← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βαλμά, Αρ. Υπόθεσης: 20259/16, 8/6/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βαλμά, Αρ. Υπόθεσης: 20259/16, 8/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20259/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Βαλμά Κατηγορούμενος -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 08 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Αβρααμίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετωπίζει μία

(1)κατηγορία για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 14ην Μαΐου 2016 στη Λεμεσό, της επαρχίας Λεμεσού, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην XXXXX Μενελάου από τη Λεμεσό. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 3 μάρτυρες. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 5 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα οι συνήγοροι ανέφεραν και αρκούμαι εδώ ν' αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ MK1 XXXXX Μενελάου - παραπονούμενη Η μάρτυρας κατ' αρχήν αναγνώρισε την κατάθεση της για την υπόθεση ημερ.17/05/16, τεκμ.1, με το περιεχόμενο της οποίας συμφώνησε. Εις αυτήν αναφέρεται στη σχέση της με τον κατηγορούμενο και λέει ότι στις 14/05/16 ενώ ήταν μαζί στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος σταμάτησε για να κλέψει πετρέλαιο από συγκεκριμένο μέρος, κατέβηκε μαζί του και αφού έκλεψαν πετρέλαιο μπήκαν στο αυτοκίνητο. Επειδή δε στην πορεία για την Πάχνα του μουρμουρούσε ότι δεν έπρεπε να κλέψει, αυτός σταμάτησε το όχημα και άρχισε να την κτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπο και σε όλο της το σώμα μέσα στο αυτοκίνητο. Έκλαιγε και τον παρακαλούσε να σταματήσει αλλά αυτός συνέχισε να την κτυπά πιο δυνατά. Στη συνέχεια την τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο, την κλώτσησε και έπεσε στο έδαφος και ενώ ήταν κάτω συνέχισε να την κλωτσά. Ακολούθως την άφησε χτυπημένη εκεί στο χωράφι και έφυγε, ενώ μετά από 5 λεπτά αυτός επέστρεψε, την έβαλε στο αυτοκίνητο και συνέχισε να την κτυπά με τα χέρια στο πρόσωπο. Στη συνέχεια την πήρε σπίτι του και εκεί συνέχισε να την κτυπά και να της φτύνει και εξοργίστηκε περισσότερο όταν του είπε ότι θέλει να πάει σπίτι της και δεν θέλει να τον ξαναδεί. Μετά κλείστηκε στο δωμάτιο για να προστατευτεί μέχρι να ηρεμήσει και την επομένη μέρα την έφερε στο σπίτι της μητέρας της. Στην αντεξέταση της αρνήθηκε ότι έκανε καταγγελία στην Αστυνομία ενώ συνοδευόταν από τη μητέρα της ότι την πήρε με τη βία ο κατηγορούμενος από την Πάχνα και τη βίασε. Ανέφερε δε σε άλλο σημείο ότι ήταν χτυπημένη όταν πήγε σπίτι και την είδε η μάνα της. Όταν την ρώτησε πως το έπαθε αρχικά δεν απάντησε. Αυτή επέμενε να μάθει και έμαθε όταν η ίδια έπρεπε να πάει στην Αστυνομία να πει τι συνέβηκε με τα πετρέλαια. Το έμαθε και την πήρε στο γιατρό. Την κατάθεση της την έδωσε 17/05/16 και ώρα 23:00-23:20, νύχτα, αλλά δεν θυμάται πότε πήγε στο νοσοκομείο. Και είπε ότι κατάθεση έδωσε 1η φορά στην Αστυνομία, ότι την κτύπησε ο κατηγορούμενος, όταν την κάλεσε η Αστυνομία να πάει για τα πετρέλαια. Για το ότι μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και