← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεάδη, Αρ. Υπόθεσης: 23184/15, 6/9/2018

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεάδη, Αρ. Υπόθεσης: 23184/15, 6/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:B152 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23184/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Γεάδη Κατηγορούμενου ------------------------ Ημερομηνία: 6 Σεπτεμβρίου, 2018 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τελικά τις κατηγορίες δύο έως τέσσερα, έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος στην πρώτη κατηγορία έχει αθωωθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, η δε πέμπτη κατηγορία αφορά αποκλειστικά τον πρώτο κατηγορούμενο, εναντίον του οποίου η διαδικασία έχει διακοπεί σε προηγούμενο στάδιο. Σημειωτέο ότι οι λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως είναι καταγραμμένες, αφορούν και τους δύο κατηγορούμενους, πλην όμως στο στάδιο όπου το Δικαστήριο θα περιγράφει τα αδικήματα, θα γίνεται αναφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, δηλαδή του δεύτερου κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο, όπου η διαδικασία παρέμεινε και εκδικάστηκε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της οχλαγωγίας, κατά παράβαση των άρθρων 70, 72 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 26 Μαρτίου 2014 στη Λεμεσό, συμμετείχε σε οχλαγωγία. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό ενόχλησης, κατά παράβαση των άρθρων 280 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154, όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο, εισήλθε στο πολιτιστικό κέντρο Πάνος Σολομωνίδης με σκοπό την ενόχληση. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)Του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154, όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο, εσκεμμένα και παράνομα κατέστρεψε δύο γυαλιά της κύριας εισόδου του πολιτιστικού κέντρου Πάνος Σολομωνίδης, ως επίσης τις κλειδαριές των δύο μεταλλικών πορτών της αίθουσας εκδηλώσεων συνολικής αξίας € 2900, περιουσία του Δήμου Λεμεσού. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ.1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι στις 26 Μαρτίου 2014 και ώρα 17:00 βρισκόταν μαζί με άλλο αστυφύλακα συνάδελφο του στο οδόφραγμα Αγίου Δομετίου, μετά από διαταγή επιχειρήσεως με συγκεκριμένο αριθμό που ανέφερε, για να συνοδεύσει λεωφορείο με 40 πρόσωπα από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές, συμπεριλαμβανομένου και του πρώην ηγέτη των Τουρκοκυπρίων στο δημοτικό πολιτιστικό κέντρο Πάνος Σολομωνίδης στη Λεμεσό. Περί ώρα 18:15 έφτασαν στο μέρος και περί ώρα 19:00 αφίχθησαν πεζοι 100 περίπου μέλη του ΕΛΑΜ κρατώντας ξύλα με Ελληνικές σημαίες και ορισμένοι από αυτούς φορώντας κράνη μοτοσυκλέτας. Ο ίδιος μαζί με άλλο αστυφύλακα συνάδελφο του βρισκόταν περι τα 50 μέτρα μακριά από την είσοδο του πολιτιστικού κέντρου παρά τον χώρο στάθμευσης και περνώντας από μπροστα του όλα τα μέλη του ΕΛΑΜ, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο με συγκεκριμένο αριθμό ταυτότητας, ο οποίος είναι ηγετικό μέλος του ΕΛΑΜ και τον οποίο γνωρίζει από προηγούμενες εκδηλώσεις του ΕΛΑΜ στη Λευκωσία. Προφορικά αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι δεν φορούσε κράνος, ούτε κρατούσε ξύλο ή Ελληνική σημαία και ο ίδιος ήταν με κοστούμι. Στην αντεξέταση του, η οποία ήταν σύντομη, ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο λόγω της ανάμειξης του κατηγορουμένου στην πολιτική και της ιδιότητας του ως εκπροσώπου τύπου και ότι κατά την επίδικη περίοδο ήταν υποψήφιος ευρωβουλευτής. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από προηγούμενες εκδηλώσεις του ΕΛΑΜ, αλλά και λόγω της συνεργασίας με την αστυνομία, αναγνωρίζοντας την βοήθεια που υπήρξε στο έργο της αστυνομίας. Ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε όποιοδήποτε πλημμέλημα ή οχλαγωγία ή ζημιά και ούτε είδε τον κατηγορούμενο να παρακινεί άλλο να πράξει κάτι αντίστοιχο. Ο ΜΚ 2, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 2, που ουσιαστικά υπήρξε το σύνολο της εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται στον δήμο Λεμεσού και ότι ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν και η διαχείριση του πολιτιστικού κέντρου Πάνος Σολομωνίδης, ιδιοκτησίας του Δήμου Λεμεσού, όπου έχει παραχωρήσει στο ΤΕΠΑΚ δύο αίθουσες για να γίνονται μαθήματα. Η αίθουσα εκδηλώσεων έχει δύο μεταλλικές ανοιγόμενες πόρτες, η μία βρίσκεται εσωτερικά του πολιτιστικού κέντρου στη νότια πλευρά του κτιρίου, και η άλλη βρίσκεται εξωτερικά του κτιρίου στην δυτική πλευρά. Η αίθουσα εκδηλώσεων Πάνος Σολομωνίδης, παραχωρείται για εκδηλώσεις σε όποιονδήποτε το ζητήσει, αφού προηγουμένως αιτηθεί μέσω του δήμου Λεμεσού. Όσον αφορά τις κρατήσεις, δηλαδή την ημερομηνία και την ώρα που θα γίνει η εκάστοτε εκδήλωση, το δημαρχείο έρχεται σε συνεννόηση μαζί με τον μάρτυρα για να διευθετηθεί ημερομηνία και η ώρα της εκδήλωσης. Όσον αφορά την εκδήλωση που έγινε στις 26 Μαρτίου 2014 η ώρα 19:00, στην οποία ομιλητής ήταν και ο πρώην Τουρκοκύπριος ηγέτης και άλλοι ομιλητές, αναφέρθηκε πως έγινε η διευθέτηση για να δεσμευθεί η αίθουσα, όπως και έγινε, όπου και την ίδια μέρα η αίθουσα επιθεωρήθηκε και καθαρίστηκε. Γύρω στις 19:00 κατέφθασαν οι ομιλητές της εκδήλωσης και εισήλθαν στην αίθουσα, όπου λίγο αργότερα άρχισαν να έρχονται από συγκεκριμένη οδό και να πλησιάζουν το κτίριο περίπου 30 με 40 άτομα νεαροί άντρες και γυναίκες και κρατούσαν ένα πανό. Στάθηκαν έξω από το κτίριο χωρίς να προκαλέσουν οποιαδήποτε ενόχληση, χωρίς να θυμάται εάν φορούσαν οτιδήποτε το χαρακτηριστικό, αλλά από κάπου άκουσε από τον κόσμο ότι αυτά τα άτομα ήταν φοιτητική παράταξη αλλά δεν του είπαν ποια ήταν. Μετά από πάροδο 10 με 15 λεπτών άκουσε φωνές από νότια κατεύθυνση, δηλαδή συνθήματα, δεν έδωσε σημασία τι έλεγαν και είδε περίπου 150 με 200 άτομα, οι οποίοι φορούσαν μαύρα ρούχα και που έγραφαν ΕΛΑΜ και κάποιοι απ' αυτούς φορούσαν κράνη και κάποιοι κρατούσαν Ελληνικές σημαίες. Αφού πλησίασαν στο κτίριο και φώναζαν συνθήματα, κάποιοι από αυτούς μπήκαν σπρώχνοντας τους αστυνομικούς στο χώρο υποδοχής του κτιρίου. Σε κάποιο στάδιο βγήκε έξω από την αίθουσα ένας Τουρκοκύπριος από ότι έχει καταλάβει, ψηλός γύρω στο 1,90 με άσπρα μαλλιά μεγάλης ηλικίας παχουλός και κρατούσε μία φωτογραφική μηχανή που είχε μακρύ φακό από εκείνες που κρατούν οι φωτογράφοι και φωτογράφιζε. Τότε τα άτομα που μπήκαν στον χώρο υποδοχής του επιτέθηκαν και τον έσπρωχναν και είδε την φωτογραφική του που εκτοξεύτηκε και χτύπησε πάνω στο γυαλί της κυρίας πόρτας της εισόδου του κτιρίου. Δεν είδε αν έπιασε κάποιος την φωτογραφική από το έδαφος. Αυτοί που μπήκαν στον χώρο υποδοχής, συνέχισαν να προσπαθούν να μπουν στην αίθουσα εκδηλώσεων από την νότια πόρτα, αλλά τους απωθούσαν οι αστυνομικοί. Σε κάποιο στάδιο ο μάρτυρας βγήκε έξω στο δρόμο και είδε βόρεια του δρόμου κάποιον που προσπαθούσε να σβήσει έναν πυρσό και αφού τον προσέγγισε είδε ότι ήταν αστυνομικός. Σε κάποιο στάδιο άκουσε κάποιον που φώναζε ΄΄λήξη΄΄ και τότε οι περισσότεροι από τους 150 με 200 που ήταν με τα διακριτικά του ΕΛΑΜ έφυγαν πεζοί προς νότια κατεύθυνση. Έμειναν πίσω περίπου 30 άτομα που είχαν διακριτικά του ΕΛΑΜ μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Σε κάποιο στάδιο βγήκε ένας πρώην υπουργός και άρχισε το πλήθος να συζητά μαζί του σε έντονο ύφος. Μετά από λίγο ήρθαν και άλλοι αστυνομικοί και έφυγε και ο πρώην Τουρκοκύπριος ηγέτης με τη συνοδεία του. Μετά που ηρέμησε κατάσταση, είδε ότι στην γυάλινη πόρτα της κυρίας εισόδου του κτιρίου έσπασαν τα δύο γυαλιά στην πάνω πλευρά αξίας €
  1. Επίσης έσπασαν κλειδωνιές των δύο μεταλλικών πορτών της αίθουσας εκδηλώσεων αξίας € 2400, συνεπώς η συνολική αξία της ζημιάς ήταν €
  2. Υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη για την ζημιά, το κτίριο όμως δεν διαθέτει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κανέναν από αυτούς που έκαναν επεισόδια στο κτίριο. Λόγω του ότι ήταν πολύς ο κόσμος και υπήρχε ένταση, αν δει κάποιον από αυτούς που έκαναν τα επεισόδια δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι η όλη εκδήλωση ήταν ανοικτή στο κοινό, περιέγραψε την ζημιά που έγινε στα δύο γυαλιά και στις κλειδωνιές και τον τρόπο που έγινε, εξέφρασε την βεβαιότητα ότι δεν υπήρχε η βλάβη προηγουμένως στα εν λόγω γυαλιά, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει δει τον κατηγορούμενο ή άλλο μέλος του ΕΛΑΜ να σπάζουν οποιοδήποτε γυαλί. Συμφώνησε σε υποβληθείσα ότι στον χώρο βρίσκονταν και οργανωμένα σύνολα, κάνοντας αναφορά και στα άτομα που είχαν διακριτικά του ΕΛΑΜ, την ενδυμασία που είχαν και τα αντικείμενα που κρατούσαν, στην έκταση που ήταν σε θέση να θυμάται και να περιγράψει. Ο Μ.Κ. 3 υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρει ότι ηγήθηκε ανακριτικής ομάδας για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και ήταν υπεύθυνος για τις ανακρίσεις. Στα πλαίσια του ανακριτικού έργου, καθώς και του ανακριτικού υλικού που έχει συλλεχθεί, το οπτικοακαουστικό υλικό το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο και που έχει προβληθεί, μετά από διευθετήσεις που έγιναν από τεχνολογικής απόψεως, όπου ο μάρτυρας έκανε συγκεκριμένες αναφορές για το περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών, ήτοι των τεκμηρίων 4 έως
