Δημοκρατία ν. Μούντης, Αρ. Υπόθεσης: 12176/17, 30/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:13 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12176/17 Δημοκρατία ν. XXXXX Μούντης Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30.08.2018 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας (για ν' ακούσει την απόφαση η κα Ο. Σοφοκλέους με κα Γ. Ιωαννίδου) Για τον κατηγορούμενο: κ. Ε. Πουργουρίδης Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις πιο κάτω κατηγορίες:
(1)Παράνομη κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως A, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας, (Μέρος Ι) ως αντικαταστάθηκε από την Κ.Δ.Π. 246/11, 6
(1)
(2), 30 και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος την 11.08.2017 είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή, 459,39 γραμμάρια κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (1η κατηγορία)
(2)Κατοχή ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό όπως προμηθεύσει τούτο σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας, (Μέρος Ι) ως αντικαταστάθηκε από την Κ.Δ.Π. 246/11, 6
(1)
(3), 30, 30 Α και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά την πιο πάνω ημερομηνία είχε στην κατοχή του το ελεγχόμενο φάρμακο, αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας, με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο (2η κατηγορία).
(3)Παράνομη χρήση ελεγχομένου Φαρμάκου Τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος Πίνακας, (Μέρος Ι) ως αντικαταστάθηκε από την Κ.Δ.Π. 246/11, 6
(1)
(2), 30 και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κοκαΐνη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (3η κατηγορία).
(4)Αδικήματα Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(α) (iii)
(2), 5, 7 και 8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 11.08.2017, απέκτησε και κατείχε το χρηματικό ποσό των €1.145 ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων (4η κατηγορία ). Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 3 και 4 αρνήθηκε όμως ενοχή στην κατηγορία
- Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με την κατηγορία
- Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή κατατέθηκε υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων. Κλήθηκε μόνο ένας μάρτυρας, ο ανακριτής της υπόθεσης, ο Αρχ./Αστ. XXXXX8, XXXXX Χριστοφή. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως αδίκημα στην κατηγορία
- Κρίναμε σκόπιμο προτού παραθέσουμε αναλυτικά την εισήγηση του κ. Πουργουρίδη, να παραθέσουμε εν συντομία τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε η εισήγηση του να γίνει πιο εύκολα κατανοητή. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και συγκεκριμένα με βάση τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτουν τα πιο κάτω: Την 11.08.2017, όχημα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο ανακόπηκε στη Λεμεσό από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν, καθότι υπήρχε πληροφορία ότι αυτός θα διακινούσε ναρκωτικά. Μετά την ανακοπή ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατείχε κοκαΐνη, συγκεκριμένα τους είπε, «Επιάτε με έχω καμιά τετρακοσιά γραμμάρια κόκα μες την πόρτα». Τους υπέδειξε στη συνέχεια ένα σακούλι εντός του οποίου υπήρχαν 40 νάιλον συσκευασίες με κοκαΐνη και ένα δεύτερο μπλε σακούλι εντός του οποίου υπήρχαν 30 συσκευασίες με κοκαΐνη. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο κι αυτός προέβη στην πιο κάτω δήλωση: «Τούτα της πόρτας ήταν να τα πάρω αλλού. Τα λλία τζιαμέ στις ταχύτητες εν για δική μου χρήση». Εντός του οχήματος εντοπίσθηκε, μεταξύ άλλων, και το ποσό των €1.