την έφερε Λεμεσό την επομένη είπε ουσιαστικά ότι δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και πως φοβόταν να πάρει τη μητέρα της. Φοβόταν τόσο γιατί ήταν κτυπημένη όσο και γιατί έφυγε εκτός Λεμεσού. Στη συνέχεια είπε ότι δεν πέρασαν αρκετές μέρες από τη μέρα που την κτύπησε ο κατηγορούμενος όταν πήγε στο νοσοκομείο και αρνήθηκε ότι τα όποια σημάδια είχε τα προκάλεσε η ίδια, λέγοντας ότι της τα προκάλεσε ο κατηγορούμενος. Δεν είπε στη μάνα της ότι θέλει να πάει γιατρό όταν πήγε σπίτι γιατί ήταν τρομοκρατημένη, απεγνωσμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Όσον αφορά τα κτυπήματα και τα σημάδια της ανέφερε ότι είχε μώλωπες στην αριστερή γάμπα και στα χέρια και κάποια μικροχτυπήματα στο αριστερό πόδι. Και μολύνθηκε και κάτω αριστερά το πόδι της, στην περιοχή του αστραγάλου (από την μέσα πλευρά του ποδιού). Είχε επίσης κάποιους μώλωπες στην κοιλιακή χώρα, αλλά δεν ήταν τόσο έντονα όσο τα άλλα. Τα έδειξε του γιατρού, ο οποίος κατέγραψε τα πιο σοβαρά. Αρνήθηκε δε ότι αυτά τα τραύματα τα προκάλεσε η ίδια, με τη βοήθεια της μητέρας της και επανέλαβε ότι της τα προκάλεσε ο κατηγορούμενος. Ακόμη ανέφερε ότι η Αστυνομία την ειδοποίησε να πάει να δώσει κατάθεση το απόγευμα. Πήγε στην Αστυνομία αλλά επειδή είχε συναυλία με το μουσικό λύκειο και δεν μπορούσε να χάσει τη συμμετοχή, τους το είπε και της είπαν να έρθει όταν τελειώσει. Γι' αυτό έδωσε κατάθεση η ώρα 23:00 τη νύχτα. Επίσης είπε ότι τα σημάδια στο κορμί της φαίνονταν αλλά τα έκρυψε. Στο πρόσωπο δεν είχε τίποτε. Διαφώνησε ότι τα τραύματα που ανέφερε στο Δικαστήριο δεν συνάδουν με αυτά που υπέδειξε και έγραψε ο γιατρός και ανέφερε ότι είναι τα ίδια. Εξ' όσων θυμάται δεν είχε τραύματα στο λαιμό και είπε περαιτέρω ότι τον Δεκέμβρη του 2015 είχε κάνει εγχείρηση στο λαιμό και είχε σημάδι από την εγχείρηση. Και είπε στη γιατρό των Πρώτων βοηθειών ότι αυτό το σημάδι είναι από την εγχείρηση. Ακολούθως εξήγησε κάτω από ποιες συνθήκες είχε συναντήσει μια φορά τον κατηγορούμενο μετά το συμβάν και απάντησε σε διάφορες υποβολές. Αρνήθηκε δε ότι ξεκίνησε αυτή την υπόθεση για να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο επειδή διαλύθηκε ο δεσμός τους και επανέλαβε ότι την κτύπησε ο κατηγορούμενος. Επίσης αρνήθηκε ότι έκανε την καταγγελία 3-4 μέρες μετά για τα τραύματα καθ' υπόδειξη της μάνας της. ΜΚ2 Α/Αστ. XXXXX5 XXXXX Χαραλάμπους Στις 18/05/16 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμ.3). Ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμ.4). Κατά την αντεξέταση του είπε ότι δεν θυμάται σε ποιόν έδωσε κατάθεση η παραπονούμενη και πως ο ίδιος προέβη στις εξετάσεις αυτές σύμφωνα με την κατάθεση της παραπονούμενης. Στη συνέχεια είπε ότι ο ίδιος ήταν στον αστυνομικό σταθμό Πισσουρίου και η Πάχνα δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία τους. Ο χώρος δε στον οποίο έγινε το αδίκημα ανήκει στον αστυνομικό σταθμό Πάχνας. Ο σταθμός Πάχνας ειδοποιήθηκε αλλά επειδή ερευνούσαν άλλη σοβαρή υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ανάλαβε ο δικός τους σταθμός τη συγκεκριμένη. Είπε επίσης ότι το παράπονο της παραπονούμενης υποβλήθηκε σε άλλο σταθμό