  3. Στην αντεξέταση του, εξέφρασε την άποψη ότι η είσοδος στο πολιτιστικό κέντρο ήταν βίαιη, παραπέμποντας σε άλλη μαρτυρία που καταδεικνύεται σπάσιμο του κλοιού και παράνομη είσοδο στο κέντρο, μη δυνάμενος να τοποθετηθεί σε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος ήταν βοηθητικός στο έργο της αστυνομίας, παραπέμποντας επίσης σε άλλη μαρτυρία για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος εμπλέκεται στα υπό εξέταση αδικήματα. Ο Μ.Κ. 4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το τεκμήριο 8, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, μόλις ανέλαβε καθήκοντα ως αστυφύλακας, πληροφορήθηκε ότι υπήρχαν επεισόδια στο πολιτιστικό κέντρο Πάνος Σολωμονίδης, όπου διεξαγόταν συγκέντρωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και δόθησαν οδηγίες όπως μεταβούν στη σκηνή για παροχή βοήθειας, πράγμα που έγινε, περιγράφοντας την διαδρομή που ακολουθήθηκε. Με την άφιξη τους στην σκηνή, αντιλήφθηκε 100 με 150 άτομα με Ελληνικές σημαίες και να φωνάζουν διάφορα συνθήματα ενάντια στην ομοσπονδιακή λύση του Κυπριακού, κάποιοι εξ΄ αυτών φορούσαν φανέλες του ΕΛΑΜ. Ταυτόχρονα γύρω στα 20 άλλα άτομα ήταν συγκεντρωμένα έξω από την βορειοδυτική είσοδο του πολιτιστικού κέντρου, η οποία απέχει περίπου 20 μέτρα από την κύρια είσοδο. Εκεί είδε τρία άτομα, τα οποία φορούσαν μαύρα ρούχα και προσπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα για να μπουν μέσα, τραβώντας την και κτυπώντας κλωτσιές πάνω σε αυτή. Μαζί με άλλο αστυφύλακα προσπάθησε να τους απωθήσει σπρώχνοντας τους προς τα πίσω. Σε κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε λίγο και προσπάθησαν να εισέλθουν μέσα στην αίθουσα, αλλά μαζί με τον άλλο συνάδελφο του και άλλους που έτρεξαν στο μέρος, έγινε κατορθωτό να τους απωθήσουν, ενώ ταυτόχρονα κάποιος από τους συγκεντρωθέντες, άναψε ένα πυρσό και τον έριξε μέσα στην αίθουσα, την ώρα που κατάφεραν να την ανοίξουν, ενώ κάποιο πρόσωπο που βρισκόταν εντός της αίθουσας την έριξε έξω και τότε η πόρτα έκλεισε και οι παρευρισκόμενοι μετέβησαν νότια και ενσωματώθηκαν με τα άλλα πρόσωπα. Λόγω της πίεσης που είχε ώστε να κατορθώσει να αποθήσει τους συγκεντρωμένους από το να πετύχουν είσοδο εντός της αίθουσας, αλλά και από τον πυρσό που έριξαν, οι καπνοί του οποίου μπήκαν στα μάτια του, δεν κατάφερε να συγκρατήσει περιγραφές από τα πρόσωπα που ανέφερε. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είχε ενημέρωση κατά πόσο η εκδήλωση ήταν ανοικτή στο κοινό, υπέθεσε όμως ότι ήταν ανοικτή προς το κοινό, δεν φορούσαν όλοι φανέλες του ΕΛΑΜ και ούτε ήταν όλοι του ΕΛΑΜ, εξέφρασε την πιθανότητα τα άτομα που προκάλεσαν την ζημιά στην βορειοδυτική είσοδο να εμπλέκονταν και στα επεισόδια που έγιναν στην κεντρική είσοδο, τόνισε δε ότι δεν έχει δει τον κατηγορούμενο στην σκηνή. O Μ.Κ. 5 υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 9, στην οποία κάνει αναφορά ότι την επίδικη ημέρα, ενημερώθηκε όπως μεταβεί στην σκηνή, λόγω επεισοδίων που είχαν προκληθεί, όπως και έγινε, ήτοι έχει μεταβεί με άλλους συναδέλφους του στην σκηνή, μετά πάροδο 10 λεπτών, ήτοι στις 19:35, όπου και διαπίστωσαν ότι στην είσοδο του μέρους βρίσκονταν περί τα 100 άτομα, ορισμένα από τα οποία κρατούσαν Ελληνικές σημαίες και φώναζαν διάφορα συνθήματα, κυρίως εναντίον της ομοσπονδίας και ακολούθως κατευθύνθηκαν στην είσοδο του πολιτιστικού κέντρου, όπου βρίσκονταν άλλοι συνάδελφοι του με και χωρίς αστυνομική περιβολή. Μετά από πάροδο λίγων λεπτών, οι διαδηλωτές προσπάθησαν να εισέλθουν στον χώρο εκδήλωσης και εμποδίστηκαν από τους αστυνομικούς. Στην συνέχεια μετέβηκαν στην έξοδο κινδύνου στην αίθουσα εκδηλώσεων, που βρισκόταν στην δυτική πλευρά του κτηρίου, καθ΄ ότι υπήρχε πληροφορία ότι κάποιοι διαδηλωτές προσπαθούσαν να εισέλθουν εντός του κτηρίου από την πιο πάνω αίθουσα. Αμέσως έτρεξε στο μέρος μαζί με αρκετούς από τους συναδέλφους του, όπου είδε περί τους 15 με 20 διαδηλωτές να ανοίγουν με σωματική βία, αλλά με την άμεση επέμβαση των συναδέλφων του, αποτράπηκε η είσοδος των διαδηλωτών. Επίσης ρίχθηκε φωτοβολίδα από διαδηλωτή, χωρίς ωστόσο να δει συγκεκριμένα από ποιον ρίχθηκε. Στην συνέχεια στάθηκαν μπροστά από την έξδο κινδύνου και εμπόδισαν τους διαδηλωτές από το να εισέλθουν στην αίθουσα. Παρέμειναν στο σημείο μέχρι που αποχώρησε από το μέρος ο κύριος όγκος των διαδηλωτών. Ακολούθως αφίχθηκαν στο μέρος ενισχύσεις και η κατάσταση τέθηκε πλήρως σε έλεγχο. Στην συνέχεια έλαβαν οδηγίες και επέστρεψαν στην ΑΔΕ Λεμεσού. Προφορικά στην κυρίως εξέταση του, περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο οι διαδηλωτές με βίαιο τρόπο προσπάθησαν να ανοίξουν την πόρτα και να εισέλθουν στην αίθουσα και που τελικώς αποτράπησαν, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, λόγω της εμπλοκής του μάρτυρα με την μεταφορά του κατηγορούμενου σε συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό μετά την σύλληψη του, όμως δεν τον έχει δει στην επίδικη σκηνή και αργότερα έχει πληροφορηθεί ποιος είναι. Στην αντεξέταση του εξέφρασε άγνοια ως προς την επάρκεια της αστυνόμευσης στην επίδικη σκηνή και κατά πόσο η εκδήλωση ήταν ανοικτή προς το κοινό, ανέφερε όμως ότι ήταν ικανοποιητική η δύναμη της αστυνομίας λόγω του ότι αποτράπηκε η είσοδος των διαδηλωτών στην αίθουσα. Αναφέρθηκε στις οδηγίες που έλαβε για να μεταβεί στην σκηνή λόγω των επεισοδείων και επανέλαβε την θέση ότι δεν έχει δει τον κατηγορούμενο στην σκηνή. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε που να αφορά παρουσία και άλλων οργανωμένων συνόλων στην σκηνή, ούτε και από που προήλθε ακριβώς το ρίξιμο του πυρσού. Ο Μ.Κ. 6, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  4. Σε αυτήν κάνει αναφορά στην θέση που κατέχει στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού, τις οδηγίες που δόθησαν για τα μέτρα ασφάλειας στην εκδήλωση που θα γινόταν στο πολιτιστικό κέντρο Πάνος Σολωμονίδης, με κύριο ομιλητή τον πρώην ηγέτη της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο δε μάρτυρας έφερε την γενική εποπτεία της επιχείρησης. Αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έλαβε για την ύπαρξη επεισοδείων στην εν λόγω εκδήλωση και έσπευσε στο μέρος, όπου εντόπισε γύρω στα 100 άτομα του ΕΛΑΜ, όπου στην σκηνή ενημερώθηκε ότι κάποιος Τουρκοκύπριος σε κάποια στιγμή βγήκε κάπως προκλητικά και φωτογράφιζε με την φωτογραφική του μηχανή τα μέλη του ΕΛΑΜ, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς να επιτεθούν προς το μέρος του, παίρνοντας του την φωτογραφική μηχανή. Η γυάλινη είσοδος του πολιτιστικού κέντρου είχε κάποια ραγίσματα και από ενημέρωση που έλαβε, η ζημιά προκλήθηκε στην είσοδο, όταν την έσπρωξαν άτομα της εν λόγω οργάνωσης με σκοπό να εισέλθουν στην αίθουσα. Υπήρχε μεγάλη ένταση από τα εν λόγω άτομα και φώναζαν διάφορα συνθήματα εναντίον των Τουρκοκυπρίων και ως εκ τούτου ο μάρτυρας μπήκε μπροστά και παρότρυνε τα άτομα αυτά όπως ηρεμήσουν. Περαιτέρω τους εξήγησε ότι οποιαδήποτε έκτροπα δημιουργούνται, έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργούν ζημιά στον τόπο μας. Στην συνέχεια ήρθε σε επικοινωνία με τον πρόεδρο του ΕΛΑΜ, ο οποίος ήταν στην σκηνή, τον οποίο και παρακάλεσε όπως καθυσηχάσει τους παρευρισκόμενους και ότι η αστυνομία βρισκόταν στο μέρος για σκοπούς ασφάλειας, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση αντιπαράθεσης, όμως του ανέφερε ότι εάν γίνουν οποιαδήποτε επεισόδια, η αστυνομία θα δράσει και θα προβεί σε συλλήψεις. Στην συνέχεια της κατάθεσης του ο μάρτυρας κάνει αναφορά για τρία έκτροπα με ισάριθμους πολίτες και που δεν ήταν ένας εξ αυτών ο κατηγορούμενος. Αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειες που έγιναν για να αποχωρήσουν οι Τουρκοκύπριοι και τα υπόλοιπα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στην εκδήλωση, αφού προηγουμένως κατεύθασαν ενισχύσεις, κάνοντας επίσης αναφορά στην ενημέρωση που έτυχε για τα επεισόδια που έλαβαν χώρα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στα καθήκοντα του την επίδικη ημέρα ως επόπτης της επιχείρησης, στην άφιξη του στην σκηνή και τις ενέργειες που έκανε, ποιους αντίκρυσε στην σκηνή, την οποία και περιέγραψε και τις προσπάθειες που έκανε για να τους καθυσηχάσει, αφού αυτοί ύβριζαν και φώναζαν συνθήματα, στην ενημέρωση που έτυχε για τα επεισόδια που προηγήθηκαν και για τα οποία δεν ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, ως επίσης αναφέρθηκε στην διαπίστωση ότι η γυάλινη πόρτα ήταν θρυμματισμένη και πιο συγκεκριμένα υπήρχαν ρωγμές. Στο εδώλιο αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως γνωστή φυσιογνωμία, δεν ήταν όμως βέβαιος να πει εάν την επίδικη ημέρα τον είχε δει στην σκηνή. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν κατεύθασε στην σκηνή, η εκδήλωση ήδη πραγματοποιείτο, δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο η όλη εκδήλωση ήταν ανοικτή ή κλειστή για το κοινό, αναφέρθηκε στους παρευρισκόμενους στον χώρο και πως τους έχει διακρίνει, το πως έχει αντιληφθεί την ζημιά στην γυάλινη πόρτα, περιγράφοντας ταυτόχρονα την πόρτα και την ζημιά, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν παρών κατά τα επεισόδια που οδήγησαν στην ζημιά στην εν λόγω πόρτα. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται κατά πόσο ο κατηγορούμενος μαζί με τον πρόεδρο του ΕΛΑΜ καθυσήχασε τους παρευρισκόμενους, ανέφερε όμως ότι συνεχίζονταν τα συνθήματα. Ο Μ.Κ. 7 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το τεκμήριο 11, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα μετέβηκε σε συγκεκριμένο οδόφραγμα για να συνοδεύσει Τουρκοκυπριακή αποστολή, συμπεριλαμβανομένου και του πρώην Τουρκοκύπριου ηγέτη και όπως μεταβούν στο πιο πάνω αναφερόμενο πολιτιστικό κέντρο για την διεξαγωγή συγκεκριμένης εκδήλωσης. Το όχημα παρέμεινε σε παρακείμενο οικόπεδο και φρουρείτο για τυχόν δολιοφθορά και στο μέρος κατεύθασαν 100 περίπου άτομα με φανέλες του ΕΛΑΜ και φώναζαν συνθήματα, κρατώντας ξύλινους και πλαστικούς πασσάλους όπου ήταν τοποθετημένες Ελληνικές σημαίες. Στο πλήθος αναγνώρισε και τον κατηγορούμενο τον οποίο και γνωρίζει από άλλες εκδηλώσεις που γίνονται από το ΕΛΑΜ στη Λευκωσία και δεν κατάφερε ο μάρτυρας να αναγνωρίσει οποιονδήποτε άλλο από τους διαδηλωτές. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, αναφέρθηκε στην απόσταση που βρισκόταν ο μάρτυρας και που είδε τα διαδραματισθέντα τα οποία και περιέγραψε, στην παρουσία του κατηγορουμένου στο πλήθος των διαδηλωτών, περιέγραψε την γυάλινη πόρτα, την εκφώνηση συνθημάτων από τους διαδηλωτές, περιγράφοντας την συμπεριφορά και την στάση τους ως απειλητικές, διευκρινίζοντας ότι δεν είχε οπτική επαφή με τον χώρο της γυάλινης πόρτας στην οποία έχουν λάβει χώρα έκτροπα. Στην αντεξέταση του διευκρίνησε και ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν όλα τα άτομα που φορούσαν φανέλες του ΕΛΑΜ, έδωσε την δική του ερμηνεία και εξήγηση για το πως εκλαμβάνει την στάση των διαδηλωτών ως επιθετική και απειλητική, αναφέρθηκε στην αναγνώριση του κατηγορούμενου και ότι σε προηγούμενες εκδηλώσεις βοήθησε ο κατηγορούμενος να κατευνάσει το πλήθος, καθώς επίσης ανέφερε ότι στον χώρο υπήρχαν και άλλα οργανωμένα σύνολα. Ανέφερε επίσης ότι η αστυνομική δύναμη που υπήρχε αρχικά στο μέρος δεν ήταν ικανή να ελέγξει τον όχλο. Ο Μ.Κ. 8 υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 12, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, η οποία επικεντρώνεται στο ψηφιακό υλικό που συγκεντρώθηκε και παραδόθηκε στην αστυνομία και που προέρχεται από την οικία του και τα οποία στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τα τεκμήρια 4 έως
  5. Στην αντεξέταση του εξέφρασε την άποψη ότι από το εν λόγω οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο ο ίδιος έχει δει και παραδώσει στην αστυνομία, έχουν παραβιαστεί κάποια δικαιώματα, δίνοντας την δική του εντύπωση, γνώση και γνώμη για το τι απεικονίζει το εν λόγω οπτικοακουστικό υλικό. Ο Μ.Κ. 9 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 13, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα διενεργήθηκε έρευνα από συγκεκριμένους αστυφύλακες στον χώρο όπου θα ελάμβανε χώρα σχετική εκδήλωση, ο ίδιος συνόδευσε Τουρκοκύπριους που θα ελάμβαναν μέρος στην εν λόγω εκδήλωση, όπου και μετέβησαν, όπου στο μέρος υπήρχαν παριστάμενα άτομα που διαμαρτύρονταν και φώναζαν συνθήματα. Σε κατοπινό στάδιο, είδε να καταφθάνουν πεζοί σε πορεία 80 με 100 άτομα τα οποία κρατούσαν ξύλινους ιστούς 1 - 1,5 μέτρων με Ελληνικές σημαίες, πτυσσόμενα ρόπαλα, φορούσαν κράνη μοτοσυκλετιστών ή είχαν το πρόσωπο τους καλυμμένα με μάλλινες κουκούλες και είχαν διακριτικά του κινήματος ΕΛΑΜ, φωνάζοντας συγκεκριμένα συνθήματα. Τότε έγιναν ενέργειες για να κλείσουν οι γυάλινες πόρτες για να μην εισέλθουν τα άτομα αυτά στην αίθουσα όπου γινόταν η εκδήλωση, τα οποία όπως έρχονταν σε πορεία, επιτέθηκαν στους αστυνομικούς, με αποτέλεσμα ο κλοιός να σπάσει και σπάζοντας τις γυάλινες πόρτες του προθαλάμου, προσπαθώντας τα άτομα αυτά να εισέλθουν στην αίθουσα, χωρίς όμως αποτέλεσμα, διότι αποθήθηκαν από τις αστυνομικές δυνάμεις. Ακολούθως τα άτομα αυτά προέβησαν σε άλλα έκτροπα, ήτοι αποσυναρμολόγηση πάγκων και σκίσιμο φυλλαδίων και εκφωνούνταν διάφορα συνθήματα. Σε κατοπινό στάδιο, ένας Τουρκοκύπριος εξήλθε της αίθουσας και με την φωτογραφική του μηχανή άρχισε να λαμβάνει φωτογραφίες από τα μέλη του ΕΛΑΜ και τότε ορισμένοι από αυτούς του επιτέθηκαν με τα χέρια τους, κτυπώντας τον σε διάφορα μέλη του σώματος του και στην συνέχεια βοηθήθηκε από μέλη της αστυνομίας να μπει στην αίθουσα. Κατεύθασαν ενισχύσεις στο μέρος, ενώ μέλη του ΕΛΑΜ κατάφεραν να παραβιάσουν μια άλλη πόρτα και να εκτοξεύσουν έναν αναμμένο πυρσό, αλλά και πάλι μέλη της αστυνομίας κατάφεραν να κλείσουν και αυτήν την πόρτα. Ακολούθησε η αποχώρηση των μελών του ΕΛΑΜ, ως επίσης και των Τουρκοκυπρίων, στις ώρες που διευκρίνισε ο μάρτυρας στην κατάθεση του. Δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει οποιονδήποτε από τους παρευρισκόμενους. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, περιέγραψε την σκηνή και το πως έκλεισαν οι γυάλινες πόρτες, την επίθεση που δέχθηκαν και έσπασαν οι εν λόγω πόρτες, σπάζοντας ταυτόχρονα και τον κλοιό που έχει σχηματιστεί και που έχει περιγράψει και που είχε ως αποτέλεσμα ορισμένα άτομα να εισέλθουν στον προθάλαμο, περιγράφοντας επίσης και την χρονική διάρκεια που διήρκησε η αποσυναρμολόγηση πάγκων και σκίσιμο φυλλαδίων. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η εκδήλωση ήταν ανοικτή για το κοινό, διαφώνησε σε υποβληθείσες θέσεις ότι στον χώρο υπήρχαν συγγενείς αγνοουμένων, ότι οι πλείστοι από τους διαμαρτυρόμενους κρατούσαν πλαστικούς ιστούς με Ελληνικές σημαίες, ότι δεν υπήρχαν άτομα που να κρατούσαν ρόπαλα και να φορούν φανέλες του ΕΛΑΜ, καθώς επίσης και για το πως ήταν η κατασκευή των γυάλινων πόρτων. Διευκρίνισε ότι δεν θυμάται τον κατηγορούμενο στην επίδικη σκηνή και ούτε τον είδε να διαπράττει οποιοδήποτε αδικημα, περιέγραψε την σκηνή όπου έγινε η ζημιά στις γυάλινες πόρτες και την επίθεση που δέχθηκαν μέλη της αστυνομίας για να σπάσει ο κλοιός, διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε για να κατευνάσουν τα πνεύματα, τονίζοντας ότι είναι από καθαρή τύχη που δεν εισήλθαν άτομα στην αίθουσα όπου γινόταν η εκδήλωση, έχοντας υπ΄ όψη ότι ακολουθούσε άλλη πόρτα, η οποία δεν ήταν γυάλινη και παρέμειναν τα άτομα αυτά στον προθάλαμο. Συμφώνησε ότι η αστυνομική δύναμη που υπήρχε στον χώρο ήταν ανεπαρκής, πλην όμως διαφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι υπήρχαν και άλλα οργανωμένα σύνολα πλην των φοιτητών και ότι τα άτομα κατεύθασαν ανεξέλεγκτα και όχι σε βηματισμό και σε τριάδες ή τετράδες, ως ήταν η θέση του μάρτυρα και ότι έφεραν διακριτικά του ΕΛΑΜ. Ο Μ.Κ. 10, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις του - τεκμήρια 14 και
  6. Στην πρώτη του κατάθεση, δηλαδή το τεκμήριο 14, ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα ορίστηκε ως υπεύθυνος για την αστυνόμευση της εκδήλωσης που έλαβε χώρα στο δημοτικό πολιτιστικό κέντρο Πάνος Σολομωνίδης στη Λεμεσό όπου κύριος ομιλητής στην εκδήλωση θα ήταν ο πρώην Τουρκοκύπριος ηγέτης. Το πρωί της ίδιας μέρας, επισκέφθηκε το χώρο για έλεγχο και προσωπική αναγνώριση του χώρου, όπου εκεί διενεργούνταν εργασίες καθαριότητας και σε κατοπινό στάδιο μερίμνησε για την φρούρηση του μέρους με προσωπικό του τμήματος του μέχρι την έρευνα και διασφάλιση του χώρου η ώρα 17:00 και την μετέπειτα έναρξη της εκδήλωσης. Την πιο πάνω ώρα αφίχθηκε στο κεντρικό σταθμό Λεμεσού και στη συνέχεια έδωσε οδηγίες στα εμπλεκόμενα μέλη στην επιχείρηση για το καθήκον που θα εκτελούσαν, αφού έγινε η κατάλληλη ενημέρωση. Συγκεκριμένα στην επιχείρηση εμπλέκονταν 10 μέλη του ΟΠΕ, 10 μέλη του ΟΥΛΑΕ, δύο της τροχαίας που θα ευρίσκονταν αρχικά στην εκδήλωση και 12 άλλα μέλη των σταθμών Πόλης και υπαίθρου που θα ενίσχυαν τους πρώτους σύμφωνα με την κατάσταση που θα επικρατούσε. Η ώρα 18:15 όλα τα εμπλεκόμενα μέλη του ΟΠΕ, ΟΥΛΑΕ και τροχαίας εγκαταστάθηκαν στο χώρο της εκδήλωσης. Παράλληλα έγινε μέριμνα για περιπολιακή κάλυψη της ευρύτερης περιοχής και κυρίως της πλατείας ηρώων, όπου σύμφωνα με πληροφορίες θα υπήρχε συγκέντρωση της φοιτητικής κινήσεως ΝΙΚΗ για διαμαρτυρία σχετικά με την παρούσα εκδήλωση. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης με την αντιπροσωπεία του αφίχθηκε με λεωφορείο η ώρα 18:40 συνοδευόμενο από δύο μέλη του ΟΥΠΕ Λευκωσίας, όπου η συνοδεία έγινε από το οδόφραγμα, ενώ περίπολο του αντίστοιχου τμήματος Λεμεσού συνόδευσε το λεωφορείο από τον κυκλικό κόμβο Μέσα Γειτονιάς. Κατά την άφιξη του λεωφορείου δεν υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα και στον χώρο της εκδήλωσης υπήρχαν μερικά μόνο άτομα που θα παρακολουθούσαν την ομιλία και δεν υπήρχαν άλλοι προς διαμαρτυρία. Μετά την αποβίβαση των επιβαινόντων, το λεωφορείο πάρκαρε σε παρακείμενο περιφραγμένο χώρο και έγινε μέριμνα για την φρούρηση του από το επί καθήκοντι προσωπικό. Περί ώρα 18:45 μια ομάδα 10 ατόμων της πιο πάνω φοιτητικής κινήσεως αφίχθηκε και εγκαταστάθηκε έναντι της κυρίας εισόδου του κτιρίου και εκδήλωσαν ειρηνικά χωρίς να προκαλέσουν κανένα επεισόδια. Η ώρα 18:50 έλαβε κλήση στο κινητό το τηλέφωνο από τον αστυνομικό διευθυντή και ενημέρωσε τον τελευταίο για την επικρατούσα ως την ώρα κατάσταση. Μετά πάροδο πέντε λεπτών, ενώ βρισκόταν στον χώρο της εκδήλωσης, αντιλήφθηκε ότι μια μεγάλη ομάδα προσώπων κατευθυνόταν προς το χώρο της εκδήλωσης, ερχόμενη με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Αγίου Ανδρέου. Τότε δόθηκαν οδηγίες σε όλα τα μέλη της αστυνομίας που ήταν αρχικά παρόντες στην εκδήλωση για να παραταχθούν στην κυρία είσοδο για φρούρηση του κτιρίου και παράλληλα ενημέρωσε τον αξιωματικό υπηρεσιας για το γεγονός. Εκείνη την ώρα κλήθηκαν για προσέλευση και τα υπόλοιπα δωδεκα μέλη των σταθμών τα οποία κατεύθασαν εντός 15 λεπτών περίπου. Η πιο πάνω ομάδα κατευθύνθηκε προς το πολιτιστικό κέντρο, ερχόμενοι από νότια και αποτελείτο από 80 πρόσωπα περίπου με τους περισσότερους να φέρουν κράνος μοτοσικλετιστή, ήταν μέλη του ΕΛΑΜ, όλοι ενδεδυμένοι με μαύρα ρούχα και φώναζαν διάφορα ζητήματα και κάποιοι από αυτούς έφεραν μαζί τους ρόπαλα. Ενώ βρισκόταν στην κυρία είσοδο του κτιρίου για αποτροπή εισόδου τους προς το κτίριο, λόγω της αριθμητικής τους υπεροχής, κατάφεραν να εισέλθουν στον προθάλαμο του κτιρίου, σπρώχνοντας τις δύο γυάλινες θύρες. Από τα σπρωξίματα έχει προσέξει ότι προκλήθηκε μικρή ζημιά σε δύο στέρεους γιαλοπίνακες πάνω απο τις θύρες. Με την είσοδο τους στον προθάλαμο, συνέχιζαν να φωνάζουν παρόμοια συνθήματα και την ίδια ώρα είδε κάποιο πρόσωπο 65 - 70 χρονών περίπου που ήρθε με το λεωφορείο των Τουρκοκυπρίων να τους φωτογραφίζει με φωτογραφική που είχε κρεμασμένη στο λαιμό του. Τότε κάποια μέλη της ομάδας κατευθυνθηκαν προς το μέρος του και προσπαθούσαν να του αποσπάσουν την μηχανή. Προσπάθησαν και τον φυγάδευσαν στην εσωτερική αίθουσα της εκδήλωσης, αλλά προηγουμένως κατάφεραν να του την αποσπάσουν. Κατά το επεισόδιο αυτό πρόσεξε ότι υπέστη και ελαφρύ γδάρσιμο στο μέτωπο. Στην συνέχεια όλο το προσωπικό παρατάχθηκε μπροστά από την θύρα της αίθουσας που γινόταν η ομιλία και έγινε μέριμνα για να μην εισέλθουν εντός της αίθουσας. Σε κατοπινό στάδιο συνάντησε το πρόσωπο αυτό που δεν μιλούσε αγγλικά και μέσω άλλου Τουρκοκύπριου δήλωσε ότι δεν ήθελε να καταθέσει στην αστυνομία για το συμβάν. Οι συγκεντρωθέντες αφού παρέμειναν για λίγα λεπτά στον προθάλαμο του κτιρίου, εξήλθαν του κτιρίου και παρέμειναν στον εξωτερικό χώρο. Κατά την ώρα που οι συγκεντρωθέντες βρίσκονταν έξω από το κτίριο και συγκεκριμένα η ώρα 19:20, επικοινώνησε μαζί του και πάλι ο αστυνομικός διευθυντής και τον ενημέρωσε για την επικρατούσα κατάσταση και του έδωσε οδηγίες όπως ενημερώσει επισήμως τηλεφωνικώς τον υπαρχηγό της αστυνομίας, πράγμα το οποίο έκανε αμέσως μετά. Στην συνέχεια άρχισαν να καταφθάνουν στο χώρο μέλη από διάφορα τμήματα της αστυνομικής διεύθυνσης και συνολικά καταγράφηκε η άφιξη άλλων 41 μελών και η κατάσταση τέθηκε υπό έλεγχο. Η ώρα 21:00 η ομάδα αυτή αποχώρησε και δέκα λεπτά περίπου αργότερα αφίχθηκε δύναμη της ΜΜΑΔ, ενώ η ομιλία τελείωσε η ώρα 21:20 και αμέσως μετά έγινε η αποχώρηση του λεωφορείου με τους Τουρκοκύπριους. Το λεωφορείο συνοδεύτηκε με ασφάλεια από περίπολα της διεύθυνσης και της ΜΜΑΔ. Από τα πρόσωπα που προκάλεσαν τα επεισόδια δεν γνωρίζει οποιοδήποτε, αλλά μπορεί να αναγνωρίσει κάποιους από αυτούς όταν τους δει. Στην συμπληρωματική του κατάθεση αναφέρει ότι την επόμενη μέρα του συμβάντος είδε στις ειδήσεις του τηλεοπτικού σταθμού Σίγμα ένα από τα πρόσωπα που εισήλθαν με βία στον προθάλαμο του κτιρίου και συγκεκριμένα το πρόσωπο αυτό έκανε δηλώσεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς και πρόκειται για τον εκπρόσωπο τύπου του ΕΛΑΜ κ. Γεαδη. Το πρόσωπο αφίχθηκε με την ομάδα των 80 περίπου ατόμων και ήταν στο μπροστινό μέτωπο της ομάδας κατά τον χρόνο που σπρώχνοντας τις γυάλινες θύρες εισήλθαν στον προθάλαμο. Παρέμεινε και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους στον χώρο φωνάζοντας διάφορα συνθήματα. Από περαιτέρω έρευνα στο διαδίκτυο τον εντόπισε στην ιστοσελίδα του Σίγμα live μαζί με άλλα πέντε άτομα ως υποψήφιο ευρωβουλευτή του ΕΛΑΜ και απεικονίζεται σε εκτυπωμένη σελίδα την οποία και κατέθεσε ως τεκμήριο
  7. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, έχει αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ως ένα από τα άτομα που εισήλθαν με βία στον συγκεκριμένο χώρο της εκδήλωσης, ήτοι στον προθάλαμο του κτηρίου, σπρώχνοντας τις γυάλινες πόρτες, τον οποίο χώρο έχει περιγράψει, περιγράφοντας επίσης τον τρόπο που τα εν λόγω άτομα συμπεριφέρονταν, μεταξύ άλλων και ο κατηγορούμενος, όπου σύμφωνα με τον ίδιο τον μάρτυρα πρωταγωνιστούσαν στα έκτροπα και που έχει συγκρατήσει την φυσιογνωμία του κατηγορουμένου. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στην αριθμητική δύναμη της αστυνομίας στον χώρο και την μετέπειτα ενίσχυση της, στα άτομα που βρίσκονταν στον χώρο και που ορισμένα ήταν μέλη του ΕΛΑΜ, όπως τα έχει αντιληφθεί και εκλάβει ο μάρτυρας μέσα από την ενδυμασία και τον εξοπλισμό τους. Αναφέρθηκε επίσης στην διενέργεια κάποιων συλλήψεων που έγιναν στον χώρο, στο πως έχει αντιληφθεί τον κατηγορούμενο στον χώρο και τι ενέργειες έχει κάνει, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε την αστυνομία στο να αποκοπεί ο όχλος από το να εισέλθει στην αίθουσα, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει δει τον κατηγορούμενο να προκαλεί ή να απωθεί τον όχλο και σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι ήταν στο μπροστινό μέρος της ομάδας που ήρθαν προς το μέρος των αστυνομικών και εισέβαλαν στον προθάλαμο του κτηρίου. Περιέγραψε την ζημιά που έγινε στις γυάλινες θύρες, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ράγισαν, εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι η ζημιά δεν προϋπήρχε, λόγω του ότι άκουσε τον θόρυβο του ραγίσματος και η εν λόγω ζημιά προήλθε από το γεγονός ότι ο όχλος με βία έσπρωχνε τις θύρες και τους αστυνομικούς και ακολούθως εισήλθε στον προθάλαμο. Δεν είδε τον κατηγορούμενο να συμμετέχει στο επειδόδιο με τον Τουρκοκύπριο και την φωτογραφική μηχανή και επανέλαβε το πως έχει αντιληφθεί και εκλάβει την παρουσία των ατόμων στον χώρο, τα οποία εξέλαβε ως μέλη του ΕΛΑΜ, επαναλαμβάνοντας επίσης το πως έχει αντιληφθεί την παρουσία του κατηγορουμένου στον χώρο, για τον οποίο δεν έχει δει να σπρώχνει ή να μην σπρώχνει, ήταν όμως στο μπροστινό μέρος του όχλου και δεν τον έχει αντιληφθεί να προσπαθεί να αποθήσει τον όχλο. Υπεραμύνθηκε της κατάθεσης του, απορρίπτοντας την θέση ότι υπήρχαν πιέσεις για συλλήψεις και γενικά πολιτικές πιέσεις και γενικά αρνήθηκε ότι υπήρχαν αλλότρια κίνητρα που είχαν στόχο ηγετικά στελέχη του ΕΛΑΜ. Ο Μ.Κ. 11 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις του - τεκμήρια 17 και
  8. Στην πρώτη του κατάθεση, ήτοι το τεκμήριο 17, αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, έλαβε οδηγίες από συγκεκριμένο συνάδελφο του, όπως μεταβεί στο πολιτιστικό κέντρο Πάνος Σολωμονίδης, λόγω της ύπαρξης έντασης, πράγμα που έκανε, αναφέροντας ότι υπήρχαν περίπου 100 άτομα και φώναζαν συνθήματα πολιτικού περιεχομένου και ορισμένα από αυτά κρατούσαν Ελληνικές σημαίες. Τοποθετήθηκε στην κύρια είσοδο του κέντρου μαζί με άλλους συναδέλφους του, όπου σε κάποιο στάδιο, διαδηλωτές προσπάθησαν να εισέλθουν στο κέντρο, κινούμενοι προς το μέρος των αστυνομικών, αλλά τελικώς αποθήθηκαν και οι διαδηλωτές επέστρεψαν στον δρόμο. Σε κατοπινό στάδιο πληροφορήθηκε από άλλο συνάδελφο του ότι οι διαδηλωτές προσπαθούσαν να εισέλθουν από την έξοδο κινδύνου στην αίθουσα όπου διεξαγόταν η εκδήλωση, όπου έλαβε οδηγίες ο μάρτυρας να παραμείνει στην κύρια είσοδο αρχικά, αλλά αργότερα μετά από οδηγίες μετακινήθηκε στην έξοδο κινδύνου για φύλαξη, μέχρι που έλαβε οδηγίες για να επιστρέψει στην ΑΔΕ Λεμεσού. Το τεκμήριο 18 αφορά την κατάθεση του μάρτυρα στην οποία κάνει αναφορά στην λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, η οποία και κατατέθηκε ως τεκμήριο 19, στην οποία καταγράφονται οι δηλώσεις του κατηγορουμένου, ήτοι πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, αναγνώρισε δε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο. Στην αντεξέταση του, δεν ήταν σε θέση να κρίνει την επάρκεια της αστυνομικής δύναμης που υπήρχε, αν και σε κατοπινό στάδιο εξέφρασε την άποψη ότι αρχικά δεν ήταν ικανοποιητική, αλλά με την άφιξη του αντιτρομοκρατικού ουλαμού ήταν επαρκής και επανέλαβε τις οδηγίες που έλαβε για να μεταβεί στην σκηνή και περιέγραψε τις ενέργειες που είχε κάνει και τι αντίκρυσε στην σκηνή. Ανέφερε ότι στον χώρο υπήρχε ένα οργανωμένο σύνολο, όπως το έχει εκλάβει, λόγω του ότι όλα τα άτομα ήταν μαζί και φώναζαν τα ίδια πολιτικά συνθήματα και σε κατοπινό στάδιο διευκρίνισε ότι αυτό το έχει πιθανολογήσει. Ανέφερε ότι δεν είχε προσέξει τον κατηγορούμενο στην σκηνή και ότι εάν έβλεπε κάποια άτομα να φέρουν κράνη και ρόπαλα θα το ανέφερνε στην κατάθεση του, καθότι δεν είναι ένα σνηθισμένο φαινόμενο. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει έρθει στην αντίληψη του κάτι που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε την ασυνομία να απωθήσει τον όχλο και να σταματήσει την οποιαδήποτε ένταση. Ολοκληρώνοντας την μαρτυρία του ανέφερε ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την ανάκριση και κατά την μεταφορά του από συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό ήταν σωστή και ότι δεν έχει δει τον κατηγορούμενο να δημιουργεί στον χώρο οποιαδήποτε επεισόδια ή ένταση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι παρευρέθηκε στην επίδικη σκηνή για να διαμαρτυρηθεί για την άφιξη του πρώην Τουρκοκύπριου ηγέτη στην κατά τα άλλα ανοικτή προς το κοινό εκδήλωση και στις ενέργειες που είχε κάνει ο εν λόγω ηγέτης το 1974, όπου ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να εισέλθει στην αίθουσα και να παρακολουθήσει την συγκεκριμένη ομιλία για σκοπούς ενδιαφέροντος και να θέσει αυτά τα ζητήματα στον πρώην Τουρκοκύπριο ηγέτη. Ως προς τα άτομα που παρεκτράπησαν, αυτά δεν είχαν καμία σχέση μαζί του, αντιθέτως προσπάθησε να κατευνάει τα πνεύματα. Περιέγραψε την σκηνή όπου έγιναν τα επεισόδια, δίνοντας έμφαση στην μικρή αστυνομική δύναμη που υπήρχε και του μικρού χώρου. Ανέφερε επίσης ότι ο καθένας που βρισκόταν στον χώρο ενεργούσε αυτόβουλα, εκδιώχθηκαν συγγενείς αγνοουμένων από την αίθουσα, δεν είχε σκοπό να διαπράξει οχλαγωγία, αρνείται τις κατηγορίες που του καταλογίζουν και ειδικότερα ως προς το ράγισμα της πόρτας, εξέφρασε άγνοια εάν η ζημιά προϋπήρχε και ποιος την έχει προκαλέσει, έχοντας υπόψη ότι υπήρχαν τα άτομα που έσπρωχναν και η αστυνομία προσπαθούσε να τους αποφύγει. Υπεραμύνθηκε του δημοκρατικού δικαιώματος της διαμαρτυρίας με ειρηνικό τρόπο και σχολίασε την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, όπου εν πάση περιπτώση τον κατηγορούμενο δεν τον εμπλέκει στα επεισόδια, ως η θέση του και επανέλαβε την θέση του ότι στον χώρο υπήρχαν και άλλα οργανωμένα σύνολα. Στην αντεξέταση του απέδωσε αλλότρια κίνητρα πολιτικής φύσεως και προέλευσης για την δίωξη του, αναφέρθηκε στην ιδιότητα του στο ΕΛΑΜ, στο ότι η εκδήλωση ήταν ανοικτή στο κοινό και υπήρχαν και άλλα οργανωμένα σύνολα, συγγενείς αγνοουμένων εκδιώχθηκαν από την αίθουσα, ανέφερε ότι προτίμησε να κατευνάσει τα πνεύματα και να αποτρέψει τον όχλο και για αυτό ήταν ανάμεσα σε αυτά τα άτομα, παρά να εισέλθει στην αίθουσα όπου διεξαγόταν η εκδήλωση, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι δεν εσήλθε στην αίθουσα ένεκα των επεισοδίων που έγιναν και που ο ίδιος συμμετείχε. Επανέλαβε την θέση του ότι είχε ως σκοπό να θέσει ενώπιον του πρώην Τουρκοκύπριου ηγέτη συγκεκριμένα ζητήματα, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι συμμετείχε με κοινή αντίληψη με άλλα άτομα στα επεισόδια και πέτυχαν την βίαιη είσοδο εντός του πολιτιστικού κέντρου, λέγοντας ότι δεν υπάρχει κάποια μαρτυρία που να τον εμπλέκει. Ανέφερε ότι η αντιπροσωπεία του ΕΛΑΜ ήταν ειρηνική, συναντήθηκε τυχαία σε παρακείμενο χώρο με άλλα άτομα και γενικά στον χώρο υπήρχαν και άλλα σύνολα, όπου ορισμένοι ήδη ήταν στο μέρος όταν αυτοί κατεύθασαν και υπεραμύνθηκε εκ των δημοκρατικών δικαιωμάτων της διαμαρτυρίας και της συμμετοχής σε μια ανοικτή προς το κοινό εκδήλωση, καθώς επίσης και της στάσης που κράτησε για να κατευνάσει τα πνεύματα και γενικά να αποτραπούν τα χειρότερα. Ανέφερε επίσης ότι τα άτομα που ήταν της αντιπροσωπείας του ΕΛΑΜ στον χώρο, με τα οποία πορεύθηκε μαζί τους, δεν προέβησαν σε οποιανδήποτε οχλαγωγία, λόγω του ότι άλλα άτομα από άλλα σύνολα προέβησαν σε έκτροπα. Έδωσε την δική του τοποθέτηση ως προς τον μάρτυρα που τον αναγνώρισε στην σκηνή και που εν πάση περιπτώση ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την φυσική του παρουσία στον χώρο, αρνήθηκε όμως κάθε ανάμειξη με οποιαδήποτε έκτροπα και ειδικότερα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ως επίσης αρνήθηκε ότι είχε οποιανδήποτε επιθετική στάση και διάθεση, όπως αναφέρθηκε από μάρτυρα κατηγορίας με αναφορά σε τέτοια στάση και συμπεριφορά και επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος έδωσε τις δικές του εξηγήσεις σε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως αντικείμενο μαρτυρία που δόθηκε ήδη στο Δικαστήριο από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι ηγείτο των ατόμων που προέβησαν στα έκτροπα και ειδικότερα στην διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν τις επίδικες κατηγορίες και που του έγιναν σχετικές υποβολές για αυτές, δίνοντας εκ νέου την δική του εξήγηση για την παρουσία του στον χώρο και τις ενέργειες που είχε κάνει για να κατευνάσει τα πνεύματα και να αποτρέψει άτομα από το να εισέλθουν στον χώρο, καυστηριάζοντας το γεγονός ότι έχει αναγνωριστεί ουσιαστικά μόνο από έναν μάρτυρα και όχι από άλλους και επανέλαβε την δική του εκδοχή και εξήγηση για την ζημιά που προκλήθηκε στις γυάλινες πόρτες, λέγοντας ταυτόχρονα ότι δεν φέρει οποιανδήποτε ευθύνη για το γεγονός ότι κάποια άτομα παρεκτράπησαν και ούτε εξαρτάτο από αυτόν τι φορούσαν οι παρευρισκόμενοι και τι κρατούσαν. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Νομική πτυχή Το αδίκημα της οχλαγωγίας προβλέπεται από τον συνδυασμό των άρθρων 70 και 72 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία προβλέπουν τα ακόλουθα: «70.Παράνοµη είναι η συνάθροιση πέντε ή περισσότερων προσώπων συναθροισµένων µε πρόθεση να διαπράξουν κάποιο ποινικό αδίκηµα, ή τα οποία συναθροίστηκαν µε πρόθεση να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό, συµπεριφέρονται µε τέτοιο τρόπο που διεγείρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν µε αυτό τον τρόπο µε σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή ότι µε τέτοια συνάθροιση άσκοπα και χωρίς επαρκή λόγο προκαλούν άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης. Η συνάθροιση είναι παράνοµη και αν ακόµη άρχισε αυτή ως νόµιµη, αν οι συµµετέχοντες σε αυτή που συναθροίστηκαν συµπεριφέρονται για κοινό σκοπό σύµφωνα µε τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω. Όταν η παράνοµη συνάθροιση άρχισε να επιτελεί το σκοπό είτε δηµόσιας είτε ιδιωτικής φύσης, για τον οποίο συναθροίστηκε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόµο του κοινού, η συνάθροιση χαρακτηρίζεται ως οχλαγωγία, αυτοί που συναθροίστηκαν θεωρούνται ότι συναθροίστηκαν οχλαγωγικά.
  1. Όποιος συµµετέχει σε οχλαγωγία είναι ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Από το λεκτικό των ανωτέρω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  2. Η συνάθροιση πέντε ή περισσοτέρων προσώπων,
  3. Αυτή να γίνεται με πρόθεση να διαπράξουν κάποιο αδίκημα ή να εκτελέσουν κάποιο κοινό σκοπό,
  4. Η συμπεριφορά τους να γίνεται με τρόπο που να διεγείρει στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή εύλογο φόβο ότι συναθροίστηκαν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να διασαλεύσουν την ειρήνη ή με την συνάθροιση τους να προκαλούν άσκοπα και χωρίς επαρκή λόγο άλλα πρόσωπα σε διασάλευση της ειρήνης και
  5. Η συνάθροιση να άρχισε να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο έγινε, για διασάλευση της ειρήνης και προς τρόµο του κοινού. Για την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Katsaronas and others v. The Police
(1973)2 C.L.R. 1: «As was pointed out in Trikomitis and Others v. The Police, 21 C.L.R. 92 (at p. 95) in relation to section 70—(which at the time was section 67 of Cap. 13 of the 1949 Revised Edition of the Laws of Cyprus)—the legislator has framed the definitions of unlawful assembly and riot in such a way "as to treat unlawful assembly as an earlier stage of riot". Though in Cyprus we have to apply the law as laid down in section 70 of Cap. 154, there is no doubt that English case‑law, consistent with the provisions of section 70, can be usefully referred to: In Field and Others v. The Receiver of Metropolitan Police [1907] 2 K.B. 853, a judgment was delivered by Phillimore, J. reviewing the authorities on the matter and stating the five necessary elements of the offence of riot in England as follows (at p. 860): First, there must be an assembly of at least three persons; secondly, a common purpose; thirdly, execution of the said common purpose; fourthly, an intent of those involved to help one another by force if necessary against any person who may oppose them in the execution of their common purpose; and, fifthly, force or violence, not merely used concerning the common purpose, but also displayed in such a manner as to alarm at least one person of reasonable firmness and courage. The Field case was followed in, inter alia, Ford v. Receiver for the Metropolitan Police District [1921] 2 K.B. 344, and J. W. Dwyer Ltd. v. Metropolitan Police District Receiver [1967] 2 Q.B. 970; it is to be derived from the latter case (see at p. 978) that even if there is no direct evidence that persons witnessing an assembly were alarmed by the display of force or violence, there may be found, in a proper case, that the conduct of those assembled was such as to alarm persons of reasonable courage. It is not every unlawful assembly, which becomes tumultuous, that can be regarded as a riot. As was pointed out in the Dwyer case, supra (at p. 979), "an assembly may well start by being tumultuous and only after a time become riotous, as well". As regards participation in an unlawful assembly or riot, it was pointed out in the Trikomitis case, supra (at p. 96), that "there must be some evidence that an accused person was present at and shared in the common purpose of an assembly whether it is riotous or merely unlawful before he can be convicted" ; that "mere presence in a riotous assembly is insufficient evidence that an accused person was taking part in the riot" (see, too, Reg. v. Atkinson and Others, 11 Cox C.C. 330); and that "the issue is one of fact: Was the accused while present in the assembly sharing in its common purpose? The circumstances from which a prima facie presumption of intent may be inferred are as varied as life itself and should not be circumscribed by a neat legal definition. When a captain stands on the bridge of his sinking ship and goes down with it, his heroic intent is manifested by inactivity. The position a man takes up in a riotous assembly, his continued presence despite the strenuous efforts of the Queen's forces to disperse the crowd and his giving an explanation of his presence which is on the face of it improbable are circumstances tending to show that his presence in the riotous assembly was something more than 'mere presence', and may be sufficient to support the conclusion that he shared in its common purpose". Elsewhere in the Trikomitis case—(at p. 95)—it was stressed that "on the other hand, when the assembly resorts to violence a man should not be held vicariously responsible for such violence unless the prosecution shows that he was in the assembly sharing the common purpose and remained there after the peace is disturbed in execution of such purpose". Of course, when a trial Court is faced with a denial of the existence of any intention to share in a common purpose, it must not be forgotten that the burden of establishing such intention, beyond reasonable doubt, rests on the prosecution (see, inter alia, as to the burden of proof, Jayasena v. Reginam [1970] 1 All E.R. 219, at p. 221). But, it should, also, not be lost sight of the fact that, as was stated in the Trikomitis case—(at p. 99)—whether the circumstantial evidence which surrounds the unexplained presence of an accused in a riotous assembly "is sufficient for a Court to hold that this was not a case of mere presence but of something more, is a question of fact not of law"». Προκύπτει δε σαφώς από την πιο πάνω απόφαση ότι, προς στοιχειοθέτηση του επίδικου αδικήματος και δη της συμμετοχής του κατηγορούμενου στην οχλαγωγία, δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι αυτός απλά βρισκόταν στο μέρος όπου αυτή λάμβανε χώραν. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος μοιραζόταν και τον κοινό σκοπό για τον οποίο επιτελείτο η οχλαγωγία και ότι παρέμεινε εκεί μετά την διασάλευση της ειρήνης κατά την εκτέλεση αυτού του σκοπού. Αυτό είναι δε θέμα γεγονότων. Έτσι θα πρέπει να εξετάζονται, όλα τα σχετικά υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης γεγονότα, όπως για παράδειγμα η θέση που παίρνει στην οχλαγωγία, η συνεχής παρουσία του παρά τις προσπάθειες της Αστυνομίας να διαλύσουν αυτήν αλλά και μια μη πιθανή εξήγηση που δίδει σε σχέση με την παρουσία του εκεί. Ως προς το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, το άρθρο 280 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα με τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Ø η είσοδος σε περιουσία Ø η περιουσία δεν είναι στην κατοχή του αδικοπραγούντα Ø ο αδικοπραγών έχει σκοπό (πρόθεση) Ø να διαπράξει ποινικό αδίκημα ή Ø να εκφοβίσει, εξυβρίσει ή ενοχλήσει το νόμιμο κάτοχο της περιουσίας. Το αδίκημα στοιχειοθετείται και στην περίπτωση που ο αδικοπραγών εισέλθει νόμιμα στην περιουσία, αλλά παραμείνει σε αυτήν παράνομα με πρόθεση να διαπράξει ποινικό αδίκημα ή με πρόθεση να εκφοβίσει, εξυβρίσει ή ενοχλήσει το νόμιμο κάτοχό της. Η «είσοδος» είναι συστατικό στοιχείο του εγκλήματος - Μαρτυρία για «άγγιγμα» παραθύρου οικίας παραπονουμένου από εφεσείοντα, χωρίς προσδιορισμό μέρους, που άγγιζε, ή αν με το άγγιγμα, οποιοδήποτε μέρος του σώματος του εφεσείοντα εισήλθε μέσα στο χώρο της οικίας - Ακύρωση καταδίκης.
(1989)2 Α.Α.Δ. 401 ΦΛΟΥΡΗΣ Κ. ΦΛΟΥΡΗ V ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ. Το Άρθρο 280 δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ο νόμος ήθελε να καταστήσει σαφές ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο Άρθρο 280. Δεν είναι, κατά την κρίση μας, θέμα πρώτου ή δευτέρου μέρους του άρθρου, όπως έγινε προσπάθεια να διατυπωθεί κατά την ακρόαση. Το Άρθρο 280 ουσιαστικά στοιχειοθετεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται στην είσοδο ή παραμονή προσώπου σε υποστατικό με σκοπό την εξύβριση, εκφοβισμό ή διάπραξη ποινικού αδικήματος. ................................. Παρ' όλον ότι ο εφεσείων είχε εισέλθει νόμιμα στο υποστατικό η συμπεριφορά του στη συνέχεια κατέστησε την παραμονή του εκεί παράνομη, αφού άρχισε να εξυβρίζει, να σπάζει έπιπλα και να απειλεί την παραπονούμενη. Δεν ήταν απαραίτητο, βεβαίως, για να χαρακτηριστεί ως παραβατική η συμπεριφορά του, κάποιος να ζητήσει ρητά την αποχώρησή του από το υποστατικό. Είναι προφανές ότι αμέσως μετά την παραβατική συμπεριφορά του, ο εφεσείων παράμενε πλέον στο υποστατικό παρανόμως. Η παραμονή του εκεί, με πρόθεση να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που περιγράφεται στο Άρθρο 280 του Κεφ. 154, καθιστά την παραμονή (βλέπε και The Penal Law of India, 9η έκδοση, σελ. 3576-72 (Νεόφυτος Ιωάννου V Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493). Είσοδος εντός περιουσίας κατά τη διάρκεια της νύκτας κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 - Πρόθεση όχλησης - Συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος - Η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις της υπόθεσης - Το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα - Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης, φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης - Μαχητό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του - Αν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. .................................... Ο εφεσείων έχει επιδιώξει τον παραμερισμό της πιο πάνω καταδίκης του. Διατείνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πρόθεση του εφεσείοντα να οχλήσει ως απαιτεί το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του έκαμε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στη θεμελιακή υπόθεση R. v. Steane [1947] 1 All E.R. 813, 816: "No doubt, if the prosecution prove an act the natural consequences of which would be a certain result and no evidence or explanation is given, then a jury may, on a proper direction, find that the prisoner is guilty of doing the act with the intent alleged..". Σε μετάφραση: "Χωρίς αμφιβολία, εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει μια πράξη της οποίας η φυσική συνέπεια θα είναι κάποιο αποτέλεσμα και δεν δίδεται μαρτυρία ή εξήγηση, τότε οι ένορκοι, με ορθή καθοδήγηση, θα μπορούν να βρουν ότι κατηγορούμενος είναι ένοχος διάπραξης της πράξης με την ισχυριζόμενη πρόθεση.» Εφόσον - συνεχίζει η εισήγηση - ο εφεσείων εξήγησε ότι εισήλθε στο διαμέρισμα του παραπονούμενου όχι για να κλέψει αλλά αναζητώντας στοιχεία ότι σε αυτό διέμεναν οι Ρωσσοπόντιοι που ανέλαβε τα παρακολουθήσει και το Κακουργιοδικείο δεν απέκλεισε αυτή την εξήγηση, τυγχάνει εφαρμογής η υπόθεση Steane (πιο πάνω) με συνέπεια να μη έχει αποδειχθεί το στοιχείο της πρόθεσης. Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georgiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε» ". direct evidence of intention can hardly ever be produced and the intention has in most cases to be inferred from the circumstances. There is a well-known presumption that every man intends the probable consequence of his act. The presumption is rebuttable, but if it is not rebutted it will stand. The annoyance which is spoken of in Sec. 41, I.P.C., is not intended to be instantaneous. It may happen subsequently". Σε μετάφραση: ".άμεση μαρτυρία της πρόθεσης δύσκολα μπορεί ποτέ να παρουσιασθεί και η πρόθεση πρέπει στις περισσότερες υποθέσεις να συναχθεί από τις περιστάσεις. Υπάρχει ένα καλώς γνωστό τεκμήριο ότι ο κάθε άνθρωπος έχει πρόθεση να επιφέρει τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Η ενόχληση στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα δεν σκοπείται να είναι ακαριαία. Μπορεί να επισυμβεί σε μεταγενέστερο στάδιο». Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ορθά έχει επισημανθεί από το Κακουργιοδικείο, ο εφεσείων γνώριζε ότι στο διαμέρισμα κατοικούσαν κάποια πρόσωπα. Ωστόσο εισήλθε στο διαμέρισμα από την «μπαλκονόπορτα» κατά τη διάρκεια της νύκτας και επεδίωξε να το ερευνήσει. Θεωρούμε ότι η πρόσκληση ενόχλησης στους ενοίκους του διαμερίσματος λόγω της παρουσίας του, υπό τις συνθήκες που έχουν προαναφερθεί, αποτελεί φυσική συνέπεια της εισόδου του εφεσείοντα. Η πρόκληση ενόχλησης είναι αυτονόητη και αυταπόδεικτη. Ακολουθεί πως το πιο πάνω τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί και ορθά το Κακουργιοδικείο διαπίστωσε την ύπαρξη του στοιχείου της πρόθεσης όχλησης (Χριστάκης Ανδρέου Ανθία V Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 404). Το Άρθρο 280 του Κεφ. 154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας (ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ V ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2007)2 Α.Α.Δ. 354). Ως προς το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας και προς τη νομική πτυχή που διέπει την επίδικη κατηγορία αυτό είναι το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: 1)Η καταστροφή ή η πρόκληση ζημιάς. 2) Σε περιουσία. 3) Με σκόπιμη και παράνομη πράξη του αδικοπραγούντος. Είναι αδιάφορο σε περίπτωση που το αδίκημα διαπράττεται με την πρόκληση ζημιάς σε περιουσία το ύψος της ζημιάς καθώς αυτό το στοιχείο δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επίσης δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται (βλέπε Θωμά εναντίον Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ σελίδες 255‑ 259). Το στοιχείο που απαιτείται για να αποδειχθεί το αδίκημα είναι η εσκεμμένη σκόπιμη πρόκληση της ζημιάς και δεν απαιτείται όμως η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης βλέπε (Μιχαήλ εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)ΑΑΔ σελίδες 168 και 176). Όπως εξηγείται στον Archbold 2000 παράγραφος 17‑ 46 "Ο όρος "εσκεμμένα" "willfully" σημαίνει να πράττεις κάτι οικιοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικιοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει η ζημιά ή όχι). Χρειάζεται όμως να αποδειχθεί ότι η πρόκληση της ζημιάς ήταν παράνομη, δηλαδή δεν ήταν νόμιμη, ή δεν είχε νόμιμη αιτία (βλέπε Μιχαήλ εναντίον Αστυνομίας 1991, 2Α.Α.Δ., σελίδες 168 και 176). Στη Μιχάλης Δρουσιώτης εναντίον Αστυνομίας Λεμεσού 1996,
(2)ΑΑΔ σελίδα 189, αποφασίστηκε ότι η κυριότητα των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται ότι η κατηγορία αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση αυτή η απουσία ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα αντικείμενα δεν ανήκαν στον κατηγορούμενο οδήγησε σε ακύρωση της καταδίκης και σε διαταγή επανεκδίκασης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 324 καθώς στη βάση των προνοιών της, για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς περιουσίας περιορίζεται η άσκηση του αδικήματος έγερσης της υπεράσπισης του άρθρου 8 του κεφάλαιο 154 εφόσον αυτή κατ' εφαρμογή της επιφύλαξης, δύναται να ασκηθεί επιτυχώς μονό στην περίπτωση που είναι και εύλογη λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Με άλλα λόγια η ειδική υπεράσπιση που δύναται να εγερθεί στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς είναι "η υπεράσπιση με καλή πίστη και εύλογης αξίωσης δικαιώματος" . Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπεράσπιση όπως σε σχέση και με όλες τις άλλες ειδικές υπερασπίσεις, είτε προνοούνται στο Ποινικό Κώδικα, είτε σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο είναι ότι η έγερση τους δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ή παράλειψης που συνιστούν το ποινικό αδίκημα εφόσον στοιχειοθετηθούν με το βάρος απόδειξης να εναποτίθεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων στους ώμους του αδικοπραγούντα αποκλείουν τον ποινικό κολασμό της πράξης του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Με φάρο και οδοδείκτη τις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ξεχωριστά, για να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα. Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιδήποτε στοιχείο μεροληψίας ή προκατάληψης υπέρ ή εναντίον της κατηγορούσας αρχής ή του κατηγορουμένου. Οι απαντήσεις του ήταν απλές και ξεκάθαρες και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 και ειδικότερα μέσα από την σύντομη αντεξέταση του, διαφάνηκε ότι ο μάρτυρας απάντησε σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, ότι δεν τον έχει δει να διαπράττει οποιανδήποτε οχλαγωγία ή πλημμέλημα ή ζημιά και ούτε να παρακινεί άλλον να πράξει κάτι αντίστοιχο. Αυτό το στοιχείο και χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας βρισκόταν πενήντα περίπου μέτρα από την είσοδο του πολιτιστικού κέντρου όπου εκτυλίχθηκαν τα επεισόδια, εν τούτοις αποτελεί το πρώτο στοιχείο που δημιουργεί αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει τα υπό εξέταση αδικήματα και αυτό είναι σε συνδυασμό με την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας, που ενίσχυσαν αυτές τις αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς την εμπλοκή του κατηγορουμένου στα έκτροπα που σημειώθηκαν, τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος ότι έχουν σημειωθεί έκτροπα, αμφισβητήσιμο όμως ήταν η εμπλοκή του κατηγορουμένου. Βεβαίως, η μαρτυρία του κατηγορουμένου αποτελεί ξεχωριστό κομμάτι της αξιολόγησης της μαρτυρίας και που θα αναπτυχθεί πιο κάτω. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 2 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός είχε ως κύριο άξονα, όχι βεβαίως αποκλειστικό, το ζήτημα της ζημιάς που υπέστησαν οι γυάλινες θύρες του πιο πάνω κέντρου. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία του ή στον τρόπο που έδινε την μαρτυρία του δια ζώσης μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα. Ως προς την αναφορά του ότι η εκδήλωση ήταν ανοικτή στο κοινό, ζήτημα για το οποίο έθιξε ο κατηγορούμενος και έγιναν ερωτήσεις επί αυτού του θέματος και σε άλλους μάρτυρες, το Δικαστήριο κρίνει ότι ανεξαρτήτως εάν η εκδήλωση ήταν ή όχι ανοικτή προς το κοινό, αναμφίβολα δεν παρέχει οποιοδήποτε νομικό έρεισμα στον οποιονδήποτε να προβεί σε έκτροπα που θα συνιστούσαν και θα στοιχειοθετούσαν διάπραξη ποινικού/ων αδικήματος/ων και γενικά δεν θα μπορούσε μια ανοικτή εκδήλωση στο κοινό να αποτελούσε άλλοθι και άσυλο παρανομούντων και είναι βεβαιώς διαφορετικό το ζήτημα της διαμαρτυρίας, σε κόσμια και ειρηνικά πλαίσια πάντοτε, που αναμφίβολα αποτελεί άσκηση δημοκρατικού δικαιώματος και ελεύθερης έκφρασης και αυτή η αξιολόγηση του Δικαστηρίου είναι η ίδια για όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για αυτό το ζήτημα και το ίδιο ισχύει και για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν θα γίνει ξανά ειδική αξιολόγηση για αυτό το ζήτημα για κάθε μάρτυρα που έδωσε την δική του ερμηνεία και εκδοχή για αυτό το ζήτημα. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η αξία της ζημιάς που έχει προκληθεί στις γυάλινες πόρτες και τις κλειδωνιές τους είναι συνολικής αξίας €2900, καθώς επίσης ότι η ζημιά δεν προϋπήρχε, αλλά δημιουργήθηκε από τα έκτροπα και γενικά από τα επεισόδια που έγιναν στην είσοδο του πολιτιστικού κέντρου από ομάδα διαδηλωτών που προπαθούσαν να εισέλθουν στο πολιτιστικό κέντρο και που απωθούνταν από τις αστυνομικές δυνάμεις και αυτό είναι κοινό υπόβαθρο, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ότι οι γυάλινες πόρτες δεν έχουν θρυμματιστεί, αλλά έχουν ραγίσει και έχουν συγκρατηθεί τα γυαλιά, λόγω της κατασκευής του και που εν πάση περιπτώση, η ζημιά έχει ήδη επέλθει ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος και εν πάση περιπτώση δεν υπάρχει μαρτυρία για το αντίθετο και ούτε αμφισβήτηση ή άλλη εκδοχή από τον κατηγορούμενο για αυτό το ζήτημα, με εξαίρεση το ζήτημα του κατά πόσο η ζημιά προϋπήρχε, ζήτημα το οποίο έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω. Ως προς το ζήτημα της εν λόγω ζημιάς, ήτοι την φύση και την έκταση της, ισχύει η ίδια αξιολόγηση για όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για αυτό το ζήτημα και δεν θα γίνει εκ νέου ειδική αναφορά για αυτό το ζήτημα κατά την αξιολόγηση των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας, με εξαίρεση βεβαίως το ζήτημα εάν εμπλεκόταν ή όχι ο κατηγορούμενος στην πρόκληση αυτής της ζημιάς. Το κυριότερο όμως σημείο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, αποτελεί το γεγονός ότι ο μάρτυρας, ρητά και ξεκάθαρα ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο, ούτε άλλο μέλος του ΕΛΑΜ να σπάζει τις γυάλινες πόρτες του πολιτιστικού κέντρου. Αυτή η αναφορά του μάρτυρα, ο οποίος μάλιστα ήταν αυτόπτης και αυτήκοος στην σκηνή, αφήνει ακόμα ένα νέφος αμφιβολίας στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την εμπλοκή του κατηγορουμένου στην διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, από την στιγμή μάλιστα που ο κατηγορούμενος είναι μέλος του ΕΛΑΜ και δη ηγετικό στέλεχος του και ο μάρτυρας αυτός απέκλεισε ρητά απο την διάπραξη των αδικημάτων, όχι μόνο τον κατηγορούμενο, αλλά και όλα τα μέλη του ΕΛΑΜ στο οποίο ανήκει ο κατηγορούμενος και αυτή η αναφορά έρχεται σε πλήρη αντίθεση με μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και που εμπλέκουν ευθέως το ΕΛΑΜ στα έκτροπα. Ειδική αναφορά και αξιολόγηση όμως θα γίνει κατωτέρω και ειδικότερα του Μ.Κ. 10, που ουσιαστικά ήταν ο μόνος μάρτυρας που έκανε αναφορά ότι ο κατηγορούμενος ήταν άμεσα εμπλεκόμενος, με τις εξηγήσεις που έδωσε. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 3 άφησε και αυτός με την σειρά του θετική εικόνα στο Δικαστήριο, καθώς μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έδινε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα, αμεροληψία και χωρίς υπεκφυγές. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στο οπτικοακουστικό υλικό που έχει συλλεχθεί, ήτοι τα τεκμήρια 4 έως 7, τα οποία δεν αποδεικνύουν οτιδήποτε εις βάρος του κατηγορουμένου, ως και οι δηλώσεις του μάρτυρα, καθώς το τεκμήριο 4 δεν αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας την εμπλοκή του κατηγορουμένου στα έκτροπα, το τεκμήριο 5 δεν δείχνουν τον κατηγορούμενο, ούτε την επίδικη οχλαγωγία, αλλά μικροεπεισόδια που έγιναν σε κατοπινό στάδιο και που οδήγησαν στην σύλληψη και ποινική δίωξη άλλου ατόμου, το δε τεκμήριο 6 δείχνει μόνο τις δηλώσεις του κατηγορουμένου στα ΜΜΕ και τέλος το τεκμήριο 7 απλά καταγράφει κινήσεις ατόμων στην επίδικη σκηνή. Η δε παραπομπή του μάρτυρα σε άλλες μαρτυρίες που εμπλέκει τον κατηγορούμενο στις υπό εξέταση κατηγορίες, κρίνεται ως μη έχουσα αποδεικτική βαρύτητα, διότι κάθε μαρτυρία θα αξιολογηθεί αυτοτελώς από το Δικαστήριο. Η δε αναφορά του ότι εκλαμβάνει την είσοδο στο πολιτιστικό κέντρο ως βίαιη, σε γενικές γραμμές κρίνεται ως αποδεκτή από το Δικαστήριο, αλλά δεν αποδεικνύει αυτομάτως και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την οποιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορουμένου στα υπό διερεύνηση αδικήματα, διότι έγινε ήδη και γίνεται ειδική αξιολόγηση κατωτέρω της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα που κάνει αναφορά στον κατηγορούμενο. Ως προς το ζήτημα που ήγειρε ο κατηγορούμενος, ήτοι το ότι δεν έχει γίνει γνωστοποίηση στον επίτροπο προστασίας προσωπικών δεδομένων για την εγκατάσταση του εξοπλισμού από το οποίο προήλθαν τα τεκμήρια 4 έως 7, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία, διότι το εν λόγω υλικό αποκτήθηκε νόμιμα στα πλαίσια της ανάκρισης και είναι διαφορετικό το ζήτημα του κατά πόσο ο ιδιοκτήτης της οικίας όπου ήταν εγκατεστημένος ο εξοπλισμός έχει τυχόν διαπράξει οποιαδήποτε ποινικό αδίκημα, που δεν επηρεάζει άλλωστε την χρήση του εν λόγω υλικού για σκοπούς απόδειξης ποινικού αδικήματος. Σκοπός του νομοθέτη ήταν η διαφύλαξη και προστασία των προσωπικών δεδομένων και όχι η μη δυνατότητα αξιοποίησης τέτοιων μέσων για σκοπούς διερεύνησης και απόδειξης ποινικών αδικημάτων. Εν πάση περιπτώση όμως, τα τεκμήρια 4 έως 7 δεν αποδεικνύουν οτιδήποτε εναντίον του κατηγορουμένου. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και περιορισμούς ως προς την αποδεικτική βαρύτητα μέρους της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 και αυτός με την σειρά του άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι και αυτός ο μάρτυρας με την σειρά του έπεισε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να παραθέσει όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον του κατηγορουμένου ή της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Η αναφορά του μάρτυρα ότι δεν έχει δει τον κατηγορούμενο, αυτό είναι απολύτως λογικό, διότι είχε την δική του οπτική επαφή με τον χώρο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που εν πάση περιπτώση, ο κατηγορούμενος ήταν στον χώρο, ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται, χωρίς βεβαίως να αποδέχεται ο κατηγορούμενος οποιανδήποτε εμπλοκή στην διάπραξη των αδικημάτων. Όμως αξιοσημείωτη είναι η εξής αναφορά του μάρτυρα, που εντείνει ακόμα περισσότερο τις αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου όσον αφορά την εμπλοκή του κατηγορουμένου στα επίδικα έκτροπα και γενικά τις υπό εξέταση κατηγορίες και που βεβαίως οι αμφιβολίες επενεργούν προς όφελος του κατηγορουμένου, διαρριγνύοντας ακόμα περισσότερο το οικοδόμημα της υπόθεσης που η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να ανεγείρει. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είδε τρία άτομα με μαύρα ρούχα να προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα τραβώντας και κτυπώντας της με κλωτσιές και που σε αυτά τα άτομα δεν ήταν ο κατηγορούμενος, αποσυνδέοντας πλώρως τον κατηγορούμενο με οποιανδήποτε οχλαγωγία, παράνομη είσοδο για να ενοχλήσει ή κακόβουλη ζημιά. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτός εξέθεσε όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, απλά και διαφωτιστικά, χωρίς υπεκφυγές, υπερβολές και χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε. Ως προς την αναφορά του μάρτυρα ότι δεν θυμόταν να υπήρχαν και άλλα άτομα πέραν του ΕΛΑΜ, κρίνεται από το Δικαστήριο ως είσσονος σημασίας, διότι μέσα από τις μαρτυρίες διαφόρων μαρτυρίας, καταδεικνύεται ότι υπήρχαν και άλλα άτομα πέραν του ΕΛΑΜ, ως επίσης και τουλάχιστον μια φοιτητική παράταξη. Το γεγονός ότι δεν είδε καν τον κατηγορούμενο κατά το επίμαχο χρονικό πλαίσιο αλλά μετά από αυτό, αυτό έχει μια λογική λόγω του βαθμού εμπλοκής του εν λόγω μάρτυρα και που εν πάση περιπτώση, ήδη αξιολογήθηκε πιο πάνω ότι είναι κοινό υπόβαθρο ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον χώρο, αμφισβητήσιμο όμως η εμπλοκή του στην διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτός εξέθεσε στην μαρτυρία του με πληρότητα όλα όσα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότιδήποτε το ύποπτο ή το μεμπτό στην μαρτυρία του ή στην συμπεριφορά του όταν έδινε την μαρτυρία του δια ζώσης μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα. Έδωσε εκτεταμένη αναφορά στο κατά πόσο η εκδήλωση ήταν ανοικτή ή όχι στο κοινό και στο είδος της ζημιάς στις γυάλινες πόρτες, ζητήματα τα οποία ήδη αξιολογήθηκαν πιο πάνω και ισχύουν τα ίδια και για αυτόν τον μάρτυρα. Βαρύνουσας σημασίας βεβαίως αποτελεί η αναφορά του μάρτυρα ότι δεν θυμόταν τον κατηγορούμενο εάν έκανε ή εάν δεν έκανε οτιδήποτε το επιλήψιμο, ήτοι που να συνιστά ποινικό αδίκημα και αυτή η αναφορά του μάρτυρα έρχεται να προσθέσει ακόμα μια αμφιβολία ως προς την εμπλοκή του κατηγορουμένου στην διάπραξη των αδικημάτων, έχοντας μάλιστα την ευκαιρία που είχε ο μάρτυρας να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις και που καταδεικνύουν ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν δύναται να έχει αποδεικτική βαρύτητα εναντίον του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι υπήρχε επιθετική στάση των ατόμων που βρίσκονταν στην επίδικη σκηνή με μόνο το γεγονός ότι εκστόμιζαν συνθήματα, διότι το Δικαστήριο κρίνει, ως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, ότι αποτελεί άσκηση δημοκρατικού δικαιώματος και ελεύθερης έκφρασης η οποιαδήποτε διαμαρτυρία, σε κόσμια βεβαίως και ειρηνικά πλαίσια και χωρίς να διαπράττονται ποινικά αδικήματα, που στην προκειμένη περίπτωση η οποιαδήποτε διαμαρτυρία και συνθήματα, έστω και σε κάποιο βαθμό έντονα, δεν ισοδυναμούν με οχλαγωγία, ως έχει αναλυθεί πιο πάνω στην νομική πτυχή για το πως έχει ερμηνευθεί η οχλαγωγία. Η δε αναφορά του μάρτυρα ότι έχει εκλάβει ως επιθετική και εχθρική στάση των διαδηλωτών με απειλητικές διαθέσεις όγω και του τρόπου που εξύβριζαν, κρίνεται από το Δικαστήριο ως γενική και αόριστη. Η απλή παρουσία του κατηγορουμένου στον χώρο, ως την έχει αντιληφθεί ο μάρτυρας, δεν δύναται να μετουσιωθεί σε διάπραξη των υπο εξέταση αδικημάτων και που εν πάση περιπτώση, ο μάρτυρας, ως ο ίδιος άλλωστε ανάφερε, δεν είχε οπτική επαφή με την είσοδο του πολιτιστικού κέντρου όπου εκεί κυρίως έλαβαν χώρα τα επίδικα έκτροπα, μη καθιστώντας ικανή την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την εμπλοκή του κατηγορουμένου στον χώρο μπροστά από την είσοδο του εν λόγω κέντρου. Επουσιώδης κρίνεται η αναφορά του μάρτυρα ως προς την ενδυμασία του κατηγορουμένου, ήτοι η αναφοορά του ότι ο κατηγορούμενος φορούσε φανέλα του ΕΛΑΜ ενώ σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι φορούσε ο κατηγορούμενος και κατά πόσο ήταν ξυρισμένος, διότι θεωρητικά δεν αποκλείεται η διάπραξη ποινικών αδικημάτων ανεξαρτήτως ενδυμασίας και που εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ότι ο κατηγορούμενος φορούσε κοστούμι και το ίδιο ισχύει και για την μαρτυρία του κατηγορουρουμένου για αυτό το ζήτημα. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του Μ.Κ. 7 δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εμπλοκή του κατηγορουμένου στα υπό εξέταση αδικήματα. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 8, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, διότι δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία του ή που να καταδεικνύει αλλότρια κίνητρα ή προσφυγή στο ψεύδος. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στην λήψη του οπτικοακουστικού υλικού, για το οποίο έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω και ισχύουν τα ίδια και για αυτόν τον μάρτυρα για αυτό το ζήτημα, ήτοι την αποδεικτική βαρύτητα του, την νομιμότητα απόκτησης του και το ότι δεν αποδεικνύουν οτιδήποτε εναντίον του κατηγορουμένου. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 9, το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις. Τα όσα ανέφερε ως προς την περιγραφή των πόρτων, το κατά πόσο η εκδήλωση ήταν ανοικτή ή όχι προς το κοινό, έχουν ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω και το ίδιο ισχύει κατά πόσο υπήρχαν ή όχι άλλες ομάδες πολιτών, πλην όμως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση του ότι δεν υπήρχαν συγγενείς αγνοουμένων στην εκδήλωση, διότι επί αυτού του θέματος το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του κατηγορουμένου, ως θα αναφερθεί ειδικά πιο κάτω, αν και αυτό δεν έχει ιδιαίτερο αντίκτυπο στην εξέταση των συστατικών στοιχείων των υπό εξέταση αδικημάτων και το ίδιο ισχύει κατά πόσο υπήρχαν ή οχί πλαστικοί ιστοί ή όχι ή αν άτομα φορούσαν ή όχι φανέλες του ΕΛΑΜ ή όχι, διότι το θέμα της ενδυμασίας του κατηγορουμένου ήδη ξεκαθαρίστηκε και το ίδιο ισχύει και για τα ρόπαλα και τα κράνη, διότι δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος έφερε ρόπαλό ή κράνος. Η αναφορά του μάρτυρα ότι η αστυνομική δύναμη ήταν ελλιπής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και αποδεικτική βαρύτητα, διότι αποτελεί υποχρέωση του κάθε πολίτη να τηρεί την έννομη τάξη, ανεξαρτήτως ύπαρξης ή όχι αστυνομικής δύναμης και έκτασης της και σίγουρα η ανυπαρξία αστυνομικής δύναμης ή ελλιπής αστυνομικής δύναμης, δεν δικαιολογεί τα οποιαδήποτε έκτροπα και αναμφίβολα δεν αποτελεί άλλοθι ή άσυλο παρανομίας για τον οποιονδήποτε εάν δεν υπάρχει ικανοποιητική ή καθόλου αστυνομική δύναμη. Το ότι ο μάρτυρας διαφώνησε ότι ο κατηγορούμενος βοήθησε στο να κατευνάσει τα πνεύματα, δεν γίνεται αποδεκτή αποδεκτή αυτή η αναφορά του μάρτυρα, διότι ο μάρτυρας ανέφερε δεν θυμόταν τον κατηγορούμενο και ότι δεν τον αναγνώρισε και κυρίως ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να διαπράττει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, που αυτό είναι που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση. Αυτή λοιπόν η αναφορά του μάρτυρα με την οποία αποσυνδέει τον κατηγορούμενο από την διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος, έρχεται να ενισχύσει και να εμπλουτίσει τις αμφιβολίες που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου όσον αφορά την εμπλοκή του κατηγορουμένου στην διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Κ. 9 δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εμπλοκή του κατηγορουμένου στα έκτροπα που έλαβαν χώρα, παρά μόνο αμφιβολίες, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, που αναμφίβολα επενεργούν προς όφελος του κατηγορουμένου. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 10, αυτή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, διότι ο Μ.Κ. 10 ήταν ουσιαστικά ο μόνος μάρτυρας που έκανε ευθέως αναφορά ότι εμπλέκεται ο κατηγορούμενος με τα υπό εξέταση αδικήματα και γενικά με τα έκτροπα που έγιναν κυρίως στην είσοδο του πολιτιστικού κέντρου Πάνος Σολωμονίδης, καθ΄ ότι τα όσα έγιναν στην έξοδο κινδύνου, δεν υπάρχει καμία αναφορά που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο. Ουσιαστικά η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, είχε ως επίκεντρο το ότι ο κατηγορούμενος ήταν στον κύριο όγκο των διαδηλωτών, οι οποίοι κατάφεραν να σπάσουν τον κλοιό της αστυνομίας, να προκαλέσουν τις ζημιές στις γυάλινες θύρες και τις κλειδωνιές τους και να εισέλθουν στον προθάλαμο του πολιτιστικού κέντρου (αποτελεί κοινό υπόβαθρο ότι οι διαδηλωτές δεν εισήλθαν στην αίθουσα όπου διεξαγόταν η εκδήλωση και γενικά η ομιλία). Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας ως προς την επάρκεια της αστυνομικής δύναμης, της περιβολής του κατηγορουμένου, το πότε έχει δημιουργηθεί η ζημιά στις γυάλινες πόρτες και κλειδαριές, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αξιολογήθηκαν ανωτέρω. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως προς την ύπαρξη και άλων οργανωμένων συνόλων στον επίδικο χώρο. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο μάρτυρας δεν είχε οποιεσδήποτε πιέσεις, κυρίως πολιτικής φύσεως και που να είχαν ως επίκεντρο την δίωξη του κατηγορουμένου και του ΕΛΑΜ γενικότερα. Το σημαντικότερο όμως, είναι το γεγονός ότι ενώ αρχικά ο μάρτυρας στην κατάθεση του και στην προφορική του μαρτυρία ενέπλεκε ευθέως τον κατηγορούμενο στα έκτροπα, σε κατοπινό στάδιο αυτή η εκδοχή του αποδομήθηκε, έχοντας υπ΄ όψη ότι ο μάρτυρας άλλαξε ρότα και γενικά γραμμή πλεύσης, αφήνοντας τις αμφιβολίες να εμφιλοχωρήσουν ως προς την εμπλοκή του κατηγορουμένου στα έκτροπα, που μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου μπορούν να προσμετρήσουν, αλλά και να ενισχύσουν τις ήδη υπάρχουσες αμφιβολίες, ως πιο πάνω έχουν εκτεθεί. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν προκάλεσε τον όχλο και ούτε είχε αντιληφθεί τον κατηγορούμενο να σπρώχνει ή και το αντίθετο, αφήνοντας πλέον όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά προς όφελος του κατηγορουμένου, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι γυάλινες πόρτες έσπασαν με το σπρώξιμο των διαδηλωτών και από την στιγμή λοιπόν που ο μάρτυρας δεν μπορούσε με βεβαιότητα να συνδέσει τον κατηγορούμενο με τα σπρωξίματα που οδήγησαν στην πιο πάνω ζημιά και γενικά με τα έκτροπα που συνδέονται με τα υπό εξέταση αδικήματα, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν δύναται να οδηγήσει στο Δικαστήριο σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα πε΄ραν πάσης λογικής αμφιβολίας ως προς την εμπλοκή του κατηγορουμένου με τα έκτροπα και γενικά με τα υπό εξέταση αδικήματα. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 11, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτός με την σειρά του εξιστόρισε τα συμβάντα στην έκταση που τα έχει βιώσει στον επίδικο χώρο και χρόνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση να παραποιήσει ή αποκρύψει γεγονότα. Όμως, η μαρτυρία του δεν δύναται να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα εναντίον του κατηγορουμένου και που να τον εμπλέκει με τα έκτροπα και γενικά με τα υπό εξέταση αδικήματα, διότι όπως ο ίδιος διευκρίνησε και ξεκαθάρισε, δεν είδε καν τον κατηγορούμενο στον χώρο και συνεπώς να διαπράττει οποιοδήποτε αδίκημα. Βεβαίως, η παρουσία του κατηγορουμένου στον χώρο αποτελεί κοινό υπόβαθρο ως πιο πάνω αναφέρθηκε, όχι όμως η εμπλοκή του σε έκτροπα και γενικά στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων και επί αυτού του σημείου ο μάρτυρας δεν πρόσθεσε οτιδήποτε προς αυτήν την κατεύθυνση, ήτοι στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον κατηγορούμενο. Τα όσα ανέφερε περί ροπάλων και κράνων, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω και ισχύουν τα ίδια και για αυτόν τον μάρτυρα και το ίδιο ισχύει και ως προς την αναφορά του για την ύπαρξη και άλλων οργανωμένων συνόλων. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση όλων των μαρτύρων κατηγορίας, ουσιαστικά σφραγίζεται και η έκβαση της υπόθεσης, ήτοι η αθώωση του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, εν τούτοις το Δικαστήριο καθηκόντως και για σκοπούς πληρότητας θα αξιολογήσει την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος σε γενικές γραμμές άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Δεν έχω διακρίνει οποιονδήποτε δισταγμό ή σκεπτικισμό στην μαρτυρία του και ο τρόπος που έδινε την μαρτυρία του ήταν άμεσος και πηγαίος. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος και που έχουν πολιτική χροιά, δεν έχουν οποιανδήποτε σχετικότητα με τα επίδικα θέματα και συνεπώς δεν δύνανται να ληφθούν υπ΄ όψη. Τα όσα ανέφερε περί ανεπάρκειας της αστυνομικής δύναμης, για την περιβολή του, για την ύπαρξη ροπάλων και κράνων, για το κατά πόσο η εκδήλωση ήταν ανοικτή στο κοινό, για την ύπαρξη πολιτικών πιέσεων για να διωχθεί ο ίδιος, για το δημοκρατικό δικαίωμα της διαμαρτυρίας και της ελευθερίας της έκφρασης, για την ζημιά που προκλήθηκε στις γυάλινες πόρτες, για την ύπαρξη και άλλων οργανωμένων συνόλων, ισχύουν τα ίδια με τα όσα ήδη αξιολογήθηκαν ανωτέρω, με την επισήμανση ότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι στην εκδήλωση υπήρχαν συγγενείς αγνοουμένων και ότι δεν έχει παραμείνει στην σφαίρα της ασάφειας και της γενικότητας τα όσα ανέφερε περί πολιτικής δίωξης του. Κατά τα λοιπά ο κατηγορούμενος έπεισε το Δικαστήριο ότι δεν είχε εμπλακεί σε οποιαδήποτε έκτροπα και γενικά έπεισε με την υπερασπιστική γραμμή του, δίνοντας πειστικές και λογικές εξηγήσεις και που είχαν ως επίκεντρο τον ρόλο του να κατευνάσει τα πνεύματα, ότι δεν ήταν δυνατό να ελέγξει τον όχλο και να ηγείται αυτού και ότι δεν δύναται να φέρει ευθύνη για άτομα που παρεκτράπονταν, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας, ο κατηγορούμενος δεν παρότρυνε τον όχλο να διαπράξει οποιαδήποτε έκτροπα και γενικά ποινικά αδικήματα Γενικά με την αξιολόγηση που προηγήθηκε, λείπει το στοιχείο της πρόθεσης και του προσχεδιασμού του κατηγορουμένου να διαπράξει τα υπό εξέταση αδικήματα, όπου αποτελεί κοινό συστατικό στοιχείο όλων των υπό εξέταση αδικημάτων, ως εκτενώς αναφέρθησαν και αναλύθησαν ανωτέρω τα συστατικά στοιχεία κάθε κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εμπλοκή του κατηγορούμενου στα επίδικα έκτροπα και την πρόθεση του στην διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων και ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 2 έως 4. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.