- Ο κατηγορούμενος εξήγησε στους αστυνομικούς ότι ήταν η αμοιβή που είχε λάβει για την παράνομη δραστηριότητα, τους είπε χαρακτηριστικά, «εν η αμοιβή μου για να μεταφέρω την κοκαΐνη». Λίγη ώρα μετά την ανακοπή, ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού. Εκεί ανακρίθηκε γραπτώς και στη συνέχεια συνελήφθη με δικαστικό ένταλμα σύλληψης. Κατά τη σύλληψη του ανέφερε «εγώ απλά έκανα τη μεταφορά». Οι ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, πρόκειται για τα Τεκμήρια 1 και
- Οι πιο πάνω καταθέσεις κατατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή με τη διευκρίνιση ότι αυτές δεν κατατίθονταν για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ο κατηγορούμενος στην πρώτη κατάθεση του, ημερομηνίας 11.08.2017, Τεκμήριο 1, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκε εντός του οχήματος του την παρέλαβε το απόγευμα της ιδίας ημέρας και είχε οδηγίες από κάποιο τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν κατονόμασε, να την μεταφέρει «... κοντά στον κυκλικό κόμβο της Γερμασόγειας, πίσω που μια πετρόκτιστη βρύση». Στη δεύτερη κατάθεση του, ημερομηνίας 16.08.2017, Τεκμήριο 2, εξήγησε τους λόγους που δεν ήθελε να αποκαλύψει το όνομα του προσώπου από το οποίο έλαβε οδηγίες και δήλωσε άγνοια σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου που θα την παραλάμβανε. Για το τελευταίο θέμα είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Την κοκαΐνη που σας είπα ότι ήταν να πάρω πίσω που μια πετρόκτιστη βρύση στη Γερμασόγεια, τζιαμέ που σας έδειξα, δεν έχω ιδέα ποιός ήταν να την παραλάβει». Τη 13.08.2017 ο κατηγορούμενος προέβη και σε υποδείξεις σκηνών και υπέδειξε, μεταξύ άλλων, την πετρόκτιστη βρύση όπου θα έβαζε, με βάση τις οδηγίες που είχε λάβει, τη ναρκωτική ουσία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν εκ συμφώνου, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, η έκθεση του γενετιστή, Δρ. XXXXX Καριόλου, Τεκμήριο 6 και η έκθεση του Αστ. XXXXX2, XXXXX Φικάρδου που αφορά δακτυλοσκοπική εξέταση, Τεκμήριο
- Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γενετιστή, Δρ. XXXXX Καριόλου, Τεκμήριο 6, αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι εντοπίσθηκε μικτό γενετικό υλικό, στο κόμπο του νάιλον σακουλιού, εντός του οποίου βρέθηκαν οι νάιλον συσκευασίες με την κοκαΐνη και στη μπλε διαφανή σακούλα που βρισκόταν εντός της πιο πάνω σακούλας. Ο XXXXX Μούντης, ήτοι ο κατηγορούμενος, δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης του πιο πάνω μικτού γενετικού υλικού. Με βάση την έκθεση του Αστ. XXXXX2, XXXXX Φικάρδου, Τεκμήριο 7, δεν εντοπίσθηκε οποιοδήποτε αξιοποιήσιμο δακτυλικό αποτύπωμα. Ήταν η εισήγηση του κ. Πουργουρίδη ότι, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να προμηθεύσει ο ίδιος τα ελεγχόμενα φάρμακα που κατείχε σε τρίτα πρόσωπα. Απεναντίας, τα παραδεκτά γεγονότα αποδεικνύουν το αντίθετο. Καμιά θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήταν εκείνος που είχε συσκευάσει τις ναρκωτικές ουσίες, το γενετικό υλικό που εντοπίσθηκε στα δύο σακούλια ήταν «συμβατό», σύμφωνα πάντα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, με τη θέση ότι αυτός παρέλαβε τα δύο σακούλια στην κατάσταση που τα βρήκε η αστυνομία, χωρίς αυτός να επέμβει με τις συσκευασίες. Η «απλή μεταφορά ελεγχομένων φαρμάκων», δεν στοιχειοθετεί αυτόματα το συστατικό στοιχείο της προμήθειας τους σε τρίτο πρόσωπο. Η παράδοση ελεγχομένων φαρμάκων από ένα πρόσωπο σε άλλο για προσωρινή φύλαξη ή για μεταφορά δεν στοιχειοθετεί από μόνο του το συστατικό στοιχείο της προμήθειας. Προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων του επικαλέσθηκε, μεταξύ άλλων, την Κυπριακή απόφαση Tekinder Pal και Δημοκρατίας[1] και την Αγγλική απόφαση R. v. Dempsey[2]. Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση της υπεράσπισης, σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να εγκαταλείψει τα ελεγχόμενα φάρμακα, πίσω από μια βρύση. Δεν είχε σκοπό να μεταβιβάσει ο ίδιος τη φυσική κατοχή των ελεγχομένων φαρμάκων σε οποιονδήποτε τρίτον. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου «... αποδεικνύει μόνο σκοπό μεταφοράς και ή χρήσης και ή εγκατάλειψης». Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε και στο άρθρο 30Α του Νόμου 29/1977 και στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται ότι τα ναρκωτικά κατέχονται με σκοπό την προμήθεια, όταν η ποσότητα των ναρκωτικών υπερβαίνει την ποσότητα που καθορίζεται από το Νόμο. Αναγνώρισε ότι η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που μετέφερε ο κατηγορούμενος ήταν τέτοια που ενεργοποιούσε το τεκμήριο του Νόμου, εισηγήθηκε όμως ότι οι εξηγήσεις που αυτός έδωσε ως προς το σκοπό της κατοχής τους, ήτοι ότι κατείχε μέρος της ποσότητας που εντοπίσθηκε εντός του οχήματος που οδηγούσε για προσωπική του χρήση και την υπόλοιπη για να την εγκαταλείψει σε συγκεκριμένο χώρο, «... αναδεικνύουν σκοπό κατοχής άλλο από τον διαλαμβανόμενο στο Άρθρο 6