και σε άλλο αστυνομικό. Ερωτώμενος δε αν διερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου με βάση την κατάθεση του ότι δεν τσακώθηκαν και δεν την έδερε και αν ενδιαφέρθηκε να μάθει και να δει την παραπονούμενη, είπε ότι ανέλαβε ο αστυνομικός σταθμός Πάχνας. Ακολούθως είπε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Ανέφερε επίσης ότι δεν είδε την παραπονούμενη κτυπημένη και δεν την είδε καθόλου κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Όταν ρωτήθηκε για ποιό λόγο κατηγόρησε τον κατηγορούμενο στις 18/05/2016, αφού δεν είχε το ιατρικό πιστοποιητικό που να φαίνονται τα τραύματα της και ούτε είχε δει την παραπονούμενη, ούτε είχε άποψη για τα τραύματα της, ότι της επιτέθηκε χτυπώντας την στα χέρια και στο πόδι προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, δηλαδή μώλωπες, απάντησε σύμφωνα με τη μαρτυρία που είχε. Ενημερώθηκε άλλος συνάδελφος του από το γιατρό του νοσοκομείου αλλά δεν θυμάται από ποιόν. ΜΚ3 XXXXX Λουίζου Κατ' αρχήν είπε ότι είναι γιατρός και μέχρι τον Οκτώβρη εργαζόταν στο ΤΑΕΠ (Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών) Λεμεσού. Τώρα έχει μεταφερθεί στο ΤΑΕΠ Λευκωσίας όπου και κατοικεί. Ακολούθως αναγνώρισε την υπογραφή της στην ιατρική έκθεση τεκμ.5, την οποία έχει γράψει η ίδια και είπε ότι συμφωνεί μ' αυτά που έχει καταγράψει στην έκθεση. Εξήγησε δε στη συνέχεια ότι στο αυτοκόλλητο που είναι στην έκθεση αναφέρεται ως ημερομηνία εγγραφής 17/5/2016 ενώ κάτω από τη δική της διάγνωση 17/6/2016, επειδή όταν εξετάζουν έναν ασθενή δεν έχουν τον χρόνο να συμπληρωθεί το έντυπο και το πιο πιθανόν να μην το έχουν μαζί τους κιόλας. Οι ασθενείς έρχονται πρώτα κοντά τους και εξετάζονται και μετά πάνε στην Αστυνομία. Όταν έρθει κοντά της το έντυπο τότε το συμπληρώνουν, γι' αυτό η ημερομηνία που γράφουν στα έντυπα δεν είναι η ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία εγγραφής του ασθενή. Η ημερομηνία εγγραφής της ασθενούς στην προκειμένη ήταν 17/5/
  2. Κατά την αντεξέταση της συμφώνησε ότι η αναφερόμενη στην έκθεση ήρθε κοντά τους με το πιστοποιητικό στις 17/5/16 και όπως αναγράφεται στο παραπεμπτικό που έγραψε η Αστυνομία αυτή ισχυρίστηκε ότι στις 14/5/2016 χτυπήθηκε από άλλο πρόσωπο. Και η ίδια συμπλήρωσε το παραπεμπτικό στις 17/6/
  3. Ανέφερε δε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν αυτές οι εκδορές που αναφέρει είχαν προκληθεί στις 14 Μαΐου ή στις 15 ή στις 16 Μαΐου. Απλώς στις 17 Μαίου που την είδε, είδε ότι υπήρχαν αυτά τα τραύματα. Έχει εξακριβώσει αυτά τα τραύματα και τα κατέγραψε, όμως δεν είναι σε θέση είπε μετά βεβαιότητος να δηλώσει ότι αυτά τα τραύματα είχαν προκληθεί από τρίτο πρόσωπο ή από το ίδιο πρόσωπο που επισκέφθηκε το Νοσοκομείο λόγω του ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας. Υπάρχουν άτομα που θα μπορούσαν, δεν είναι όμως αυτή το συγκεκριμένο άτομο. Όσα κατέγραψε είναι αυτά που της είπε η αναφερόμενη στο πιστοποιητικό και όσα είχε δει η ίδια. Με ακαθόριστο όμως τον χρόνο της προκλήσεως τους. Ο κατηγορούμενος ως έχει προαναφερθεί περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Είπε συγκεκριμένα: " Εγώ ότι είχα να πω το είπα στην κατάθεση μου. Την υπόθεση με τα πετρέλαια την έχω παραδεχτεί γιατί την έκανα αλλά ουδέποτε σήκωσα χέρι πάνω στην XXXXX Μενελάου. Επίσης διατηρούσαμε σχέση μέχρι τον Σεπτέμβρη του
