επιταγές ή μετρητά και στην προκειμένη περίπτωση ήταν με επιταγές. Γνωρίζει τον 2ο κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, ο οποίος είναι διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
  2. Πρόσθεσε επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος ασχολείτο με τη λειτουργία της εταιρείας. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-9 και ανέφερε ότι δοθήκαν στην παραπονούμενη κατά την ημερομηνία που αναφέρεται σε κάθε επιταγή όπου είναι και η ημερομηνία έκδοσης της κάθε μιας. Συνήθως όπως είπε οι επιταγές εισπράττονταν από τον εισπράκτορα XXXXX Περικλέους από την 1η κατηγορούμενη εταιρεία και τις παρέδιδε στον μάρτυρα στο λατομείο. Μπορεί και ο ίδιος να εισέπραξε κάποιες επιταγές αλλά δεν θυμόταν ποιες συγκεκριμένα. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι οι κατηγορούμενοι εκτός από την παραπονούμενη συνεργάζονταν και με τις εταιρείες Scyramix Limited και Μ.Σ. (Μεταφορές) Βάσας Λτδ, οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Αποτέλεσε ουσιαστική θέση της υπεράσπισης η εξής: «Κύριε μάρτυς, εγώ σας υποβάλλω ότι είχατε συμφωνήσει με τον κύριο XXXXX Ιωάννου που εκπροσωπούσε τους κατηγορουμένους ότι θα σας πλερώνει μετρητά τις επιταγές και να αφαιρείται από κάθε επιταγή μόνο το ποσό των €100 για άλλες οφειλές της εταιρείας και να εξοφλούνται οι επιταγές.» Θέση του μάρτυρα αποτέλεσε η ακόλουθη: «Δεν είναι έτσι. Πλήρωνε με και μετρητά ο κύριος XXXXX Ιωάννου και κάναμε μια συμφωνία γιατί είχε σε άλλη εταιρεία άλλο ποσό που εχρώσταν πάλε, εχρωστούσε η εταιρεία εννοώ και είπαμε να βάλουμε και ένα ποσό στην άλλη εταιρεία για να μειώνεται το υπόλοιπο της και εβάλαμε τα €100 έναντι σε άλλον λογαριασμό που είχαμε και έγινε και κανονικά η απόδειξη της. Αυτό εγίνετουν. Είχαμε αυτήν τη συμφωνία.» Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα αποδείξεις είσπραξης, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 13 και εξήγησε ότι εκδιδόταν μια απόδειξη για το ποσό τον €100.- έναντι του παλιού λογαριασμού και μια απόδειξη για πληρωμή έναντι του νέου λογαριασμού. Στον μάρτυρα τέθηκαν ερωτήσεις που αφορούσαν τη λειτουργία του λογαριασμού και πόσοι λογαριασμοί τηρούνταν με την 1η κατηγορούμενη. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι υπήρχαν δυο λογαριασμού ένας νέος και ένας παλιός για τους λόγους που εξήγησε και καταγράφονται πιο πάνω, όπως φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο ΜΚ3 XXXXX Περικλέους εισπράκτορας της παραπονούμενης. Τέθηκε επίσης στον μάρτυρα η θέση ότι οι επιταγές δίδονταν προς εξασφάλιση πληρωμής των υλικών και κατά την ημερομηνία πληρωμής τους δίδονταν μετρητά από τον XXXXX Ιωάννου και οι επιταγές επιστρέφονταν. Σημειώνεται βεβαίως ότι δεν τέθηκε οποιαδήποτε σαφής θέση στον μάρτυρα ότι συγκεκριμένη επίδικη επιταγή πληρώθηκε σε μετρητά και έπρεπε να επιστραφεί αλλά και πότε έγινε τέτοια πληρωμή. Ο μάρτυρας φάνηκε ειλικρινής ότι μπορεί κάτι τέτοιο να γινόταν, ήτοι η πληρωμή μετρητών και επιστροφή επιταγής, όπως ανέφερε προς τούτο και ο ΜΚ3, αλλά οι επίδικες επιταγές δεν πληρωθήκαν σε μετρητά. Εις ότι αφορά την πληρωμή των €100.