(3)». Οι εξηγήσεις που έδωσε και οι οποίες παρέμειναν αδιαμφισβήτητες, έχουν, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση της υπεράσπισης, ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τη συγκεκριμένη ποσότητα με σκοπό να την προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε διαφορετικές θέσεις. Εισηγήθηκε ότι το μαχητό τεκμήριο που θέτει το άρθρο 30 Α του Νόμου δεν έχει ανατραπεί στην υπό κρίση υπόθεση. Ο κατηγορούμενος δεν πρόσφερε οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, σε σχέση με το σκοπό που κατείχε τη ναρκωτική ουσία έτσι ώστε να θέσει το Δικαστήριο σε αμφιβολία για το θέμα αυτό. Προέβη σε εκτενή αναφορά στη νομολογία που διέπει το θέμα αυτό με ειδική μνεία στην Αγγλική απόφαση R. v. Maginnis[3], στην οποία έγινε σε βάθος θεώρηση του όρου «προμήθεια», (supply), όπως αυτή εμφανίζεται στα άρθρα 4
(1)και 5
(3)του Misuse of Drugs Act 1971, που είναι ταυτόσημα με τα άρθρα 5
(1)και 6
(3)του Νόμου 29/77, στην Αγγλική απόφαση R. v. Delgrado[4] και σε αριθμό Κυπριακών αποφάσεων. Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του προβλέπεται από το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η Αγγλική Πρακτική του 1962 - [1962] 1 All E.R. 448 που εκδόθηκε από το Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court σαν καθοδήγηση για τους Άγγλους Δικαστές όταν εξετάζουν κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η πιο πάνω πρακτική προβλέπει ότι: «. A submission that there is no case to answer may properly be made and upheld: (
- a)When there has been no evidence to prove an essential element in the alleged offence; (
- b)when the evidence adduced by the prosecution has been so discredited as a result of cross examination or is so manifestly unreliable that not reasonable tribunal could safely convict on it. Apart from those situations a tribunal should not in general be called on to reach a decision as to conviction or acquittal until the whole of the evidence, which either side wishes to tender, has been placed before it. If, however, a submission is made that there is no case to answer the question should depend not so much on whether the adjudicating tribunal (if compelled to do
- so)would at that stage convict or acquit but on whether the evidence is such that a reasonable tribunal might convict. If a reasonable tribunal might convict on the evidence so far laid before it, there is a case to answer.» Η πρακτική του 1962 δεν είναι δεσμευτική για τα Κυπριακά Δικαστήρια, αποτελεί όμως σημαντικό οδηγό για αυτά όταν ασκούν ποινική δικαιοδοσία[5] . Στην υπόθεση R. v. Galbraith[6] το Αγγλικό Εφετείο εξετάζοντας τις αρχές από τις οποίες το Δικαστήριο καθοδηγείται, όταν εξετάζει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, είπε τα πιο κάτω, σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Πώς τότε ο Δικαστής πρέπει να αντιμετωπίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει υπόθεση,
(1)Αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα έχει διαπραχθεί από τον Κατηγορούμενο, δεν υπάρχει δυσκολία. Ο Δικαστής θα σταματήσει φυσικά την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία εγείρεται όταν υπάρχει κάποια μαρτυρία, αλλά αυτή είναι αδύνατου χαρακτήρα (tenuous character), παραδείγματος χάριν λόγω αδυναμίας ή ασάφειας ή όταν δεν συνάδει με άλλη μαρτυρία. (α) Όταν ο Δικαστής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη στον πιο ψηλό βαθμό της (taken as its highest), είναι τέτοια που οι ένορκοι, ορθά καθοδηγούμενοι, δεν θα μπορούσαν δικαίως να καταδικάσουν στηριζόμενοι πάνω της, τότε είναι καθήκον του Δικαστή να σταματήσει την υπόθεση. (β) Όταν όμως η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τέτοια που η βαρύτητά της ή η αδυναμία της εξαρτάται από την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα ή από άλλα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των ενόρκων και όταν σε μια πιθανή θεώρηση των γεγονότων υπάρχει μαρτυρία επί της οποίας οι ένορκοι μπορούν να βασισθούν για να καταλήξουν ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος, τότε το θέμα πρέπει να αφίεται από το Δικαστήριο για να αποφασισθεί από τους ενόρκους.». Καθοδηγητική και πολύ διαφωτιστική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας και Χριστοδούλου[7]. Ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, αναλύοντας τον όρο «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» είπε τα πιο κάτω τα οποία θεωρήσαμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσια: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 CLR 250. ................................ H απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) oποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. ................................................................................................................. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (
- a)Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045 (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1 (
- c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893 (
- d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061 (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr. App. R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσουμε και θα εξετάσουμε την εισήγηση που πρόβαλε η υπεράσπιση για απόρριψη της κατηγορίας 2 στο στάδιο αυτό. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Ένα από τα συστατικά στοιχεία της εν λόγω κατηγορίας είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να προμηθεύσει την παράνομη ναρκωτική ουσία σε άλλο πρόσωπο. Ως προς την πρόθεση αυτή το άρθρο 30 Α του Νόμου 29/77, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης. Συγκεκριμένα, εφόσον αποδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο, η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κοκαΐνης, η ποσότητα που ικανοποιεί το τεκμήριο είναι δέκα
(10)ή περισσότερα γραμμάρια. Στην υπόθεση Hurbanek κ.α. ν. Αστυνομίας[8], τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι στην περίπτωση του τεκμηρίου που αναφύεται από το άρθρο 30 Α, όταν διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος κατείχε ναρκωτικά πέραν της καθορισθείσας από τον Νόμο ποσότητας, δέον να καταδείξει σε επίπεδο πιθανολόγησης ή εύλογης αμφιβολίας πως δεν τα κατείχε με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο. Το βάρος δε που έχει ο κατηγορούμενος σε τέτοια περίπτωση, όπως αποφασίστηκε στις υποθέσεις Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας[9] και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας[10], είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας[11] το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη ότι στην κατοχή του κατηγορούμενου εντοπίσθηκε παρασκευασμένη κοκαΐνη συνολικού βάρους 19,8362 γραμμάρια, αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δημιουργείτο μαχητό τεκμήριο το οποίο ο εφεσείων δεν κατάφερε να αντικρούσει. Στην υπό κρίση υπόθεση εκείνο που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να «προμηθεύσει» τις επίδικες ναρκωτικές ουσίες σε τρίτο πρόσωπο. Το θέμα της προμήθειας απασχόλησε τo Αγγλικό Εφετείο στις υποθέσεις R. v. Delgrado[12] και R. v. Dempsey[13]. Θεωρήσαμε σκόπιμο να αναφερθούμε στις δύο αυτές υποθέσεις, σε κάποια έκταση, καθότι η υπεράσπιση επικαλέσθηκε την R. v. Dempsey ενώ η Κατηγορούσα Αρχή την R. v. Delgrado, για να υποστηρίξει η κάθε πλευρά τις δικές της εισηγήσεις. Στην R. v. Delgrado εντοπίσθηκε στην κατοχή ενός οδηγού ταξί, μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Η πιο πάνω ποσότητα ανήκε σε κάποιο γνωστό του, αυτός την φύλαττε για λογαριασμό του γνωστού του, για 1 - 2 ώρες. Πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να του την επιστρέψει. Ο πρωτόδικος δικαστής αποφάσισε ότι η πιο πάνω ενέργεια συνιστούσε «προμήθεια». Ο κατηγορούμενος καθοδηγούμενος από την πιο πάνω απόφαση παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστή επικυρώθηκε από το Εφετείο κατά πλειοψηφία. Στην R. v. Dempsey ο πρώτος κατηγορούμενος που ήταν καταχωρημένος στα αρχεία ως χρήστης, προμηθεύτηκε νόμιμα από ιατρικό λειτουργό, αμπούλες