← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SENBERGS, Αρ. Υπόθεσης: 21410/2014, 10/8/2018

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. SENBERGS, Αρ. Υπόθεσης: 21410/2014, 10/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B147 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21410/2014 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. XXXXX SENBERGS Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 10 Αυγούστου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου (για να ακούσει απόφαση κ. Κουτσόφτας) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δια του παρόντος κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 κατηγορίες ως ακολούθως: 1η κατηγορία: Αμελής οδήγηση, ήτοι ότι την 1η Ιουλίου 2013 στον κύριο δρόμο των χωριών Διερώνας - Ακρούντας μεταξύ 8ου - 9ου χιλιομέτρου στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του με αρ. εγγραφής XXXXX16 δεν κατέβαλε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα (Κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, όπως τροποποιήθηκε). 2η κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ ασφάλειας έναντι κινδύνου τρίτου μέρους κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(α)
(3),
(4),
(5), 38 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου (Ασφάλισης Ευθύνης έναντι τρίτου). Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος αυτό επεσυνέβη κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως η 1η κατηγορία. 3η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, κατά παράβαση των Καν. 65 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και το άρθρο 19 του Νόμου 166/87. Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος το αδίκημα έλαβε χώρα κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως η 1η κατηγορία. 4η κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Καν. 17
(1)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και το άρθρο 19 του Νόμου 166/87. Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος το αδίκημα έλαβε χώρα κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ως η 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 2, 3 και 4 ενώ αντίθετα δεν παραδέχθηκε ότι οδήγησε αμελώς και συγκεκριμένα τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, για την οποία διεξήχθη ακροαματική διαδικασία αντικείμενο της οποίας αποτελεί η παρούσα απόφαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ως μάρτυρες συνολικά 4 άτομα ήτοι τον Αστ. XXXXX7, XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΚ1), τον Αστ. XXXXX5 XXXXX Νικολαΐδη (ΜΚ2), τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΚ3) και την XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΚ4). Μετά που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως και μέσω ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου κλήθηκε σε απολογία επέλεξε και προέβη σε ένορκη μαρτυρία, κάλεσε δε και μια μάρτυρα για την υπεράσπιση του, την XXXXX Peroqivska (MY1). Καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 9 τεκμήρια. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και αποτέλεσαν κοινές θέσεις τα ακόλουθα:
(1)Στις 01/07/2013, ο κατηγορούμενος με συνοδηγό την σύζυγό του, ΜΥ 1 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX16, στo κύριο δρόμο των χωριών Διερώνας - Ακρούντας μεταξύ του 8ου - 9ου χιλιομέτρου με νότια κατεύθυνση.
(2)Ο ΜΚ 3 - XXXXX Αλεξάνδρου κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής XXXXX35 με συνοδηγό την σύζυγο του - ΜΚ4 - XXXXX Αλεξάνδρου με βόρεια κατεύθυνση.
(3)Σε κάποιο σημείο του δρόμου τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν.
(4)Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης των 2 οχημάτων βρίσκεται στην πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ3, ήτοι στην αντίθετη λωρίδα από αυτήν του κατηγορούμενου, με βάση την πορεία του. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής βασίζεται στην εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με νότια κατεύθυνση εντός της αντίθετης με βάση την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του ΜΚ3 που οδηγούσε εντός της δικής του λωρίδας και να συγκρουστεί με αυτόν. Η εκδοχή της Υπεράσπισης τώρα ως διαφάνηκε να προωθείτε είναι ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με νότια κατεύθυνση τηρώντας την δική του λωρίδα κυκλοφορίας όταν διαπίστωσε το όχημα του ΜΚ3 να βρίσκεται εντός της λωρίδας του με αποτέλεσμα να κινηθεί και εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα για να αποφύγει την σύγκρουση. Κατά τον χρόνο που ενήργησε ως ανωτέρω ο ΜΚ3 επανήλθε στην δική του λωρίδα με αποτέλεσμα να προκύψει η σύγκρουση. Προωθείται επομένως με βάση την ανωτέρω εκδοχή ότι η σύγκρουση ήταν αποτέλεσμα αντίδρασης του κατηγορουμένου ενώ τελούσε υπό αγωνιώδους διλήμματος και όχι λόγω αμελούς πράξης ή παράλειψης. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στα πιο πάνω θα πρέπει μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας να καταλήξει σε ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα της υπό κρίση δεδομένη στιγμή προ και κατά την διάρκεια της σύγκρουσης. Επιπλέον με βάση αυτά τα ευρήματα θα πρέπει να διαπιστώσει:
(1)Ποιο ήταν το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κατηγορούμενος υπό τις περιστάσεις και τα αντικειμενικά δεδομένα που υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή (βλ. Markantonis v. Demakis
(1989)1 CLR 387, 392), και
(2)Αν ο κατηγορούμενος, έχοντας ως μέτρο το επίπεδο του μέσου συνετού και προσεκτικού οδηγού και όχι του ενεχόμενου ή τέλειου οδηγού, το παρέβη (βλ. Markantonis, ανωτέρω, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, 4, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 AAΔ 68, 73, και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202). Ζητούμενο επομένως είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αμέλειας[1] από πλευράς του κατηγορουμένου. Αμέλεια του άλλου εμπλεκομένου δεν εξουδετερώνει αφ' εαυτής την αμέλεια κατηγορούμενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος φέρει, έστω και κάποια, ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτό που εξετάζεται είναι η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σ' αυτήν αναζητείται τυχόν ποινική ευθύνη του (βλ. σχόλια του Δ. Βασιλειάδη στην Triftarides v. Police
(1968)2 CLR 140,144 - 145[2] και στην Varnakkides v. Police
(1962)2 CLR 1, 3[3] κατ' αναλογία). Με αναφορά στη νομολογία, οδηγός που αντιμετωπίζει κίνδυνο που δεν προκάλεσε ο ίδιος οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Αν η ενέργεια άλλου οδηγού δημιουργήσει δίλημμα ή αγωνιώδη κατάσταση, ο οδηγός δεν θα κριθεί ένοχος αμέλειας, ακόμη και αν έλαβε εσφαλμένο μέτρο, αν λόγω της εγγύτητας του άλλου οχήματος, δεν είχε το χρόνο να λάβει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης (βλ. Κασιέρη ν. Κυριάκου
(1997)1Β ΑΑΔ 1246, σελ. 1253 -1254 και την νομολογία που παρατίθεται). Η ίδια αρχή ισχύει και για ποινικές υποθέσεις (βλ. Δημητρίου v. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 190, 194). Όπως τίθεται η αρχή στην Αγγλική νομολογία, εσφαλμένη ενέργεια υπό την αγωνία της σύγκρουσης δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί το αδίκημα, εάν ο κατηγορούμενος οδηγούσε σωστά προηγουμένως και οι ενέργειες του, πριν η σύγκρουση καταστεί επικείμενη, ήταν αυτές ενός συνετού οδηγού (βλ. Simpson v. Peat [1952] 1 All E.R. 447, 449[4], και Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.50 σελ. 427[5]). Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής ΜΚ1 Ο ΜΚ 1 αστυφύλακας υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Καλού Χωριού από το
  1. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης την αστυνομική του κατάθεση ημερ. 10/07/