- για άλλες οφειλές αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός μεταξύ των δυο πλευρών. Τα όσα τέθηκαν στον μάρτυρα εν σχέση με τη λειτουργία των λογαριασμών δεν μπορούν να κριθούν ουσιώδη επίδικα ζητήματα στην παρούσα όπου εξετάζεται η πιθανή ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων η οποία είναι ανεξάρτητη από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμών. Θέση της υπεράσπισης αποτέλεσε ουσιαστικά ότι οι επίδικες επιταγές ήταν ξοφλημένες. Δεν τέθηκε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο προς τούτο υπόψη του μάρτυρα κατά τρόπο που θα μπορούσε να επηρεαστεί η αξιοπιστία του. Αντιθέτως παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου πληρωνόταν μια επιταγή με μετρητά και αυτή επιστρεφόταν, όπως άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τη θέση του ΜΥ2 ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήρια 18 - 20, επιταγές οι οποίες πληρωθήκαν σε μετρητά και επιστραφήκαν στους κατηγορούμενους, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να έχει συμβεί με τις επίδικες επιταγές. Η θέση του ότι οι επιταγές όπως είπε εισπράττονταν κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στην κάθε επιταγή, επιβεβαιώνεται και από τις αποδείξεις Τεκμήριο 13 οι οποίες φέρουν ημερομηνία έκδοσης την ημερομηνία που αναφέρεται στην επιταγή αλλά και με τα όσα διευκρίνισε κατά την επανεξέταση του ότι οι αποδείξεις εκδίδονταν με την είσπραξη μετρητών ή επιταγής. Επιβεβαιώνεται επίσης η πιο πάνω θέση του από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήρια 15 και 16 εις τις οποίες φαίνεται η ημερομηνία εγγραφής της κάθε επίδικης επιταγής εις τους λογαριασμούς της παραπονούμενης η ημερομηνία που αναφέρεται σε κάθε επιταγή. Ο μάρτυρας ήταν άμεσος στις απαντήσεις του, τοποθετήθηκε με επάρκεια στις υποβολές που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση και δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία του. Η μαρτυρία του επίσης επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων όπως ανέφερα λεπτομερώς πιο πάνω. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Επόμενος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο XXXXX Περικλέους, (ΜΚ3), εισπράκτορας στην παραπονούμενη. Μερικές φορές όπως είπε, εισέπραττε ο ίδιος κάποιες επιταγές και άλλες φορές ο ΜΚ
  3. Όταν πήγαινε να πάρει επιταγή, πολλές φορές ήταν ο κατηγορούμενος, πολλές φορές ήταν ο αδελφός του ή ο υπάλληλος τους. Γνωρίζει όπως είπε τον κατηγορούμενο, εργάζεται στην 1η κατηγορούμενη, μπορεί όπως είπε να είναι και διευθυντής και αρκετές φορές έτυχε να του δώσει μετρητά ή επιταγή. Ανέφερε ότι λόγω της ύπαρξης ενός παλιού χρέους, υπήρχε συμφωνία για πληρωμή του ποσού των €100.- και εκδίδονταν δυο αποδείξεις. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 15 και 16 τις καταστάσεις λογαριασμού που διατηρεί η 1η κατηγορούμενη με την παραπονούμενη. Οι αποδείξεις Τεκμήριο 13, δεν εκδοθήκαν από τον ίδιο όπως είπε, πρέπει να αφορούσαν επιταγές ή χρήματα που δίδονταν στον ΜΚ2 και η Μαρία του λογιστηρίου εξέδιδε τις αποδείξεις. Ερωτηθείς ποια ήταν τα ονόματα των προσώπων από τα οποία παραλάμβανε τις επιταγές, ανέφερε τον Σάββα, Γιάννη, Μάριο και δεν θυμόταν ποιος ήταν ο τελευταίος. Σε αυτό το σημείο ερωτήθηκε: «Ο κατηγορούμενος, εννοείτε ο XXXXX Ιωάννου» και απάντησε «Ναι». Ακολούθως ερωτήθηκε «Άρα εσύ το πάρε δώσε που είχες ήταν μαζί με τον XXXXX Ιωάννου, τον XXXXX Ιωάννου και όχι με τον XXXXX Παναγή.» και απάντησε «Όχι». Σε υποβολή που του τέθηκε ότι οι επίδικες επιταγές έχουν πληρωθεί με μετρητά ανέφερε ότι εάν πληρώνονταν με μετρητά έπρεπε τις επιταγές να τις είχαν οι κατηγορούμενοι και όσες φορές πήγε ο ίδιος για να πάρει χρήματα επέστρεφε τις επιταγές. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε ουσιαστικά στον τρόπο είσπραξης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην παραπονούμενη χωρίς όμως να εμπλέκεται άμεσα στα γεγονότα που αφορούν τις επίδικε επιταγές. Ήταν σταθερός στη θέση του ότι πάντοτε όταν η 1η κατηγορούμενη πλήρωνε μετρητά μια επιταγή, αυτή επιστρεφόταν. Η μαρτυρία του επίσης επιβεβαιώνει την μαρτυρία του ΜΚ2 αναφορικά με την τήρηση των δυο λογαριασμών Τεκμήρια 15 και
  4. Φάνηκε κατά την κυρίως εξέταση του να αναφέρεται στο πρόσωπο του 2ου κατηγορούμενου ως ένα από τα πρόσωπα από τα οποία έτυχε να εισπράξει επιταγές. Ακολούθως κατά την αντεξέταση του όπως φαίνεται από το πιο πάνω απόσπασμα το οποίο παρέθεσα αυτούσιο, προκύπτει ότι δεν προέβηκε σε αναφορά στο όνομα του 2ου κατηγορούμενου. Η πιο πάνω αντίφαση στη μαρτυρία του μάρτυρα, αποτέλεσε το έναυσμα για να επικαλεστεί η πλευρά της υπεράσπισης την αναξιοπιστία του μάρτυρα. Όπως αναφέρθηκε αρχικά, η αξιοπιστία ενός μάρτυρα κρίνεται επί των ουσιαστικών επιδίκων ζητημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση όπου η υπογραφή των επίδικων επιταγών δεν αμφισβητείται από τον 2ο κατηγορούμενο, όπως επίσης δεν αμφισβητείται ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης, το κατά πόσο ο ΜΚ3 παρέλαβε από αυτόν επιταγή οποτεδήποτε δεν μπορεί να αποτελέσει ουσιώδες επίδικο ζήτημα που θα μπορούσε από μόνη της η αντίφαση αυτή να επηρεάσει την καθολική αξιοπιστία του μάρτυρα την στιγμή μάλιστα όπου ο ΜΚ3 ανέφερε ότι τις επίδικες επιταγές δεν τις παρέλαβε ο ίδιος. Χωρίς να επηρεάζεται η συνολική αξιοπιστία του ΜΚ3, ενόψει της πιο πάνω αντίφασης στην μαρτυρία του δεν μπορώ να αποδεχτώ από αυτήν την αρχική του θέση ότι εισέπραξε επιταγή από τον 2ο κατηγορούμενο. Κατά τα λοιπά ο μάρτυρας κρίνεται ειλικρινής και εις τον βαθμό που η μαρτυρία του σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα γίνεται αποδεκτή, εκτός το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τον 2ο κατηγορούμενο. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο XXXXX Λαμπριανού (ΜΚ4), τραπεζικός υπάλληλος στην Societe Generale Cyprus. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-9 και ανέφερε ότι το πρόσωπο που δεσμεύει το λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης είναι ο Ανδρέας Παναγή, 2ος κατηγορούμενος, σύμφωνα με το δείγμα υπογραφής Τεκμήριο 17 το οποίο κατέθεσε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν παρουσιάστηκαν οι επιταγές στην τράπεζα για πληρωμή, μετά την κατάθεση τους στην Τράπεζα Κύπρου, πρώτα ταυτοποιήθηκε η υπογραφή και ακολούθως επιστράφηκαν με την ένδειξη ΚΑΠ. Η μαρτυρία του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας της, παρά μόνο τεθήκαν στον μάρτυρα διευκρινιστικές ερωτήσεις ως προς την διαδικασία παρουσίασης και ελέγχου των στοιχείων των επιταγών γενικότερα. Η μαρτυρία του ΜΚ4 συμπλήρωσε ουσιαστικά τη μαρτυρία της ΜΚ1 αναφορικά με την πορεία των επίδικων επιταγών αλλά και την υπογραφή τους από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, τον 2ο κατηγορούμενο, σύμφωνα με το Τεκμήριο 17 το οποίο κατέθεσε. Ο μάρτυρας εξήγησε με την απαιτούμενη επάρκεια τη διαδικασία που ακολουθείται για έλεγχο των επιταγών και της υπογραφής τους, η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση και συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Κληθείς σε απολογία, ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Γιάννος Ιωάννου του ζήτησε λόγω της φιλίας τους να διοριστεί ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης. Ο ίδιος του όμως δεν είχε οποιεσδήποτε συναλλαγές με την παραπονούμενη και για πρώτη φορά έμαθε για τις επιταγές αυτές όταν του επιδόθηκε το κατηγορητήριο. Τότε επικοινώνησε με τον XXXXX Ιωάννου, ο οποίος του ανέφερε ότι οι επιταγές είναι πληρωμένες. Λίγες μέρες μετά όπως είπε, επικοινώνησε μαζί του ο Γιάννης Σαββίδης ζητώντας του να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατέχει στην 1η κατηγορούμενη για να μην πάει φυλακή. Τότε ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο γιατί είναι διευθυντής στην 1η κατηγορούμενη αλλά η εταιρεία ανήκει στον Γιάννο Ιωάννου. Σύμφωνα με τον 2ο κατηγορούμενο, υπέγραψε 10-12 επιταγές κατόπιν οδηγιών του XXXXX Ιωάννου, τις οποίες υπέγραψε εν λευκώ. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-9 αναφέροντας ότι μόνο η υπογραφή επ' αυτών είναι δική του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από την ίδρυση της 1ης κατηγορούμενης μέχρι σήμερα παραμένει ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής αυτής και δικαίωμα υπογραφής επιταγών έχει μόνο ο ίδιος. Δεν γνωρίζει εάν η 1η κατηγορούμενη οφείλει χρήματα στην παραπονούμενη, ούτε κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε συμφωνία για διευθέτηση παλαιών οφειλών, ούτε γνωρίζει τον αριθμό λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης. Ερωτηθείς κατά πόσο διερωτήθηκε που θα δίνονταν οι επιταγές ανέφερε ότι όπως του είπε ο Ιωάννου θα πληρώνονταν οι προμηθευτές αλλά ο ίδιος του δεν γνώριζε ούτε κατά πόσο υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ούτε εάν τηρείτο οποιοσδήποτε λογαριασμός για την αγορά υλικών. Ουσιαστικά ο 2ος κατηγορούμενος δεν απάντησε με σαφήνεια οποιαδήποτε ερώτηση που του τέθηκε, αναφέροντας μόνο ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για την εταιρεία ή για την παρούσα υπόθεση. Οχυρώθηκε από το γεγονός ότι οι μάρτυρες, όπως είπε κατ' επανάληψη, της παραπονούμενης δεν τον αναγνώρισαν αλλά και το ότι όλες οι συναλλαγές γίνονταν από τον XXXXX Ιωάννου. Με πλήρη αδιαφορία προς την ιδιότητα του ως μοναδικού διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης αλλά και μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές για αυτήν, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε τίποτε για την υπόθεση που αντιμετωπίζει. Παρουσίασε μια υπεραπλουστευμένη εκδοχή αγνοώντας παντελώς ότι ο ίδιος του υπέγραφε επιταγές για την 1η κατηγορούμενη και ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο εκπροσωπούσε αυτήν σύμφωνα με τα επίσημα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον μου. Ακόμα και στην περίπτωση όπου ο XXXXX Ιωάννου διαχειριζόταν κάποια ζητήματα για την 1η κατηγορούμενη, αυτό αφορούσε τυχόν διευθετήσεις που έγιναν μεταξύ τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μεταβάλει την ιδιότητα του 2ου κατηγορούμενου ως μοναδικού διευθυντή της 1ης κατηγορούμενης με δικαίωμα υπογραφής επιταγών, με όλες τις επακόλουθες νόμιμες συνέπειες της ιδιότητας του αυτής. Όπως άλλωστε ανέφερε ο ίδιος, γνώριζε ότι οι επιταγές τις οποίες υπέγραψε, αφορούσαν πληρωμή για αγορά υλικών από μέρους της 1ης κατηγορούμενης. Ο 2ος κατηγορούμενος δεν με έπεισε για το βάσιμό της εκδοχής του, η οποία στερείται μεταξύ άλλων και της απαιτούμενης λογικής εξήγησης. Δεν είναι λογικά αναμενόμενο ένα πρόσωπο να φέρει στους ώμους του το βάρος ως μοναδικού διευθυντή, μετόχου και εξουσιοδοτημένου προσώπου για υπογραφή επιταγών μιας ενεργούς εταιρείας η οποία έχει υποχρεώσεις μεταξύ των οποίων και η πληρωμή των συνεργατών της και ο 2ος κατηγορούμενος να επιδεικνύει τόση αδιαφορία για την τύχη των επιταγών που υπογράφει, χωρίς το γεγονός αυτό να τον είχε απασχολήσει ποτέ σύμφωνα με τα λεγόμενα του. Για τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου, δεν κρίνεται ειλικρινής και πειστική και δεν την αποδέχομαι, εκτός των όσων δεν αμφισβητούνται. Ως μάρτυρας υπεράσπισης παρουσιάστηκε ο XXXXX Ιωάννου. Ανέφερε ότι όλες οι συμφωνίες της 1ης κατηγορούμενης με την παραπονούμενη γίνονταν μόνο με τον ίδιο. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές και ανέφερε ότι οι επιταγές αυτές υπογραφήκαν από τον 2ο κατηγορούμενο και συμπληρώθηκαν από τον ίδιο. Ουσιαστική θέση του αποτέλεσε ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν ως εγγύηση για υλικά που θα προμηθεύονταν από την παραπονούμενη και τα ποσά ήταν κατά προσέγγιση με την κατανάλωση που θα είχε η 1η κατηγορούμενη σε υλικά. Αποτέλεσε επίσης θέση του ότι οι επιταγές δοθήκαν όλες μαζί. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18-20 επιταγές με αριθμό 01710452, 01667898 και 01667900, οι οποίες όπως είπε ήταν πληρωμένες σε μετρητά λόγω του ότι και αυτές δοθήκαν ως εγγύηση και επιστραφήκαν. Στήριξε την πεποίθηση του ότι οι επίδικες επιταγές είναι πληρωμένες με αναφορά στο Τεκμήριο 16, κατάσταση λογαριασμού, υποστηρίζοντας ότι ενώ φαίνεται στο Τεκμήριο 16 η επιταγή Τεκμήριο 18 να είναι πληρωμένη έπρεπε να επιστραφεί η επιταγή Τεκμήριο 1 που προηγείτο και όχι το Τεκμήριο
  5. Σημειώνω επί τούτου ότι από την στιγμή όπου η επιταγή Τεκμήριο 18 δεν αποτελεί μέρος του κατηγορητηρίου τα όσα ανέφερε εν σχέση με την επιταγή αυτή ουδόλως επηρεάζουν τα επίδικα ζητήματα στην υπό εξέταση υπόθεση. Διερωτήθηκε επίσης για ποιο λόγο η κατάσταση λογαριασμού αναφέρει περίοδο από 01/2000 - 12/
  6. Κάτι τέτοιο βεβαίως δεν απασχολεί την παρούσα διαδικασία τη στιγμή όπου δεν εξετάζεται η ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι χρωστούσε οποιοδήποτε ποσό στην παραπονούμενη και δεν έλαβε ποτέ κατάσταση λογαριασμού παρά μόνο λάμβανε αποδείξεις και τιμολόγια. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν μπορεί να στηρίξει την εκδοχή των κατηγορουμένων και της υπεράσπισης γενικότερα. Διεφάνηκε η προσπάθεια του να μεταφέρει όλες τις ευθύνες για την υπογραφή των επίδικων επιταγών από το πρόσωπο του 2ου κατηγορούμενου στο δικό του. Προσπάθησε επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι οι επίδικες επιταγές είναι πληρωμένες. Προς τούτο κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε, παρά μόνο τις επιταγές τεκμήρια 18-20 οι οποίες έχουν πληρωθεί και επιστραφεί στην 1η κατηγορούμενη. Για τις επίδικες επιταγές όμως η θέση του ότι εξοφλήθηκαν παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένη ημερομηνία επί των τεκμηρίων 15 και 16 και ότι το ποσό αυτό για παράδειγμα αφορούσε κάποια από τις επίδικες επιταγές. Ούτε και παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να στηρίξει ότι πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι των επίδικων επιταγών και πότε αυτό έγινε και δεν περιλαμβάνεται στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 15 και
  7. Το γεγονός ότι οι επιταγές Τεκμήρια 18-20 βρίσκονται στην κατοχή του μετά από πληρωμή τους σε μετρητά, επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του ΜΚ2 και ΜΚ3 ότι με την πληρωμή μιας επιταγής σε μετρητά αυτή επιστρεφόταν. Το ότι οι επίδικες επιταγές φαίνεται να πιστωθήκαν στον λογαριασμό Τεκμήριο 15 και 16 και ακολούθως ακυρωθήκαν δεν μπορεί να καταδείξει ότι είχαν πληρωθεί. Όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού αρχικά οι επιταγές πιστωθήκαν και ακολούθως με την μη πληρωμή τους η πίστωση ακυρώθηκε. Η ένδειξη CANCEL, στην οποία ο μάρτυρας στηρίχθηκε για να αμφισβητήσει την κατάσταση λογαριασμού, όπως προκύπτει από το ιστορικό και εγγραφές στους λογαριασμούς, μετά την επιστροφή των επιταγών από την τράπεζα χωρίς να πληρωθούν, η εγγραφή τους ακυρώθηκε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήρια 15 και 16 αλλά και τη μαρτυρία του ΜΥ2, ότι έγινε πληρωμή οποιασδήποτε επίδικης επιταγής σε μετρητά. Σημειώνω περαιτέρω ότι η θέση του ότι οι επιταγές δόθηκαν για εγγύηση όπως έγινε και με τις επιταγές Τεκμήρια 18-20 δεν υποστηρίζεται από τα ίδια τα Τεκμήρια 18-20 εφόσον στις επιταγές αυτές φαίνονται οι σφραγίδες της τράπεζας από τις οποίες προκύπτει ότι αυτές κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες και προφανώς στη συνέχεια πληρώθηκαν σε μετρητά. Γενικότερα ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει και να δικαιολογήσει οποιαδήποτε από τις θέσεις του και κυρίως ότι οι επίδικες επιταγές ήταν εξοφλημένες, εφόσον κανένα πειστικό στοιχείο δεν παρουσίασε προς τούτο, παρά μόνο ανέφερε κάποιες διαπιστώσεις του οι οποίες παρέμειναν ατεκμηρίωτες και χωρίς να καταδειχθεί η σχετικότητα τους με τις επίδικες επιταγές. Η μαρτυρία του δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν γίνεται αποδεκτή. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, τα όσα παρέμειναν αδιαμφησβήτητα αλλά και σύμφωνα με το μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από τις σφραγίδες που φέρουν οι επίδικες επιταγές οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Ο 2ος κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει επιταγές της 1ης κατηγορούμενης. - Ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1-9 και παραδόθηκαν στην παραπονούμενη κατά την ημερομηνία όπου αναγράφεται σε κάθε επιταγή. - Η επιταγή Τεκμήριο 1 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 18.5.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 2 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 9.6.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 3 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 16.6.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 4 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 30.6.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 5 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 18.5.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 6 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 3.7.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 7 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 11.7.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 8 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 17.7.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Η επιταγή Τεκμήριο 9 κατατέθηκε στην τράπεζα στις 24.7.2017 και σφραγίστηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ, account frozen - CIR». - Οι πιο πάνω επιταγές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. - Μεταξύ της παραπονούμενης και της 1ης κατηγορούμενης τηρούνταν δυο καταστάσεις λογαριασμού και οι επίδικες επιταγές υπογραφήκαν και παραδοθήκαν στην παραπονούμενη έναντι των λογαριασμών Τεκμήρια 15 και