ελεγχομένου φαρμάκου. Ενώ ήταν με την κατηγορουμένη 2, σε κάποιο δημόσιο δρόμο, της έδωσε αριθμό αμπούλων που κρατούσε, για να του τις φυλάξει καθότι ο ίδιος ήθελε να πάει στο αποχωρητήριο για να κάνει χρήση μιας αμπούλας. Η ενέργεια αυτή έγινε αντιληπτή από κάποιο αστυνομικό που συνέλαβε και τους δύο. Ο πρωτόδικος δικαστής αποφάσισε ότι η πιο πάνω ενέργεια συνιστούσε προμήθεια εν την εννοία του νόμου και ενόψει τούτου ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε την κατηγορία της προμήθειας σε τρίτον. Το Εφετείο έκρινε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη και ακύρωσε την καταδίκη. Το Εφετείο έλαβε υπόψη ότι η ενέργεια του να παραδώσει τη ναρκωτική ουσία στην κατηγορουμένη 2, ήταν προς όφελος του ιδίου και όχι της κατηγορουμένης 2. Ο πρωτόδικος δικαστής, σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, θα έπρεπε να αφήσει τους ενόρκους να αποφασίσουν κατά πόσο η κατηγορουμένη 2 θα επωφελείτο ή όχι από την προμήθεια της ναρκωτικής ουσίας. Λίγα χρόνια αργότερα η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, εξέτασε στην υπόθεση R. v. Maginnis (ανωτέρω), εκ νέου το θέμα της προμήθειας και ανέλυσε εκτενώς, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις R. v. Delgrado[14] και R. v. Dempsey[15]. Το θέμα που κλήθηκε να αποφασίσει το Δικαστήριο στη R. v. Maginnis ήταν κατά πόσο ένα πρόσωπο που είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο, το οποίο του είχε δοθεί για να το φυλάξει για κάποιο χρονικό διάστημα, είχε την πρόθεση να το προμηθεύσει σε κάποιον άλλον εν τη εννοία του νόμου, αν πρόθεση του ήταν να το επιστρέψει στο πρόσωπο που του το είχε δώσει αρχικά για να το φυλάξει. Η απάντηση που δόθηκε από το Δικαστήριο στο πιο πάνω ερώτημα ήταν καταφατική. Το Δικαστήριο κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι ο όρος «προμήθεια» περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από τη μεταφορά της φυσικής κατοχής του αντικειμένου από ένα πρόσωπο σε άλλο και περιλαμβάνει το επιπρόσθετο στοιχείο ήτοι η συγκεκριμένη ενέργεια να διευκολύνει τον παραλήπτη να διαθέσει το αντικείμενο για το σκοπό που ο ίδιος επιθυμεί ή υποχρεούται να το διαθέσει. Παραθέτουμε κατωτέρω, απόσπασμα από την απόφαση του Lord Keith of Kinkel στο οποίο αναλύει την έννοια της προμήθειας. «The word "supply," in its ordinary natural meaning, conveys the idea of furnishing or providing to another something which is wanted or required in order to meet the wants or requirements of that other, it connotes more than the mere transfer of physical control of some chattel or object from one person to another, No one would ordinarily say that to hand over something to a mere custodier was to supply him with it. The additional concept is that of enabling the recipient to apply the thing handed over to purposes for which he desires or has a duty to apply it. . If a trafficker in controlled drugs sets up a store of these in the custody of a friend whom he thinks unlikely to attract the suspicions of the police, and later draws on the store for the purposes of his trade, or for his own use, the custodier is in my opinion rightly to be regarded as supplying him with drugs. On the assumed facts of the present case (they were never tested before the jury), the defendant had been made custodier of the drugs by his unnamed friend, who, having regard to the quantity of the drugs, may legitimately be inferred to have been a trader. If on a later occasion the defendant had handed the drugs back to his friend, he would have done so in order to enable the friend to apply the drugs for the friend's own purposes. He would accordingly, in my opinion, have supplied the drugs to his friend in contravention of section 4
(1). It follows that in so far as he was in possession of the drugs with the intention of handing them back to the friend when asked for by the latter, he was in possession with intent to supply the drugs to another in contravention of section 4
(1)and was thus guilty under section 5