  2. (Τεκμήριο 1) Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού με απόσπαση στον αστυνομικό σταθμό Καλού Χωριού. Την 1/7/2013 στα πλαίσια διερεύνησης του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στα αγγλικά και των κατηγόρησε για τα αδικήματα που διερευνούν εναντίον του, ως αυτά περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αφορούν τα έγγραφα και έδωσε την εκδοχή του για το δυστύχημα. Στην γραπτή κατηγορία απάντησε «I accept the charges". Ως τεκμήριο 2 κατέθεσε την γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου στην αγγλική γλώσσα συνοδευόμενη από μετάφραση της στην ελληνική και ως Τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία. Πέραν τούτων των ενεργειών σε καμία άλλη ενέργεια προέβη ο ΜΚ
  3. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην παράθεση της δικής του εκδοχής στην κατάθεση του και ότι δεν θυμάται μετά από 5 χρόνια τα όσα είχε αναφέρει. Ο ΜΚ2 είναι ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Σήμερα υπηρετεί στο παράκτιο σύστημα ραδιοεπισήμανσης του Εθνικού συντονιστικού κέντρου λιμενικής και ναυτικής αστυνομίας ενώ την 1/7/2013 υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό Καλού Χωριού με καθήκοντα αστυφύλακα για όλα τα ζητήματα που απασχολούσαν τον σταθμό. Ανάφερε την εκπαίδευση που έλαβε και αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την κατάθεση που έδωσε για το επίδικο δυστύχημα. Σε αυτήν αναφέρει ότι Την 1/7/2013 επισκέφθηκε με την Γ/Αστ.XXXXX6, XXXXX Δημητρίου την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα περί ώρα 13:35 στον κύριο δρόμο Διερώνας - Λεμεσού μεταξύ 8ου - 9ου χιλιομέτρου με ενεχόμενους οδηγούς τους κατηγορούμενο και ΜΚ
  4. Κατά την άφιξη του στην σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα, των οποίων αναφέρει του αρ. εγγραφής, στις τελικές τους θέσεις και του επιβαίνοντες στο ενεχόμενο XXXXX16, κατηγορούμενο και συμβία, παρόντες. Οι επιβάτες του άλλου ενεχόμενου οχήματος, ΜΚ3 και ΜΚ4, τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού πριν την άφιξη του στην σκηνή. Πήρε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής στην παρουσία του κατηγορούμενου ενώ αναφέρει στην κατάθεση του τις σημειώσεις επ' αυτού του σχεδίου. Συγκεκριμένα ότι σημείωσε ως Α1 τα ίχνη τροχοπέδησης του XXXXX16 από την άκρη του ασφάλτινου δρόμου μέχρι το πρώτο σημείο σύγκρουσης (Χ1) και μέχρι την τελική θέση του οχήματος (Χ2 - μπροστινός δεξιός τροχός του XXXXX16). Το Χ1 αναφέρει είναι το πρώτο σημείο σύγκρουσης των οχημάτων και η αρχή από τα ίχνη πλαγιολίσθησης ως Β2 του δεξιού μπροστινού τροχού του οχήματος XXXXX35 και με το γράμμα Χ2 το δεύτερο σημείο σύγκρουσης των οχημάτων. Αργότερα την ίδια ημέρα στην σκηνή παρουσίασε και επεξήγησε στον κατηγορούμενο το σχεδιάγραμμα της σκηνής με το οποίο συμφώνησε και το υπέγραψε. Από περαιτέρω εξετάσεις που έκανε διαπίστωσε και την έλλειψη των εγγράφων που αφορούν οι λοιπές κατηγορίες ενώ υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης με αρνητική ένδειξη. Επίσης αρνητική ένδειξη είχε η εξέταση αλκοόλης του άλλου ενεχόμενου οδηγού. Το πρόχειρο σχεδιάγραμμα υποδείχθηκε και στον ΜΚ3 στις 26/7/2013 στον αστυνομικό σταθμό και αυτός συμφώνησε και το υπέγραψε. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε, υιοθέτησε και κατέθεσε ως τεκμήριο 5 το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και ως Τεκμήριο 6 το συμμετρικό που ετοίμασε αργότερα με βάση το πρόχειρο. Επεξήγησε ότι στο πρώτο φύλλο - σελίδα του τεκμηρίου 6 καταγράφει τον δρόμο, τις μετρήσεις που έλαβε, τα παγκέτα και στην 2η σελίδα είναι το ευρετήριο και επεξήγηση των όσων καταγράφει στο σχέδιο. Ολόκληρος ο δρόμος είναι πλάτους 4 μέτρα και υπάρχουν 2 κατευθύνσεις. Οι δύο κατευθύνσεις διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή αλλά κατά την ημέρα του δυστυχήματος είχε εξετάσει τον δρόμο και πρόσεξε ότι η άσπρη γραμμή είχε σβηστεί όχι μόνο στο σημείο του ατυχήματος αλλά και κατά μήκος όλου του δρόμου και μάλιστα προέβη σε ενέργειες για να διορθωθεί. Επεξήγησε την αναφορά του σε 2 σημεία σύγκρουσης αναφορικά με τις ενδείξεις Χ1 και Χ
  5. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ανάφερε ότι το όχημα το οποίο συγκρούστηκε εισήλθε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας αλλά σύμφωνα με τα ευρήματα του στην σκηνή διαφωνεί με αυτό τον ισχυρισμό γιατί δεν υπήρχαν ίχνη στον δρόμο ή στην σκηνή που να τον επιβεβαιώνουν. Η ορατότητα ως προς την πορεία του κατηγορούμενου είναι σχεδόν 62 μέτρα. Η σύγκρουση έγινε εκτός του δρόμου, σε παγκέτο - στο χωράφι, στην πορεία του εξ' αντιθέτου από τον κατηγορούμενο ερχόμενου αυτοκινήτου. Το Χ1 απέχει από την άκρη του δρόμου και προς το παγκέτο 1.20 μέτρα. Ο καιρός ήταν αίθριος με στεγνό οδόστρωμα και ήταν μέρα. Το όριο ταχύτητας στον δρόμο είναι 50 χ.α.ω. Όλος ο δρόμος από το χωριό Διερώνα μέχρι το χωριό Ακρούντα είναι κατηφορικός και εξ' αντιθέτου ανηφορικός. Ως προς την πορεία του κατηγορούμενου ήταν κατηφορικός. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 αναφέρθηκε ειδικότερα στην ειδίκευση του ως εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων τόσο στην αστυνομική ακαδημία όσο και στην εμπειρία του για 22 χρόνια. Διαφώνησε με την υποβολή ότι το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε και υπέβαλε ότι το όχημα του κατηγορούμενου οδηγείτο στην δική του λωρίδα και δεν εισήλθε στην αντίθετη. Ο ΜΚ2 παράπεμψε στην τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου με βάση και το Τεκμήριο 6, στα ίχνη τροχοπέδησης και στις ζημιές των οχημάτων. Φωτογραφίες ανάφερε δεν λήφθηκαν από την σκηνή παρά το ότι ο ίδιος είχε καλέσει το αρμόδιο τμήμα για φωτογράφηση αλλά λόγω φόρτου εργασίας δεν μπορούσαν να επισκεφθούν την σκηνή καθότι την ίδια ημέρα έγινε και 2ο ατύχημα στον δρόμο Λεμεσού - Αγρού το οποίο και επισκέφθηκε αργότερα και ο ίδιος. Στην υποβολή ότι η έλλειψη φωτογραφιών από την σκηνή δεν δίνει την δυνατότητα σωστής αξιολόγησης του δυστυχήματος ο ΜΚ2 ανάφερε ότι εκτός από τις φωτογραφίες παρουσίασε το σχεδιάγραμμα στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που εντόπισε στην σκηνή και οι μετρήσεις. Όσον αφορά τα σημεία Χ1 και Χ2 σημείωσε ότι αμφότερα ευρίσκονται εκτός δρόμου στην πορεία του άλλου οχήματος. Το Χ1 είναι η πρώτη επαφή των δύο οχημάτων όπου λόγω της σύγκρουσης με το εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα το όχημα ως φαίνεται στο Β2 μετακινήθηκε αριστερά στην τελική του θέση και το όχημα του κατηγορούμενου κατέληξε στην 2η επαφή την οποία σημείωσε με το Χ
  6. Ερωτηθείς ο ΜΚ2 για την άποψη του ως προς την ευθύνη στην πρόκληση του δυστυχήματος ανάφερε ότι ο ίδιος εισηγήθηκε ποινική δίωξη του κατηγορούμενου μέσα από την ανακριτική του κατάθεση, τα ευρήματα στην σκηνή, τις ζημιές στα οχήματα, το ότι η σύγκρουση έγινε στην λωρίδα του άλλου οδηγού σε χωμάτινο παγκέτο. Από τα ευρήματα του προκύπτει ότι εάν ο κατηγορούμενος συνέχιζε την πορεία του κανονικά εντός της λωρίδας του δεν θα γινόταν το δυστύχημα. Στις υποβολές ότι δεν μπορεί να αναφέρει εκτίμηση καθότι δεν ήταν παρών ο ΜΚ2 ανάφερε ότι δεν ήταν παρών πράγματι αλλά αποτύπωσε όλα τα δεδομένα που βρήκε στην σκηνή στο σχεδιάγραμμα και τα οποία μπορούν να βοηθήσουν στην κατάληξη για το δυστύχημα. Ο συνήγορος υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας όταν ο άλλος οδηγός βρισκόταν στην μεριά του με αποτέλεσμα να λάβει κλίση για να αποφύγει την σύγκρουση. Ο ΜΚ2 επανέλαβε ότι από τα τεκμήρια και τις μετρήσεις, τις τελικές θέσεις των οχημάτων στην πλευρά της λωρίδας του άλλου οδηγού δεν υπήρχε περίπτωση αν ο κατηγορούμενος τηρούσε την δική του λωρίδα κυκλοφορίας να γινόταν το ατύχημα. Επανέλαβε δε ότι το όχημα του άλλου οδηγού βρισκόταν εκτός δρόμου στην δική του όμως πλευρά ενώ του κατηγορούμενου εκτός της πορείας του πέρασε στην αντίθετη κατεύθυνση και κατέληξε να κτυπήσει το όχημα του άλλου. Ερωτηθείς εάν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να οδηγούσε στην λωρίδα του και ο άλλος οδηγός να βρισκόταν στην ίδια και να αναγκάστηκε να πάρει κλίση και να βρεθεί εκεί που βρέθηκε απάντησε ότι εάν ο κατηγορούμενος τηρούσε την λωρίδα του δεν θα γινόταν το δυστύχημα. Επανέλαβε δε για πολλοστή φορά ότι η εκτίμηση και θέση του βασίζονται στα ευρήματα του στην σκηνή, στις τελικές θέσεις των οχημάτων, στα ίχνη τροχοπέδησης του κατηγορούμενου τα οποία ήταν εκτός δρόμου στην πορεία του εξ' αντιθέτου ερχόμενου οχήματος σε χωράφι - παγκέτο. Επέμεινε δε ότι τα στοιχεία και ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα ως αποτρεπτική κίνηση για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση ως η θέση που τελικά υποβλήθηκε από την υπεράσπιση αναφέροντας επίσης ότι υπήρχε ορατότητα πέραν των 60 μέτρων από πλευράς κατηγορούμενου και εάν τηρούσε την λωρίδα του δεν θα γινόταν η σύγκρουση. Ο ΜΚ 3 οδηγός του ενεχόμενου στο ατύχημα αυτοκινήτου υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 26/7/2013 και την κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Την επίδικη ημερομηνία περί τις 12:15 ξεκίνησε από τον Άγιο Αθανάσιο στην Λεμεσό με το όχημα του στο οποίο επέβαινε και η σύζυγος του για να επιστρέψουν στο χωριό του τη Διερώνα. Φορούσαν τις ζώνες ασφαλείας τους. Ενώ οδηγούσε στον επίδικο δρόμο προς Διερώνα, 4 - 5 χιλιόμετρα πριν το χωριό σε μια δεξιά στροφή σύμφωνα με την πορεία του πρόσεξε από απέναντι ένα μικρό αυτοκίνητο χρώματος κίτρινου στα 50 - 60 μέτρα να βρίσκεται εντός της λωρίδας του και ο δεξιός του τροχός του να βρίσκεται εκτός δρόμου στο παγκέτο. Τότε ο ίδιος αμέσως έστριψε το αυτοκίνητο του στα δεξιά για να το βγάλει εκτός δρόμου και να αποφύγει την σύγκρουση αλλά δεν τα κατάφερε αφού και ο άλλος οδηγός οδήγησε το όχημα στην μεριά του και εκτός δρόμου και τους κτύπησε πάνω στον δεξιό μπροστινό τροχό δηλαδή της πλευράς του οδηγού. Από την σύγκρουση τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του τραυματίστηκαν και ο ίδιος κάλεσε την αστυνομία Καλού Χωριού και ζήτησε ασθενοφόρο. Ο οδηγός του άλλου οχήματος και η σύζυγος του τους πλησίασαν και τους έλεγαν στα αγγλικά «Σόρρυ, σόρρυ». Μετά από περίπου 30 λεπτά ήρθε το ασθενοφόρο και τους μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο ίδιος έφυγε μετά που του έβγαλαν ακτινογραφίες αλλά η σύζυγος του παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι τις 3/7/2013 το απόγευμα. Αναφέρει επίσης ο ΜΚ3 ότι το όχημα του ανήκει στην σύζυγο του, είχε ασφάλεια να το οδηγεί ο ίδιος ενώ αναφορικά με το σχεδιάγραμμα το είδε και το υπέγραψε αφού συμφωνεί με αυτό και δεν επιθυμούσε να μεταβεί στη σκηνή. Στην προφορική του μαρτυρία ο ΜΚ3 ανάφερε ότι είναι επαγγελματίας οδηγός από 20 χρονών και διενεργούσε το ίδιο δρομολόγιο με φορτηγά και λεωφορεία και γνωρίζει τον επίδικο δρόμο πολύ καλά. Το όχημα του κατηγορούμενου το είδε απέναντι του στα 70 - 80 μέτρα και δεν είχε πολύ χρόνο να αντιδράσει και η πρώτη σκέψη που έκανε ήταν να βγει εκτός δρόμου προς τα αριστερά που είχε λίγο περιθώριο για να γλυτώσει. Ο ίδιος έστριψε και μόλις έστριψε έγινε η σύγκρουση, στην πόρτα του οδηγού. Η σύζυγος του σοκαρίστηκε και εγκλωβίστηκε στο όχημα ενώ ο κατηγορούμενος με την σύζυγο του κατέβηκαν, ζήτησαν συγνώμη και έκατσαν στην άκρη του δρόμου. Ο ίδιος τηλεφώνησε στην αστυνομία και ανέμεναν στο ασθενοφόρο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 ανάφερε ότι δεν θυμάται εάν υπήρχε διαχωριστική των λωρίδων γραμμή στο οδόστρωμα και στην υποβολή ότι δεν υπήρχε ανάφερε ότι δεν θυμάται γραμμή στη μέση. Επέμεινε ότι το όχημα του κατηγορούμενου ερχόταν στην λωρίδα του με τον ένα του τροχό στο παγκέτο και τον άλλο στον άσφαλτο και αρνήθηκε ότι ο ίδιος οδηγούσε στην λωρίδα του κατηγορούμενου αναφέροντας ότι λόγω της στροφής που δεν είναι στενή για να μπορέσει να στρίψει πρέπει να κρατά την λωρίδα του. Επέμεινε ότι η κίνηση να στραφεί αριστερότερα όταν εντόπισε το όχημα του κατηγορούμενου στην δική του λωρίδα ήταν υπό τις περιστάσεις η καλύτερη επιλογή στο σύντομο χρόνο που είχε να αποφασίσει πως θα ενεργήσει. Αποφάσισε να βγει εκτός δρόμου προς τα αριστερά για να αφήσει χώρο στο άλλο όχημα να περάσει. Στην υποβολή ότι δεν κόρναρε απάντησε ότι νομίζει ότι δεν την χρησιμοποίησε αλλά την ώρα που έστριψε αριστερά από το παράθυρο έκανε σήμα με το χέρι του στον οδηγό να σταματήσει. Είδε τον κατηγορούμενο στα 70 - 80 μέτρα και ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν έτρεχε αλλά μπορεί να είχε ταχύτητα 30 - 40 χ.α.ω. Ο ΜΚ3 αρνήθηκε ότι μπορούσε να ενεργήσει με οιοδήποτε άλλο τρόπο σε αυτό τον σύντομο χρόνο. Η ΜΚ4 είναι η σύζυγος του ΜΚ3 και επιβάτης ως συνοδηγός στο όχημα κατά την επίδικη ημερομηνία. Η μάρτυρας αναγνώρισε, υιοθέτησε και κατέθεσε ως τεκμήριο 8 την κατάθεση της στην Αστυνομία. Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία περί τις 12:00 ξεκίνησε με τον σύζυγο της από την Λεμεσό για την Διερώνα όταν σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων από το χωριό σε μια στροφή είδε ένα όχημα κίτρινο στην δική του λωρίδα να έρχεται από απέναντι. Ο σύζυγος της τότε για να το αποφύγει αναγκάστηκε να στρίψει αριστερά για να βγει εκτός δρόμου αλλά επειδή το όχημα ήταν στην δική τους λωρίδα τους κτύπησε στον μπροστινό δεξιό τροχό. Η στροφή στο σημείο σύγκρουσης ήταν δεξιόστροφη. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε και παρέμεινε μέχρι τις 3/7/13 στο νοσοκομείο για νοσηλεία με διάγνωση διάσεισης ενώ της παραχωρήθηκαν 4 μήνες άδεια ασθενείας. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ4 επανέλαβε τα όσα έλαβαν χώρα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου να έρχεται στην δική τους λωρίδα με τον ένα τροχό έξω από την άσφαλτο και τον άλλο μέσα και την σύγκρουση. Μετά την σύγκρουση εγκλωβίστηκαν στο όχημα και την πλησίασε η σύζυγος του κατηγορούμενου. Άνοιξε το παράθυρο της και της έδειξε να ανοίξει και την πόρτα της. Την άνοιξε αλλά δεν μπορούσε να κατεβεί γιατί πονούσε. Δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα του άλλου αυτοκινήτου αλλά θυμάται ότι το είδε απέναντι της. Επέμεινε έντονα στην εκδοχή και θέση της ότι το όχημα του κατηγορούμενου κινείτο προς τα πάνω τους με τον ένα τροχό στο παγκέτο και τον άλλο στο οδόστρωμα. Στην μάρτυρα υποβλήθηκε η κάτωθι θέση και έλαβε χώρα ο κάτωθι διάλογος που είναι ενδεικτικός της μαρτυρίας της: «Ε. Σας υποβάλλω ότι ερχόταν ο άνθρωπος μέσα στην πλευρά σας με ταχύτητα και ότι αναγκαστήκατε να τραβήσετε αριστερά για να αποφύγετε την σύγκρουση. Α. Πώς αριστερά; E. Να πάτε αριστερά παγκέτο. Α. Αφού εμείς επέσαμε αριστερά παγκέτο πριν να μας κοντέψει για να γλυτώσουμε και πάλι ήρθε πάνω μας. Ε. Κυρία, εσείς κρατούσατε τον δρόμο του άλλου ανθρώπου. Α. Δεν καταλαβαίνω να σου απαντήσω η εσύ δεν καταλάβεις. Αφού σου λέω, όπως έρκετουν το αυτοκίνητο ο άνδρας μου τον είδε, επέσαμε παγκέτο εμείς να γλυτώσουμε και πάλιν αφού εκράτεν τον δρόμο το δικό μας, δεν εκράτεν δεξιά να μπεί και να φύε, εκράτεν τον δρόμο το δικό μας. Εγώ ξέρεις είμαι 62 χρονών και τούντες πόρτες σήμερα τες πατώ. Ούτε ψέμα θέλω να πω να καταδικαστεί ο άνθρωπος, ούτε τίποτε. Εγώ λέω την αλήθεια όπως γίνηκε. Δεν έχω εις βάρος του ανθρώπου τίποτε. Ούτε τον γνώριζα, ούτε τον γνωρίζω.» Συνεχίζοντας τη μαρτυρία της η ΜΚ4 ανάφερε ότι η ΜΥ1, σύζυγος του κατηγορούμενη της απολογήθηκε ενώ δεν μπόρεσε να κατεβεί από το αυτοκίνητο γιατί πονούσε. Στην υποβολή ότι το δυστύχημα έγινε νύχτα επέμεινε ότι ήταν μέρα μπορεί 2 ή και 4 η ώρα. Η μαρτυρία της Υπεράσπισης Ως προανέφερα ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι από το 2011 σταμάτησε να οδηγεί στον επίδικο δρόμο καθότι ήδη είχε γίνει ένα περιστατικό και φοβόταν να οδηγεί σε εκείνο το δρόμο γιατί ανησυχούσε ότι μπορεί να υπάρξει κάποιο ατύχημα και για 2 χρόνια τον απόφευγε. Είναι από την Λετονία και διαμένει στον Αρακαπά. Την επίδικη ημερομηνία πήγαινε από το χωριό στη Λεμεσό με συνοδηγό την σύζυγο του. Οδηγούσε με ταχύτητα περί τα 40 χ.α.ω και κοντά σε μια στροφή είδε πως στην δική του πλευρά του δρόμου εισέρχεται ένα αυτοκίνητο. Η στροφή ήταν προς τα αριστερά και μπορούσε να δει το αυτοκίνητο από το μέρος του. Όταν είδε το αυτοκίνητο αυτό στην πλευρά του η μεταξύ τους απόσταση ήταν περίπου 25 μέτρα. Όλα έγιναν γρήγορα σε χρόνο 2 δευτερολέπτων. Είδε το αυτοκίνητο να κινείται πάνω του και έστριψε δεξιά για να το αποφύγει και στον δρόμο υπάρχουν ίχνη γιατί από τους τροχούς του γιατί πάτησε φρένα απότομα και έστριψε δεξιά. Της αναφοράς και παράθεσης της δικής του εκδοχή ακολούθησε η κατάθεση του Τεκμηρίου 9 που αποτελεί δέσμη τριών χειρόγραφων σχεδίων που ο ίδιος ο κατηγορούμενος ως ανάφερε σχεδίασε και δείχνουν με τα γεγονότα ως το ίδιος επιμένει ότι έλαβαν χώρα. Ο κατηγορούμενος επεξήγησε τα όσα φαίνονται στο τεκμήριο 9 αναφέροντας και δείχνοντας πως ο ίδιος άλλαξε απότομα πορεία για να αποφύγει το ΜΚ3 ο οποίος σύμφωνα με τον κατηγορούμενο εισήλθε ξανά στην δική του λωρίδα. Το σχέδιο 2 ανάφερε αποτελεί την εκδοχή του παραπονούμενου και το σχέδιο 3 την εκδοχή την χειρότερη όπως χαρακτηριστικά ανάφερε. Για 8 χρόνια ήταν οδηγός συνέχισε σε ράλι και σε μια πόλη με 70 χιλιάδες κατοίκους θεωρείτο ο καλύτερος οδηγός γιατί οδηγούσε σε ράλι και είχε και τίτλους σε άθλημα. Επέμεινε ότι λέει την αλήθεια και ότι εάν ήταν ένοχος θα το έλεγε στην αστυνομία από την πρώτη στιγμή. Ο ίδιος δεν ζήτησε συγνώμη αλλά δεν ξέρει τις είπε η σύζυγος του αλλά δεν πιστεύει να είχε ζητήσει συγνώμη. Επιπλέον ανάφερε ότι υπήρχε ήλιος και ο καιρός ήταν αίθριος. Ο κατηγορούμενος επανέλαβε την εμπειρία του ως οδηγός ράλι και ότι απέφυγε πολλές φορές δυστυχήματα που οι άλλοι δεν μπορούσαν να αποφύγουν, ότι οι αντιδράσεις του ήταν πάντα απότομες και ότι θεωρείτο ο καλύτερος οδηγός από τους συναδέλφους του. Ο κατηγορούμενος επέμεινε ότι δεν υπόγραψε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και ότι ο ΜΚ2 τοποθέτησε ο ίδιος την υπογραφή του ουσιαστικά πλαστογραφώντας τον και το σχέδιο το είδε πρώτη φορά όταν αυτό του υποδείχθηκε από την προηγούμενη δικηγόρο του. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το
  7. Ανάφερε ότι γνωρίζει εξαιρετικά καλά τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας ενώ πιστεύει ότι πολλοί κάτοικοι στην Κύπρο δεν τον ξέρουν. Αναφορικά με το περιστατικό που είχε λάβει χώρα πριν το επίδικο ατύχημα και εις το οποίο αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του, ο κατηγορούμενος ανάφερε «Για δύο χρόνια από το 2011 μέχρι 2013 δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, εκείνη την περίοδο, αλλά ίσως αρχές του '13 ήταν το τελευταίο περιστατικό από τα δύο περιστατικά και ήταν παρόμοια περιστατικά και την τελευταία φορά ο άλλος οδηγός ο οποίος έκανε λάθος στον δρόμο και όμως- - . .και εκεί κατάφερα άμεσα να αντιδράσω. Για την άμεση δράση μου με ευγνωμονούσε ο άλλος οδηγός και μου έδωσε 50 ευρώ ακόμα για να με ευχαριστήσει γιατί κατάφερα να αποφύγω κάποιο ατύχημα για το οποίο έφταιγε ο άλλος και έτσι αποφάσισα ότι θέλω να αποφύγω εκείνο το δρόμο διότι φοβόμουν πως θα υπάρξει ξανά κάποιο επικίνδυνο περιστατικό». Μετά το επίδικο περιστατικό και ατύχημα τοποθέτησε περίπου σε 300 αυτοκίνητα διαφημιστικό με το οποίο προσφερόταν να κάνει μαθήματα οδήγησης και να εξηγά προφορικά στους ανθρώπους πως μπορούν να οδηγούν αλά κανένας δεν του τηλεφώνησε, αλλά υπάρχουν πολλά ατυχήματα στην Κύπρο και φαίνεται ότι οι οδηγοί δεν ξέρουν να οδηγούν καλά στην Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος επέμεινε στην θέση του ότι ο ΜΚ2 τοποθέτησε την υπογραφή του επί του σχεδίου και όχι ο ίδιος. Δεν τον κατήγγειλε καθότι ήθελε να τον βοηθήσει να «σώσει» την θέση του όσο μπορούσε να αλλάξει αυτό αλλά τώρα θέλει την τιμωρία του. Απέδωσε δε την πάροδο 5 χρόνων χωρίς να καταγγείλει οτιδήποτε στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούσαν κατά καιρούς. Αρνήθηκε ότι είχε ευθύνη για το δυστύχημα και επικαλέστηκε την μαρτυρία της συζύγου του η οποία ήταν παρούσα στο δυστύχημα αλλά και εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου επικαλούμενος μάλιστα την ζωή της και την ακεραιότητα της εάν ψεύδεται. Αρνήθηκε ότι οδηγούσε στην αντίθετη λωρίδα και επέμεινε στην εκδοχή του όταν ρωτήθηκε γιατί το σημείο σύγκρουσης είναι στην αντίθετη της δικής του λωρίδα κυκλοφορίας. Πέραν της προφορικής του μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ανακριτική του κατάθεση το περιεχόμενο της οποίας θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το
  8. Διαβάζει και γράφει την αγγλική γλώσσα πολύ καλά καθότι βρισκόταν στην Αγγλία για 10 χρόνια. Το όχημα XXXXX16 το αγόρασε €250 καθότι βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και το αγόρασε από κάποιο τρίτο πρόσωπο. Συμφώνησε με το πωλητή πρώτα να το επιδιορθώσει και μετά σκόπευε να το μεταβιβάσει στο όνομα του και να κάνει όλα τα αναγκαία έγγραφα. Στις 1/7/2013 γύρω στις 1300 έφυγε με την σύζυγο του από τον Αρακαπά με το όχημα αυτό και να μεταβούν στην Ακρούντα να βρουν τον πωλητή για να υπογράψουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την μεταβίβαση του οχήματος. Όπως βρισκόταν στον κύριο δρόμο Διερώνας - Ακρούντας με κατεύθυνση από Διερώνα προς Λεμεσό και οδηγώντας στην λωρίδα του αντιλήφθηκε ένα μονοκάμπινο όχημα να βρίσκεται στην λωρίδα του. Για να το αποφύγει έκανε ένα ελιγμό δεξιά μπαίνοντας στην δική του λωρίδα αλλά ξαφνικά το αυτοκίνητο αυτό επέστρεψε στην δική του λωρίδα και συγκρουστήκανε στην έξω πλευρά της λωρίδας του. Από το δυστύχημα δεν τραυματίστηκαν και είδε τον οδηγό να βρίσκεται στο όχημα με μια γυναίκα. Τους βοήθησαν επειδή η γυναίκα φώναζε ότι πονούσε τον λαιμό και τα πόδια της. Ανέμεναν μετά το ασθενοφόρο και την αστυνομία. Το ασθενοφόρο παρέλαβε τους επιβάτες του άλλου οχήματος. Το αυτοκίνητο του έπαθε ζημιά στο μπροστινό προφυλακτήρα, το δεξιό μπροστινό φτερό και το δεξιό μπροστινό φανάρι. Ανάφερε ότι συμφωνεί με τις μετρήσεις τις οποίες ετοίμασε ο ΜΚ2 και αφού τους τις εξήγησε τις υπέγραψε. Η ΜΥ1, σύζυγος του κατηγορούμενου ανάφερε ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν συνοδηγός του κατηγορούμενου και κατευθύνονταν στον πωλητή του αυτοκινήτου για να το εγγράψουν. Το δυστύχημα έγινε γύρω στις 09:00 το πρωί και το θυμάται γιατί είχε συνάντηση στις 10:00 στη Λεμεσό. Η ταχύτητα τους ήταν περίπου 40 χ.α.ω και τηρούσαν την λωρίδα κυκλοφορία τους όταν ξαφνικά ο σύζυγος της έστριψε απότομα δεξιά. Η ίδια εκείνη την στιγμή ως ανάφερε έβλεπε τις ομορφιές της φύσης και αμέσως είδε αυτοκίνητο μπροστά της. Όταν ο σύζυγος της έστριψε δεξιά το άλλο αυτοκίνητο έστριψε απότομα αριστερά. Μετά ο σύζυγος της έστριψε αριστερά και ο άλλος οδηγός έκανε απότομη κίνηση δεξιά και τους έκλεισε το δρόμο. Αμέσως βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε το άλλο όχημα και άνοιξε την πόρτα της γυναίκας και πρόσεξε ότι ουδείς φορούσε ζώνη ασφαλείας. Η ίδια τους είπε στα ελληνικά «μπορώ να σας βοηθήσω» και η γυναίκα είπε «όχι». Επέμεινε ότι όλα έλαβαν χώρα σε δευτερόλεπτα και ο σύζυγος της δεν μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά. Ο άλλος οδηγός οδηγούσε στην πλευρά τους και ο σύζυγος της οδηγούσε στην αριστερή πλευρά. Παρά το ότι ήταν παρούσα στην σκηνή, δεν της λήφθηκε κατάθεση από την αστυνομία. Ανάφερε ότι ο σύζυγος της ενήργησε άμεσα και ορθά και ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ4 ήταν ηλικιωμένοι και μπορεί να μην έβλεπαν και άκουγαν καλά. Η αστυνομία δεν έλαβε φωτογραφίες αλλά έλαβαν με την δική τους φωτογραφική η οποία όμως καταστράφηκε. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 ανάφερε ότι έβλεπε την φύση όμως γύρισε στον δρόμο όταν ένιωσε τον απότομο ελιγμό. Επέμεινε ότι ο σύζυγος της οδηγά τέλεια αυτοκίνητο και αρνήθηκε ότι ο σύζυγος της εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα. Αναφερόμενη στην θέση της στην κυρίως εξέταση ότι οι επιβάτες του άλλου οχήματος δεν μπορεί να τραυματίστηκαν από το κτύπημα αυτό ανάφερε ότι έχει γνώσεις ιατρικής καθότι παρακολούθησε 2 χρονιές χωρίς να τελειώσει τη σχολή. Αρνήθηκε ότι προσήλθε με σκοπό να βοηθήσει τον σύζυγο της και επέμεινε ότι έλεγε την αλήθεια. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας. Σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων η πραγματική μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Παρέχει αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας και της αξιολόγησης διιστάμενων εκδοχών, όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες του δυστυχήματος (βλ. Haloumias v. Police
(1970)2 CLR 154,156, Conway v. Ηλία
(2003)1 Α ΑΑΔ 540, 546, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Β ΑΑΔ 1243, 1246 και Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Β ΑΑΔ 213, 216). Αποτελεί οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων (Ιωαννίδου, πιο πάνω). Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι τα γεγονότα σε περιπτώσεις δυστυχήματος εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο, ενώ οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται σε κίνηση και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή το χρόνο. Είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη σημεία, οι οποίες όμως, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 688-689). Η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν τυπικής φύσης και δεν αποτελεί μαρτυρία ικανή να διαφωτίσει τις λεπτομερείς συνθήκες και πτυχές του δυστυχήματος. Η εμπλοκή του ΜΚ1 στην διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος περιορίστηκε στην λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και στην γραπτή κατηγορία. Ο ΜΚ1 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως ένα πρόσωπο το οποίο ανάφερε με ειλικρίνεια τις ενέργειες του ως προς την λήψη της κατάθεσης ενώ σημειώνω ότι επί της ουσίας της μαρτυρίας του αυτή παρέμεινε κατά την αντεξέταση πλήρως αναντίλεκτη και δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνω ως προς το σημείο αυτό ότι κατά την κατάθεση της γραπτής κατηγορίας - Τεκμήριο 3, τέθηκε ζήτημα από την υπεράσπιση αναφορικά με την θεληματικότητα αυτής με ιδιαίτερη αναφορά στο ότι περιλαμβάνεται παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες, περιλαμβανομένης και της αμελούς οδήγησης. Η θέση αυτή για τους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά δεν οδήγησε σε δίκη εντός δίκης, παρόλα αυτά σημειώνω ότι ουδεμία θέση, υποβολή η ερώτηση τέθηκε στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του που να αφορά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το πιο πάνω ζήτημα και ιδιαίτερα να στηρίζει την εκφρασθείσα από τον συνήγορο υπεράσπισης θέση περί πλάνης του κατηγορούμενου κατά την απάντηση στις κατηγορίες. Ως εκ τούτου και ως πλήρως αναντίλεκτη αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο ΜΚ 2 ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Τα προσόντα του μάρτυρα, ως επίσης οι μετρήσεις του και τα ευρήματα του στη σκηνή δεν καταδείχθηκαν να είναι εσφαλμένα. Δέχομαι τα προσόντα του μάρτυρα, και τον μάρτυρα ως αξιόπιστο. Δέχομαι τη μαρτυρία του, δηλαδή τις μετρήσεις του, την περιγραφή του δρόμου, και των ευρημάτων του στη σκηνή και την αποτύπωση αυτών στα Τεκμήρια 5 και 6 στην ολότητα της. Δέχομαι επίσης ότι τα σημεία σύγκρουσης ήταν εκτός του δρόμου σε χωμάτινο παγκέτο στην πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας του παραπονούμενου και ότι το συνολικό πλάτος του δρόμου ήταν 4 μέτρα ενώ τα πλάτη των οχημάτων κατηγορούμενου και παραπονούμενου στα 1.50 και 1.70 μέτρα αντίστοιχα. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι παρά τις γενικές υποβολές περί έλλειψης στοιχείων και ανακρίβειας των μετρήσεων και των σχεδιαγραμμάτων ουδεμία σαφής και συγκεκριμένη θέση προβλήθηκε από την υπεράσπιση που να κλονίζει την αξιοπιστία και εγκυρότητα των ενεργειών του ΜΚ
  1. Ο ΜΚ2 καταλήγω ότι ανάφερε στο Δικαστήριο με βάση την εμπειρία του τις θέσεις του αλλά και τις ενέργειες του με ειλικρίνεια και χωρίς να ωθείται από οιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Δεν διαπίστωσα ούτε και κατά την αντεξέταση του να κλονίζονται οι θέσεις του ενώ ουδέν τέθηκε που να υποδηλοί ότι το πρόσωπο αυτό διενήργησε τις εξετάσεις του έχοντας ως σκοπό την καταδίκη του κατηγορούμενου. Υπενθυμίζω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν δίστασε ακόμα και να αναφέρει με ειλικρίνεια ότι στον επίδικο δρόμο η διαχωριστική των λωρίδων κυκλοφορίας γραμμή δεν ήταν εμφανής και μάλιστα ενήργησε ώστε να διορθωθεί. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ2 περιλαμβανομένων και των ενεργειών, μετρήσεων και σχεδιαγραμμάτων στην ολότητα της ως αξιόπιστη και ικανή να αποτελέσει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων. Ο ΜΚ3 άφησε στο Δικαστήριο αναφέρω εξ' αρχής πολύ καλή εντύπωση και εικόνα. Το σύνολο της μαρτυρίας του με ιδιαίτερη αναφορά στον τρόπο που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έγινε το δυστύχημα παρέμεινε ακλόνητη τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του. Οι θέσεις του ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος συνάδουν με την μαρτυρία του ΜΚ2 και τα ευρήματα του στην σκηνή με αναφορά στις πορείες, τα ίχνη τροχοπέδησης και πλαγιολίσθησης και τις τελικές θέσεις των οχημάτων. Ο ΜΚ3 εξαρχής στην κατάθεση του ανάφερε ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου να βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του με τον ένα τροχό εκτός δρόμου στο παγκέτο και τον άλλο στο οδόστρωμα, θέση που συνάδει και με τα ευρήματα ιχνών τροχοπέδησης στη σκηνή ως καταγράφηκαν από τον ΜΚ
  2. Επιπλέον ο μάρτυρας αυτός απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν αυθόρμητα, με πηγαία ειλικρίνεια και απλότητα χωρίς υπερβολές η δισταγμό. Στις θέσεις που του υποβλήθηκαν αναφορικά με τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα με βάση την εκδοχή του κατηγορούμενου παρέμεινε σταθερός και έντονος στην θέση του ότι σε καμία περίπτωση εισήλθε η οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα. Υπενθυμίζω και σημειώνω στο σημείο όμως αυτό ότι η επακριβής θέση του κατηγορούμενου, η οποία διαφάνηκε πολύ αργότερα κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υποβλήθηκε ξεκάθαρα στον ΜΚ3 για να δοθεί η δυνατότητα σε αυτόν να απαντήσει. Συγκεκριμένα ως διαφάνηκε από την μαρτυρία του κατηγορούμενου, η εκδοχή που αυτός τελικά προώθησε ήταν ότι ο ίδιος οδηγούσε στην δική του λωρίδα όταν είδε τον ΜΚ3 να βρίσκεται στην πλευρά του. Όταν αντιλήφθηκε αυτό επέλεξε να εισέλθει στην αντίθετη από αυτόν λωρίδα για να αποφύγει την σύγκρουση αλλά ο ΜΚ3 τελευταία στιγμή επέστρεψε στην δική του λωρίδα με αποτέλεσμα την σύγκρουση στην λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ
  3. Η θέση αυτή ως φάνηκε να διατυπώνεται από τον κατηγορούμενου αργότερα δεν τέθηκε στον ΜΚ3 και αυτός απώλεσε την δυνατότητα να απαντήσει και θέσει την δική του θέση. Παρόλα αυτά ο ΜΚ3 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής όσο αφορά την μαρτυρία του για τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Αναφέρω επίσης ότι η μαρτυρία του ενώπιον μου, συνάδει και με την γραπτή του κατάθεση ενώ τυχόν μικροαντιφάσεις όσον αφορά μετρήσεις, χρονικά σημεία σύγκρουσης και αποστάσεις δεν είναι δυνατό να πλήξουν την αξιοπιστία και γενικότερη εικόνα που άφησε λαμβάνοντας υπόψη μου την πάροδο 5 σχεδόν χρόνων από το ατύχημα. Σε κάθε όμως περίπτωση τέτοιες μικροαντιφάσεις δυνατό και να ενδυναμώσουν την αξιοπιστία του καθότι αφαιρούν κάθε στοιχείο ή υποψία προσχεδιασμού των όσων ανάφερε. Επίσης και τελειώνοντας αναφέρω ότι πολλά από τα σημεία της μαρτυρίας του παρέμειναν αναντίλεκτα, όπως η θέση του όσον αφορά την μεταγενέστερα του δυστυχήματος συμπεριφορά των κατηγορούμενου και ΜΥ1, ήτοι ότι αυτοί ζήτησαν συγνώμη ενώ η μαρτυρία του στο σημείο αυτό συνάδει και με την μαρτυρία της ΜΚ
  4. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΚ3 δεν δίστασε να αναφέρει ακόμα και ότι ο κατηγορούμενος δεν έτρεχε αλλά κινείτο με ταχύτητα περί τα 30 - 40 χ.α.ω. Εν κατακλείδι καταλήγω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας και δεν προσήλθε με σκοπό να αναφέρει τίποτε άλλο πέραν των όσων πραγματικά έζησε την επίδικη ημερομηνία, συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη στο σύνολο της. Η ΜΚ4 άφησε άριστη εικόνα και εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας που επέλεξε να έρθει και να δώσει την μαρτυρία της μέσα σε ένα κλίμα ηρεμίας, απλότητας και χωρίς υπερβολές. Οι θέσεις της παρέμειναν ακλόνητες και σταθερές κατά την αντεξέταση χωρίς να υποπέσει σε οιεσδήποτε αντιφάσεις. Η προφορική της μαρτυρία κατά την αντεξέταση συνάδει πλήρως με την γραπτή της κατάθεση. Θετική εντύπωση προκάλεσε η όλη στάση της και ο τρόπος που απαντούσε έχοντας υπόψη μου και τις ερωτήσεις και υποβολές που της τέθηκαν. Ενώ υποβλήθηκαν σε αυτήν θέσεις που ως προκύπτει και από το χαρακτηριστικό απόσπασμα των στενοτυπημένων πρακτικών που παράθεσα ανωτέρω συνάδουν με αυτές της Κατηγορούσας Αρχής και με την εκδοχή της ίδιας και του ΜΚ3, η ίδια δεν έδειξε να συγχύζεται η να κλονίζεται αντίθετα απάντησε με σταθερότητα, ηρεμία και πραότητα στο σύνολο των ερωτήσεων. Ακόμα και παραπλανητικές ερωτήσεις και υποβολές όπως η ώρα του δυστυχήματος που δεν φάνηκε να αμφισβητείται, και παρά και το ότι το Δικαστήριο αναγκάστηκε να παρέμβει σε αυτές, απαντήθηκαν με σταθερότητα και ηρεμία από την ΜΚ4, ένα πρόσωπο που ως ανάφερε ουδεμία εμπειρία είχε στο παρελθόν ως μάρτυρας και ως διάδικος. Το σύνολο της μαρτυρίας της ΜΚ4 γίνεται αποδεκτό ενώ σημειώνω ότι οι θέσεις της συνάδουν τόσο με την μαρτυρία του ΜΚ3 όσο και με την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στην σκηνή και σημείωσε ο ΜΚ
  5. Η ΜΚ4 μέσα στην απλότητα της, την απλότητα που έχει ένας άνθρωπος που ουδεμία σχέση είχε ξανά με δικαστικές διαδικασίες και ένας άνθρωπος 62 ετών καταλήγω ότι ανάφερε τα γεγονότα ως τα έζησε χωρίς να παραλείψει να αναφέρει κάτι η να αλλοιώσει αυτά. Ο κατηγορούμενος αναφέρω ότι προβλημάτισε σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο αναφορικά με την αξιοπιστία του όμως η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο δεν ήταν καλή. Η μαρτυρία του στο σύνολο της βρίθει ασαφειών, γενικοτήτων, αοριστιών και υπερβολών. Η δε θέση του όσον αφορά τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα δεν συνάδει με τη πραγματική μαρτυρία και τα ευρήματα επί της σκηνής, ως αυτά καταγράφηκαν, επεξηγήθηκαν και σημειώθηκαν από τον ΜΚ
  6. Επεξηγώντας την πιο πάνω θέση μου αναφέρω και επεξηγώ τα κάτωθι σημεία και σκεπτικό: - Κατά πρώτο λόγο ο κατηγορούμενος έθεσε μέσω του συνηγόρου του κατά το στάδιο κατάθεσης της γραπτής κατηγορίας και της ανακριτικής του κατάθεσης ζήτημα θεληματικότητας αυτής ενόψει της παραδοχής στο σύνολο των κατηγοριών περιλαμβανομένης και της κατηγορίας της αμελούς οδήγησης. Παρά το ότι η εισήγηση αυτή εν τέλει αποσύρθηκε και δεν προωθήθηκε και τα σχετικά τεκμήρια κατατέθηκαν ο κατηγορούμενος κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον μου ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είδε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και ουδέποτε συμφώνησε και έθεσε σε αυτό την υπογραφή του. Παρόλα αυτά σημειώνω ότι το σχεδιάγραμμα - Τεκμήρια 5 και 6 κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και αφού είχε προηγηθεί συζήτηση του συνηγόρου υπεράσπισης με τον πελάτη του, η οποία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και αφού αναγνώρισε την υπογραφή του. Παρόλα αυτά θέτει ζήτημα ακολούθως μη υπογραφής από αυτόν του Τεκμηρίου 5 και μάλιστα αποδίδει στον ΜΚ3 ότι ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του επί του σχεδίου. Ουδεμία όμως θέση η υποβολή τέθηκε στον ΜΚ3 που να άπτεται είτε της θεληματικότητας της κατάθεσης και απάντησης στις κατηγορίες ή το ζήτημα του πρόχειρου σχεδιαγράμματος. - Ποιος ακριβώς ήταν ο λόγος που έγειρε ζήτημα θεληματικότητας εφόσον στην κατάθεση του θέτει την δική του εκδοχή παρέμεινε άγνωστο και ο ισχυρισμός του αυτός αόριστος, γενικός και ασαφής σε τέτοιο βαθμό που προβληματίζει αναφορικά με τα κίνητρα του και τους πραγματικούς του σκοπούς. - Η θέση του αναφορικά με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα επίσης δεν τέθηκε στον ΜΚ2 ενώ στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι υπέγραψε τις μετρήσεις. Δεν δίστασε να αποδώσει στον εξεταστή την διάπραξη σοβαρού ποινικού αδικήματος, όταν μάλιστα ουδεμία τέτοια θέση υποβλήθηκε στον ΜΚ2 για να μπορέσει να απαντήσει ταυτόχρονα με το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος θέτει τον ισχυρισμό αυτό μεταγενέστερα και για πρώτη φορά στην προφορική του μαρτυρία αφήνοντας να παρέλθουν 5 χρόνια χωρίς να πράξει προς τούτο οτιδήποτε. Η όλη του συμπεριφορά στο ζήτημα αυτό αφήνει σοβαρές υπόνοιες ότι προβάλει θέσεις οι οποίες αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να αποποιηθεί τυχόν ευθυνών για την πρόκληση του δυστυχήματος. - Ενώ ως ισχυρίζεται ετοίμασε σχέδιο που δείχνει τα σενάρια αναφορικά με έκαστη εκδοχή ουδέποτε αυτά τέθηκαν στον ΜΚ2, εμπειρογνώμονα για να απαντήσει επ' αυτών. Επίσης ουδεμία αναφορά στο κατά πόσο ο ίδιος είναι ικανός και έχει τις γνώσεις να ετοιμάσει τέτοια σχεδιαγράμματα. Η επεξήγηση του τεκμηρίου 9 είναι ελλιπής, ασαφής και αόριστη. Σε κάθε περίπτωση όμως και επιπλέον με την παράλειψη υποβολής αυτών στον ΜΚ2 - εμπειρογνώμονα, τα έγγραφα αυτά - Τεκμήριο 9 τέθηκαν στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο στο στάδιο της προφορικής του μαρτυρίας και ουδέποτε δόθηκε στην Κατηγορούσα Αρχή η δυνατότητα να έχει αυτά τα έγγραφα πριν και να τα υποδείξει στους μάρτυρες της. Με βάση τα όσα ανάφερα δεν δύναμαι να λάβω υπόψη μου το τεκμήριο 9 και να βασίσω επ' αυτού οιοδήποτε συμπέρασμα. - Ερχόμενη τώρα στην εκδοχή του ίδιου του κατηγορούμενου όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η επακριβής θέση του ουδέποτε τέθηκε στον ΜΚ3 ή και στον ΜΚ2 οποίος θα μπορούσε με βάση τα πραγματικά ευρήματα να απαντήσει και να σχολιάσει ως ο εξεταστής του δυστυχήματος. - Προβληματισμό όμως και ερωτηματικά εγείρει η θέση του ότι στον επίδικο δρόμο είχε ξανά παρόμοιο περιστατικό. Δεν διστάζει μάλιστα να αποδώσει τα συμβάντα αυτά στην οδηγητική συμπεριφορά των Κυπρίων, στην άγνοια από πλευράς πολλών του κώδικα οδικής κυκλοφορίας ενώ παρουσιάζει τον εαυτό του ως έμπειρο οδηγό, σε ράλι και σε αναγνώριση του ως του καλύτερου οδηγού στην περιοχή του στην χώρα του, αναγνωρισμένος από όλους. - Δεν διστάζει μάλιστα να αναφέρει ότι έλαβε ακόμα και χρηματικό ποσό ως δώρο γιατί κατάφερε να αποφύγει δυστύχημα σε παρόμοιο περιστατικό στον ίδιο δρόμο. - Η επιθυμία του να βοηθήσει τους Κύπριους να μάθουν να οδηγούν τον οδήγησε να τοποθετήσει διαφημιστικά φυλλάδια σε αυτοκίνητα με το οποίο πρόσφερε μαθήματα οδήγησης. - Επιμένοντας για την αλήθεια της εκδοχής τους δεν διστάζει να αναφερθεί ακόμα και στην ζωή της συζύγου του. - Όλες οι προαναφερθείσες θέσεις δεικνύουν μια υπερβολή η οποία όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλων θέσεων που να ενδυναμώνουν την εκδοχή του αφήνοντας αυτή ουσιαστικά μετέωρη, αόριστη και γενική. - Η θέση του κατηγορούμενου είναι ότι κινείτο κανονικά στην δική του λωρίδα όταν σε απόσταση περίπου 25 μέτρων είδε το όχημα του ΜΚ3 να κινείται πάνω του εντός της δικής του λωρίδας. Έκανε απότομο ελιγμό δεξιά και μπήκε στο αντίθετο ρεύμα αλλά ο ΜΚ3 επέστρεψε στην λωρίδα του και επήλθε η σύγκρουση. Ουδεμία εξήγηση δόθηκε πως μέσα σε 25 μέτρα οι πιο πάνω ενέργειες έλαβαν χώρα (Υπενθυμίζω ότι λεπτομέρειες της εκδοχής αναφορικά με μέτρα και αποστάσεις ουδέποτε τέθηκαν στον εξεταστή ΜΚ2). - Η πιο πάνω θέση τέθηκε στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου. Στην προφορική του ενώπιον μου μαρτυρία αναφέρει ότι είδε το αυτοκίνητο να κινείται πάνω του και έστριψε δεξιά για να το αποφύγει και στον δρόμο υπάρχουν ίχνη γιατί από τους τροχούς του γιατί πάτησε φρένα απότομα και έστριψε δεξιά. Η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή και προβληματίζει για το ποια τελικά ο κατηγορούμενος θεωρεί και χαρακτηρίζει ως την «δική του πλευρά» με δεδομένη την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ2 και τα ευρήματα επί της σκηνής αναφορικά με τα ίχνη τροχοπέδησης. Με βάση το τεκμήριο 6 τα ίχνη τροχοπέδησης βρίσκονται και ξεκινούν από την άκρη της λωρίδας κυκλοφορίας του ΜΚ3, ήτοι της αντίθετης από αυτήν που θα έπρεπε να κινείται ο κατηγορούμενος, και επεκτείνονται εκτός δρόμου προς το παγκέτο γεγονός που συνηγορεί και ενισχύει την θέση και εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατά τον χρόνο εκείνο ο κατηγορούμενος κινείτο σε εκείνο το μέρος του δρόμου και έκανε ελιγμό χρησιμοποιώντας φρένα δεξιά με βάση την πορεία του. Για να μπορούσε να γίνει αποδεκτή η εκδοχή του κατηγορούμενου θα έπρεπε εφόσον ως ισχυρίζεται κινείτο στην δική του λωρίδα και έκανε ελιγμό πατώντας φρένα όταν είδε τον ΜΚ3 εντός αυτής, τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία αναφέρει ότι υπήρχαν να βρίσκονται από την λωρίδα κυκλοφορίας του και να επεκτείνονται στην αντίθετη ή έστω στην μέση του δρόμου. Ουδέν τέτοιο ίχνος βρέθηκε με βάση την αποδεχτή μαρτυρία του ΜΚ
  7. Βεβαίως οφείλω να αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 ουδεμία μέτρηση, στοιχείο και εύρημα αμφισβητήθηκε. Επομένως η θέση του κατηγορούμενου ότι κινείτο στην δική του λωρίδα και ξαφνικά έχοντας δει τον ΜΚ3 να κινείται εντός της ίδιας λωρίδα απέναντι του έκανε απότομο ελιγμό χρησιμοποιώντας φρένα εισερχόμενος στην αντίθετη λωρίδα δεν φαίνεται να συνάδει με την πραγματική μαρτυρία επί της σκηνής. - Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2 και τα ευρήματα η σύγκρουση έγινε εκτός δρόμου. Ουδεμία τέτοια αναφορά από τον κατηγορούμενο, ο οποίος όχι μόνο δεν αναφέρει και επεξηγεί τον λόγο που με βάση την δική του εκδοχή τα σημεία σύγκρουσης βρέθηκαν να είναι εκτός δρόμου, αλλά ούτε και αναφέρει το επακριβές σημείο σύγκρουσης με βάση αυτή του την εκδοχή. Υπενθυμίζω εδώ την αποδεκτή μαρτυρία αμφότερων των ΜΚ3 και ΜΚ4 ότι το όχημα του κατηγορούμενου οδηγείτο εντός της δικής τους λωρίδας με τον ένα τροχό να βρίσκεται εκτός οδοστρώματος στο παγκέτο και τον άλλο εντός δρόμου θέση που συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα την θέση των ιχνών τροχοπέδησης, το σημείο που ξεκινούν και τελειώνουν και τα σημεία σύγκρουσης. Με βάση τα όσα έχω εξηγήσει και αναφέρει καταλήγω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη ενόψει των κενών, ελλείψεων και αντιφάσεων που την χαρακτηρίζουν. Επομένως απορρίπτεται στο σύνολο της. H MY1, σύζυγος του κατηγορούμενου, βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τουλάχιστον του κατηγορούμενου, γεγονός που αναφέρθηκε και αποτέλεσε εισήγηση για αποκλεισμό της μαρτυρίας της από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Η ένσταση απορρίφθηκε και ως αναφέρθηκε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου θα εξεταζόταν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της με βάση τις αρχές της νομολογίας. Σύμφωνα με την νομολογία δεν αποτελεί κώλυμα για κάποιο πρόσωπο να δώσει μαρτυρία, το γεγονός ότι παρευρίσκετο σε προηγούμενες συνεδριάσεις της ίδιας υπόθεσης μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου (παραπέμπω στην Αγαθοκλέους ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ.176). Η αξιολόγηση όμως τέτοιου μάρτυρα θα γίνει αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός αυτό ότι δηλαδή παρακολούθησε την δοθείσα μαρτυρία προτού ο ίδιος καταθέσει αποκτώντας έτσι πλεονέκτημα έναντι των άλλων μαρτύρων. Η ΜΥ1 δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία και τα όσα ανάφερε προκύπτουν από την προφορική της ενώπιον μου μαρτυρίας. Τα όσα ανάφερε όμως προκύπτουν να είναι γενικά, αόριστα και ασαφή αλλά και να συγκρούονται με την εκδοχή και του ίδιου του κατηγορούμενου. Καταρχήν η ίδια η ΜΥ1 ανάφερε ότι κατά την πορεία τους προς την Λεμεσό κοίταζε τη φύση και όχι τον δρόμο και γύρισε στον δρόμο όταν πλέον ένιωσε τον ελιγμό του συζύγου της προς τα δεξιά. Επέμεινε ότι κινούντο στη ορθή λωρίδα κυκλοφορίας χωρίς όμως η θέση της αυτή να συνάδει με την πραγματική μαρτυρία το κτύπημα εκτός του δρόμου και τον χώρο και τόπο έναρξης των ιχνών τροχοπέδησης. Ενώ ο κατηγορούμενος αναφέρεται σε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά η ΜΥ1 στην μαρτυρία της αναφέρεται σε απότομο ελιγμό δεξιά και ξανά αριστερά ομοίως με τον οδηγό του άλλου οχήματος. Οι θέσεις της όσον αφορά τις ζημιές επί των οχημάτων ως υπόβαθρο στήριξης των θέσεων της δεν μπορώ να τις αποδεχτώ ελλείψει άλλης μαρτυρίας πραγματικής αλλά και επιστημονικής. Η εντύπωση που έδωσε η ΜΥ1 ήταν ότι προσήλθε με σκοπό να βοηθήσει τον σύζυγο της παρά να πει την αλήθεια και παρά το ότι η μαρτυρία της είναι γενική και αόριστη επί των συνθηκών του δυστυχήματος. Ελλείψει συγκεκριμένων θέσεων και σαφών λεπτομερειών επί των συνθηκών του δυστυχήματος, η ΜΥ1 αρκέστηκε να επιμένει στις άρτιες ικανότητες του συζύγου της ως οδηγού θέση η οποία την οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατό να έχει ευθύνη για το δυστύχημα. Αντιφάσεις ακόμα και με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα όπως για παράδειγμα την ώρα του δυστυχήματος που ανάφερε ότι ήταν στις 09:00 αναφέροντας μάλιστα ότι το θυμάται συγκεκριμένα καθότι είχε ραντεβού στις 10:00 στην Λεμεσό. Ενόψει τούτων δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία της ΜΥ1 την οποία απορρίπτω στο σύνολο της. Ευρήματα και Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Στις 01/07/2013 περί ώρα 12:00, ο κατηγορούμενος με συνοδηγό την σύζυγό του, ΜΥ 1 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΗC 816, στo κύριο δρόμο των χωριών Διερώνας - Ακρούντας μεταξύ του 8ου - 9ου χιλιομέτρου με νότια κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο ΜΚ3 XXXXX Αλεξάνδρου οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής XXXXX35 με συνοδηγό την σύζυγο του - ΜΚ4 - XXXXX Αλεξάνδρου με βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο κατηγορούμενος βρέθηκε να οδηγεί εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας με βάση την πορεία του και βρέθηκε σε κάποια απόσταση μακριά και μετωπικά από τον ΜΚ3 ο οποίος οδηγούσε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Αμφότεροι ενήργησαν ελιγμό προς το παγκέτο εκτός του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουστούν εκτός τους δρόμου στα σημεία Χ1 και Χ2 του Τεκμηρίου
  1. Ουδέν έχει προκύψει περί του ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας λόγω απώλειας του ελέγχου του οχήματος του οπότε η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί υπό το πρίσμα της απώλειας ελέγχου για συγκεκριμένο λόγο και ενέργειας κάτω από την αγωνία της στιγμής οφειλόμενη ενδεχομένως σε ενέργεια ή πράξη τρίτου προσώπου. Παραμένει επομένως να εξετάσω εάν κάτω από τις περιστάσεις η οδήγηση στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου αποτελεί αμελή οδήγηση και παραγνώριση των υποχρεώσεων του μέσου και συνετού οδηγού. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 25rd ed, 2011, σελ. 1/427, §5.52[6], αναφέρεται ότι στις ποινικές υποθέσεις το δόγμα του res ipsa loquitur δεν έχει εφαρμογή. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αντικρούσει κάθε πιθανή εξήγηση του κατηγορούμενου για να πετύχει καταδίκη εάν τα γεγονότα στη σκηνή του δυστυχήματος είναι τέτοια που, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή παρά να καταδικάσει. Είναι σύνηθες, όπως αναφέρεται στο σχετικό σύγγραμμα, ότι η μόνη μαρτυρία που δυνατόν να προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή είναι μαρτυρία ότι το όχημα του κατηγορούμενου εξήλθε του δρόμου και κτύπησε σε παρακείμενο τοίχο ή βρέθηκε αναποδογυρισμένο. Εάν στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον κατηγορούμενο το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν αμελής το Δικαστήριο πρέπει να τον καταδικάσει (βλ. Rabjohns v Burgar [1971] R.T.R. 234, Watts v Carter [1971] R.T.R. 232 και Wright v Wenlock [1971] R.T.R. 228). Όπου όμως ο κατηγορούμενος, δίδει εξήγηση, η οποία δεν είναι ευφάνταστη (fanciful) η κατηγορούσα αρχή οφείλει να την αντικρούσει και αν δεν το πράξει τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται να έχει το όφελος της αμφιβολίας (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25rd ed, 2011, σελ. 1/428, §5.53[7] με αναφορά στη R. v Spurge [1961] 2 All E.R. 688). Στην Bensley v. Smith [1972] Crim. L. R. 239 κρίθηκε ότι κατηγορούμενος που πέρασε άσπρη συνεχόμενη γραμμή και συγκρούστηκε με εξ αντιθέτου κατευθυνόμενο όχημα ήταν ένοχος, αφού το πέρασμα άσπρης γραμμής στην απουσία άλλης εξήγησης ήταν αμέλεια (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25rd ed, 2011, σελ. 1/427, §5.52[8] και R. v. Warwickshire Police Ex p. Manjit Singh Mundi [2001] EWHC Admin 448). Στην προκειμένη περίπτωση η εξήγηση της υπεράσπισης περί εισόδου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για τους λόγους που ο κατηγορούμενος προέβαλε δεν έγινε αποδεκτή, ούτε προσφέρθηκε άλλη εξήγηση για τον λόγο που βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Στη βάση των ευρημάτων μου κρίνω ότι το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορώ να καταλήξω είναι ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω αμέλειας του κατηγορουμένου ο οποίος βρέθηκε να οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα όπου κινείτο ο ΜΚ
  2. Έχω ικανοποιηθεί ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.).................................................. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final/ Negligent driving/ Law 86/72, s.
  3. Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Αμελής Οδήγηση/ N. 86/72, άρθρο
  4. [1] 'The prosecutor has to prove beyond reasonable doubt that the motorist is ''at fault'', i.e. had departed from the standard of a competent and careful driver in all the circumstances of the particular case.' (Βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 25th ed, Vol. 1, par. 5.46 σελ. 424). [2] 'Careless driving, when the subject of a prosecution is the main element of the offence charged; and must be positively established by the prosecution as part of the conduct of the accused, constituting the offence. Simultaneous negligence on the part of other persons concerned, cannot affect the question of the guilt of a careless driver. It can only affect the sentence to be imposed in case of conviction: . The carelessness of the victim cannot affect the guilt or the innocence of the driver which must be found in his own conduct. The issue, which the Court has to decide is whether there is, or there is not, careless driving. The question whether, as a result, of careless driving there has been serious, trifling, or no injury at all, to another person is immaterial in a case of this kind.' [3] 'The case arises from the collision of two motor cars at a cross-road. Such a collision may give rise to civil claims and may also give rise to criminal liability. This court is not concerned with the way in which a civil court could look upon this same collision. The approach is different; and the consequences are different. In a criminal prosecution the position is that the driver who is negligent has a criminal liability regardless of the negligence of the other driver. If the collision is due to the negligence of the accused, either entirely or partly, his criminal liability is established, But not until then. The prosecution has to show criminal negligence beyond reasonable doubt; and to avoid confusion, the appropriate statute speaks of criminal liability for driving without due care and attention.' [4] 'Suppose a driver is confronted with a sudden emergency through no fault of his own. In an endeavour to avert a collision he swerves to his right--it is shown that had he swerved to the left the accident would not have happened. That is being wise after the event, and, if the driver was, in fact, exercising the degree of care and attention which a reasonably prudent driver would exercise, he ought not to be convicted, even though another, and, perhaps, more highly skilled, driver would have acted differently.' [5] 'A wrong action in the agony of the collision will not suffice alone to prove an offence under s.3 (Simpson v Peat above) if the defendant had been driving properly beforehand and his actions prior to the time when the collision became imminent had been those of a prudent driver.' [6] 'Frequently the only evidence which the police are able to bring is evidence of the defendant's vehicle leaving the road and a collision occurring with a wall or a pole or the vehicle ending up in a ditch or upside down in a field. In the absence of any explanation by the defendant, if the only conclusion which it is possible to draw is that the defendant was negligent or had departed from what a reasonably prudent and competent driver would have done in the circumstances, a court should convict. The doctrine of res ipsa loquitur is a rule of evidence applicable to the tort of negligence and as such has no application to the criminal law. But the fact that res ipsa loquitur has no application to criminal law does not mean that the prosecution have to negative every possible explanation of a defendant before he can be convicted of careless driving where the facts at the scene of an accident are such that, in the absence of any explanation by the defendant, a court can have no alternative but to convict.' [7] 'However, if an explanation, other than a fanciful explanation, is given by the defendant it is for the prosecution to disprove it and unless it is disproved the defendant is entitled to the benefit of the doubt.' [8] 'Similarly in Bensley v Smith [1972] Crim. L.R. 239 justices were directed to convict a defendant who had crossed a central white line and collided with a car coming the opposite direction. Crossing a white line was itself evidence of careless driving and in the absence of explanation the justices must convict.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.