  8. - Ο 2ος κατηγορούμενος υπογράφοντας τις επιταγές γνώριζε ότι με αυτές θα πληρώνονταν υποχρεώσεις της 1ης κατηγορούμενης. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Ως και πιο πάνω έχει αναφερθεί η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορίες κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προβλέπει τα εξής: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών, από την παρουσίαση της, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10,000.00) ή και στις δύο ποινές.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να αποδείξει η παραπονούμενη είναι:
  1. Η έκδοση επιταγής
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε Εις ότι αφορά τον 2ο κατηγορούμενο ο οποίος κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα ως συνεργός υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή και εξουσιοδοτημένου προσώπου προς υπογραφή επιταγών, στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 299/2015, 14/5/2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι νοητό να τεθεί υπό αμφισβήτηση, ότι η Κατηγορούσα Αρχή, επιβαρύνεται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων της αποδιδόμενης σε κατηγορούμενο εγκληματικής πράξης, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Π.Κ.[1] Είναι επίσης αδιαμφισβήτητο και νομολογιακά εμπεδωμένο, ότι η ένοχη διάνοια ή πρόθεση ως πνευματικό στοιχείο δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ως αναγόμενο στη νοητική λειτουργία, μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία που την αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Yousef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 284 και Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Στη δε περίπτωση όπου αναζητείται η ένοχη πρόθεση του διευθυντή, εδώ κατηγορουμένου 2, ως συνεργού δυνάμει του άρθρου 20 του Π.Κ. θα πρέπει να καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι γνώριζε τα ουσιαστικά στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα (Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερης κ.α. ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφ. Αρ. 121/2014, ημερ. 16.12.2016).» Σύμφωνα επίσης με την απόφαση στην υπόθεση, ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΙΡΛΑΠΠΟΥ ν. ΑΝΤΡΕΑ ΠΕΤΡΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 32/2016, 24/4/2018, όπου εξετάστηκε η ποινική ευθύνη διευθυντή για την έκδοση επιταγής εταιρείας: «Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα).» Τα πιο πάνω έχουν επαναληφθεί και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Corina Snacks Limited v. Χρίστου Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 212/2015, 29 Μαΐου 2018, στην οποία ο εφεσίβλητος ήταν διευθυντής της εκδότριας εταιρείας ο οποίος υπέγραψε επιταγές, και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση, ο εφεσίβλητος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Ανώτερος Εκτελεστικός Σύμβουλος της συγκατηγορούμενης εταιρείας που παρέδωσε τις τέσσερις επίδικες επιταγές και ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε και «εξέδωσε», για σκοπούς ποινικής ευθύνης δυνάμει του άρθρου 305Α
(1), τις επιταγές αυτές, οι οποίες δεν τιμήθηκαν κατά την παρουσίασή τους, όταν κατέστησαν πληρωτέες και παρέμειναν απλήρωτες και κατά τις επόμενες δεκαπέντε μέρες μετά την παρουσίασή τους. Θεωρούμε ότι, υπό τις περιστάσεις, τεκμαίρεται πως γνώριζε, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν τις υπέγραψε και εξέδωσε, κατά πόσον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ετιμούντο, κατά τον χρόνο που θα καθίσταντο πληρωτέες. Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής Εταιρείας, με αδιαφορία (recklessness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Συμβούλου - Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης» (Δέστε: Κίρλαππος, ανωτέρω).» (υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Εις ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη, η έκδοση των επίδικων επιταγών ήτοι με την υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου και διευθυντή της και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή και η παράδοση τους στην παραπονούμενη, η παρουσίαση τους στην τράπεζα κατά το χρόνο που αναφέρεται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, η μη πληρωμή τους λόγω παγοποίησης του λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης και ότι αυτές δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών, δεν αμφισβητούνται και συνεπώς έχουν αποδειχθεί. Εις ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος ως συνεργός, σύμφωνα με την πιο πάνω πρόσφατη νομολογία, φαίνεται ότι το πλαίσιο επί του οποίου εξετάζεται η ποινική ευθύνη διοικητικού συμβούλου ο οποίος υπογράφει επιταγές, έχει διευρυνθεί και ποινική ευθύνη υπέχει ένας διευθυντής υπογράφοντας επιταγές ακόμα και με αδιαφορία ως προς το αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής. Σε τέτοια περίπτωση μάλιστα, ο διευθυντής που υπογράφει επιταγές για εταιρεία υπέχει ποινική ευθύνη ως ο εκδότης, σύμφωνα με τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Κίρλαππος (ανωτέρω), και επαναληφθήκαν στην υπόθεση Corina Snacks Limited (ανωτέρω). Η γενική άρνηση του 2ου κατηγορούμενου, όπου κατά τον ίδιο δεν γνώριζε οτιδήποτε αφορούσε τις επίδικες επιταγές, δεν μπορεί να αναιρέσει το αδιαμφισβήτητο και ουσιαστικό επίδικο γεγονός για την υπόθεση αυτή, ότι ο ίδιος του ως μοναδικός διευθυντής και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή, υπέγραφε επιταγές για την 1η κατηγορούμενη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο 2ος κατηγορούμενος ήταν ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης αλλά και το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για υπογραφή επιταγών. Η δε αδιαφορία του ως προς το αποτέλεσμα που θα είχε η υπογραφή επιταγών από μέρους του διεφάνηκε από την όλη του μαρτυρία. Η αδιαφορία του για τις συναλλαγές της 1ης κατηγορούμενης με την παραπονούμενη, η αδιαφορία του για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο τραπεζικός λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης κατά τον χρόνο υπογραφής των επιταγών αλλά και η αδιαφορία του κατά πόσο οι επιταγές αυτές θα πληρώνονταν ή όχι, συνιστούν την απαιτούμενη ένοχη διάνοια η οποία απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης του 2ου κατηγορούμενου, ο οποίος όφειλε να γνωρίζει ότι υπογράφοντας επιταγές οι οποίες θα δίδονταν για την πληρωμή υποχρεώσεων της 1ης κατηγορούμενης, έδιδε παράλληλα την διαβεβαίωση ότι με την παρουσίαση τους οι επιταγές αυτές θα πληρώνονταν. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, οι οποίοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που έκαστος εξ' αυτών αντιμετωπίζει. .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.