(3). Η R. v. Maginnis (ανωτέρω), είναι καθοδηγητική ως προς την ερμηνεία του όρου «προμήθεια», θα πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι η Αγγλική νομοθεσία δεν προβλέπει για μαχητό τεκμήριο, το οποίο ισχύει στην Κύπρο με βάση το άρθρο 30 Α του Νόμου. Πέραν τούτου, επισημαίνουμε ότι τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαφέρουν από τα γεγονότα των πιο πάνω υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης και της R. v. Dempsey, στην οποία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό η εισήγηση της υπεράσπισης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία ότι πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να φυλάξει προσωρινά τις ναρκωτικές ουσίες και στη συνέχεια να τις επιστρέψει στο πρόσωπο το οποίο του τις προμήθευσε. Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τις δηλώσεις του κατηγορουμένου στην αστυνομία και τις αναφορές του στις δύο ανακριτικές καταθέσεις που έδωσε, αυτός θα μετάφερε τις ναρκωτικές ουσίες σε συγκεκριμένο σημείο, σε κάποια βρύση και από εκεί θα τις παραλάμβανε κάποιο πρόσωπο, άγνωστο σε αυτόν. Σε σχέση με τον τρόπο παράδοσης της παράνομης ουσίας, θέμα για το οποίο ο κ. Πουργουρίδης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, εισηγήθηκε ότι η εγκατάλειψη του αντικειμένου σε κάποιο χώρο δεν αποτελεί παράδοση, καθοδηγητική είναι, κατά την άποψη μας, η απόφαση Pentecost[16], στην οποία αποφασίσθηκε από το Εφετείο ότι ο πρωτόδικος δικαστής δεν έσφαλε όταν είπε στους ενόρκους ότι η προμήθεια δεν προϋποθέτει φυσική παράδοση του αντικειμένου. Παραθέτουμε αυτούσιες τις σχετικές οδηγίες, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Εφετείο. «... supply does not require a physical handing over as such by the custodian. It would be sufficient if, with the intention that the trafficker retakes the drugs, the custodian did something to enable the trafficker to achieve the object.» Καθοδηγητική επί του ιδίου θέματος είναι και η Αγγλική απόφαση R v. Martin & Brimecome[17], στην οποία τονίσθηκε ότι ο όρος «προμήθεια» είναι ευρύς και δεν περιορίζεται σε πραγματική παράδοση (actual delivery). Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "The word 'supply' is a broad term. It does by any stretch of the imagination result in a confinement to the expressions 'actual delivery' or 'past supply'. It refers to the entire process of supply .» Στο σημείο αυτό βέβαια παρατηρούμε ότι το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεων του κατηγορουμένου, με βάση τη δήλωση της κας Καραολίδου, δεν κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου τους. Οι καταθέσεις αυτές, ως και όλες οι δηλώσεις στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος, θα εξετασθούν από το Δικαστήριο, υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το συγκεκριμένο θέμα και έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένης και της μαρτυρίας του ανακριτή της υπόθεσης. Στο στάδιο αυτό, δεν θα αποφασίσουμε κατά πόσο οι ισχυρισμοί που ο κατηγορούμενος πρόβαλε ήταν αληθείς ή όχι. Υπενθυμίζουμε ότι στο στάδιο αυτό η μαρτυρία εξετάζεται αντικειμενικά και στην όψη της. Επισημάναμε το γεγονός αυτό έχοντας υπόψη την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης που παρουσίασε ως δεδομένο ότι τα ό,σα δήλωσε ο κατηγορούμενος στην αστυνομία αποτελούν παραδεκτά γεγονότα. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, ιδιαίτερα τη μεγάλη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι η ποσότητα αυτή ήταν διαχωρισμένη σε 70 ξεχωριστές συσκευασίες, σε συνάρτηση με τις αρχές που διέπουν το θέμα, κρίνουμε ότι η εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει στον επιβαλλόμενο από τη νομολογία μέτρο και βαθμό εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία 2. Ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία στην κατηγορία 2. (Υπ.) .............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Interιm Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε κατηγορία κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα [1]
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 [2] The Times, 22 November 1985 [3]
(1987)1 ALL E.R. 907 [4]
(1984)1 ALL E.R. 449 [5] Βλέπετε Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. [6]
(1981)2 All E.R. 1061 [7]
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 [8]
(2007)2 Α.Α.Δ. 524 [9]
(1985)2 Α.Α.Δ 97 [10]
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 [11]
(2012)2 Α.Α.Δ. 296 [12]
(1984)1 W.L.R. 89 [13] The Times, 22 November 1985 [14]
(1984)1 W.L.R. 89 [15] The Times, 22 November 1985 [16]
(1998)EWCA Crim 865 [17]
(2014)EWCA 1940 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο