← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρυσοστόμου, Αρ. Υπόθεσης: 3599/15, 20/8/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρυσοστόμου, Αρ. Υπόθεσης: 3599/15, 20/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B148 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3599/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXXX Χρυσοστόμου Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 20 Αυγούστου, 2018 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν η κα Α. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, η ακροαματική διαδικασία αφορούσε την δεύτερη και έκτη κατηγορία, έχοντας υπ΄ όψη στις υπόλοιπες εκ των επτά κατηγοριών που συνολικά αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό όπως προμηθεύσει αυτό σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Πρώτος πίνακας Μέρος ΙΙ, 5

(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31, 31Α και τρίτος πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 13ην Φεβρουαρίου 2015 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄. δηλαδή 22,9573 γραμμάρια φυτού κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, με σκοπό να τα προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα. Η έκτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του περί της Παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου 188
(1)/2007, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 21ην Οκτωβρίου 2014 στη Λεμεσό, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό των €1045 αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. H MAΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1 υιοθέτησε ως μέρος της εξέτασης του την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
  1. Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 11 Φεβρουαρίου 2015, λήφθηκε πληροφορία στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, ότι σε μία από τις δύο κατοικίες σε συγκεκριμένη οδό στη Λεμεσό, στα υποστατικά και σε συγκεκριμένο όχημα, χρησιμοποιούνται για φύλαξη, χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Ενόψει της πιο πάνω πληροφορίας, την ίδια ημέρα εξασφαλίστηκε ένταλμα έρευνας της πιο πάνω οικίας, υποστατικών και οχήματος. Εναντίον του κατηγορουμένου εκκρεμούσαν και άλλα εντάλματα σύλληψης και καταζητείτο και που αφορούσαν συγκεκριμένα αδικήματα, δηλαδή αδικήματα παράνομης κατοχής και προμήθειας σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς επίσης και παράνομης κατοχής περιουσίας και υπόθεση εμπρησμού αυτοκινήτων. Στις13 Φεβρουαρίου 2015, με επικεφαλής συγκεκριμένο λοχία, οργανώθηκε συντονισμένη επιχείρηση του κλιμακίου της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, με σκοπό την εκτέλεση των ενταλμάτων και στην επιχείρηση λάμβαναν μέρος συγκεκριμένοι αστυφύλακες. Η ώρα 18:44 της ίδιας ημέρας, ο μάρτυρας μαζί με άλλα μέλη, μετέβηκαν στην είσοδο της οικίας του κατηγορουμένουν ενώ άλλα μέλη έθεσαν το χώρο περιμετρικά της οικίας του υπό παρακολούθηση για αποφυγή της πιθανότητας διαφυγής του κατηγορουμένου. Με την άφιξη τους, συγκεκριμένος λοχίας χτύπησε την πόρτα της εισόδου και είχε καλέσει επανειλημμένα τον κατηγορούμενο να ανοίξει, χωρίς καμία ανταπόκριση. Συνεπώς, μετά από οδηγίες που έλαβε ο μάρτυρας από συγκεκριμένο λοχία, με σκοπό να επιτευχθεί η είσοδος, παραβίασε την πόρτα της εισόδου και με την είσοδο τους ,δηλαδή ώρα 18:45, είδε τον κατηγορούμενο να στέκεται στο καθιστικό, τον έχει πλησιάσει και αφού του αποκάλυψε την ιδιότητα του στο μέρος, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τον συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ΄΄τίποτε ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο΄΄. Την ίδια ώρα εντόπισε πάνω σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Αμέσως την παρέλαβε ως τεκμήριο, του την υπέδειξε και τον πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη είναι κάνναβη, της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε ΄΄εν δική μου΄΄. Αμέσως τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη και για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης, του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός δεν έδωσε καμία απάντηση. Αμέσως μετά την σύλληψη του τον πληροφόρησε προφορικά στο μέρος για τα δικαιώματα του ως κρατούμενος, αλλά αυτός δεν ανέφερε οτιδήποτε. Σε σωματική έρευνα που του έγινε δεν βρήκε κάτι το παράνομο στην κατοχή του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε η ώρα 18:48, βρήκε πάνω στον πάγκο της κουζίνας ποσότητα πράσινης ξηρής φυτική ύλης κάνναβης μέσα σε νάιλον διαφανές σακούλι και μία μαύρη ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, πάνω στην οποία υπάρχουν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Αμέσως τα κράτησε ως τεκμήρια, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη και τα ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης είναι κάνναβη, της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε ΄΄εν δικά μου τζαι τούτα΄΄. Στη συνέχεια της έρευνας και ώρα 19:05, βρήκε πάνω σε καναπέ, ένα μαύρο δερμάτινο πορτοφόλι, εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των € 150 σε συγκεκριμένα χαρτονομίσματα ένα μαύρο κινητό τηλέφωνο iPhone ένα μπλε κινητό τηλέφωνο Nokia και ένα μαύρο κινητό τηλέφωνο Nokia. Αφού τα παρέλαβε ως τεκμήρια έναντι σχετικής αποδείξεως, τον πληροφόρησε ότι αυτά παραλήφθηκαν για εξετάσεις, καθότι τα χρήματα δυνατόν να προέκυψαν από παράνομες δραστηριότητες που σχετίζονται με ναρκωτικά και τα κινητά δυνατόν να χρησιμοποιήθηκαν για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, οι οποίες σχετίζονταν με δοσοληψίες ναρκωτικών ουσιών. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ΄΄μόνο το μπλε εν της δουλειάς φίλε μου΄΄. Σε όλη τη διάρκεια που ερευνούσε την οικία και εντόπιζε τα προαναφερόμενα τεκμήρια, τον κατηγορούμενο επιτηρούσαν συγκεκριμένοι αστυφύλακες. Η ώρα 19:16 και ενώ η έρευνα συνεχιζόταν, ανέκρινε προφορικά μαζί με συγκεκριμένο λοχία στην παρουσία άλλων αστυφυλάκων τον κατηγορούμενο σχετικά με την ποσότητα ναρκωτικών που εντοπίστηκε προηγουμένως στην οικία του, ως επίσης και για την υπόθεση για την οποία τον συνέλαβε αρχικά και καταζητείτο. Ανακρινόμενος τους ανέφερε ΄΄πουλώ πράμα για να φκάλω ριάλλια εν θωρείτε; εν έσιη δουλειές που ζείτε;΄΄ Τότε συγκεκριμένος λοχίας του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε είμαι ορφανός δεν ηξέρεις τα προβλήματα μου τζαι μιλάς. Πίνω μόνο μαριχουάνα, ούτε τσιάρο εν πίνω΄΄. Σχετικά με την υπόθεση για την οποία καταζητείτο, ανακρινόμενος προς τον ίδιο ανέφερε ΄΄Εφοήθηκα τζαι έφυα. Φοήθηκα για την σωματική μου ακεραιότητα, εν τζαι κατάλαβα ότι ήταν αστυνομία΄΄. Η έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου ολοκληρώθηκε η ώρα 19.30, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε άλλο το παράνομο. Μεταξύ των όρων 19.35 - 19.45, ερευνήθηκε και το αυτοκίνητο με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, στην παρουσία του κατηγορουμένου, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το παράνομο. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια συγκεκριμένου λοχία, μετέφερε τον κατηγορούμενο μαζί με τα πιο πάνω τεκμήρια στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού για διερεύνηση της υπόθεσης. Την ίδια μέρα και ώρα 20:00 στα πιο πάνω γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. πληροφόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του ως κρατούμενος, καθώς και για το δικαίωμα του για επικοινωνία με δικηγόρο της επιλογής του, αλλά αυτός ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει, υπογράφοντας μαζί με τον ίδιο και το σχετικό έντυπο πληροφόρησης. Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 20:05 -20:15 στα πιο πάνω γραφεία, αφού εξήγησε στον κατηγορούμενο την διαδικασία συσκευασίας και σφραγίσεως τεκμηρίων, συσκεύασε και σφράγισε τα ανευρεθέντα ναρκωτικά - τεκμήρια της υπόθεσης, στα οποία έδωσε συγκεκριμένα διακριτικά στην παρουσία του ίδιου και ακολούθως τον κάλεσε και υπέγραψε μαζί με τον ίδιο την σχετική σφράγιση. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 20:30 - 21:30 στα πιο πάνω γραφεία και στην παρουσία συγκεκριμένου λοχία, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε γραπτώς για τις υποθέσεις τις οποίες διερευνούσε και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο. Την ίδια ημέρα και ώρα 21:31 στα πιο πάνω γραφεία, συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος που εκδόθηκε εναντίον του για συγκεκριμένα αδικήματα και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού το επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ΄΄ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο΄΄. Ακολούθως και η ώρα 21:35 στα πιο πάνω γραφεία, παρέδωσε στον κατηγορούμενο έναντι σχετικής αποδείξεως τα τρία κινητά τηλέφωνα και το μαύρο δερμάτινο πορτοφόλι του και την ίδια ώρα τον παρέδωσε σε συγκεκριμένο λοχία για συνέχιση των εξετάσεων σχετικά με άλλη υπόθεση. Ακολούθησε παράδοση τεκμηρίων σε συγκεκριμένο αστυφύλακα για να τύχουν των απαραίτητων επιστημονικών εξετάσεων. Στις 18 Φεβρουαρίου 2015 και μεταξύ των ωρών 09:30 - 10:00, στα ίδια γραφεία, έλαβε νέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε γραπτώς για τις υποθέσεις τις οποίες διερευνούσε και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόμο. Στις 19 Φεβρουαρίου 2015 και ώρα 12:30 στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού συσκεύασε ως τεκμήριο μέσα σε κάθε φάκελο της Δημοκρατίας το χρηματικό ποσό των € 150 σε συγκεκριμένα χαρτονομίσματα στον οποίο έδωσε συγκεκριμένο διακριτικό, υπέγραψε την σχετική τους σφράγιση και στη συνέχεια και η ώρα 12:40 το παρέδωσε έναντι σχετικής αποδείξεως σε συγκεκριμένη αστυφύλακα για φύλαξη. Στις 24 Φεβρουαρίου 2015 και ώρα 16:00, στα πιο πάνω γραφεία, συγκεκριμένος αστυφύλακας του παρέδωσε μετά το πέρας της επιστημονικής τους εξετάσεως σφραγισμένα τα σχετικά τεκμήρια της υπόθεσης, τα οποία έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και κατέθεσε ως τεκμήρια τις καταθέσεις που λήφθηκαν από αυτόν, τον κατάλογο τεκμηρίων που λήφθηκαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, το ημερολόγιο ενεργείας που καταγράφθηκαν οι ενέργειες που έγιναν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και στο σχετικό έντυπο που αφορά την αποστολή τεκμηρίων για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων. Κατέθεσε επίσης τα τεκμήρια που αναγράφονται στο σχετικό κατάλογο τεκμηρίων, δηλαδή το τεκμήριο 4, διευκρινίζοντας ότι επιστράφηκαν ορισμένα από τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν καθότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τα συνδέει με τα υπόλοιπα. Αντεξεταζόμενος έδωσε διευκρινίσεις αναφορικά με τα αδικήματα για τα οποία καταζητείτο ο κατηγορούμενος, καθώς επίσης και για τα αδικήματα που προέκυψαν και έδωσε τις δικές του διευκρινίσεις και επεξηγήσεις αναφορικά με το ανευρεθέν ποσό των €1,045 και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανευρέθηκε, λέγοντας ότι είναι μεν ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης αλλά όχι ο άμεσα εμπλεκόμενος όσον αφορά το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Αναφέρθηκε επίσης στα όσα περιήλθαν στη γνώση του αναφορικά με τα αποτελέσματα του Γενικού Κρατικού Χημείου, καθώς επίσης και στο περιεχόμενο των καταθέσεων που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο και γενικότερα στις απαντήσεις που έδινε σε συνδυασμό με την πρόοδο των ερευνών που έγιναν στην οικία του κατηγορουμένου και κατά την σύλληψη του, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την άρνηση του κατηγορουμένου ότι προέβηκε στις παραδοχές που καταγράφονται στις καταθέσεις του, ως επίσης και σε υποβολές που είχαν ως επίκεντρο τη μη πλήρη καταγραφή των όσων λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Τεκμήριο 12 την κατάθεση του και η οποία επικεντρώνεται στην παραλαβή και γενικά την διακίνηση τεκμηρίων που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση και ποια ήταν η εμπλοκή του καθόλην τη διάρκεια της διακίνησης τους και της κατοχής τους από τον ίδιο, σε συνδυασμό με την εμπλοκή και άλλων συναδέλφων του τους οποίους και κατονόμασε, καταθέτοντας επίσης διάφορα τεκμήρια για τα οποία έδωσε τις δικές του εξηγήσεις και διευκρινίσεις ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανευρέθηκαν και διακινήθηκαν. Στη σύντομη αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και ότι η εμπλοκή του ουσιαστικά αφορούσε τη διακίνηση των τεκμηρίων. O M.K.3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το τεκμήριο 18 η οποία είναι η κατάθεση του και στην οποία γίνεται αναφορά στον ουσιώδη χρόνο της 21ης Οκτωβρίου,
  2. Σ' αυτήν κάνει αναφορά ότι την πιο πάνω ημερομηνία λήφθηκε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος θα διακινούσε ναρκωτικά με συγκεκριμένο όχημα σε συγκεκριμένη οδό. Αφού ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία μελών της ΥΚΑΝ τράπηκε πεζός σε φυγή. Ο μάρτυρας παρέμεινε σε μέρος για φρούρηση του οχήματος και οι υπόλοιποι συναδέλφοι του προσπάθησαν να ανεύρουν τον κατηγορούμενο χωρίς αποτέλεσμα. Ακολούθησε έρευνα δυνάμει δικαστικού εντάλματος στο όχημα του κατηγορούμενου στην παρουσία άλλου προσώπου που κατονόμασε και στο οποίο ανευρέθηκε το ποσό των €1,045 σε διάφορα χαρτονομίσματα που περιέγραψε σε συγκεκριμένο τσαντάκι. Έκανε αναφορά επίσης και σε άλλα τεκμήρια που ανευρέθηκαν στο συγκεκριμένο όχημα τα οποία συσκεύασε και σφράγισε στην παρουσία συγκεκριμένου προσώπου και ακολούθησε η παράδοση των τεκμηρίων για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Στη συμπληρωματική του κατάθεση δηλαδή το Τεκμήριο 19 συνοπτικά κάνει αναφορά στην παραλαβή και παράδοση συγκεκριμένου τεκμηρίου, κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 το έντυπο που αφορά αίτημα για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων και υιοθέτησε την τελευταία του κατάθεση που είναι το Τεκμήριο 21 στην οποία κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανευρέθηκαν συγκεκριμένα τεκμήρια τα οποία παραλήφθηκαν, σφραγίστηκαν και παραδόθηκαν, αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 22 και που αφορά το ποσό των €1,045 σε διάφορα χαρτονομίσματα, αναγνώρισε επίσης και διάφορα άλλα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και που έκανε αναφορά στις καταθέσεις του. Στη σύντομη αντεξέταση του έκανε αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε αντιληπτός ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και η ανεύρεση των τεκμηρίων τα οποία βρέθηκαν από τον ίδιο, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και ότι δεν γνωρίζει αν τα χρήματα που ανευρέθηκαν συνδέθηκαν με τα χρήματα της 21.10.
  3. Ο Μ.Κ.4 υιοθέτησε την κατάθεση του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δηλαδή το Τεκμήριο 23 στην οποία κάνει αναφορά στα όσα έλαβαν χώρα στις 21.10.2014 και που σε μεγάλη έκταση εναρμονίζεται με τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 με την επιπρόσθετη αναφορά ότι ο ίδιος μαζί με άλλο αστυφύλακα προέβηκε σε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου στην παρουσία της μητέρας του και της αδελφής του και στην εν λόγω οικία δεν ανευρέθηκε τίποτε το παράνομο. Προφορικά αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η διακίνηση των τεκμηρίων. Στη σύντομη αντεξέταση του αναφέρθηκε σε συντομία στην έρευνα που έγινε και γενικά όλα όσα έλαβαν χώρα στις 21.10.2014 και ότι ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή, διευκρινίζοντας ότι λόγω του ότι δεν έλαβε μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης δεν ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει αν το ανευρεθέν χρηματικό ποσό συνδέεται με κάποιο αδίκημα. Ο Μ.Κ.5 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Τεκμήριο 29 η οποία επικεντρώνεται στην παράδοση και παραλαβή συγκεκριμένων τεκμηρίων στα οποία κάνει αναφορά και στη σύντομη αντεξέταση του έγιναν κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τα εν λόγω τεκμήρια. Ο Μ.Κ. 6 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του - τεκμήριο 30, στην οποία αναφέρει ότι δύο μέρες πριν τον ουσιώδη χρόνο του μέρους των σχετικών κατηγοριών που είναι η 13η Φεβρουαρίου 2015, λήφθηκε πληροφορία στην Υ.ΚΑ.Ν ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος αναζητείτο και για άλλες υποθέσεις, ασχολείτο με εμπορία ναρκωτικών. Οργάνωσε επιχείρηση για διερεύνηση της πληροφορίας, όπου με συγκεκριμένους αστυφύλακες και την ώρα που ανέφερε, μετέβησαν στην είσοδο της οικίας του κατηγορουμένου, αναφέροντας την οδό, προς εκτέλεση εντάλματος έρευνας που εκκρεμούσε. Με την άφιξη του στην σκηνή, μαζί με άλλους αστυφύλακες, κτύπησε την πόρτα της οικίας του κατηγορουμένου και κάλεσε επανειλημμένα τον κατηγορούμενο να ανοίξει, διότι φαινόταν ότι ήταν εντός αυτής, από φώτα που ήταν αναμμένα και ήταν ευδιάκριτα και από ήχο τηλεόρασης, χωρίς καμία ανταπόκριση από αυτόν. Συνεπώς, έδωσε οδηγίες όπως παραβιαστεί η πόρτα εισόδου και με σκοπό να επιτευχθεί η είσοδος, όπως και έγινε. Με την είσοδο στην οικία την δεδομένη ώρα που ανέφερε, είδε τον κατηγορούμενο να στέκεται στο καθιστικό και τότε συγκεκριμένος αστυφύλακας τον πλησίασε και αφού του αποκάλυψε την ιδιότητα του στο μέρος και του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, τον συνέλαβε δυνάμει Δικαστικού εντάλματος που εκκρεμούσε εναντίον του, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε ΄΄τίποτε, ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο΄΄. Την ίδια ακριβώς ώρα τον ενημέρωσε για την ύπαρξη του πιο πάνω εντάλματος έρευνας της οικίας του, το οποίο και του το υπέδειξε και ταυτόχρονα άλλος αστυφύλακας εντόπισε πάνω σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης ( Π.Ξ.Φ.Υ.) κάνναβης. Αμέσως την παρέλαβε ως τεκήριο και την υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι είναι Π.Ξ.Φ.Υ κάνναβης, της οποίας η κατοχή απαγορεύεται από τον νόμο, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε ΄΄εν δική μου΄΄. Αμέσως ο ίδιος αστυφύλακας τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύληψη και για το αυτόφορο αδίκημα της πάρανομης κατοχής πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, του εξήγησε τον λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, χωρίς ο κατηγορούμενος να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Ο κατηγορούμενος ακολούθως ενημερώθηκε από τον αστυφύλακα προφορικώς για τα νομικά του δικαιώματα ως κρατούμενος, χωρίς να αναφέρει ο κατηγορούμενος οτιδήποτε. Κατά την διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε και σε συγκεκριμένη ώρα, ο αστυφύλακας εντόπισε πάνω στον πάγκο της κουζίνας πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης μέσα σε νάυλον διαφανές σακούλι και μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, χρώματος μάυρου, πάνω στην οποία υπάρχουν ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ο αστυφύλακας τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης και τα ίχνη της απαγορεύεται η κατοχή της από τον νόμο, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και ο κατηγορούμενος του απάντησε ΄΄εν δικά μου τζαι τούτα΄΄. Κατά την διάρκεια της έρευνας εντοπίστηκαν ακόμα τρία κινητά τηλέφωνα και το χρηματικό ποσό των €150, τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια αρχικά, στην συνέχεια επιστράφησαν πίσω τον κατηγορούμενο έναντι αποδείξεως. Η έρευνα ολοκηρώθηκε η ώρα 19:30, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε άλλο επιλήψιμο, ενώ 14 λεπτά πριν την ολοκλήρωση της έρευνας, ανέκρινε προφορικά ο μάρτυρας μαζί με άλλο αστυφύλακα τον κατηγορούμενο, στην παρουσία και άλλων αστυφυλάκων, σχετικά με την ποσότητα ναρκωτικών που εντοπίστηκε στην οικία του, ως επίσης ανακρίθηκε και για άλλη υπόθεση που αναζητείτο από την Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού και επί λέξει ανέφερε: ΄΄Πουλώ πράμα για να φκάλω ριάλια, εν θωρείτε; εν έσιη δουλειές, που ζείτε; Τότε του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και ο κατηγορούμενος του απάντησε: ΄΄είμαι ορφανός, δεν ηξέρης ταα προβλήματα μου τζαι μιλάς. Πίνω μόνο μαριχουάνα, ούτε τσιάρο εν πίνω΄΄. Ανακρινόμενος για την υπόθεση για την οποία ήταν καταζητούμενος από την Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, ο κατηγορούμενος ανέφερε: ΄΄Εφοήθηκα τζαι έφυα. Φοήθηκα για την σωματική μου ακεραιότητα, εν τζαι κατάλαβα ότι ήταν αστυνομία΄΄. Την ίδια μέρα μεταξύ των ωρών 20:30 - 21:30, συγκεκριμένος αστυφύλακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε και υιοθέτησε το τεκμήριο 5, το οποίο είναι το ημερολόγιο ενεργείας στο οποίο κατέγραψε τις ενέργειες και τις προφορικές ομολογίες από τον κατηγορούμενο που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην ύπαρξη εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του κατηγορουμένου για άλλες υποθέσεις που αφορούσαν ναρκωτικά και εμπρησμό, ως επίσης και για το ένταλμα έρευνας που επίσης εκκρεμούσε και που αφορούσε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος διακινούσε ναρκωτικά. Περιέγραψε την σκηνή κατά την οποία επιτεύχθηκε η είσοδος στην οικία του κατηγορουμένου, την κατάσταση που βρισκόταν ο κατηγορούμενος, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου και στον ίδιο και τα εκεί ανευρεθέντα τεκμήρια, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι προφορικές ομολογίες του κατηγορούμενου, τον τρόπο που ο κατηγορούμενος ανακρινόταν, υπεραμυνόμενος την ορθότητα και νομιμότητα των ενεργειών των μελών της αστυνομίας, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε προβεί στις επίμαχες προφορικές ομολογίες που αφορούν την εμπορία των ναρκωτικών, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που αφορούν ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε κάποιες θέσεις οι οποίες δεν έχουν καταγραφεί στις καταθέσεις του, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την ανυπαρξία Δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας. Κατά την επανεξέταση του κατατέθηκαν ως τεκμήριο 31 δέσμη από Δικαστικά εντάλματα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της. Το Δικαστήριο ακολούθως εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση, σύμφωνα με την οποία αποφασίστηκε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί στην πιο κάτω ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΄΄Τα λεφτά ήταν από πώληση αυτοκινήτου που είχα, το είχα πει στην αστυνομία, αλλά δεν το έγραψαν΄΄. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και τον τρόπο που αυτή αξιολογείται, στην υπόθεση Α.Δ. εναντίον Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/14 ημερομηνίας 22 Ιουνίου 2016, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου κ. Γιώργος Ερωτοκρίτου, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης». Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω).΄΄ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την αξιολόγηση της ανώμοτης δήλωσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο αυτής, κρίνει ότι αυτή δεν είναι δυνατό να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό στα πλαίσια της ανάκρισης και που να δείχνει ότι δεν έχουν καταγραφεί τα όσα έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος στους αστυνομικούς. Ως προς την προέλευση των χρημάτων και γενικά τα όσα επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση για τα εν λόγω χρήματα, ο κατηγορούμενος δεν έχει προσκομίσει στους ανακριτές οποιοδήποτε στοιχείο, αλλά ούτε και στο Δικαστήριο και που σχετίζεται με το αυτοκίνητο που επικαλέστηκε, αφού είναι ο κατηγορούμενος που θα μπορούσε να τα επικαλεστεί και να τα έχει στην κατοχή του. Αυτό βεβαίως έχει να κάνει με την αποδεικτική βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, χωρίς να σημαίνει ότι μετατίθεται το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου, λόγω του ότι παραμένει υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει με αξιόπιστη και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί προϊόν διάπραξης ποινικού αδικήματος, ζήτημα το οποίο θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Η δε υποβληθείσα θέση από πλευράς υπεράσπισης, ως αυτή φαίνεται και στην σελίδα 11 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 14/5/2018, ήτοι ότι τα ανευρεθέντα χρήματα αποτελούν προϊόν πώλησης του παλιού αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, παρέμεινε αναπόδεικτη, αφού δεν επιβεβαιώθηκε από οποιανδήποτε μαρτυρία και παρέμεινε στην σφαίρα της υποβολής. Ουσιαστικά, δύο είναι τα κύρια ζητήματα που καλείται το παρόν Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση να εξετάσει, ήτοι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος προέβηκε στις προφορικές ομολογίες που του καταλογίζονται ότι έλαβαν χώρα στην οικία του στις 13 Φεβρουαρίου 2015 και εάν ναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αποδοχή τους από το Δικαστήριο με βάση την Νομολογία, ως επίσης τέθηκε ζήτημα κατά το στάδιο των αγορεύσεων από πλευράς υπεράσπισης ως προς τον ουσιώδη χρόνο της έκτης κατηγορίας. Η ποσότητα και το είδος των ναρκωτικών ουσιών που έχουν ανευρεθεί και που αφορούν την δεύτερη κατηγορία δεν έχουν αμφισβητηθεί, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και την παραδοχή που έγινε στην πρώτη κατηγορία και το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες κατηγορίες που αφορούν την κατοχή ναρκωτικών ουσιών, αλλά και το παραδεκτό του περιεχομένου των τεκμηρίων 24 και 25. Καίριας και αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της δεύτερης κατηγορίας, είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος προέβηκε στις προφορικές ομολογίες στις 13 Φεβρουαρίου 2015 στην οικία του στα πλαίσια έρευνας. Η ομολογία έχει χαρακτηριστεί ως η κορωνίδα των μαρτυριών εφόσον είναι εκούσια και μπορεί από μόνη της να θεμελιώσει καταδίκη. Το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 203. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Ηλιάδη και Σάντη, στις σελ. 888 και επ., με παραπομπή σε ανάλογη νομολογία τόσο των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας όσο και Αγγλικών Δικαστηρίων, δεν υπάρχουν στεγανά στον τρόπο ταξινόμησης μιας δήλωσης ή συμπεριφοράς ως ομολογίας, αφού οι εκάστοτε περιστάσεις που την περιβάλλουν, είναι αδύνατο να προκαθοριστούν. Μια τέτοια ομολογία θα μπορούσε να προκύψει από κάποια γραπτή ή προφορική δήλωση, ως αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς ή ακόμη και από παρεμφερείς δηλώσεις που δεν ισοδυναμούν με άμεση ομολογία ή παραδοχή. Η ομολογία ή παραδοχή δε, αλλά και κάθε άλλης μορφής ενοχοποιητική δήλωση μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική, χωρίς κατ΄ ανάγκη καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία να είναι ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, το Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλα, πραγματεύτηκε και το συγκεκριμένο ζήτημα. Παρατίθεται σε κάποια έκταση σχετικό απόσπασμα, αφού κρίνεται ότι ο λόγος της, συνοψίζει και αποτυπώνει καλά καθιερωμένες αρχές και νομολογιακές προσεγγίσεις για το ζήτημα που και εδώ ενδιαφέρει και απασχολεί. «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169 τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν v. Δημοκρατίας(αρ. 2)
(1994)2 A.A.Δ. 65. Στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Αξίζει να μεταφερθεί τη σύνοψη της υπόθεσης: "Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a convinction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts." To παραπάνω κείμενο μπορεί να αποδοθεί ως εξής στα ελληνικά: "Αποφασίστηκε, αναφορικά με το λόγο εκείνο, ότι δεν υπάρχει αρχή δικαίου που συνάγεται από τις αυθεντίες, καθολικής ή γενικής εφαρμογής, ότι καταδίκη η οποία εξολοκλήρου ή κυρίως βασίζεται σε μαρτυρία προφορικής ομολογίας δε θα μπορούσε ποτέ να είναι ασφαλής ή ικανοποιητική. Πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστατικών της." Το όλο θέμα παρουσιάζεται σε σχόλιο που ακολουθεί στην ίδια σελίδα. Παρατίθεται για τη λακωνική πυκνότητα του: "Commentary. It has been said that "when a confession is well proved it is the best evidence that can be produced": Baldry [1852] 1 Den 430, per Erle J. Scepticism about the reliability of confessions has increased in modern times but it remains true that a truly voluntary confession may be cogent evidence of guilt. Like other types of evidence, its value may vary greatly according to the circumstances and, if serious doubt is cast on the reliability of a confession, conviction based on that alone would no doubt, be regarded as unsafe and unsatisfactory. It is only in exceptional cases that English law requires corroboration of particular types of evidence and confessions have never been held to require corroboration either by law or practice." Η μετάφραση του πιο πάνω κειμένου θα μπορούσε να έχει ως εξής: "Έχει λεχθεί ότι "όταν μια ομολογία αποδεικνύεται σωστά αυτό αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία που μπορεί να προσαχθεί": Baldry [1852] 1 Den 430, από τον Erle, Δ. Ο σκεπτικισμός αναφορικά με την αξιοπιστία ομολογιών ενοχής έχει ενταθεί τη σημερινή εποχή αλλά εξακολουθεί να είναι αλήθεια ότι μια πραγματικά εκούσια κατάθεση δυνατό να συνιστά πειστική μαρτυρία ενοχής. Όπως άλλες μορφές μαρτυρίας η αξία της μπορεί να κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις περιστάσεις, και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία της, καταδίκη που βασίστηκε μόνο σ' αυτήν, θα μπορούσε αναμφίβολα, να θεωρηθεί επισφαλής ή μη ικανοποιητική. Είναι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που το αγγλικό δίκαιο απαιτεί ενίσχυση ιδιαίτερων μορφών μαρτυρίας αλλά ουδέποτε αποφασίστηκε ότι οι ομολογίες χρειάζονται ενισχυτική μαρτυρία είτε ως θέμα νόμου είτε ως θέμα πρακτικής." Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, αναφέρθηκε ότι: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Στην πρόσφατη υπόθεση A.K. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 177/2013, ημερομηνίας 14.05.2015, επαναλαμβάνεται ότι: «Η αξία της ομολογίας είναι θέμα πραγματικό και συναρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στο κορμό της λοιπής μαρτυρίας, το Δικαστήριο στο τέλος προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής (Χριστάκης Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 και Πάνοβιτς ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 310). Από την θεώρηση της νομολογίας προκύπτει με σαφήνεια ότι μια εκούσια και σαφής ομολογία μπορεί αφ΄ εαυτής να θεμελιώσει καταδίκη. Όμως όσο θεληματική και αν είναι μια κατάθεση ενός κατηγορουμένου είναι πάντοτε φρόνιμο να αναζητείται, στο βαθμό που είναι δυνατόν σε κάθε περίπτωση, ενίσχυση του περιεχομένου της (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65, Καύκαρος ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, Ιωσηφίδης (Ππαϊλας) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 204).» Με γνώμονα και πυξίδα λοιπόν το πιο πάνω νομογιακό πλαίσιο θα αξιολογηθούν οι φερόμενες προφορικές ομολογίες του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό βέβαια με το αξιόπιστο των μαρτυριών των αστυφυλάκων οι οποίοι τις επικαλέστηκαν. Ως προς το ζήτημα της ορθότητας και της νομιμότητας της κατοχής και διακίνησης των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι όλα έγιναν νόμιμα και νομότυπα, χωρίς να έχει παρεισφρύσει οποιοδήποτε στοιχείο που να αφήνει έστω και την παραμικρή αμφιβολία. Αυτό προκύπτει άλλωστε και μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, καθώς επίσης και από την στάση που κράτησε η πλευρά της υπεράσπισης σε αυτό το ζήτημα. Εν πάση όμως περιπτώση, οι μάρτυρες που εδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και που είχαν ως αποκλειστικό ρόλο της κατοχή, παραλαβή και διακίνηση των τεκμηρίων άφησαν πού θετική εικόνα στο Δικαστήριο και που η αντεξέταση τους ήταν ουσιαστικά διευκρινιστικού χαρακτήρα. Συνεπώς οι μαρτυρίες των Μ.Κ. 2, 3, 4 5 κρίνονται ως αξιόπιστες και αληθείς στην ολότητα τους και ως τέτοιες γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Υπάρχει άλλωστε και η παραδοχή του κατηγορουμένου στις υπόλοιπες κατηγορίες που τον βαρύνουν και που αίρουν την οποιανδήποτε αμφισβήτηση του νομότυπου της διαδικασίας που έγινε, τόσο στις 21 Οκτωβρίου 2014, όσο και στις 13 Φεβρουαρίου 2015. Εν πάση περιπτώσει όμως, υπάρχουν και τα εξής στοιχεία που καταδεικνύουν το νομότυπο των διαδικωσιών που έλαβαν χώρα στις πιο πάνω ημερομηνίες. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα γεγονότα της 13ης Φεβρουαρίου 2015, ως φαίνεται και μέσα από το περιεχόμενο των ενταλμάτων, ήτοι το τεκμήριο 31, αυτά φαίνονται να εκδόθηκαν και να εκτελέστηκαν εντός της περιόδου του ενός μηνός, ως ορίζει το άρθρο 29
(3)(β) του Νόμου 29/77. Ως προς τα όσα έλαβαν χώρα στις 21 Οκτωβρίου 2014, επίσης το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε παρατυπία ή παρανομία, διότι από την μια, μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 31, υπάρχει ένταλμα σύλληψης και όχι έρευνας που εκδόθηκε το 2014, το οποίο εκδόθηκε μεταγενέστερα των όσων έχουν λάβει χώρα στις 21 Οκτωβρίου 2014 και πιο συγκεκριμένα λίγες ώρες αργότερα, το οποίο βεβαίως ισχύει μέχρι την εκτέλεση ή ακύρωση του και δεν υπάρχει βεβαίως ο χρονικός περιορισμός του άρθρου 29
(3)(β) του Νόμου 29/77. Η έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στις 21 Οκτωβρίου 2014, ασφαλώς και έγινε νόμιμα, διότι υπήρχε η εύλογη υποψία, ότι ο κατηγορούμενος εμπλέκεται σε αδικήματα ναρκωτικών και η έρευνα και η ανεύρεση των ναρκωτικών έγινε σύμφωνα με το άρθρο 29
(2)(β) και (γ) του ιδίου νόμου και η εν λόγω υποψία επιβεβαιώθηκε με την ανεύρεση της ποσότητας των ναρκωτικών, για την οποία μάλιστα ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας απάντησε με παραδοχή. Συνεπώς, τα όσα περί του αντιθέτου εισηγήθηκε η πλευρά της υπεράσπισης για το ζήτημα των ενταλμάτων, επικαλούμενη και την απόφαση Μάριος Καππέλος - ν - Αστυνομίας 2007 2 Α.Α.Δ. σελ. 241, δεν βρίσκουν νομικό και πραγματικό έρεισμα στην παρούσα υπόθεση. Αυτό το οποίο παρέμεινε ως αμφισβητούμενο στοιχείο, είναι οι φερόμενες ομολογίες του κατηγορουμένου που έλαβαν χώρα στις 13 Φεβρουαρίου 2015 που αφορούν την μια υπόθεση, ως επίσης και το κατά πόσο το ποσό των €1045 που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στις 21 Οκτωβρίου 2014, που ειναι το άλλο ξεχωριστό περιστατικό και επιχείρηση που διενήργησε η Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, αποτελεί προϊόν διάπραξης ποινικού αδικήματος. Σε συνέχεια του τελευταίου, ήτοι το γεγονός ότι τα όσα έλαβαν χώρα στις 21 Οκτωβρίου 2014 αποτελούν ένα ξεχωριστό γεγονός και συνεπώς από την στιγμή που το χρηματικό ποσό των €1045 ανευρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στις 21 Οκτωβρίου 2014, με βάση δηλαδή την ξεκάθαρη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν τίθεται ζήτημα διασύνδεσης του εν λόγω ποσού με τα όσα έλαβαν χώρα στις 13 Φεβρουαρίου 2015 στην οικία του κατηγορουμένου και τα εκεί ανευρεθέντα νέα και ξεχωριστά τεκμήρια και με τις φερόμενες ομολογίες του κατηγορουμένου. Ούτως ή άλλως, η πλευρά της υπεράσπισης αντεξέτασε, υποβάλλοντας κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις στους Μ.Κ. 3 και 4 για αυτό το ζήτημα και δεν διαφάνηκε να έχει παραπλανηθεί ή να μην έχει κατανοήσει την έκτη κατηγορία και την προσκομισθείσα μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και 4 που αφορούν την επίδικη ημερομηνία, ήτοι την 21/10/
  1. Συνεπώς, οι φερόμενες ομολογίες του κατηγορουμένου δεν συνδέονται με το εν λόγω χρηματικό ποσό, ήτοι το ποσό των €1045 και που εν πάση περιπτώση, στις 13 Φεβρουαρίου 2015 ανευρέθηκε άλλο χρηματικό ποσό, ήτοι το χρηματικό ποσό των €
  2. Τα όσα εισηγήθηκε λοιπόν η πλευρά της υπεράσπισης όσον αφορά την έκτη κατηγορία περί αναντιστοιχίας της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των λεπτομερειών της έκτης κατηγορίας και ειδικότερα του ουσιώδη χρόνου, δεν έχουν κανένα νομικό και πραγματικό έρεισμα. Επί αυτής όμως της κατηγορίας, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Το εν λόγω ποσό, με βάση και τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 3 και 4, ανευρέθηκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στις 21 Οκτωβρίου 2014, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή και δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση του. Με βάση τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 3 και 4, όπως φαίνεται άλλωστε και στις σελίδες 8 και 11 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 21/5/2018, εξέφρασαν άγνοια κατά πόσο το εν λόγω ποσό έχει διασυνδεθεί με κάποιο αδίκημα. Ούτε υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή μαρτυρία ή διεξαγωγή ανάκρισης που να διασυνδέει το εν λόγω ποσό με οποιοδήποτε αδίκημα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή την επίδικη ημερομηνία, ήτοι στις 21/10/2014 δεν δύναται να προσδώσει οποιοδήποτε ενοχοποιητικό χαρακτήρα ή έστω υποψία, έχοντας υπ΄ όψη ότι δεν έχει γίνει οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση επί αυτού του θέματος, ούτε έχει διασυνδεθεί η ανευρεθείσα ποσότητα ναρκωτικών στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου με το εν λόγω ποσό. Ούτε βεβαίως οι φερόμενες ομολογίες του κατηγορουμένου που έλαβαν χώρα στην οικία του στις 13 Φεβρουαρίου 2015 διασυνδέονται με το εν λόγω χρηματικό ποσό, διότι αυτές φέρονται να έγιναν στα πλαίσια έρευνας και ανευρεθέντων τεκμηρίων στην πιο πάνω ημερομηνία και οικία, που αποτελούν δύο ξεχωριστά γεγονότα και υποθέσεις και οι φερόμενες ομολογίες του κατηγορουμένου έγιναν στα πλαίσια έρευνας και ανεύρεσης τεκμηρίων που έγιναν στην οικία του κατηγορουμένου στις 13 Φεβρουαρίου 2015 που δεν σχετίζονται με τα γεγονότα και τα ανευρεθέντα τεκμήρια της 21ης Φεβρουαρίου
  3. Βεβαίως δεν έχει αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία το συστατικό στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου ως προς το έκνομο της προέλευσης του εν λόγω χρηματικού ποσού, ως είναι και ένα εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ως ορίζει άλλωστε και το άρθρο 4
(1)(ιιι) του Νόμου 188/2007. Ούτε η παραδοχή του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 5 και 7 και που αφορούν την μικροποσότητα κάνναβης και της ξιφολόγχης, ούτε και η τραπή του κατηγορουμένου σε φυγή θα μπορούσαν να θεωρηθούν από το Δικαστήριο ως τέτοιες αντικειμενικές περιστάσεις με βάση το άρθρο 4
(2)(γ) του ιδίου νόμου, έχοντας υπ΄ όψη και το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Μ.Κ. 3 και 4 εξέφρασαν άγνοια ως προς την διασύνδεση του εν λόγω ποσού με οποιοδήποτε αδίκημα, μιας και δεν έχει γίνει προς αυτήν την κατεύθυνση καμία ουσιαστική διερεύνηση. Η οποιαδήποτε απόπειρα του Δικαστηρίου, έχοντας υπ΄ όψη τα πιο πάνω, όπως εντάξει τις παραδοχές του κατηγορουμένου στις κατηγορίες 5 και 7 και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή σε αντικειμενικές περιστάσεις που προνοεί το άρθρο 4
(2)(γ) του πιο πάνω νόμου για να καταδειχθεί η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ιδίου νόμου, θα αποτελούσε νομικό ακροσφαλές επιχείρημα. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε το Δικαστήριο να προβεί σε οποιεσδήποτε υποθέσεις ή υπολογισμούς με βάση το άρθρο 7
(2)του ιδίου νόμου για να κρίνει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί προϊόν παράνομης δραστηριότητας, διότι δεν έχει ενώπιον του εκείνα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, δεδομένα, δαπάνες του κατηγορουμένου για εκείνο τον ουσιώδη χρόνο που απαιτούνται με βάση το εν λόγω άρθρο. Ούτε βεβαίως οι ομολογίες του κατηγορουμένου που έγιναν 4 μήνες αργότερα και που αφορούν την εμπορία ναρκωτικών λόγω μη ύπαρξης εργασίας του κατηγορουμένου θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πλαίσιο του πιο πάνω άρθρου στον ουσιώδη χρόνο της έκτης κατηγορίας, χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει τις πιο πάνω ημερομηνίες και τα δεδομένα αυτών. Συνεπώς, εν τη απουσία οποιασδήποτε διασύνδεσης του χρηματικού ποσού των €1045 με την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, αναπόφευκτα οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου στην έκτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Συνεπώς, το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο καλείται να εξετάσει την δεύτερη κατηγορία και ειδικότερα το κατά πόσο έλαβαν χώρα ή όχι οι πιο πάνω φερόμενες ομολογίες του κατηγορουμένου, έχοντας βεβαίως το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο και το κατά πόσο οι Μ.Κ. 1 και 6, είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τους Μ.Κ. 1 και 6 κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας υπ΄ όψη τον ρόλο τους και γενικά την εμπλοκή τους στα όσα έλαβαν χώρα στις 13 Φεβρουαρίου 2015 και το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Μ.Κ. 1 και 6, ως επίσης και όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και χωρίς να διαπιστώνεται ότι διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων κατέθεσαν (βλ. κατ΄ αναλογίαν Fournaris andAnother v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 28, 36). Δε διατηρεί το Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο κάθε ένας από αυτούς έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι περιήλθε στην αντίληψη του, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι Μ.Κ. 1 και 6 ήταν απόλυτα ειλικρινείς, λογικοί, πειστικοί, έδιναν την μαρτυρία τους με άμεσο, φυσικό και πηγαίο τρόπο, χωρίς δισταγμούς, ασάφειες ή υπεκφυγές και χωρίς να προσφύγουν στην υπερβολή ή στο ψεύδος. Δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο αρνητικής προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου. Αμφότεροι οι μάρτυρες έπεισαν με τις εξηγήσεις και περιγραφές που έδωσαν αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι προφορικές ομολογίες εκ μέρους του κατηγορουμένου, πείθοντας το Δικαστήριο για το λογικό και πειστικό των αναφορών τους και πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι μάρτυρες δεν γνώριζαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ορφανός και ότι ήταν άνεργος, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι η πλευρά της υπεράσπισης δεν έχει προβάλει οποιανδήποτε αντίθετη εισήγηση, υποβολή ή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ορφανός ή ότι δεν ήταν άνεργος και αυτό το γεγονός, κρίνεται επίσης από το Δικαστήριο ως ένα ενισχυτικό στοιχείο ότι πράγματι έλαβαν χώρα οι εν λόγω προφορικές ομολογίες, λόγω του ότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ορφανός και άνεργος. Δεν έχει διαπιστωθεί άλλωστε οποιαδήποτε προγενέστερη γνώση των Μ.Κ. 1 και 6 ότι ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος και ορφανός. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι οι πιο πάνω προφορικές ομολογίες έχουν καταγραφεί πρόχειρα και αργότερα έχουν μεταφερθεί στο ημερολόγιο ενεργείας, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
  1. Η δε αναγραφή της ημερομηνίας 13/1/15 αντί 13/2/15, πρόκειται ασφαλώς περί τυπογραφικού λάθους, μιας και υπάρχει παραδοχή στις κατηγορίες 1, 3 και 4 που αφορά την ημερομηνία 13/2/2015 και εν πάση περιπτώση, δεν υπάρχει αναφορά ή στοιχείο ότι έλαβε χώρα οποιοδήποτε άλλο περιστατικό στις 13/1/2015 παρά μόνο στις 21/10/14 και στις 13/2/
  2. Eιδικότερα έπεισε ο Μ.Κ. 6 με την αναφορά και περιγραφή του ως προς την μέθοδο που ακολουθεί σε πλείστες περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα, ήτοι η ύπαρξη διαλόγου με τον εκάστοτε ύποπτο, χωρίς βεβαίως υπό πίεση ή αντάλλαγμα ή παγίδευση, που δεν υπήρξε βεβαίως στην παρούσα υπόθεση και ούτε έχει γίνει σχετική εισήγηση για αυτό. Επιβεβαιώθηκαν άλλωστε και οι πληροφορίες που είχε η Υ.ΚΑ.Ν ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με την εμπορία μικρών ποσοτήτων ναρκωτικών και αυτό είναι ένα ακόμα ενισχυτικό στοιχείο που καταδεικνύει το αληθές της μαρτυρίας των Μ.Κ. 1 και 6 περί προφορικών ομολογιών εκ μέρους του κατηγορουμένου. Η αναφορά του Μ.Κ. 6 ότι ο κατηγορούμενος ΄΄δυστυχώς του έφυε τζαι είπεν τα΄΄ ήτοι η εκφώνηση των παραδοχών, κρίνεται από το Δικαστήριο ως αληθής και ειλικρινής έκφραση του μάρτυρα, καταδεικνύοντας έτσι μια έκρηξη εκ μέρους του κατηγορουμένου για την λύτρωση από το αδίκημα της εμπορίας των ναρκωτικών, επικαλούμενος την ορφάνια του και την μη ύπαρξη νόμιμης ενασχόλησης για να εξασφαλίσει τα προς το ζειν του. Επίσης ένα ακόμα ενισχυτικό στοιχείο που καταδεικνύει την αλήθεια των Μ.Κ. 1 και 6 ως προς την εκφώνηση εκ μέρους του κατηγορουμένου των εν λόγω ομολογιών, κρίνεται από το Δικαστήριο και η ανεύρεση στην σκηνή ζυγαριάς ακριβείας, η οποία σε συνδυασμό με την πιο πάνω αξιολόγηση που έγινε αναφορικά με τις προφορικές ομολογίες, ενισχύουν την αξιοπιστία των Μ.Κ. 1 και 6 ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε στις πιο πάνω προφορικές ομολογίες. Η πλευρά της υπεράσπισης χαρακτήρισε τον Μ.Κ. 6 ως εμπειρογνώμονα, θέση με την οποία συμφώνησε και η κατηγορούσα αρχή, λόγω της πολύχρονης πείρας του στην υπηρεσία της αστυνομίας. Βεβαίως αυτή η αμοιβαία τοποθέτηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι πράγματι μεν η εμπειρία του μάρτυρα είναι πολύχρονη και πολύτιμη, αλλά δεν μετουσιώνεται σε οποιανδήποτε κατηγορία εμπειρογνώμονα, λόγω του ότι ο Μ.Κ. 6 είναι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και που αφορούν τα όσα έλαβαν χώρα στις 13/2/
  3. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι πράγματι ο κατηγορούμενος στις 13/2/2015, στα πλαίσια έρευνας που έγινε νόμιμα στην οικία του και που ανευρέθηκε η ποσότητα κάνναβης 22,9573 γραμμαρίων, προέβηκε στις προφορικές ομολογίες που του καταλογίζονται, ως αυτές καταγράφησαν ανωτέρω και με βάση αυτές παραδέχεται ότι πωλεί κάνναβη για να εξεύρει χρήματα, επικαλούμενος των γεγονότων ότι είναι ορφανός και ότι είναι άνεργος. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που έθεσε το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο για αποδοχή των εν λόγω προφορικών ομολογιών, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση που προηγήθηκε. Η πλευρά της υπεράσπισης, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να μην στηριχθεί στις εν λόγω ομολογίες για να καταλήξει σε καταδίκη, επικαλούμενη κυρίως το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης. Με κάθε σεβασμό, οι εισηγήσεις της υπεράσπισης δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο για τους εξής λόγους: Η απόφαση Ντίνος Λοϊζου - ν - Αστυνομίας 1989 2 Α.Α.Δ. σελ. 363, δεν προσφέρει οτιδήποτε στην παρούσα υπόθεση, μιας και τα γεγονότα και ζητήματα της εν λόγω απόφασης δεν ομοιάζουν καθόλου με τα γεγονότα της παρούσας. Ούτε η απόφαση Δημοκρατία - ν - Αβρααμίδου κ.α. 2004 2 Α.Α.Δ σελ. 51, εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, διότι σε εκείνη την υπόθεση απασχόλησαν ζητήματα παγίδευσης και ακούσιας εξασφάλισης πραγματικής μαρτυρίας εναντίον κατηγορουμένου, ζητήματα βεβαίως που δεν απασχολούν την παρούσα υπόθεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την δεύτερη κατηγορία και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν, απέτυχε όμως να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την έκτη κατηγορία και ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην έκτη κατηγορία. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κατοχή, σκοπός, προμήθεια, νομιμοποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.