← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Έλληνα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2282/16, 27/9/2018

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. Έλληνα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2282/16, 27/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2018:15 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. T. Kατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2282/16 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α - ν -

  1. XXXXX Έλληνα
  2. XXXXX Λοή
  3. XXXXX Παύλου
  4. XXXXX Αριστοτέλους
  5. XXXXX Δημητρίου
  6. XXXXX Κορνηλίου
  7. XXXXX Ξενοφώντος
  8. XXXXX Καλλινίκου
  9. XXXXX Μαυρέα 10.XXXXX Μακρή 11.XXXXX Μουζουρίδη Κατηγορουμένων 27.09.2018 Για τη Δημοκρατία: κα Γ. Ιωαννίδου με κα Ο. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν: κ. Π. Αγγελίδης για κ. Σ. Μάτσα Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: κ. Π. Αγγελίδης Κατηγορούμενος 3 παρών, γι' αυτόν: κ. Π. Αγγελίδης Κατηγορούμενος 4 παρών, γι' αυτόν: κ. Ε. Πουργουρίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση ημερομηνίας 20.08.2018) Οι κατηγορούμενοι στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζουν μεγάλο αριθμό κατηγοριών που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, συνωμοσίας, εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αντικείμενο όλων των κατηγοριών είναι έντεκα δάνεια, Τεκμήρια 2 -
  10. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε προ πολλών μηνών, κατέθεσαν μέχρι σήμερα πέραν των 70 μαρτύρων και δεν έχει μέχρι σήμερα ολοκληρωθεί. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αναμένεται, με βάση το πρόγραμμα που έχει δοθεί από το Δικαστήριο, να ολοκληρωθεί μέχρι την 12.10.
  11. Με την υπό κρίση αίτηση οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 ζητούν την απόρριψη του κατηγορητηρίου λόγω κατάχρηση της διαδικασίας και ή κατάχρηση της εξουσίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κατηγορούμενου
  12. Ο ομνύοντας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η μαρτυρία που έχει προσαχθεί μέχρι σήμερα στο Δικαστήριο δεν έχει σχέση με τα έντεκα επίδικα δάνεια και δεν αποδείχθηκε οτιδήποτε «νομικά μεμπτό» εναντίον του ιδίου και των κατηγορουμένων 1 και
  13. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι καμία σχέση είχε με τις εταιρείες που έλαβαν τα επίδικα δάνεια. Καμία μαρτυρία προσφέρθηκε για απόδειξη των κατηγοριών της συνωμοσίας, της πλαστογραφίας και των ψευδών παραστάσεων. Στην ένορκη δήλωση ο ομνύοντας σχολιάζει μέρος της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταλήξει ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε κατηγορία εναντίον του ιδίου και των κατηγορουμένων 1 και
  14. Στην παράγραφο 16 της ενόρκου δηλώσεως του ισχυρίζεται ότι η δίωξη εναντίον του περιέχει στοιχεία εκδικητικότητας που έχουν ως σκοπό να πλήξουν τον ίδιο προσωπικά και παραπονείται ότι μέσω στοιχείων διαρροής προς τον τύπο, τον παρουσιάζουν ως «τον εγκέφαλο της κλοπής των ποσών που αναφέρονται στα έντεκα επίδικα δάνεια». Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 5, 6 και 13 της ΕΣΔΑ, στα άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους περί Ποινικής Δικονομίας Θεσμούς, στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 και στα άρθρα 39 και 85 αυτού, στους περί Ποινικής Δικονομίας Κανονισμούς, στη Νομολογία, επί των κανόνων του κοινοδικαίου και επιεικείας και επί των Γενικών Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση είναι η δεύτερη που καταχωρήθηκε εκ μέρους του κατηγορούμενου 2, για παραμερισμό του κατηγορητηρίου. Υπενθυμίζουμε ότι την 27.04.2017 καταχώρισε αίτηση στην οποία πρόβαλε τη θέση ότι το κατηγορητήριο «δεν εκθέτει και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το νόμο, αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου 2». Το αίτημα απορρίφθηκε, οι λόγοι απόρριψης του καταγράφονται με λεπτομέρεια στην ενδιάμεση απόφαση μας, ημερομηνίας 11.06.
  15. Το Δικαστήριο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν πρόωρο για το Δικαστήριο να αποφασίσει στο στάδιο εκείνο, προτού καν ακούσει όλη τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 ήταν ένοχος ή αθώος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε τα ό,σα παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του κατηγορούμενου
  16. Τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι σήμερα, δεν στοιχειοθετούνται οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και
  17. Προς υποστήριξη της αίτησης του, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία, η οποία πραγματεύεται το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έφερε ένσταση στο πιο πάνω αίτημα. Εισηγήθηκε ότι το αίτημα είναι πρόωρο και τα θέματα που εγείρονται θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και όχι στο παρόν στάδιο. Το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας και συγκεκριμένα της ποινικής διαδικασίας, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Α. Ξενή[1], στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης. Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να εμποδίσει την κατάχρηση της διαδικασίας. Αυτή η εξουσία εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης. Η Σπύρου (ανωτέρω) αφορούσε ιδιωτική ποινική υπόθεση. Η εφεσίβλητη διώκετο για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Μετά το πέρας της μαρτυρίας εκ μέρους του παραπονούμενου, το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε αυτεπάγγελτα θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Κατάχρηση συνίστατο στο γεγονός ότι η επίδικη επιταγή εξεδόθηκε ως αντάλλαγμα για την συμμετοχή του παραπονουμένου στην σκόπιμη μεθόδευση παραμερισμού ενός διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας, το οποίο εξεδόθηκε νομίμως και κανονικώς. Ο παραπονούμενος ο οποίος, στα πλαίσια άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, είχε πετύχει την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας που υπήρξε εξ αποφάσεως οφειλέτιδα πελατών του, ακολούθως συμμετέσχε στην σκόπιμη μεθόδευση για τον παραμερισμό του διατάγματος αυτού λαμβάνοντας, ως αντάλλαγμα, την επίδικη επιταγή. Η επιταγή αυτή εξεδόθηκε επ' ονόματί του και αφορούσε ποσόν υπερδιπλάσιο του οφειλομένου. Όταν η επιταγή αυτή δεν τιμήθηκε, ο παραπονούμενος προσέφυγε στην ποινική δικαιοσύνη. Κρίθηκε ότι η χρησιμοποίηση εκ μέρους του παραπονουμένου των δικαστικών διαδικασιών κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνιστούσαν κατάχρηση αυτών και θα έπρεπε να παρεμποδιστεί. Ο ίδιος ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι χρησιμοποίησε την ποινική διαδικασία για σκοπούς άλλους από εκείνους τους οποίους προοριζόταν. Η επίδικη επιταγή κρίθηκε ότι ήταν προϊόν της αθέμητης συμπαιγνίας στην οποία συμμετείχε. Το Εφετείο έκρινε ότι ο παραπονούμενος είχε χρησιμοποιήσει τις διαδικαστικές διαδικασίες άδικα και εσφαλμένα και κατά τρόπο που καταστρατήγησαν την καλή πίστη και κατέστησαν τη διαδικασία καταπιεστική. Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από τη Σπύρου σε ένα σημαντικό, κατά την άποψη μας σημείο, στο χρονικό σημείο που εξετάσθηκε το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας. Στη Σπύρου το θέμα αυτό είχε εγερθεί μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής και όχι εν τω μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, προτού ολοκληρωθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Εκείνο που στην ουσία ζητούν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 είναι όπως το Δικαστήριο αξιολογήσει τη μαρτυρία που έχει τεθεί μέχρι σήμερα ενώπιον του και αποφασίσει κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Παρόμοιο θέμα απασχόλησε το Δικαστήριο στην απόφαση R. v. Chairman, County of London Quarter Sessions[2], ήτοι ζητήθηκε από το Δικαστήριο η ακύρωση του κατηγορητηρίου και η ακύρωση της διαδικασίας, πριν την προσαγωγή (arraignment) των κατηγορουμένων καθότι, σύμφωνα με την εισήγηση, οι καταθέσεις που λήφθηκαν από την Αστυνομία δεν ήταν ικανές να υποστηρίξουν τα αδικήματα. Το αίτημα εγκρίθηκε. Καταχωρήθηκε στη συνέχεια αίτηση για έκδοση προνομιακών διαταγμάτων, certiorari και mandamus. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης έκδοσε στη συνέχεια διάταγμα mandamus με το οποίο διατάχθηκε η εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης. Ο Lord Goddard C.J. ανέφερε τα πιο κάτω σε σχέση με το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας: «I know of no power in the court to quash because it is anticipated that the evidence will not support the charge[3]. The only ground on which the court can examine the depositions before arraignment is to see whether, if a count is included for which there has not been a committal, the depositions or examination taken before a justice in the presence of the accused disclosed that offence. Accordingly, the course taken by the sessions in this case was not warranted by law. It amounts to saying that the court has satisfied itself, not on evidence given before the court, but on depositions taken elsewhere, that the accused has a defence.» Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Connely v. D.P.P.[4] και στη D.P.P. v. Humphrys[5]. Στην τελευταία τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εμποδίσει τη συνέχιση της διαδικασίας σε περίπτωση που κρίνει ότι δεν υπάρχει υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Where an indictment has been properly preferred in accordance with the provisions of that Act [the Administration of Justice (Miscellaneous Provisions) Act 1933], has a judge power to quash it and decline to allow the trial to proceed merely because he thinks that a prosecution of the accused for that offence should not have been instituted? I think there is no such general power and that to recognize the existence of such a degree of omnipotence is, as my noble and learned friend Lord Edmund-Davies, has said, unacceptable in any country acknowledging the rule of law. But saying this does not mean that there is not a general power to control the procedure of a court so as to avoid unfairness .». Στην Hui Chi-ming v. R.[6] η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως κάτι τόσο άδικο και τόσο λάθος που το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την Κατηγορούσα Αρχή να προχωρήσει με αυτό που, κατά τα άλλα, είναι μια συνήθης διαδικασία. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Having reviewed the facts, their Lordships find no aspect of the case which can credibly be described as an abuse of process, that is something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding.» Στην πιο πάνω απόφαση ο εφεσείοντας καταδικάστηκε για φόνο εκ προμελέτης. Ένας από τους λόγους έφεσης που προέβαλε ήταν το γεγονός ότι ο ιθύνων νους της εγκληματικής αυτής ενέργειας είχε καταδικαστεί νωρίτερα από άλλο Δικαστήριο, για λιγότερο σοβαρό αδίκημα, αυτό της ανθρωποκτονίας. Εισηγήθηκε ότι το γεγονός ότι ο ίδιος διώχθηκε για το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης αντί της ανθρωποκτονίας ισοδυναμούσε με κατάχρηση της διαδικασίας. Το πιο πάνω επιχείρημα απορρίφθηκε. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι υπήρξε κάποια σοβαρή «ανωμαλία» καθότι αν ο εφεσείοντας δικαζόταν μαζί με τον ιθύνοντα νου, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αυτός δεν θα κρίνετο ένοχος για το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης. Παρά ταύτα όμως, αφού εξέτασε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, κατέληξε ότι δεν υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν ακυρώνει μια διαδικασία αν απλώς διαπιστώσει ότι υπήρξε μια «ανωμαλία» στη δικαστική διαδικασία ή δεν ακολουθήθηκε μια συγκεκριμένη πρακτική. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που αποδεικνύεται καταφανής αδικία εναντίον του κατηγορούμενου. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, επισημαίνουμε για ακόμα μια φορά ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Εκείνο που στην ουσία καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει με την υπό κρίση αίτηση, είναι κατά πόσο έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 και να προβεί σε εύρημα ότι και η υπόλοιπη μαρτυρία που αναμένεται να προσκομισθεί δεν θα είναι ικανοποιητική για να κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία. Όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει, σχετική είναι και η ενδιάμεση απόφαση μας ημερομηνίας 11.06.2018, η μαρτυρία θα εξεταστεί στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και είναι τότε που το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ήτοι των αιτητών και του συγκατηγορούμενου τους, κατηγορούμενου
  18. Το Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσίας, στο στάδιο αυτό, να απορρίψει την υπόθεση, ακόμη και αν το ίδιο κρίνει ότι με τη μέχρι τώρα προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε κατηγορία. Άσκηση τέτοιας εξουσίας θα παραβίαζε τις βασικές αρχές της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης (Rule of Law). Ενόψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ [1] Ποινική Έφεση 223/14, ημερομηνίας 11.11.2015 [2]

(1953)2 All E.R. 750 [3] Η υπογράμμιση είναι δική μας [4]
(1964)2 All E.R. 401, 409 [5]
(1976)2 All E.R. 497 [6]
(1992)1 A.C. 34 P.C. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.