  4. Ερχόταν σπίτι μου ακόμη και με το λεωφορείο, το γνώριζαν και οι δικοί μου και η μητέρα της. Ήρθαμε σε συνουσία αλλά ήταν άνω των
  5. Στις 20/07 έκλεισε τα 17 αλλά δεν ήρθαμε σε συνουσία 20/
  6. " Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. Rv. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v.The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). MK1 XXXXX Μενελάου - παραπονούμενη Το Δικαστήριο παρακολούθησε προσεκτικά την παραπονούμενη ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις της, ενώ έχει μελετήσει σφαιρικά τη μαρτυρία της. Κατά την κρίση μου ήταν ειλικρινής και μάρτυρας αλήθειας. Οι περιγραφές που έδωσε σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της επιβεβαιώνουν ότι έζησε όσα κατέθετε και τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως η ίδια αναφέρει και βεβαίως το γεγονός ότι δεν θυμόταν κάποιες επουσιώδεις λεπτομέρειες δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την κατάληξη του Δικαστηρίου. Επίσης θα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη πήγε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία στις 17/05/16, όταν κλήθηκε όπως ανέφερε για να πει τι συνέβηκε με τα πετρέλαια και ότι τα γεγονότα που περιέγραψε έλαβαν χώρα 3 μέρες προηγουμένως. Τούτο έχει προβληματίσει το Δικαστήριο, όπως έχει προβληματίσει η επίσκεψη της στο Νοσοκομείο στις 17/05/16, δηλ. πάλιν 3 μέρες μετά τα γεγονότα και τον αναφερόμενο ξυλοδαρμό της. Είναι λογικό όμως θεωρώ μια μαθήτρια Β' Λυκείου, η οποία να υπενθυμίσω έφυγε από το σπίτι για να πάει σε φίλη της, όπως ανέφερε στη μητέρα της και τελικά πήγε για να μείνει με τον κατηγορούμενο στην Πάχνα, εκτός Λεμεσού και επέστρεψε σπίτι κτυπημένη και αφού συμμετείχε και σε μια κλοπή, να μην είναι έτοιμη να αποκαλύψει όσα συνέβησαν στη μητέρα της και να μην πάει για καταγγελία άμεσα. Σχετική είναι και η αναφορά της ότι φοβόταν να πάρει τη μητέρα της για να την πάρει από την Πάχνα γιατί ήταν κτυπημένη και επειδή έφυγε από τη Λεμεσό. Καθώς επίσης και ότι όταν επέστρεψε σπίτι ήταν τρομοκρατημένη, απεγνωσμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Λογικό είναι επίσης ότι εφόσον αποκαλύφθηκε η παρουσία της στο μέρος της κλοπής κατά τον τρόπο που ανέφερε και κλήθηκε στην Αστυνομία για κατάθεση στις 17/05/16, τότε να προέβη στην αποκάλυψη των λεπτομερειών για όσα εκτυλίχθηκαν με τον κατηγορούμενο και η μητέρα της να την πάρει στο Νοσοκομείο. Ως προς τις αναφερόμενες από την Υπεράσπιση διαφορές που υπάρχουν στη μαρτυρία της αναφορικά με τα τραύματα που υπέστη ως εκ του αναφερόμενου ξυλοδαρμού της από τον κατηγορούμενο, εν σχέση με την ιατρική έκθεση τεκμ.5, αναφέρω τα εξής. Να πω κατ' αρχήν ότι οι μώλωπες στην αριστερή γάμπα και τα χέρια καθώς επίσης τα μικροκτυπήματα στο αριστερό πόδι, στα οποία αναφέρθηκε στη μαρτυρία της, συνάδουν με τις αναφορές της γιατρού στην έκθεση για εκδορές αριστερού γαστροκνημίου και εκχύμωση βραγχιονίων άμφω. Το γεγονός δε ότι ανέφερε ότι δεν είχε κτυπήματα στο πρόσωπο ενώ στην έκθεση καταγράφεται ερυθρότητα αριστερού κάτω βλεφάρου δεν σημαίνει ότι η παραπονούμενη δεν είπε αλήθεια και η παράλειψη της ν' αναφερθεί στη μαρτυρία της σ' ένα ομολογουμένως όχι σοβαρό τραυματισμό, ο οποίος όμως είχε διαπιστωθεί από τη γιατρό που την εξέτασε, το μόνο που σημαίνει είναι ότι απλά της διέφυγε ή και τον ξέχασε. Εν πάση περιπτώσει αυτό καθώς επίσης και ότι τελικά ανέφερε ότι δεν είχε τραυματιστεί στο λαιμό και ότι το σημάδι της ήταν από προηγούμενη χειρουργική επέμβαση, αν και πάλιν η γιατρός διαπίστωσε εκχύμωση δεξιάς τραχηλικής χώρας, δείχνουν προφανέστατα ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να υπερβάλει για τα τραύματα της, όπως συμβαίνει ομολογουμένως σε κάποιες άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Είπε όσα τραύματα υπέστη και θυμόταν με ειλικρίνεια. Βεβαίως εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι το εφόσον η ίδια δήλωσε στη μαρτυρία της ότι δεν υπέστη τραύματα στο πρόσωπο, ανεξάρτητα από τις αναφορές στην έκθεση τεκμ.5, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου η ύπαρξη τους. ΜΚ2 Α/Αστ. XXXXX5 XXXXX Χαραλάμπους Η μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες του, που ουσιαστικά περιορίζονται στη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και στη γραπτή κατηγορία του τελευταίου, δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. ΜΚ3 XXXXX Λουίζου Η μάρτυρας απάντησε ειλικρινά, υπό την ιδιότητα της ως γιατρός, για όσα διαπίστωσε η ίδια κατόπιν που εξέτασε την παραπονούμενη και τα οποία κατέγραψε στην έκθεση της. Δεν είχε κανένα απολύτως συμφέρον στην υπόθεση και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου αναφέρεται ότι το κατά πόσο σήκωσε χέρι ή όχι αυτό θα το αποφασίσει το Δικαστήριο αφού αξιολογήσει όλη την ενώπιον του μαρτυρία και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη μια γενική αναφορά του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε σήκωσε χέρι στην παραπονούμενη, την οποία δεν έκανε ενόρκως εν πάση περιπτώσει για να ελεγχθεί η αξιοπιστία της. Όσα άλλα αναφέρει επίσης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν υποστηρίζονται από οιαδήποτε μαρτυρία, ενώ να πω ότι όσα ισχυρίζεται για το θέμα της συνουσίας δεν ενδιαφέρουν το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (αποτελεί δικαστική γνώση ότι εκκρεμεί άλλη υπόθεση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εν σχέση με το θέμα αυτό εναντίον του κατηγορούμενου, η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση). Ερχόμενος τώρα στην κατάθεση του κατηγορούμενου, τεκμ.3, εις την οποία παραπέμπει με την ανώμοτη του δήλωση, ν' αναφέρω κατ' αρχήν ότι ως εκ του ότι αυτή κατατέθηκε χωρίς ένσταση και ακριβώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραπέμπει σ' αυτήν, είναι χωρίς αμφιβολία θεληματική. Ως προς την αξιολόγηση της κατάθεσης του κατηγορούμενου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Με αυτά υπόψη αναφέρεται ότι το γεγονός ότι διαμένει στην Πάχνα, η παραπονούμενη ήταν φιλενάδα του και ότι η παραπονούμενη πήγαινε μαζί του στο χωριό Πάχνα, αυτά γίνονται αποδεκτά διότι επιβεβαιώνονται από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ
  1. Σ' όσα άλλα αναφέρει όμως και συγκεκριμένα ότι στις 14/05/16 ήταν με την παραπονούμενη στο χωριό και ήταν μια χαρά, δεν τσακώθηκαν και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα μεταξύ τους, καθώς και ότι δεν την κτύπησε, δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα καθ' ότι δεν δόθηκαν ενόρκως για να εξεταστεί η αξιοπιστία του και δεν συνάδουν με άλλη αποδεχτή μαρτυρία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της αξιολόγησης πιο πάνω τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα εξής: Στις 14/05/16, η παραπονούμενη ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο διατηρούσε σχέση, στο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή σταμάτησε για να κλέψει πετρέλαιο από συγκεκριμένο μέρος, κατέβηκε μαζί του και αφού έκλεψαν πετρέλαιο μπήκαν στο αυτοκίνητο. Επειδή δε στην πορεία για την Πάχνα η παραπονούμενη του μουρμουρούσε ότι δεν έπρεπε να κλέψει, αυτός σταμάτησε το όχημα και άρχισε να την κτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπο και σε όλο της το σώμα μέσα στο αυτοκίνητο. Η παραπονούμενη έκλαιγε και τον παρακαλούσε να σταματήσει αλλά αυτός συνέχισε να την κτυπά πιο δυνατά. Στη συνέχεια την τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο, την κλώτσησε και έπεσε στο έδαφος και ενώ ήταν κάτω συνέχισε να την κλωτσά. Ακολούθως την άφησε χτυπημένη εκεί στο χωράφι και έφυγε, ενώ μετά από 5 λεπτά αυτός επέστρεψε, την έβαλε στο αυτοκίνητο και συνέχισε να την κτυπά με τα χέρια στο πρόσωπο. Στη συνέχεια την πήρε σπίτι του και εκεί συνέχισε να την κτυπά και να της φτύνει και εξοργίστηκε περισσότερο όταν του είπε ότι θέλει να πάει σπίτι της και δεν θέλει να τον ξαναδεί. Μετά η παραπονούμενη κλείστηκε στο δωμάτιο για να προστατευτεί μέχρι να ηρεμήσει ο κατηγορούμενος και την επομένη μέρα την έφερε στο σπίτι της μητέρας της. Συνεπεία των πιο πάνω κτυπημάτων η παραπονούμενη έφερε εκδορές και μώλωπες αριστερού γαστροκνημίου, εκχύμωση βραγχιονίων άμφω και κάποιους μώλωπες στην κοιλιακή χώρα, που δεν ήταν έντονοι. Στη συνέχεια δε είχε υποστεί και μια μόλυνση στο αριστερό της πόδι στην περιοχή του αστραγάλου (από την μέσα πλευρά του ποδιού). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
  2. Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
  3. Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116, αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Έχοντας κατά νουν όσα αναφέρθηκαν είναι προφανές ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πληρούνται. Διότι αναμφίβολα η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της ΜΚ1 και τα κτυπήματα σε αυτήν, με συνέπεια τον τραυματισμό της ΜΚ1 ως ανωτέρω αναφέρεται και κατ' επέκταση την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σ' αυτήν, συνεπάγεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία 1 και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σ' αυτήν. (Υπ.) ........................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Judgment Αναφορά: Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.